Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision regarding negotiable instrument transfer via endorsement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the appellate court's judgment concerning the transfer of negotiable instruments. The appellants argued that the respondent obtained the instruments through theft and failed to provide sufficient legal basis for the appellate court's findings. The court ruled that the evidence clearly established a valid chain of endorsements and that the respondent's admission did not constitute a confession of theft under the law. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 17(1) of the Code of Civil Procedure; The court held that insufficient or contradictory reasoning in a judgment constitutes grounds for appeal only when it fails to establish the factual prerequisites for the legal rule applied, not merely when it lacks detailed analysis of evidence or when simple arguments regarding evidence evaluation are omitted.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1774 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1774/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Χ1 και 2. ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ" που εδρεύει στην ....και εκπροσωπείται νόμιμα οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Φραράκη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ1, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Περίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-7-2004 και 16-7-2004 ανακοπές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 173/2004 προδικαστική 145/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 300/2006 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 1-2-2007 αίτησή τους και τους από 6-10-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 11-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν, κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων, που το πόρισμα τους εκτίθεται σαφώς.
Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Περαιτέρω: Κατά το άρθρο 17§1 του Ν 5960/1933 περί επιταγής: "Η οπισθογράφηση μεταβιβάζει πάντα τα απορρέοντα εκ της επιταγής δικαιώματα". Κατά το άρθρο 19§1 του αυτού νόμου: "Ο κάτοχος οπισθογραφησίμου επιταγής θεωρείται νόμιμος κομιστής, εάν στηρίζη το δικαίωμά του επί αδιακόπου σειράς οπισθογραφήσεων και εάν έτι η τελευταία οπισθογράφησις είναι εν λευκώ".
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Ο Χ1 εξέδωσε υπό την εταιρική επωνυμία της ομμόρυθμης εταιρίας...(δεύτερης αναιρεσείουσας) σε διαταγή του Ε1 στις αρχές του μήνα Ιανουαρίου 2004 και επ' ονόματι της εταιρίας αυτής δύο μεταχρονολογημένες επιταγές επί της Συνεταιριστικής Τράπεζας Δωδεκανήσου και ειδικότερα την υπ' αριθ. ....επιταγή ποσού 50.000 € με ημερομηνία πληρωμής 30.5.2004 (επίδικη) και την υπ' αριθ. .... ποσού 100.000 €, με ημερομηνία πληρωμής την 20.5.2004, σε βάρος λογαριασμού που τηρούσε στην Τράπεζα αυτή η ομόρρυθμη εταιρία. Ακολούθως ο λήπτης και δικαιούχος της επιταγής Ε1 προκειμένου να πορισθεί χρήματα για την άμεση ικανοποίηση απαιτήσεων που είχαν τρίτοι δανειστές εναντίον του μεταβίβασε την πρώτη επιταγή των 50.000 € λόγω οπισθογράφησης στον Λ1 και την άλλη επιταγή των 100.000 € με λευκή οπισθογράφηση την παρέδωσε στον ίδιο τον Λ1. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι στις 7.11.2003 η Ν1, ενεργώντας ως αντιπρόσωπος του Λ1, έλαβε για λογαριασμό του από την καθής οι ανακοπές και τώρα εφεσίβλητη Ψ1 δάνειο ποσού 56.500 €. Προς εξασφάλιση του δανείου, η καθής Ψ1 αξίωσε, και της μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση από τον Λ1 η επιταγή των 50.000 €, συγχρόνως δε ο Λ1 αποδέχθηκε μία συναλλαγματική ποσού 6.500 € για την εξασφάλιση του υπόλοιπου του δανείου, την οποία τριτεγγυήθηκε η Ν1".
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες σχετικώς με την αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων, δια της οποίας η αναιρεσίβλητος έγινε νόμιμη κομίστρια της ένδικης επιταγής και, επομένως, δικαιούχος του χρηματικού αυτής ποσού. Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο δεύτερος αναιρετικός λόγος του κυρίου δικογράφου και ο ταυτάριθμος του προσθέτου (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ.), με τους οποίους υποστηρίζεται το αντίθετο. Εκ τούτου παρέπεται ότι προβάλλεται αλυσιτελώς το υποστηριζόμενο με τον πρώτο αναιρετικό λόγο του κυρίου και τον ταυτάριθμο του προσθέτου δικογράφου ( εκ του άρθρου 559 αριθμ, 8 Κ.Πολ.Δ.), ότι δηλαδή το Εφετείο αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε την ένδικη επιταγή με αξιόποινη πράξη (υπεξαίρεση), αφετέρου δε απάντησε σε ισχυρισμό μη προβληθέντα και δη στον ισχυρισμό ότι η "υπεξαίρεση" της επιταγής είχε διαπραχθεί από άλλο πρόσωπο (την ανωτέρω Ν1). Έτσι, οι ρηθέντες αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι.
Αβάσιμοι είναι επίσης οι τρίτος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι της αιτήσεως και οι ταυτάριθμοι του προσθέτου δικογράφου (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 12, αντιστοίχως), διότι έχουν ως έρεισμα την εσφαλμένη προϋπόθεση ότι η αναιρεσίβλητη είχε ομολογήσει ότι απέκτησε την ένδικη επιταγή δι' υπεξαιρέσεως. Κατά νόμον (πρβλ. Άρθρα 352, 353 ΚΠολΔ και 375§1 Ποιν. Κώδικος), για να συμβεί τούτο, έπρεπε η αναιρεσίβλητος να έχει παραδεχθεί ότι η επιταγή, έχοντας περιέλθει στην κατοχή της για κάποιο λόγο, κατεκρατήθη από αυτήν χωρίς να έχει οπισθογραφηθεί υπέρ αυτής από τον προηγούμενο κομιστή και χωρίς σχετική συμφωνία της με εκείνον. Τέτοιο δε νόημα, προφανώς, δεν έχει η αποδιδόμενη, με το αναιρετήριο στην αναιρεσίβλητη, παραδοχή, στην οποία υποστηρίζεται ότι εμπεριέχεται η ρηθείσα ομολογία και η οποία έχει ως εξής: "Τις επιταγές των 50.000 ευρώ και 100.000 ευρώ δεν τις πήρα. Έστειλα την Ν1 και τον Λ1 στον δικηγόρο μου. Επειδή ήθελα να πάρω τα χρήματα μου πίσω ο δικηγόρος μου κράτησε την επιταγή των 50.000 ευρώ και μου την έδωσε". Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να απορριφθούν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-2-2007 αίτηση των Χ1 και "...ΟΕ" για αναίρεση της 300/2006 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου και τους από 6-10-2008 προσθέτους λόγους αναιρέσεως.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ