Legislator Case Law & Legislation
1774/2011 AI generated

1774/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1774/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των καλούντων, αναιρεσειόντων: 1. Γ. Φ. του Π., 2. Φ. χας Ν. Φ., θυγ. Γ. Σ., 3. Π. Φ. του Ν. και 4. Δ. Φ. του Ν., των 2ης, 3ου και 4ου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού αναιρεσείοντος Ν. Φ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Λεβεντάκη.

Legislator headnote

AI generated

1774/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Keywords

AI generated
right to a decision insufficiently substantiated submissions documents in the file procedural issues challenge of cancellation previous legal status
AI generated
1493/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
1348/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη, Αρεοπαγίτες.
577/2013
Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα.
254/2013
Επειδή κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 569 παρ.
486/2025
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την 2/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Ερατώ Κολέση και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1774 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1774 /2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των καλούντων, αναιρεσειόντων: 1. Γ. Φ. του Π., 2. Φ. χας Ν. Φ., θυγ. Γ. Σ., 3. Π. Φ. του Ν. και 4. Δ. Φ. του Ν., των 2ης, 3ου και 4ου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού αναιρεσείοντος Ν. Φ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Λεβεντάκη.

Των καθών η κλήση-αναιρεσίβλητων: 1. Α. Φ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, και 2. Α. συζ. Δ. Δ., το γένος Δ. Φ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τσίπρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-1990 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λευκάδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 168/1991 του ίδιου Δικαστηρίου και 976/1996 του Εφετείου Πατρών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 371/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου. Στη συνέχεια οι Γ. και Ν. Φ., αρχικοί αναιρεσείοντες, άσκησαν την από 25-8-2002 αίτηση αναψηλάφησης που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών. Το Εφετείο Πατρών εξέδωσε την 68/2004 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 3-1-2007 αίτησή τους και με τους από 9-9-2008 και 20-9-2008 προσθέτους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 690/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από24-2-2010 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 7-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.

Ο πληρεξούσιος των καλούντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων λόγων, ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 290, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ προκύπτει, ότι η δίκη διακόπτεται και, όταν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη δε της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να είναι είτε εκούσια, με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε και αναγκαστική με πρόσκληση του αντιδίκου ή του ομοδίκου που πρέπει να γίνει με κοινοποίηση δικογράφου.

Οι διάδικοι αυτοί μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη και χωρίς να έχει προηγηθεί γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής, μη επικαλούμενοι την έλλειψη της γνωστοποιήσεως και θεωρώντας ότι η διακοπή έχει επέλθει, η πρόσκληση όμως αυτή δεν μπορεί να επιδοθεί στον κληρονόμο του αποβιώσαντος διαδίκου πριν από την παρέλευση της προθεσμίας για την αποποίηση της κληρονομίας, η οποία κατ' άρθρο 1847 εδάφ.

α' ΑΚ, είναι τετράμηνη και αρχίζει από την επαγωγή της κληρονομίας. Πιο συγκεκριμένα, ο θάνατος του διαδίκου, που επιφέρει τη βίαιη διακοπή της δίκης, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί η άμεση συζήτηση της υπόθεσης.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, ο δεύτερος των αναιρεσειόντων Ν. Φ. απεβίωσε στις 27-12-2008, δηλαδή μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (στις 16-1-2007), και κληρονομήθηκε από τους νόμιμους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ήτοι τη σύζυγό του Φ. Φ. και τα γνήσια τέκνα του Π.

Φ. και Δ. Φ., δεύτερη, τρίτο και τέταρτο των καλούντων, αντίστοιχα, οι οποίοι από κοινού με τον πρώτο αναιρεσείοντα και ήδη πρώτο των καλούντων Γ. Φ. επισπεύδουν τη συζήτηση της υποθέσεως με την από 24-2-2010 κλήση, με γνωστοποίηση βιαίας διακοπής της δίκης και δηλώση επαναλήψεως και συνεχίσεως αυτής, μετά την έκδοση της 690/2009 αποφάσεως αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση κατά την αρχική δικάσιμο της 19-11-2008.

Κατά τη νέα συζήτηση της υποθέσεως, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως ορισθείσα δικάσιμο της 23-3-2011, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση Ά. Φ. δεν εμφανίστηκε. Οι επισπεύδοντες αναιρεσείοντες - καλούντες προσκομίζουν την με αριθμό 8916/9-9-2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., καθώς και την με αριθμό 4615Γ/19-11-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., στις οποίες προσαρτώνται, αντίστοιχα, οι από 9-9-2011 και 19-11-2010 αποδείξεις παραλαβής από τον αρμόδιο αξιωματικό του Αστυνομικού Τμήματος Καισαριανής των δικογράφων που θυροκολλήθηκαν και οι από 10-9-2008 και 19-11-2010 βεβαιώσεις περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης, που ορίζει το άρθρο 128 παρ.4γ ΚΠολΔ, και από τις οποίες εκθέσεις επίδοσης προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, καθώς και ακριβές αντίγραφο της από 24-2-2010 κλήσης μετά γνωστοποιήσεως βιαίας διακοπής της δίκης και δηλώσεως επαναλήψεως και συνεχίσεως αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης (23-3-2011), με κλήση προς τον άνω πρώτο αναιρεσίβλητο Ά.

Φ., για να παραστεί κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτόν. Όμως, ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε, όπως προαναφέρθηκε, κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Ενόψει όλων αυτών, νομίμως επαναλήφθηκε η προκείμενη δίκη και η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του ως άνω πρώτου αναιρεσιβλήτου. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναψηλάφηση και, αν ο διάδικος που τη ζητεί βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως νέα κρίσιμα έγγραφα, τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανωτέρα βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικο και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι, για τη θεμελίωση του ως άνω λόγου αναψηλαφήσεως, πρέπει, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων που απαιτούνται σωρευτικώς, το έγγραφο να είναι κρίσιμο, με την έννοια, ότι από αυτό προκύπτει αμέσως και πλήρως απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη κατά τρόπον, ώστε να καθίσταται προφανές, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη και έτσι θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του ζητούντος την αναψηλάφηση, εάν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου.

Τέτοιου είδους κρίσιμο έγγραφο ικανό να στηρίξει τον ανωτέρω λόγο αναψηλαφήσεως δεν είναι εκείνο που μπορεί απλώς να χρησιμεύσει ως αρχή έγγραφης απόδειξης ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Το ζήτημα, αν το έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο, υπό την προεκτεθείσα έννοια, είναι πραγματικό, εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει την αίτηση αναψηλαφήσεως, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Ανώτερη δε βία, η κρίση περί της οποίας ως αόριστης νομικής έννοιας ελέγχεται αναιρετικώς, είναι κάθε απρόβλεπτο εξωτερικό γεγονός το οποίο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν μπορούσε να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης, στο χώρο δε του δικονομικού δικαίου τέτοιο γεγονός συνιστά και η ανυπαίτια άγνοια της ύπαρξης κρίσιμων εγγράφων, από την οποία άγνοια συνακόλουθα ανακύπτει και αδυναμία έγκαιρης προσκόμισής τους στη δίκη.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Οι πιο πάνω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως δημιουργούνται, όταν παραβίαζεται αντίστοιχα, ευθέως ή εκ πλαγίου, ουσιαστική και όχι δικονομική διάταξη του ελληνικού δικαίου, όπως προδήλως είναι και η διάταξη του άρθρου 544 αριθ. 7 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, αναψηλάφηση επιτρέπεται και, αν ο διάδικος που ζητεί την αναψηλάφηση, βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης νέα κρίσιμα έγγραφα, τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο Πατρών αναφορικά με την από 25-8-2002 αίτηση αναψηλάφησης που άσκησαν οι ήδη αναιρεσείοντες κατά της 976/1996 απόφασης του ιδίου δικαστηρίου, επικαλούμενοι σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ τέσσερα (4) νέα κρίσιμα έγγραφα που βρήκαν και έλαβαν στην κατοχή τους μετά την έκδοση της απόφασης αυτής, τα οποία δεν μπορούσαν να προσκομίσουν εγκαίρως από ανώτερη βία και, συγκεκριμένα, γιατί αγνοούσαν την ύπαρξή τους, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Το πρώτο έγγραφο που επικαλούνται οι αιτούντες είναι φωτογραμμετρική μελέτη και ερμηνεία αεροφωτογραφιών του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ για την περιοχή Σύβοτα της τέως κοινότητος Ευγήρου Λευκάδος, όπου και το επίδικο ακίνητο.

Η μελέτη αυτή αφορά τρία φωτογραμμετρικά διαγράμματα τα οποία συνετάγησαν από τρεις (3) αεροφωτογραφίες, ετών φωτοληψίας 1972 ΓΥΣ η πρώτη, 1984 ΓΥΣ η δευτέρα και 1989 ΠΕΧΩΔΕ η τρίτη. Τα δύο πρώτα διαγράμματα συνετάγησαν στις 29-5-1996 το πρώτο, στις 14-3-1996 το δεύτερο και στις 14-3-1997, μετά την έκδοση της αποφάσεως, το τρίτο.

Οι αεροφωτογραφίες των ετών 1972, 1984 και 1989 στις οποίες αναφέρεται η φωτογραμμετρική μελέτη ήταν γνωστές στους αιτούντες, αφού αναφέρονται από αυτούς τόσο στο δικόγραφο της από 10-3-1997 αιτήσεως αναιρέσεως, όσο και στις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου. Η παραπάνω μελέτη δεν εφυλάσσετο από ιδιώτη ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου χωρίς καταχώρηση σε δημόσιο βιβλίο.

Αντίθετα, όπως αναφέρουν στην αίτησή τους οι αιτούντες, αυτή ήταν δημόσιο έγγραφο καταχωρημένο στα βιβλία της κοινότητος, από την οποίαν έλαβαν αμέσως αντίγραφο, όταν το ζήτησαν και συνεπώς δεν συντρέχει το στοιχείο της ανωτέρας βίας. Άλλωστε, οι αιτούντες δεν επικαλούνται, ότι το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού είναι από απόψεως αποδεικτικής αξίας, καταλυτικό και ικανό να ανατρέψει σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Δεν συντρέχουν συνεπώς οι προϋποθέσεις του άρθρου 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ, για το παραπάνω έγγραφο. Το δεύτερο έγγραφο που επικαλούνται οι αιτούντες είναι η από 15-7-2002 τεχνική έκθεση του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Ε. Κ., η οποία συνετάγη με εντολή των αιτούντων, μετά την έκδοση της αποφάσεως της οποίας ζητούν την αναψηλάφηση και δίδει ερμηνεία στην ερμηνεία του πρώτου εγγράφου, δηλαδή ερμηνεύει τις αεροφωτογραφίες του ΥΠΕΧΩΔΕ.

Το έγγραφο αυτό (τεχνική έκθεση), που συνετάγη μετά την έκδοση της αποφάσεως του Εφετείου, και που έχει γνωμοδοτικό περιεχόμενο, δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ. Το τρίτο έγγραφο στο οποίο διώκουν οι αιτούντες να θεμελιώσουν λόγο αναψηλαφήσεως είναι το .../1914 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λευκάδος Νικολάου Σούρμου.

Την ύπαρξη του εγγράφου αυτού οι αιτούντες την γνώριζαν και μάλιστα προσκόμισαν αντίγραφό του στο Εφετείο που εξέδωσε την απόφαση. Ειδικότερα, στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως που άσκησαν κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου διατείνονται, ότι "όμως δεν προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ότι το Εφετείο Πατρών έλαβε υπόψη του τον προσκομισθέντα και επικαλεσθέντα από εμάς τίτλο, ήτοι το .../1914 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λευκάδος Νικολάου Σούρμου".

Και αυτό λοιπόν το έγγραφο δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ, αφού δεν πρόκειται περί "νέου και κρισίμου εγγράφου", την ύπαρξη του οποίου αγνοούσαν οι αιτούντες. Τέταρτο έγγραφο που επικαλούνται οι αιτούντες είναι "εγγραφή υποθήκης" υπέρ της Αγροτικής Τραπέζης Ελλάδος για χορήγηση δανείου το έτος 1972 και η διαγραφή αυτής το έτος 1987 που έγινε σε ακίνητο εμβαδού 10.000 τ.μ.

του αιτούντος Γ. Φ., στα βιβλία υποθηκών (ΚΘ 27/27.4.1972) του υποθηκοφυλακείου Απολλώνιων Λευκάδος. Η επίκληση αυτού του εγγράφου δεν οδηγεί σε παραδοχή της αιτήσεως αναψηλαφήσεως, αφού δεν προκύπτει η ύπαρξη ανωτέρας βίας η οποία εμπόδισε τους αιτούντες να το προσκομίσουν ενώπιον του Εφετείου. Το έγγραφο αυτό δεν εφυλάσσετο από ιδιώτη, χωρίς καταχώρηση σε δημόσιο βιβλίο.

Αντίθετα, όπως συνομολογούν και οι αιτούντες πρόκειται περί εγγράφου εγγραφής και διαγραφής υποθήκης καταχωρημένης στα σχετικά βιβλία υποθηκών, στα οποία έχουν ευχερή πρόσβαση όλοι οι ενδιαφερόμενοι μεταξύ των οποίων και οι αιτούντες. Τέλος, οι αιτούντες, προκειμένου να στηρίξουν την αίτηση αναψηλαφήσεως επικαλούνται ως μία ενότητα α) την από 14-2-1997 απάντηση του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος μαζί με την από 18-2-1997 καταγγελία του Γ.

Φ. κατά του αρχιτέκτονα μηχανικού Μ. Σ., με την οποία ζητεί την πειθαρχική του τιμωρία, και β) την Νο 63/16-11-1998 απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου του Τ.Ε.Ε. Η επίκληση, όμως, αυτών των εγγράφων αλυσιτελώς προβάλλονται, διότι α) όλα αυτά τα έγγραφα είναι μεταγενέστερα του χρόνου δημοσιεύσεως της αποφάσεως, β) προεκλήθησαν από ενέργειες του εκ των αιτούντων Γ.

Φ., γ) δεν είναι κρίσιμα έγγραφα που συνέχονται με την κρινόμενη υπόθεση". Έτσι, την ως άνω απορριπτική του κρίση στήριξε το Εφετείο, ειδικότερα ως προς το πρώτο έγγραφο (φωτογραμμετρική μελέτη και ερμηνεία αεροφωτογραφιών του Υπουργείου ΠΕΧΩΔΕ) στις επάλληλες κύριες αιτιολογίες, ότι για το έγγραφο αυτό δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 544 αριθ. 7 ΚπολΔ, ήτοι δεν ήταν νέο κρίσιμο έγγραφο υπό την προαναφερθείσα έννοια, και ότι δεν συνέτρεξε λόγος ανώτερης βίας για τη μη έγκαιρη προσκόμισή του.

Ως προς δε την επικαλούμενη τελευταία ενότητα εγγράφων στήριξε την απορριπτική του κρίση επάλληλα στις αιτιολογίες "ότι α) όλα αυτά τα έγγραφα είναι μεταγενέστερα του χρόνου δημοσιεύσεως της αποφάσεως, β) προκλήθηκαν από ενέργειες του εκ των ήδη αναιρεσειόντων Γ. Φ. και γ) δεν είναι κρίσιμα έγγραφα που συνέχονται με την κρινόμενη υπόθεση".

Με τον τέταρτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο του κύριου δικογράφου της αναίρεσης, καθώς και τους πρώτο, και κατά τα τρία μέρη του, δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, τέταρτο, κατά το πρώτο μέρος του, και πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετους λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου άρθρου, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τις ως άνω διατάξεις πλημμέλειες και ειδικότερα, ότι με το να κρίνει το Εφετείο, ότι τα ως άνω επικαλούμενα έγγραφα δεν είναι κρίσιμα, ενώ πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 544 αριθ. 7 ΚΠολΔ και κατόπιν τούτου, να απορρίψει την ένδικη αίτηση αναψηλάφησης, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 544 αριθ. 7.

Όμως, οι λόγοι αυτοί πρέπει, σύμφωνα με όσα στην αμέσως πιο πάνω σκέψη διαλαμβάνονται, να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, γιατί αναφέρονται σε πλημμέλειες εξαιτίας παραβιάσεως, αντίστοιχα, ευθέως και εκ πλαγίου, δικονομικών διατάξεων, η παραβίαση των οποίων όμως δεν ιδρύει τους από τις προαναφερόμενες διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενους λόγους αναιρέσεως.

Εξάλλου, οι ίδιοι αυτοί λόγοι πρέπει να απορριφθούν επίσης ως απαράδεκτοι, διότι με αυτούς προσβάλλεται η ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού η κρίση του αυτή ότι τα ως άνω έγγραφα δεν ήταν κρίσιμα, απορρέει από την εκτίμηση του περιεχομένου τους και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Επειδή, στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με την αναίρεση πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας από αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναιρέσεως που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αίτηση αναψηλαφήσεως ως προς το πρώτο έγγραφο, στηρίζοντας την απορριπτική του κρίση στις επάλληλες αιτιολογίες α) ότι το έγγραφο αυτό δεν ήταν κρίσιμο, αφού μάλιστα οι ήδη αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται, ότι το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού είναι από απόψεως αποδεικτικής αξίας καταλυτικό και ικανό να ανατρέψει σκεπτικό της προσβαλλόμενης με την αίτηση αναψηλαφήσεως αποφάσεως και β) ότι δεν συνέτρεχε λόγος ανώτερης βίας για την μη έγκαιρη προσκομιδή του, ενώ ως προς την επικαλούμενη τελευταία ενότητα εγγράφων στήριξε την απορριπτική του κρίση επάλληλα στις αιτιολογίες, ότι όλα αυτά τα έγγραφα είναι μεταγενέστερα του χρόνου δημοσιεύσεως της αποφάσεως, προκλήθηκαν από ενέργειες του εκ των ήδη αναιρεσειόντων Γ.

Φ. και δεν είναι κρίσιμα έγγραφα. Επομένως, μετά την κατά τα ανωτέρω απόρριψη των λόγων αναίρεσης που αφορούσαν την πιο πάνω κύρια αιτιολογία, ότι το πρώτο έγγραφο, ήτοι η δημόσια φωτογραμμετρική μελέτη και ερμηνεία αεροφωτογραφιών του ΥΠΕΧΩΔΕ με τα τρία φωτογραμμετρικά διαγράμματα και τις δύο απαντητικές επιστολές του ΥΠΕΧΩΔΕ, δεν ήταν κρίσιμο, οι τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος του κυρίου δικογράφου της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και οι πρώτος, κατά το τρίτο μέρος του, δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, και τέταρτος, κατά το δεύτερο μέρος του, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου Κώδικα, ως προς το άνω πρώτο έγγραφο, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τις ως άνω διατάξεις πλημμέλειες, ότι με το να κρίνει το Εφετείο, ότι δεν συνέτρεχε λόγος ανώτερης βίας για την μη έγκαιρη προσκομιδή του πιο πάνω ανευρεθέντος εγγράφου, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις περί ανωτέρας βίας, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.

Επίσης, όσον αφορά την ως άνω επικαλούμενη τελευταία ενότητα εγγράφων για την οποία το Εφετείο στήριξε την απορριπτική του κρίση επάλληλα στις κύριες αιτιολογίες, ότι α) όλα αυτά τα έγγραφα είναι μεταγενέστερα του χρόνου δημοσιεύσεως της αποφάσεως, β) προκλήθηκαν από ενέργειες του εκ των ήδη αναιρεσειόντων Γ.

Φ. και γ) δεν είναι κρίσιμα έγγραφα, ο πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αναιρετικές αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς την κρίση του Εφετείου, ότι τα έγγραφα αυτά είναι μεταγενέστερα του χρόνου δημοσιεύσεως της αποφάσεως και προκλήθηκαν από ενέργειες του εκ των ήδη αναιρεσειόντων Γ.

Φ., ελέγχεται ομοίως προεχόντως ως αλυσιτελής και άρα απαράδεκτος, για έλλειψη της διαδικαστικής προϋποθέσεως της υπάρξεως εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο των αναιρεσειόντων, κατ' επιτρεπτή περί τούτου αυτεπάγγελτη έρευνα (ΚΠολΔ 68, 73), εφόσον η κρίση του, ότι τα έγγραφα αυτά δεν είναι κρίσιμα, δεν πλήττεται επιτυχώς, στηρίζει δε αυτοτελώς το απορριπτικό της αιτήσεως αναψηλαφήσεως διατακτικό της.

Επειδή, την ως άνω απορριπτική του κρίση στήριξε το Εφετείο επάλληλα στις αιτιολογίες ως προς το πρώτο έγγραφο α) ότι το έγγραφο αυτό δεν ήταν κρίσιμο και β) ότι δεν συνέτρεχε λόγος ανώτερης βίας για την μη έγκαιρη προσκομιδή του, ενώ ως προς την επικαλούμενη τελευταία ενότητα εγγράφων στήριξε την απορριπτική του κρίση επάλληλα στις αιτιολογίες, ότι α) όλα αυτά τα έγγραφα είναι μεταγενέστερα του χρόνου δημοσιεύσεως της αποφάσεως, β) προκλήθηκαν από ενέργειες του εκ των ήδη αναιρεσειόντων Γ.

Φ. και γ) δεν είναι κρίσιμα έγγραφα. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους αριθμούς 11 περ. γ' και 20, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι του δικογράφου της αναίρεσης, καθώς και πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος, καθόλα τα μέρη αυτών, πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, αναφορικά με το αν είναι κρίσιμα ή όχι τα ανευρεθέντα έγγραφα, με τους οποίους υπό την επίκληση πλημμελειών από τους αριθμούς 8, 9, 11, 12, 14 και 20 του ίδιου άρθρου, προσβάλλεται η ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού η κρίση αυτή του δικαστηρίου, ότι τα ως άνω ανευρεθέντα έγγραφα δεν ήταν κρίσιμα, απορρέει πράγματι από την εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, μετά την κατά τα ανωτέρω απόρριψη των λόγων αναιρέσεως που αφορούσαν την πιο πάνω αιτιολογία, ότι τα ως άνω έγγραφα δεν ήταν κρίσιμα, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 8, 9, 11, 12, 14 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προσβάλλεται η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία έγινε δεκτό ως προς το πρώτο έγγραφο, ότι δεν συνέτρεχε λόγος ανώτερης βίας για την μη έγκαιρη προσκομιδή του, και ως προς την επικαλούμενη τελευταία ενότητα εγγράφων ότι αυτά τα έγγραφα είναι μεταγενέστερα του χρόνου δημοσιεύσεως της αποφάσεως και προκλήθηκαν από ενέργειες του εκ των ήδη αναιρεσειόντων Γ.

Φ., είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αλυσιτελείς, εφόσον η κρίση του Εφετείου, ότι τα έγγραφα αυτά δεν είναι κρίσιμα, δεν πλήττεται επιτυχώς, στηρίζει δε αυτοτελώς το απορριπτικό της αιτήσεως αναψηλαφήσεως διατακτικό της.

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 17 δημιουργείται, αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό αυτής. Επομένως, οι συναφείς τρίτος και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις, καθόσον δέχεται αντιφατικά, "ότι οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες ιστορούν στην αίτηση αναψηλάφησης, ότι μετά την έκδοση της 976/2-12-1996 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών περιήλθαν σε γνώση τους τα παρακάτω τέσσερα (4) νέα κρίσιμα έγγραφα, των οποίων την ύπαρξη αγνοούσαν ανυπαίτια και δεν τα προσκόμισαν στο Εφετείο εκ λόγων ανωτέρας βίας, αν δε αυτά ήταν γνωστά στο δικαστήριο θα ήταν διαφορετική η κρίση του" και στη συνέχεια, ότι "άλλωστε, οι αιτούντες δεν επικαλούνται, ότι το περιεχόμενο του πρώτου εγγράφου είναι από απόψεως αποδεικτικής αξίας καταλυτικό και ικανό να ανατρέψει σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως", καθώς και ότι οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ως μία ενότητα έγγραφα με ημερομηνία εκδόσεως 14-2-1997 και 16-11-1998, "τα οποία όμως αλυσιτελώς προβάλλονται, διότι είναι μεταγενέστερα του χρόνου δημοσιεύσεως της αποφάσεως 976/2-12-1996 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών", είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι η αποδιδόμενη με αυτούς πλημμέλεια ανάγεται στο αιτιολογικό της απόφασης και επομένως δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-1-2007 αίτηση των Γ. Φ. κ.λ.π. για αναίρεση της 68/2004 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, καθώς και τους από 9-9-2008 και 20-9-2008, αντίστοιχα, πρόσθετους λόγους.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ