1774/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1774/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 932 ΚΠολΔ τα έξοδα της αναγκαστικής εκτελέσεως βαρύνουν εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και προκαταβάλλονται από εκείνον που την επισπεύδει. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτελέσεως που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.
Full text
Απόφαση 1774 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1774/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιοτέρου του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και της προϊσταμένης των ΔΥΟ Α'Περιστερίου Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Γεώργιο Καρακώστα.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Κωνσταντίνου Κουτσουλέλου και Σταύρου Κελαϊδή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-2-1995 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6481/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 88/1999 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτά το αναιρεσείον με την από 25/6/2001 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την από 30-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Στους λόγους αναιρέσεως που καθορίζονται περιοριστικώς στο άρθρο 559 ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται και η εσφαλμένη εκτίμηση από το δικαστήριο των διαδικαστικών εγγράφων, μεταξύ των οποίων και η ανακοπή κατά του πίνακα κατατάξεως κατά το άρθρο 979 παρ. 2 ΚΠολΔ. Με το άρθρο δε 561 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν εισάγεται ιδιαίτερος λόγος αναιρέσεως, αλλά επιτρέπεται δια των διατάξεών του να εξετάζεται από τον Άρειο Πάγο εάν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου υπάρχει λόγος αναιρέσεως από αυτούς του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω, το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο αναίρεσης μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της ένδικης ανακοπής, κατά του πίνακα κατατάξεως, ότι, δηλαδή, η ανακοπή αυτή δεν απευθύνεται κατά της μη διαδίκου ενώπιον του Εφετείου και κατά την παρούσα αναιρετική δίκη επισπεύδουσας δανείστριας και έτσι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της εν λόγω ανακοπής και των προτάσεών του ενώπιον του Εφετείου. Ο λόγος αυτός που αναφέρεται, μάλιστα, στις σχέσεις αναιρεσείοντος και διαδίκου μόνον στην πρωτόδικη δίκη είναι απαράδεκτος προεχόντως γιατί απλώς και μόνον η κακή εκτίμηση του δικογράφου της ανακοπής και των προτάσεων δεν αποτελεί αυτοτελή αναιρετικό λόγο κατά την ΚΠολΔ 561 παρ. 2, ούτε ιδρύει κάποιον από τους αναφερόμενους στο λόγο αυτό αναιρετικούς λόγους από τους αριθμούς 8, 10, 17, 18 και 20 της ΚΠολΔ 559 ή κάποιον από τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους του αυτού άρθρου 559 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, προκύπτει ότι εφόσον το εφετείο κρίνει παραδεκτή την έφεση και υπάρχει λόγος επί της ουσίας ερευνά και αυτεπαγγέλτως, χωρίς λόγο εφέσεως, μεταξύ άλλων, και τη νομιμοποίηση των διαδίκων, αρκεί να μη καθίσταται χείρων η θέση του εκκαλούντος.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 της ΚΠολΔ 559, εκ του ότι ερεύνησε αυτεπαγγέλτως τη νομιμοποίηση του καθού η ανακοπή - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και απέρριψε την ανακοπή του αναιρεσείοντος κατ' αυτού, για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης του τελευταίου (καθού), αφού, όπως επίσης συνάγεται από την επισκόπηση της έφεσης, υπάρχει λόγος επί της ουσίας της ανακοπής (που είχε γίνει εν μέρει δεκτή με την εκκαλουμένη) τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα στον δεύτερο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 932 ΚΠολΔ τα έξοδα της αναγκαστικής εκτελέσεως βαρύνουν εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση και προκαταβάλλονται από εκείνον που την επισπεύδει. Εξ άλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 975 ΚΠολΔ η κατάταξη των δανειστών στον πίνακα γίνεται αφού αφαιρεθούν τα έξοδα της εκτελέσεως που ορίζονται αιτιολογημένα από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού.
Από τη γραμματική διατύπωση της τελευταίας αυτής διατάξεως, όπου γίνεται διάκριση μεταξύ "αφαίρεσης" των εξόδων και "κατατάξεως" των προνομιακών απαιτήσεων προκύπτει με σαφήνεια ότι υπέγγυο στους δανειστές είναι το μετά την αφαίρεση των εξόδων εκτελέσεως ποσό από το πλειστηρίασμα, καθώς και ότι τα έξοδα εκτελέσεως δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομίων, ούτε κατατάσσονται στον πίνακα, αλλά προαφαιρούνται προκειμένου να γίνει η κατάταξη των δανειστών.
Η αφαίρεση των εξόδων της αναγκαστικής εκτελέσεως από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού, με βάση τα έγγραφα και τις αποδείξεις που κατατέθηκαν και βρίσκονται στο φάκελλο του πλειστηριασμού, γίνεται ύστερα από αυτεπάγγελτη εκκαθάρισή τους από το συντάκτη του πίνακα κατατάξεως και απαιτείται να είναι αιτιολογημένη, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος.
Ως δικαιούχος των εξόδων εκτελέσεως, νοείται, όχι μόνο ο καταβάλλων αυτά επισπεύδων, αλλά και τα όργανα της εκτελέσεως παρότι αυτά δεν νομιμοποιούνται να τα αναζητήσουν από τον καθού η εκτέλεση, αφού δεν έλαβαν απ' αυτόν την εντολή προς εκτέλεση και για τούτο δεν έχουν την ιδιότητα του δανειστή αυτού. Για το λόγο αυτό δικαιούνται, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προς τις διατάξεις των άρθρων 971 και 1007 ΚΠολΔ, να συμμετάσχουν στη διαδικασία κατατάξεως και να λάβουν τα δικαιούμενα παρ' αυτών έξοδα εκτελέσεως, δια του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου.
Κατ' ακολουθία, με την στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 979 παρ. 2 και 1006 παρ. 3 ΚΠολΔ ανακοπή, ο ανακόπτων αναγγελθείς δανειστής μπορεί να προσβάλλει τον πίνακα κατατάξεως και όταν ο επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, κατά την εκκαθάριση με τον πίνακα των εξόδων του δικαστικού επιμελητή, εσφαλμένα αφαιρεί ορισμένο ποσό πλειστηριάσματος προς κάλυψη τούτων, εφόσον θίγονται, με την κατ' αυτόν τον τρόπο γενόμενη μείωση του πλειστηριάσματος, τα έννομα συμφέροντά του, με την κατάταξη άλλου δανειστή, ή τη μη προσήκουσα κατάταξη αυτού.
Στην περίπτωση κατά την οποία ο ανακόπτων επικαλείται ότι εσφαλμένα προαφαιρέθηκαν από το πλειστηρίασμα έξοδα του καταταγέντος στον πίνακα γι' αυτά δικαστικού επιμελητή, τα οποία δεν είναι νόμιμα και υπαρκτά ή υπερβαίνουν τα καθοριζόμενα από τις οικείες υπουργικές αποφάσεις ποσά αμοιβής των δικαστικών επιμελητών, η ανακοπή πρέπει να απευθύνεται κατά του δικαστικού επιμελητή ο οποίος και μόνον νομιμοποιείται παθητικά.
Ενώ αν με την ανακοπή δεν αμφισβητείται η διενέργεια των πράξεων εκτελέσεως που έκανε ο δικαστικός επιμελητής, αλλά το αν έγιναν προς το συμφέρον όλων των δανειστών και είναι, υπό την έννοια αυτή, έξοδα εκτελέσεως τότε νομιμοποιείται παθητικά ως καθού η ανακοπή μόνον, ο επισπεύδων δανειστής (ΑΠ 280/2004 και 1722/1998).Με τα δεδομένα αυτά η κρινόμενη ανακοπή ορθώς απευθύνεται κατά του καθού η ανακοπή - εκκαλούντος και τώρα αναιρεσίβλητου δικαστικού επιμελητή ενόψει του ότι το ανακόπτον - εφεσίβλητο και τώρα αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσβάλλει τη γενόμενη από τη συμβολαιογράφο προαφαίρεση ποσού 1.010.285 δραχμών υπέρ του καταταγέντος για το ποσό αυτό στον ανακοπτόμενο πίνακα κατατάξεως αναιρεσίβλητου δικαστικού επιμελητή, για το λόγο ότι (κατά την άποψή του) όλες ανεξαιρέτως οι ενέργειες και οι δαπάνες του επιμελητή είναι αναπόδεικτες και γι' αυτό ολόκληρο το ποσό πρέπει να αφαιρεθεί από τα έξοδα, αλλιώς να αφαιρεθεί ποσό δραχμών 112.062, ως διαφορά μεταξύ μη νομίμου και νομίμου υπολογισμού αμοιβών, στο οποίο, θα προστεθεί και όποια αναπόδεικτη αμοιβή.
Εφόσον, επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά δέχθηκε ότι νομιμοποιείται το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο να στρέψει την κρινόμενη ανακοπή κατά του δικαστικού επιμελητή και στη συνέχεια δέχθηκε αυτή (ανακοπή) κατά ένα μέρος και ως ουσιαστικά βάσιμη και περιόρισε τη δικαιούμενη από τον καθού η ανακοπή αμοιβή στο ποσό των 623.546 δραχμών αντί του 1.010.285 δραχμών που είχε δεχθεί η επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, στην προκύπτουσα δε διαφορά, μετά από μεταρρύθμιση του πίνακα κατατάξεως, κατέταξε το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο, η έφεση η οποία ασκήθηκε μετ' εννόμου συμφέροντος από τον ηττηθέντα καθού η ανακοπή δικαστικό επιμελητή, έπρεπε να εξετασθεί και στην ουσία της.
Το Εφετείο, επομένως, που κρίναν αντιθέτως δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη εν μέρει, ήτοι μόνον καθόσον αυτή αφορά τον αναιρεσίβλητο και απέρριψε την ανακοπή καθόσον αυτή αφορά τον αναιρεσίβλητο, ως προς τον οποίο και δεν μεταρρύθμισε τον πίνακα κατατάξεως, λόγω μη νομιμοποιήσεως (παθητικής) τούτου (αναιρεσιβλήτου), παραβίασε ευθέως τις μνημονευθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΚΠολΔ και αναιρετέα κατέστησε την απόφασή του κατά το εδαφ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τον περί τούτου βάσιμο τρίτο λόγο αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθία, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρήζει περαιτέρω έρευνα, στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρεσιβαλλόμενη (ΚΠολΔ 580 παρ. 3). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη του νικώντος αναιρεσείοντος, που, όμως, θα ορισθεί μειωμένη όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 88/1999 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω έρευνα στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποί ορίζει στο ποσό των διακοσίων ενενήντα τριών (293) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ