Supreme Court allows appeals against a judgment regarding civil liability and statute of limitations in a financial fraud case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece accepted two separate appeals filed by an individual and a Swiss financial institution against a lower court judgment. The court found the appeals valid regarding a procedural error concerning the statute of limitations and the defendant's knowledge of the fraud. Consequently, the judgment was annulled in part, and the case was remitted to the Court of Appeal for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 495(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may annul a judgment if a lower court failed to verify whether the defendant had sufficient knowledge of the plaintiff's participation in fraud at the time the statute of limitations began to run.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1773 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1773/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή και Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α) Του αναιρεσείοντος: Μ. Σ. (M. S.) του Κ. (K.), κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Φοίφη.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Α. του Α., κατοίκου ... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Σαράκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 5-4-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Β) Του αναιρεσείοντος: ελβετικού χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "BANK J. B. & CO LTD", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Χριστοφορίδη, ο οποίος ανακάλεσε την από 5-4-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Α. του Α., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Σαράκη, ο οποίος ανακάλεσε την από 5-4-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2019 του ίδιου Δικαστηρίου και .../2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από ...-2022 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη των αιτήσεων των αναιρεσειόντων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (8-4-2024) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: α) η από ...-2022 αίτηση αναίρεσης του M.(Μ.) S.(Σ.) κατά του Γ. Α. και β) η επίσης από ...-2022 αίτηση αναίρεσης του εδρεύοντος στη ... χρηματοπιστωτικού ιδρύματος με την επώνυμία Bank J. B. & CO LTD κατά του ιδίου Γ. Α. Οι ανωτέρω αιτήσεις αναιρέσεως στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης και συγκεκριμένα κατά της υπ` αριθμ. .../2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και, επομένως, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά το ως άνω άρθρο 246 ΚΠολΔ, αφού είναι συναφείς και από τη συνεκδίκασή τους διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 553 ΚΠολΔ με εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ιδίου Κώδικα, συνάγεται, ότι, στην απλή ομοδικία, η οριστική απόφαση γίνεται τελεσίδικη αυτοτελώς για κάθε ομόδικο και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.
Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1596/2018, ΑΠ 658/12). Η σχέση της αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 76 του ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνεται και εκείνη, κατά την οποίαν ενάγουν περισσότεροι ως δικαιούχοι αποζημιώσεως από την ίδια αδικοπραξία ή ενάγονται περισσότεροι ως υπόχρεοι αποζημιώσεως από την ίδια αδικοπραξία (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 1181/2022, ΑΠ 1101/1993).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της, αφού συνεκδίκασε αντίθετες εφέσεις α)του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως, που στρεφόταν κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και κατά του πρώτου εναγομένου-ήδη μη διαδίκου Θ.
Κ. και β) του δευτέρου εναγομένου- ήδη αναιρεσείοντος Μ. Σ., που στρεφόταν κατά του αναιρεσιβλήτου και οι οποίες εφέσεις στρέφονταν κατά της .../2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή ως προς την τρίτη εναγομένη ήδη αναιρεσείουσα Bank J. B. & CO LTD και την είχε κάνει εν μέρει δεκτή ως προς τους Θ.
Κ. και Μ.Σ., ακολούθως κήρυξε απαράδεκτη την συζήτηση της έφεσης του αναιρεσιβλήτου ως προς τον Θ. Κ., επειδή αυτός απουσίαζε κατά την συζήτηση της υπόθεσης και δεν προέκυπτε η κλήτευσή του και αφού, κατά τα λοιπά έκανε δεκτές και τις δύο εφέσεις, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως προς τους αναιρεσείοντες, τους οποίους υποχρέωσε να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο, νομιμοτόκως και εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 414.563 ευρώ.
Η απόφαση αυτή είναι μεν μη οριστική ως προς τον πρώτο εναγόμενο Θ. Κ., όμως αυτός συνδέεται με δεσμό απλής ομοδικίας με τους λοιπούς εναγομένους-ήδη αναιρεσείοντες, για τους οποίους η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι οριστική και τελεσίδικη, αφού ήταν εναγόμενος μαζί με αυτούς ως υπόχρεος αποζημιώσεως από την ίδια αδικοπραξία, όπως θα αναφερθεί στην συνέχεια της απόφασης και γι' αυτό, όπως προαναφέρθηκε, οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, τις οποίες ασκούν μόνοι οι αναιρεσείοντες, εφόσον και κατά τα λοιπά ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553. 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.
Πολ. Δ. ), είναι παραδεκτές και πρέπει να εξετασθούν για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1, 3 Κ. Πολ. Δ).
Α) Όμοιοι λόγοι αναιρέσεως των δύο αιτήσεων αναιρέσεως Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα(δόλος ή αμέλεια), 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη ,που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (Α.Π. 167/2024, Α.Π. 1667/2022), παρανομία δε συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 345/2017).Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ.
και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 895/2011).
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας, είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 282/2010).
Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008).
Κατά το άρθρο 46 παρ. 1 στοιχ. β` του προϊσχύσαντος ΠΚ, "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης", ενώ κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με τον υπότιτλο "απλός συνεργός", "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ.
β` του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)". Στο αντίστοιχο άρθρο 47 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, που φέρει τον γενικό τίτλο "Συνεργός", ορίζεται ότι "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου, πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83).
Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης, θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, άμεση συνέργεια είναι η συνδρομή που παρέχεται στο δράστη της αξιόποινης πράξης κατά τη διάρκειά της και στην εκτέλεσή της, με την παροχή του αντικειμένου της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού, μάλιστα δε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε, ενώ οποιαδήποτε άλλη συνδρομή και ιδίως η συνδρομή που παρέχεται στο δράστη της αξιόποινης πράξης πριν από την τέλεσή της, είναι απλή συνέργεια.
Για την ύπαρξη απλής συνέργειας, υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωσή της, διευκολύνοντας τον αυτουργό. Η συνδρομή του απλού συνεργού μπορεί να είναι είτε υλική είτε ψυχική, πρέπει δε να συνδέεται αιτιωδώς με την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος(ΑΠ 38/2022-ποιν.).
Η ψυχική συνδρομή μπορεί να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξης, με την ενίσχυση της απόφασης του αυτουργού για την τέλεση της πράξης, καθώς και με την ενθάρρυνση αυτού με οποιονδήποτε τρόπο (ΑΠ-ποιν. 449/2022, ΑΠ 38/2022-ποιν.), ΑΠ-ποιν. 552/2020). Για να υπάρχει απλή συνέργεια θα πρέπει ο αυτουργός να τέλεσε ή να αποπειράθηκε τουλάχιστον να τελέσει ποινικά άδικη πράξη(ΑΠ 38/2022-ποιν.).
Συνεπώς ο άμεσος ή ο απλός συνεργός σε αξιόποινη πράξη απάτης, που τέλεσε άλλος, διαπράττει και αυτός αδικοπραξία κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, για την τέλεση της οποίας αρκεί η ζημία του παθόντος να οφείλεται σε περιουσιακή διάθεση εκ μέρους του, από πλάνη που προξενήθηκε με δόλο των δραστών, αυτουργού και συνεργών(ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 16/2005).
Προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι, όπως προαναφέρθηκε, η υπαιτιότητα του υπόχρεου, δηλαδή ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, στην έννοια της κατά το άρθρο 914 Α.Κ. υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια του παρανόμως πράξαντος ή παραλείψαντος.
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 § 1 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι "με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως. Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται", διακρίνει δε το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο (Α.Π. 660/2022, Α.Π. 69/2013), ενώ αμέλεια, κατά το άρθρο 330 Α.Κ.
υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια, που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης), είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο της επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει, βαριά δε αμέλεια υπάρχει όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθιστη και ιδιαίτερα μεγάλη και φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα αποτελέσματά της σε βάρος τρίτων (Α.Π. 1527/2023, Α.Π. 2062/2022, Α.Π. 1492/2022, Α.Π. 1/2019, Α.Π. 325/2018.
Από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β` του ΑΚ προκύπτει, ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 § 4 Κ.Πολ.Δ.), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθ. 298 ΑΚ) ήταν επαρκής, ήτοι ικανή (πρόσφορη), να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 2061/2022). Εφόσον οι πιο πάνω έννοιες της υπαιτιότητας και της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστες νομικές έννοιες, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτών, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος στο ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας κρίνει το εάν τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 604/2015, ΑΠ 641/2011).
Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 706/2016).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 926 Α.Κ., κατά την οποία "αν από κοινή πράξη περισσοτέρων προήλθε ζημία ή αν από την ίδια ζημία ευθύνονται παράλληλα περισσότεροι, ενέχονται όλοι εις ολόκληρον. Το ίδιο ισχύει και αν έχουν ενεργήσει περισσότεροι συγχρόνως ή διαδοχικά και δεν μπορεί να εξακριβωθεί τίνος η πράξη επέφερε τη ζημία", καθορίζονται, στο πλαίσιο της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από τον νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων.
Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, ανεξαρτήτως του αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσοτέρων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.
Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για τη θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 Α.Κ. (Α.Π. 1347/2022, Α.Π. 921/2021, Α.Π. 59/2019).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο(ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ` αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 658/2019, ΑΠ 739/2011) και να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων(ήδη αναιρεσίβλητος και των δύο αιτήσεων αναιρέσεως) γνωρίστηκε με τον πρώτο εναγόμενο(τον ήδη μη διάδικο Θ. Κ.) σε κοινωνική εκδήλωση το έτος 2001, στην οποία ο πρώτος εναγόμενος συστήθηκε ως οικονομολόγος και επενδυτικός σύμβουλος, διαχειριστής λογαριασμών και ομολόγων κυρίως της αλλοδαπής.
Στη συνέχεια, από το έτος 2002, ο πρώτος εναγόμενος έλαβε ασφαλιστικά προϊόντα από την ασφαλιστική εταιρεία "ING", με τη διαμεσολάβηση του ενάγοντος, που εργαζόταν σε εκείνη ως ασφαλιστικός σύμβουλος, μέχρι το έτος 2004, όταν ο πρώτος εναγόμενος ακύρωσε τα σχετικά ασφαλιστικά συμβόλαια, όμως διατήρησε έκτοτε με τον ενάγοντα κοινωνικές επαφές.
Το Φεβρουάριο του έτους 2008, ο πρώτος εναγόμενος επισκέφτηκε το γραφείο του ενάγοντος και του ανακοίνωσε την έναρξη της συνεργασίας του με την τρίτη εναγόμενη ελβετική τράπεζα(την ήδη αναιρεσείουσα Bank J. B. & CO LTD) και ειδικότερα ότι η τρίτη εναγομένη, γνωρίζοντας τις σπουδές, την εμπειρία και τη φήμη του, τον κατέστησε αντιπρόσωπό της στην Ελλάδα, διορίζοντάς τον ως διευθύνοντα σύμβουλο σε θυγατρική εταιρία της, που είχε συσταθεί στην Ελλάδα με την επωνυμία "IPBC" και αναθέτοντας σε αυτόν κυρίως τη διαχείριση των χαρτοφυλακίων των θεσμικών επενδυτών.
Στην ίδια επίσκεψη ο πρώτος εναγόμενος ανέφερε στον ενάγοντα ότι θα μπορούσε να εξασφαλίσει σε αυτόν πρόσβαση και συμμετοχή σε επενδύσεις εγγυημένου κεφαλαίου, που αφορούσαν τους θεσμικούς επενδυτές. Ο ενάγων επισκέφτηκε το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα το γραφείο του πρώτου εναγομένου, επί της οδού Πανεπιστημίου αριθ. 15 στην Αθήνα, στην πόρτα εισόδου του οποίου, καθώς και στην είσοδο της πολυκατοικίας όπου στεγαζόταν αυτό, υπήρχε πινακίδα με τα στοιχεία "IPBC - J.
B.", ενώ ο ενάγων έλαβε από τον πρώτο εναγόμενο και ενημερωτικά έντυπα της τρίτης εναγομένης, από εκείνα που υπήρχαν εντός του γραφείου του. Επίσης, το Μάρτιο του 2008, ο πρώτος εναγόμενος, συνοδευόμενος αυτή τη φορά από τον δεύτερο εναγόμενο(τον ήδη αναιρεσείοντα Μ. Σ.), συναντήθηκε εκ νέου με τον ενάγοντα, στη συνάντηση δε αυτή και στη συνομιλία και των τριών παραπάνω προσώπων, που έγινε στην αγγλική γλώσσα, ο πρώτος εναγόμενος σύστησε τον δεύτερο εναγόμενο ως executive director (εκτελεστικό διευθυντή) της τρίτης εναγόμενης, ιδιότητα που πράγματι έφερε ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος μάλιστα παρέδωσε στον ενάγοντα και την επαγγελματική κάρτα του, που έφερε το ονοματεπώνυμό του και την ιδιότητά του στην τρίτη εναγομένη, καθώς και έναν στυλό που έφερε το λογότυπο της τρίτης εναγομένης.
Στην ίδια συνάντηση, ο πρώτος εναγόμενος επανέλαβε στον ενάγοντα τις παραπάνω παραστάσεις του ως προς την ιδιότητά του ως αντιπροσώπου της τρίτης εναγομένης στην Ελλάδα, τις οποίες δεν διέψευσε, αλλά επιβεβαίωσε ο δεύτερος εναγόμενος. Η παρουσία και η στάση του δευτέρου εναγομένου στην προαναφερόμενη συνάντηση ήταν σημαντική για την απόφαση του ενάγοντος να αναθέσει στον πρώτο εναγόμενο το άνοιγμα επενδυτικού λογαριασμού στην τρίτη εναγομένη.
Στη συνέχεια, ο πρώτος εναγόμενος παρέστησε στον ενάγοντα ότι είχε ανοιγεί ο επενδυτικός λογαριασμός για εκείνον και συγκεκριμένα ο επενδυτικός υπολογαριασμός της "IPBC" στην τρίτη εναγομένη με τον αριθμό ... αρχικά και τον αριθμό ... από τον Σεπτέμβριο του έτους 2009 και ότι μέσω του λογαριασμού αυτού ο ίδιος πραγματοποιούσε επικερδείς επενδύσεις για τον ενάγοντα.
Στο πλαίσιο αυτό, ο ενάγων κατέθεσε σε προσωπικό λογαριασμό του πρώτου εναγομένου στην Τράπεζα Πειραιώς, τμηματικά από το Μάρτιο του έτους 2008 μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2009, το συνολικό ποσό των 923.000 ευρώ, από το οποίο εκείνο των 563.661 ευρώ ήταν αποταμιεύσεις του ενάγοντος και το υπόλοιπο των 359.339 ευρώ αντιστοιχούσε σε ποσά, τα οποία ο πρώτος εναγόμενος είχε τμηματικά καταθέσει σε λογαριασμό του ενάγοντος στην ίδια Τράπεζα, ως δήθεν αποδόσεις των επενδύσεων του ενάγοντος και δεν αναλήφθηκαν από τον ενάγοντα αλλά παραδόθηκαν στον πρώτο εναγόμενο για νέα επένδυσή τους.
Ο πρώτος εναγόμενος χορηγούσε στον ενάγοντα βεβαιώσεις που εξέδιδε ο ίδιος για λογαριασμό της "IPBC" και αφορούσαν τη δήθεν τοποθέτηση των χρημάτων του ενάγοντος στον επενδυτικό λογαριασμό του στην τρίτη εναγομένη. Στις 30.11.2009, σε επαγγελματική εκδήλωση στην οποία ήταν παρόντες ο ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος, πλησίασαν τον πρώτο εναγόμενο δύο γυναίκες, άγνωστες μέχρι τότε στον ενάγοντα, οι οποίες, όπως ο ίδιος πληροφορήθηκε την ίδια ημέρα, ήταν η Ν.
και η Κ. Κ. (αδελφές) και η πρώτη από αυτές επιτέθηκε φραστικά στον πρώτο εναγόμενο, ισχυριζόμενη ότι εκείνος την είχε εξαπατήσει και ότι της είχε αποσπάσει χρήματα από το έτος 2002, ενώ η δεύτερη συνέστησε στον ενάγοντα "να προσέχει παρά πολύ" τον πρώτο εναγόμενο. Στις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2009, ο ενάγων, θορυβημένος από το περιστατικό αυτό, καθώς και από το γεγονός ότι έπρεπε μέχρι τα μέσα του προηγούμενου μήνα να έχει ήδη λάβει από τον πρώτο εναγόμενο τις αποδόσεις των φερόμενων επενδύσεών του για το προηγούμενο τρίμηνο, ανερχόμενες (κατά τον πρώτο εναγόμενο) στο ποσό των 71.349 ευρώ, ζήτησε από τον πρώτο εναγόμενο ενημέρωση για το υπόλοιπο του επενδυτικού λογαριασμού του και τη ρευστοποίηση αυτού.
Στα μέσα του ίδιου μήνα, ο πρώτος εναγόμενος παρέδωσε στον ενάγοντα ένα έγγραφο, που αφορούσε δήθεν μεταφορά, υπό μορφή τραπεζικού εμβάσματος, του ποσού των 71.349 ευρώ στο λογαριασμό του ενάγοντος στην Τράπεζα Πειραιώς, καθώς και ένα έγγραφο που φερόταν να έχει εκδοθεί από την τρίτη εναγομένη και ανέγραφε ως πελάτη την "IPBC" και αριθμό λογαριασμού "..." - δηλαδή τον αριθμό που, κατά τον πρώτο εναγόμενο, ήταν ο αριθμός του επενδυτικού λογαριασμού του ενάγοντος - στο οποίο έγγραφο περιέχονταν οι κινήσεις του επενδυτικού λογαριασμού και με βάση αυτό ο λογαριασμός φερόταν να διαθέτει, με ημερομηνία αποτίμησης 30.11.2009, επενδύσεις συνολικής αξίας 1.312.487 ευρώ.
Επίσης, τις ίδιες ημέρες, ο πρώτος εναγόμενος χορήγησε στον ενάγοντα έγγραφο με ημερομηνία 11.12.2009, σε έντυπο με το λογότυπο "IPBC", υπογεγραμμένο από τον ίδιο ως "executive director", όπου αναφερόταν ότι το κεφάλαιο του ενάγοντος ανερχόταν σε 1.143.923 ευρώ και ότι είχε επενδυθεί σε ανανεώσιμα δομημένα προϊόντα προστασίας κεφαλαίου, ενώ στη συγκεκριμένη βεβαίωση ο πρώτος εναγόμενος προσέθεσε χειρόγραφα τη σημείωση ότι το παραπάνω ποσό ήταν υπό ρευστοποίηση και ότι το σύνολό του θα κατατεθεί σε τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος στην Τράπεζα Πειραιώς εντός πέντε εργάσιμων ημερών.
Τελικά και αφού ο ενάγων δεν έλαβε από τον εναγόμενο οποιοδήποτε ποσό, απευθύνθηκε μέσω δικηγόρου στην τρίτη εναγομένη, με τις από 19.2.2010 και 1.3.2010 επιστολές, έλαβε δε από την τρίτη εναγομένη τις από 3.3.2010 και 5.3.2010 επιστολές, από τις οποίες πληροφορήθηκε ότι δεν υπήρχε στην τρίτη εναγομένη λογαριασμός στο όνομά του και ότι το αντίγραφο κίνησης λογαριασμού με ημερομηνία έκδοσης 30.11.2009 δεν αντιστοιχούσε στη μορφή και στα έντυπα που χρησιμοποιούσε η τρίτη εναγομένη.
Κατόπιν αυτών ο ενάγων υπέβαλε την από 13.4.2010 μήνυση προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, την οποία έστρεψε σε βάρος του πρώτου εναγομένου και της συζύγου του τελευταίου, Ζ. Β. Η σχετική δικογραφία συσχετίστηκε και με άλλες συναφείς δικογραφίες και διενεργήθηκε κύρια ανάκριση, επί της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθ. ....2014 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που παρέπεμψε στο ακροοατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργμάτων Αθηνών τον πρώτο εναγόμενο, για τις πράξεις, σε βαθμό κακουργήματος, της απάτης κατά συναυτουργία, της πλαστογραφίας, της υπεξαίρεσης και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, τη σύζυγο του πρώτου εναγομένου για τις πράξεις, σε βαθμό κακουργήματος, της απάτης κατά συναυτουργία και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τον δεύτερο εναγόμενο για την πράξη, σε βαθμό κακουργήματος, της απάτης κατά συναυτουργία.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που έκρινε ενόχους τον πρώτο εναγόμενο, τη σύζυγό του και τον δεύτερο εναγόμενο (τους δύο τελευταίους με ελαφρυντικά) για τις πράξεις που είχαν παραπεμφθεί, με τη διαφοροποίηση ότι η δεύτερη κηρύχθηκε αθώα για την πράξη της απάτης και ο τρίτος κατηγορούμενος (β' εναγόμενος) κρίθηκε ένοχος όχι ως συναυτουργός αλλά ως απλός συνεργός στην πράξη της απάτης.
Στη συνέχεια, κατόπιν εφέσεων των κατηγορουμένων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. ..., ...,..., ..., ..., .../2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που τους έκρινε ενόχους (με ελαφρυντικά) ως προς τις ίδιες πράξεις. Τέλος, κατόπιν αιτήσεων αναίρεσης που άσκησαν ο πρώτος και ο δεύτερος εναγόμενος, εκδόθηκε η υπ' αριθ. .../2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε εκείνη του πρώτου εναγομένου, ενώ δέχθηκε την αίτηση αναίρεσης του δευτέρου εναγομένου μόνο ως προς έναν από τους λόγους της και αναίρεσε εν μέρει τη δευτεροβάθμια απόφαση και συγκεκριμένα ως προς την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπο του δευτέρου εναγομένου μίας επιβαρυντικής περίστασης και ως προς την ποινή που του επιβλήθηκε, παρέπεμψε δε την υπόθεση μόνο κατά το τμήμα της αυτό προς νέα κρίση και απέρριψε κατά τα λοιπά την αίτηση αναίρεσης.
Οι παραπάνω αποφάσεις δεν δεσμεύουν βεβαίως το παρόν πολιτικό Δικαστήριο, εκτιμώνται όμως ως δικαστικά τεκμήρια ... Αποδεικνύεται πράγματι στην προκειμένη περίπτωση, ότι οι παραστάσεις του πρώτου εναγομένου προς τον ενάγοντα ήταν ψευδείς και ότι ο πρώτος εναγόμενος γνώριζε την αναλήθειά τους και συγκεκριμένα, ότι δεν ήταν αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της τρίτης εναγομένης, δεν του είχε ανατεθεί η διαχείριση του χαρτοφυλακίου των θεσμικών επενδυτών στην Ελλάδα, δεν είχε διοριστεί διευθύνων σύμβουλος σε θυγατρική της εταιρία, ότι η εταιρία "IPBC" δεν ήταν θυγατρική της τρίτης εναγομένης αλλά ανύπαρκτη εταιρία, ότι αυτός δεν μπορούσε να διασφαλίσει πρόσβαση στον ενάγοντα σε επενδύσεις χαρτοφυλακίων θεσμικών επενδυτών, ότι ουδέποτε ανοίχθηκε ή κινήθηκε ο παραπάνω επενδυτικός υπολογαριασμός, ότι δεν είχε προβεί σε επενδύσεις και δη επικερδείς ή μη.
Η πραγματική σχέση του πρώτου εναγομένου με την τρίτη εναγομένη, την οποία αγνοούσε ο ενάγων, περιοριζόταν στην από 11.8.2005 σύμβαση πελατείας, σύμφωνα με την οποία ο πρώτος εναγόμενος θα μπορούσε να συστήνει ιδιώτες επενδυτές στην τρίτη εναγομένη και εκείνη θα αποφάσιζε κατά τη διακριτική της ευχέρεια αν θα δημιουργείτο επαγγελματική σχέση με οποιαδήποτε φυσική ή νομική οντότητα θα σύστηνε ο πρώτος εναγόμενος, ενώ ρητά με την ίδια σύμβαση οριζόταν ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν έχει το δικαίωμα να παρουσιάζει τον εαυτό του ως υπάλληλο ή εκπρόσωπο της τρίτης εναγόμενης.
Περαιτέρω, ο δεύτερος εναγόμενος, ενώ γνώριζε την πραγματική σχέση του πρώτου εναγομένου με την τρίτη εναγομένη και ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν ήταν αντιπρόσωπος της τρίτης εναγομένης στην Ελλάδα, ωστόσο, στη συνάντησή του με τον ενάγοντα και τον πρώτο εναγόμενο, το Μάρτιο του έτους 2008, δεν διέψευσε αλλά επιβεβαίωσε την ψευδή παράσταση του πρώτου εναγομένου περί της ιδιότητάς του ως αντιπροσώπου της τρίτης εναγομένης στην Ελλάδα και κατά τον τρόπο αυτό ο δεύτερος εναγόμενος συνετέλεσε στην εξαπάτηση του ενάγοντος και στην απώλεια του κεφαλαίου του.
Επομένως, ο δεύτερος εναγόμενος ευθύνεται αδικοπρακτικά έναντι του ενάγοντος για τη ζημία του τελευταίου...Στην προκειμένη περίπτωση, η τρίτη εναγομένη ευθύνεται αδικοπρακτικά και εκείνη έναντι του ενάγοντος, αντικειμενικά, ως προστήσασα τον δεύτερο εναγόμενο, με βάση την ιδιότητα του εκτελεστικού διευθυντή, που ο τελευταίος είχε στην τρίτη εναγομένη και η οποία (ιδιότητα) ήταν το αναγκαίο μέσο και κατέστησε δυνατή την εκτέλεση της παραπάνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του έναντι του ενάγοντος.
Σημειώνεται ότι η ευθύνη της τρίτης εναγομένης απορρέει μόνο εξαιτίας της σχέσης πρόστησης μεταξύ εκείνης και του δευτέρου εναγομένου και όχι και μεταξύ της ίδιας και του πρώτου εναγομένου (όπως ο ενάγων ισχυρίζεται στην αγωγή). Και τούτο διότι μεταξύ της τρίτης εναγομένης και του πρώτου εναγομένου δεν υπήρχε καν σχέση πρόστησης - που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να κριθεί περαιτέρω αν οι πράξεις του προστηθέντος δημιουργούν ευθύνη για τον προστήσαντα - δεδομένου ότι ο πρώτος εναγόμενος συνδεόταν με την πρώτη εναγομένη μόνο με τη σύμβαση πελατείας που αναφέρεται παραπάνω και η τρίτη εναγομένη δεν είχε το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον πρώτο εναγόμενο...
Η ζημία του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 563.661 ευρώ κατά το οποίο και μειώθηκε η περιουσία του [βλ. παραπάνω...]. Για την πρόκληση της ζημίας του ο ενάγων είναι συνυπαίτιος κατά ποσοστό 30%, κατά μερική παραδοχή της σχετικής ένστασης συντρέχοντος πταίσματος, που προέβαλαν σε πρώτο βαθμό ο δεύτερος και η τρίτη των εναγομένων και επαναφέρουν με τις προτάσεις τους στην έκκλητη δίκη (ο δεύτερος των εναγομένων και με την έφεσή του).
Ειδικότερα ο ενάγων, αν έδειχνε μεγαλύτερη επιμέλεια, ενόψει μάλιστα και του επαγγέλματος του ως ασφαλιστικού συμβούλου αλλά και του μεγάλου ποσού της επένδυσής του, θα μπορούσε να διαπιστώσει, είτε απευθυνόμενος απευθείας στην τρίτη εναγομένη είτε στην Τράπεζα της Ελλάδος, είτε ακόμα και με έρευνα μέσω του διαδικτύου στις ιστοσελίδες τους ή σε συναφείς ιστοσελίδες, ότι η τρίτη εναγομένη δεν περιλαμβανόταν στον κατάλογο των τραπεζών, που είχαν υποκατάστημα ή γραφείο αντιπροσωπείας στην Ελλάδα και συνεπώς ότι ο πρώτος εναγόμενος ή η (ανύπαρκτη) εταιρία "IPBC" δεν είχαν σχέση αντιπροσωπείας με την τρίτη εναγομένη.
Επίσης στον ενάγοντα θα έπρεπε να δημιουργηθούν υποψίες, ώστε να αντιληφθεί την αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος του, αφενός από το μεγάλο ύψος των αποδόσεων των χρημάτων του, το οποίο του παρουσίαζε ο πρώτος εναγόμενος - αποφέροντας δήθεν το ποσό των 563.661 ευρώ αποδόσεις 359.339 ευρώ, κατά το χρονικό διάστημα από Μάρτιο του έτους 2008 μέχρι Δεκέμβριο του έτους 2009...
και αφετέρου και κυριότερο, από το γεγονός ότι οι καταθέσεις των χρημάτων του ενάγοντος γίνονταν σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του πρώτου εναγομένου, αντί απευθείας σε λογαριασμό της τρίτης εναγομένης, στην οποία φερόταν ότι τηρείτο ο επενδυτικός λογαριασμός του και από την οποία (τρίτη εναγομένη), εξάλλου, ο ενάγων δεν είχε λάβει και οποιοδήποτε έγγραφο που να βεβαιώνει την ύπαρξη και τη λειτουργία επενδυτικού λογαριασμού του.
Όποια έγγραφα είχε λάβει ο ενάγων μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2009 και σχετίζονταν με τον δήθεν επενδυτικό λογαριασμό του, δεν του είχαν σταλεί από την τρίτη εναγομένη, αλλά του είχαν παραδοθεί από τον πρώτο εναγόμενο και επίσης είχαν ως εκδότρια όχι την τρίτη εναγομένη αλλά τον πρώτο εναγόμενο για λογαριασμό της εταιρίας "IPBC", μόνο δε στα μέσα Δεκεμβρίου του έτους 2009 - όταν πλέον είχε ολοκληρωθεί η επέλευση της ζημίας του ενάγοντος - ο ενάγων έλαβε από τον πρώτο εναγόμενο παραστατικό (έστω πλαστό), στο οποίο φερόταν ως εκδότρια η τρίτη εναγομένη με ημερομηνία αποτίμησης των επενδύσεών του την 30.11.2009 και αξία αυτών το ποσό 1.312.487 ευρώ...
Περαιτέρω, με βάση το ποσοστό συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, η αποζημίωση που δικαιούται αυτός πρέπει να μειωθεί (όσον αφορά τον δεύτερο και την τρίτη των εναγομένων) και να διαμορφωθεί στο ποσό των [563.661 - (563.661 X 30%) 169.098 =] 394.563 ευρώ. Εξάλλου, ο ενάγων υπέστη και ηθική βλάβη από την αδικοπραξία σε βάρος του και δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση από τον δεύτερο και την τρίτη των εναγομένων - με βάση τις συνθήκες της αδικοπραξίας, το μέγεθος της προσβολής της περιουσίας του, την υπαιτιότητα του δευτέρου εναγομένου και αντίστοιχα και της (αντικειμενικά ευθυνομένης) τρίτης εναγομένης, αλλά και τη δική του (ενάγοντος) συνυπαιτιότητα στην πρόκληση της ζημίας του, καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών - το εύλογο ποσό των 20.000 ευρώ...Η τρίτη εναγομένη προέβαλε σε πρώτο βαθμό την ένσταση της πενταετούς παραγραφής της αξίωσης του ενάγοντος ως προς εκείνην, κατά τη διάταξη άρθρου 937 παρ. 1 περίπτ.
α' ΑΚ, η οποία (ένσταση) και έγινε δεκτή με την εκκαλούμενη απόφαση ..., με την αιτιολογία ότι ο ενάγων γνώριζε από το Μάρτιο του έτους 2010 τόσο τη ζημία του όσο και ότι η τρίτη εναγομένη ήταν υπόχρεη σε αποζημίωσή του και ότι από τότε παρήλθαν περισσότερα από πέντε έτη μέχρι την άσκηση της αγωγής. Την παραπάνω ένσταση η τρίτη εναγομένη επαναφέρει με τις προτάσεις της στην έκκλητη δίκη, προς υπεράσπιση κατά της έφεσης του ενάγοντος.
Η ένσταση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν γνώριζε το Μάρτιο του έτους 2010 ότι ο δεύτερος εναγόμενος είχε συμμετοχή στην αδικοπρακτική συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου σε βάρος του και συνακόλουθα δεν γνώριζε ότι αδικοπρακτική ευθύνη (αντικειμενική) έχει και η τρίτη εναγομένη ως προστήσασα τον δεύτερο εναγόμενο, ώστε να μπορεί από τότε ο ενάγων να ασκήσει αγωγή εναντίον της τρίτης εναγομένης με ελπίδες επιτυχίας.
Για τον λόγο αυτό, εξάλλου, ο ενάγων, με την από 13.4.2020 μήνυσή του είχε στραφεί τότε μόνο κατά του πρώτου εναγομένου και της συζύγου του και όχι και κατά του δευτέρου εναγομένου. Ο ενάγων δεν είχε λάβει επαρκή γνώση της συμμετοχής του δευτέρου εναγομένου πριν τις 21.2.2014, οπότε εκδόθηκε το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που παρέπεμψε και τον δεύτερο εναγόμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών...και σε κάθε περίπτωση, όχι πριν το Σεπτέμβριο του έτους 2013 που απολογήθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος στο πλαίσιο της διενεργηθείσας ανάκρισης.
Περαιτέρω, από τα παραπάνω χρονικά σημεία μέχρι την άσκηση της αγωγής - που κατατέθηκε στις 7.3.2017 και επιδόθηκε στην τρίτη εναγομένη στις 4.4.2017 (βλ. την υπ' αριθ. ....2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Μ. Σ.) - δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας...".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο δεύτερος εναγόμενος-αναιρεσείων Μ. Σ. ζημίωσε παράνομα και υπαίτια τον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, παρέχοντας με πρόθεση απλή συνδρομή στον πρώτο εναγόμενο Θ. Κ. κατά την τέλεση εκ μέρους του τελευταίου της αξιόποινης πράξης της απάτης κατ' εξακολούθηση σε βάρος του ενάγοντος, και ότι η υπαιτιότητα του Μ.
Σ. έγκειται στο ότι αυτός, ενεργώντας με πρόθεση υπό την ιδιότητά του ως εκτελεστικού διευθυντή της τρίτης εναγόμενης τράπεζας - αναιρεσείουσας Bank J. B. & CO LTD, παρόλο που γνώριζε ότι ο πρώτος εναγόμενος, με σκοπό να επιτύχει την προσέλκυση πελατών στην τράπεζα, παρίστανε ψευδώς ότι είναι αντιπρόσωπος αυτής στην ημεδαπή, επιβεβαίωσε τις ανωτέρω ψευδείς παραστάσεις του προς τον ενάγοντα, παριστάμενος στη συνάντηση αυτού με τον πρώτο εναγόμενο και μη διαψεύδοντας τον ισχυρισμό του τελευταίου ότι είναι αντιπρόσωπος της τράπεζας, και έτσι έκανε δεκτή την αγωγή του, τόσο ως προς τον δεύτερο εναγόμενο Μ.
Σ., όσο και ως προς την προστήσασα αυτόν τρίτη εναγομένη- Ελβετική τράπεζα, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα, τόσο της ύπαρξης ή μη πταίσματος(δόλου) του Μ. Σ., όσο και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του πταίσματος αυτού και της ζημίας του ενάγοντος, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 932,298 και 926 Α.Κ.
σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 47 και 386 Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνεται παραδοχή ότι ο Μ. Σ. γνώριζε την τέλεση εκ μέρους του πρώτου εναγόμενου της πράξης της απάτης καθ' όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής της υπόστασης, δηλαδή την εν γνώσει παράσταση εκ μέρους του στον ενάγοντα ψευδών γεγονότων ως αληθινών με σκοπό βλάβης της περιουσίας του και αποκόμισης παράνομου περιουσιακού οφέλους, και επιθυμούσε ή αποδεχόταν να συμβάλει στην τέλεση της πράξης αυτής, όπως απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της απαιτούμενης υπαιτιότητας για τη θεμελίωση αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του Μ.
Σ., λόγω παροχής απλής συνδρομής στον πρώτο εναγόμενο κατά την τέλεση από αυτόν της άδικης πράξης της απάτης, ενώ η πραγματική παραδοχή του Εφετείου ότι ο Μ. Σ., κατά την συνάντηση του με τον ενάγοντα και με τον πρώτο εναγόμενο Θ. Κ., τον μήνα Μάρτιο του 2008, αντιλήφθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος ισχυρίστηκε ψευδώς ότι είναι αντιπρόσωπος της τράπεζας με σκοπό να επιτύχει την προσέλκυση πελατών σε αυτήν, και δεν διεύψευσε, αλλά επιβεβαίωσε τον ισχυρισμό του, ενώ γνώριζε ότι η πραγματική σχέση, που συνέδεε τον πρώτο εναγόμενο με την τράπεζα δεν ήταν αυτή του αντιπροσώπου της, αλλά του συνδεομένου με αυτήν με την από 11-8-2005 σύμβαση πελατείας, σύμφωνα με την οποία ο πρώτος εναγόμενος θα μπορούσε να συστήνει στην τράπεζα ιδιώτες επενδυτές και εκείνη θα αποφάσιζε, κατά την διακριτική της ευχέρεια, αν θα συνεργαζόταν με αυτούς, δεν βρίσκεται σε πρόσφορο αιτιώδη σύνδεσμο με την επέλευση της επίδικης ζημίας στον ενάγοντα από την πράξη της απλής συνέργειας σε απάτη, επειδή το ανωτέρω περιστατικό δεν μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, που επήλθε, εφόσον δεν γίνεται επιπλέον δεκτό ότι ο Μ.
Σ. γνώριζε τον σκοπό του πρώτου εναγόμενου να εξαπατήσει τον ενάγοντα και να αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος εις βάρος της περιουσίας του ιδιοποιούμενος τα κεφάλαιά του, και επιθυμούσε ή αποδεχόταν να συμβάλει στην τέλεση της πράξης αυτής. Η έλλειψη δε επαρκούς αιτιολογίας ως προς την ύπαρξη υπαιτιότητας(δόλου) του Μ.
Σ. επιτείνεται και από το γεγονός α) ότι δεν υπάρχει σαφής αναφορά στην απόφαση, περί του αν ο αναιρεσίβλητος, μετά την συνάντηση του με τον πρώτο εναγόμενο και με τον αναιρεσείοντα Μ. Σ., έκανε ή όχι αίτηση στην αναιρεσείουσα τράπεζα "Bank J. B. & CO LTD", μέσω του εκπροσώπου της Μ. Σ. για άνοιγμα λογαριασμού σε αυτήν, προσκομίζοντας και τα σχετικά έγγραφα, που θα του ζητούντο, ώστε να δικαιολογείται η πεποίθηση του αναιρεσιβλήτου ότι πράγματι ανοίχθηκε ο λογαριασμός και β) ότι το Εφετείο, αν και δέχεται ότι με τις από 3.3.2010 και 5.3.2010 επιστολές, τις οποίες έλαβε ο ενάγων, μετά από αίτησή του, από την τρίτη εναγομένη τράπεζα, πληροφορήθηκε ότι δεν υπήρχε στην τρίτη εναγομένη λογαριασμός στο όνομά του και ότι το αντίγραφο κίνησης λογαριασμού με ημερομηνία έκδοσης 30.11.2009 δεν αντιστοιχούσε στη μορφή και στα έντυπα που χρησιμοποιούσε η τρίτη εναγομένη και συνεπώς ότι είχε εξαπατηθεί και αν και επομένως αναγκαίως αντιλήφθηκε πλέον ότι ο Μ.
Σ. τον είχε διαβεβαιώσει ψευδώς ότι ο πρώτος εναγόμενος ήταν αντιπρόσωπος της τράπεζας, κατά την συνάντηση του Μαρτίου 2006, όμως υπέβαλε την από 13.4.2010 μήνυση προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, την οποία έστρεψε μόνο σε βάρος του πρώτου εναγομένου και της συζύγου του Ζ. Β., χωρίς να περιλαμβάνει καμία αιτιολογία γιατί δεν την έστεψε και κατά του Μ.
Σ., αφού κατά την υποβολή της μήνυσης γνώριζε την ανωτέρω διαβεβαίωσή του. Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως της τράπεζας Bank J. B. & CO LTD και οι τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως του Μ. Σ., εκτιμώμενοι ως σύνολο, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την ανωτέρω πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω εκ πλαγίου παράβασης των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι βάσιμοι.
Β) Λοιποί λόγοι αναίρεσης της αίτησης του M.(Μ.) S.(Σ.) Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009). ).
Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1256/2020).Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ` απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019).
Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.
δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010).
Επίσης, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του αναφορικά με την βασιμότητα ή μη των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, που πρέπει κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ να είναι ουσιώδη, ώστε να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 1646/2018), έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή αποδείξεις που δεν τις επικαλέσθηκαν παραδεκτά οι διάδικοι με τις προτάσεις τους, ενώ δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν στηρίχθηκε ή δεν στηρίχθηκε κυρίως στο μη προσκομισθέν ή στο μη νομίμως επικληθέν έγγραφο (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 83/2020).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο: α) να αναφέρεται ο ισχυρισμός, προς απόδειξη ή αναταπόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη το αποδεικτικό μέσο και η επίδρασή του στο διατακτικό, β) να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του, γ) να καθορίζεται το περιεχόμενό του, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν είναι κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του ισχυρισμού, δ) να εξειδικεύεται ο λόγος, για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη και ε) να παρατίθεται οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου (ΑΠ 246/2022, ΑΠ 1638/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, την από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, δεν έλαβε υπόψη τα αναλυτικώς αναφερόμενα στον λόγο αναίρεσης έγγραφα, τα οποία με αριθμούς σχετικών ..., ..., ..., ..., ..., ...
και ... επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο, από τα οποία αποδεικνυόταν ότι δεν ήλθε στην Ελλάδα τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο 2006 και ότι συνεπώς δεν συναντήθηκε κατά τον αναφερόμενο στην απόφαση χρόνο με τον ενάγοντα και τον πρώτο εναγόμενο και έτσι δέχθηκε το Εφετείο ότι έγινε η συνάντηση αυτή και ότι συνεπώς πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και ως προς αυτόν.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει τα έγγραφα, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών και να ελεγχθεί αν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Οι πρόσθετες αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στο λόγο αυτό, όπως και οι περιλαμβανόμενες στον δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτιάσεις, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 11 β' του ΚΠολΔ, με τις οποίες πλήττεται μόνο η ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Εφετείου, είναι απαράδεκτες κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Γ) Λοιποί λόγοι αναίρεσης της αίτησης της Bank J. B. & CO LTD Κατά το άρθρο 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, προστηθείς είναι το πρόσωπο το οποίο, με τη βούληση κάποιου άλλου που χαρακτηρίζεται ως προστήσας, παρέχει σε αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται οπωσδήποτε δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία.
Η σχέση πρόστησης δεν είναι αναγκαίο να είναι εμφανής στους τρίτους και ούτε απαιτείται η ύπαρξη δικαιοπρακτικής σχέσης μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, αλλά μπορεί να στηρίζεται σε οποιαδήποτε βιοτική σχέση μεταξύ των μερών, νόμιμη ή παράνομη, ενώ αδιάφορο είναι αν οφείλεται ή όχι αμοιβή, καθώς και ο τρόπος πρόσληψης του προστηθέντος από τον ίδιο τον προστήσαντα ή από τρίτο για λογαριασμό του.
Δικαιολογητικός λόγος καθιέρωσης της ευθύνης από αλλότριες πράξεις είναι η ωφέλεια, την οποία ο προστήσας αποκομίζει από την ανάμειξη του ενδιάμεσου προσώπου το οποίο εντάσσει στο πεδίο δραστηριότητάς του (επαγγελματικής, επιχειρησιακής κλπ). Με τη χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων ο προστήσας επεκτείνει το πεδίο της επιχειρηματικής κυρίως δράσης του, το πεδίο εξουσίας και επιρροής του και κατά συνέπεια διευρύνει και τη δυνατότητα των κερδών του.
Είναι, επομένως, εύλογο να φέρει αυτός την ευθύνη και τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα των χρησιμοποιούμενων προσώπων, αφού αυτός καρπώνεται και τα οφέλη της. Άλλωστε με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος, εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν ένα επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν(ΑΠ 1764/2023).
Η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως προϋποθέτει: α) σχέση προστήσεως, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, σε σχέση με τον τρόπο εκπληρώσεως της υπηρεσίας του, β) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια, πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 Α.Κ.
και γ) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του έχει ανατεθεί ή επ` ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής (ΑΠ 127/2023, ΑΠ 221/2022). Κατάχρηση δε της υπηρεσίας του προστηθέντος υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων, που του ανατέθηκαν ή επ`ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών που του δόθηκαν ή καθ`υπέρβαση των καθηκόντων του που διέπουν τη μεταξύ αυτού και του προστήσαντος σχέση, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας (ΑΠ 1532/2022, ΑΠ 221/2022, ΑΠ 780/2019, ΑΠ 355/2013, ΑΠ 368/2011).
Δηλαδή, ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη του προστηθέντος, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της θέσης του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) του παρείχε να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα τεθέντα στη διάθεσή του μέσα και γενικότερα όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης.
Αντίθετα, δεν ευθύνεται ο προστήσας, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του τελευταίου, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή κατάχρηση της υπηρεσίας του.
Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση, που υπάρχει μεν τυπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε τοπικά και χρονικά με την ευκαιρία της υπηρεσίας του, πλην όμως οφείλεται σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας(ΑΠ 1532/2022, ΑΠ 2259/2014).
Τέλος, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 300, 334 και 922 Α.Κ., η ευθύνη του προστήσαντος αίρεται, αν ο προστηθείς έδρασε κατά κατάχρηση της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας και ο εντεύθεν ζημιωθείς γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την κατάχρηση (Α.Π. 1764/2023, Α.Π. 203/2023, Α.Π. 221/2022, Α.Π. 824/2020, Α.Π. 1359/2019, Α.Π. 93/2019), περιστατικά που πρέπει να προτείνει και να αποδείξει ο εναγόμενος προστήσας (ΑΠ 1764/2023, ΑΠ 1359/2019, ΑΠ 838/2011, ΑΠ 272/2008), προβάλλοντας σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό (ένσταση) προκειμένου να απαλλαγεί της ευθύνης του για τις ζημίες που ο προστηθείς προξένησε παράνομα στον τρίτο κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας αυτής (ΑΠ 1/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα τράπεζα ευθύνεται προς αποζημίωση έναντι του αναιρεσίβλητου ως προστήσασα τον δεύτερο εναγόμενο υπάλληλό της, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση και δεν παραβίασε εκ πλαγίου, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 922 Α.Κ., την οποία συνεπώς ορθά εφάρμοσε, αφού, παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές διατυπώσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο Μ.
Σ. είχε προστηθεί από την αναιρεσείουσα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές: α)ότι ο δεύτερος εναγόμενος Μ. Σ. τον Μάρτιο του 2006 ήταν εκτελεστικός διευθυντής της αναιρεσείουσας τράπεζας, δηλαδή υπάλληλος αυτής στον οποίο, κατ' εκτίμηση των παραδοχών του Εφετείου, η τράπεζα είχε δικαίωμα να δίνει οδηγίες και εντολές, β) ότι η συνάντηση του με τον ενάγοντα και τον πρώτο εναγόμενο, κατά τον ανωτέρω χρόνο, έγινε στα πλαίσια των καθηκόντων, που του είχε αναθέσει η τράπεζα, να συναντάται με πρόσωπα, που υποδείκνυε ο πρώτος εναγόμενος, σέ εκτέλεση της σύμβασης πελατείας, που συνέδεε αυτόν με την τράπεζα, γ) ότι κατά την συνάντηση αυτή ο Μ.
Σ. επιβεβαίωσε τον ψευδή ισχυρισμό του πρώτου εναγομένου ότι αυτός ήταν αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της αναιρεσείουσας, ενώ γνώριζε ότι αυτό ήταν ψευδές και δ) ότι η στάση του αυτή ήταν σημαντική για την απόφαση του αναιρεσείοντος να αναθέσει στον πρώτο εναγόμενο το άνοιγμα επενδυτικού λογαριασμού στην αναιρεσείουσα και στην εντεύθεν ζημία του, γεγονότα, που αρκούσαν, όπως προαναφέρθηκε, για την θεμελίωση ευθύνης της αναίρεσείουσας από την σχέση πρόστησης, που τη συνέδεε με τον υπάλληλό της Μ.
Σ., που ενήργησε με βάση οδηγίες και εντολές της , μέσα στον κύκλο των καθηκόντων του, αλλά κατά κατάχρηση αυτών. Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 19(όχι δε και 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παράβασης της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 937 ΑΚ "Η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση, σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά την πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη, που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημίωσης".
Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 247 και 251 Α.Κ., προκύπτει ότι η αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία γεννάται από τότε που επήλθε η ζημία και σε περίπτωση εξακολουθητικής ζημίας δεν αναγεννάται και η αξίωση αποζημιώσεως εξακολουθητικώς, αλλά γενικά η αξίωση αποζημίωσης για όλη τη ζημία, συμπεριλαμβανομένης και εκείνης, που είναι μέλλουσα και μπορεί κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να προβλεφθεί, γεννάται αφότου η πράξη άρχισε να αναδίδει επιζήμιες συνέπειες.
Εφόσον δε η ικανοποίηση της αξιώσεως αυτής είναι και δικαστικώς επιδιώξιμη, αρχίζει η διαδρομή του χρόνου της παραγραφής, που ορίζεται σε πέντε έτη από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου. Ως γνώση της ζημίας για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής νοείται ειδικότερα η γνώση των επιζήμιων συνεπειών της πράξης, όχι όμως και η γνώση της έκτασης της ζημίας ή του ποσού της αποζημίωσης (ΟλΑΠ 24/2003, ΑΠ 41/2023, ΑΠ 1025/2017, ΑΠ 1158/2017).
Επιπλέον δε, προκειμένου να αρχίσει η διαδρομή της ανωτέρω προθεσμίας παραγραφής απαιτείται και θετική γνώση του προς αποζημίωση υπόχρεου, ήτοι ορισμένου προσώπου, κατά του οποίου ο παθών, βάσει γνωστών συγκεκριμένων σε αυτόν πραγματικών περιστατικών δύναται να εγείρει αγωγή με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας και δεν αρκούν απλές εικασίες ή υποψίες ή εξ’ αμελείας άγνοια.
Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΑΠ 41/2023, ΑΠ 1423/2019, ΑΠ 659/2018, ΑΠ 866/2017, ΑΠ 1787/2014). Αν δεν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υπόχρεου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί(ΑΠ 41/2023).
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486, 922 και 926 Α.Κ. συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται εις ολόκληρον με τον προστηθέντα, που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε την περιουσιακή ή τη μη περιουσιακή ζημία, η δε παραγραφή της αξίωσης ενεργεί έναντι καθενός υποκειμενικά. Η εκ μέρους του παθόντος γνώση του υπόχρεου σε αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, υπό την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 937 Α.Κ., υπάρχει ως προς το πρόσωπο του προστήσαντος και όταν δεν είναι μεν γνωστό το πρόσωπο εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, είναι όμως γνωστό ότι η ζημία προκλήθηκε από ένα από τα πρόσωπα που είχαν προστηθεί ως υπάλληλοι από τον προστήσαντα, τούτο δε διότι η ευθύνη του τελευταίου υφίσταται ανεξάρτητα από το ποιος συγκεκριμένος από τους προστηθέντες τέλεσε την πράξη ή παράλειψη που προξένησε τη ζημία.
Και σε αυτή την περίπτωση όμως αυτονόητο είναι για την έναρξη της παραγραφής της αξιώσεως κατά του προστήσαντος ότι στον δικαιούχο της αποζημίωσης είναι γνωστά τα πραγματικά περιστατικά που προκάλεσαν τη ζημία και δη η συγκεκριμένη ζημιογόνος παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, με ορισμένη πράξη ή παράλειψη, κάποιου από τους προστηθέντες του, ο οποίος διέπραξε την αδικοπραξία, έστω κι αν δεν προσδιορίζεται ή δεν είναι δυνατό να προσδιορισθεί το πρόσωπό του, διότι αυτά τα περιστατικά αποτελούν τον νόμιμο δικαιολογητικό λόγο ευθύνης όχι μόνο του οποιουδήποτε προστηθέντος, αλλά και του προστήσαντος, αποτελώντας τη βάση της αγωγής, και πρέπει να παρατίθενται σε αυτήν ώστε να είναι ορισμένη.
Εάν ο ενάγων δεν τα γνωρίζει και δεν είναι σε θέση να τα προσδιορίσει, γνωρίζοντας απλώς την επέλευση της ζημίας, δεν είναι δυνατό να θεμελιώσει αξίωση αποζημίωσης από αδικοπραξία και κατά του προστήσαντος, ο οποίος καθίσταται υπόχρεος προς αποζημίωση ακριβώς διότι ευθύνεται αντικειμενικώς για συγκεκριμένες παράνομες και υπαίτιες πράξεις των προστηθέντων του (ΑΠ 41/2023, ΑΠ 1588/2022, ΑΠ 659/2018).
Περαιτέρω η δεύτερη παράγραφος της παραπάνω διατάξεως υπαγορεύθηκε για το λόγο, ότι δεν θα ήταν δικαιολογημένη η κατάλυση μέσω της παραγραφής της αστικής προς αποζημίωση απαιτήσεως, ενόσω ο δράστης της αδικοπραξίας θα ήταν ακόμη εκτεθειμένος στην, βαρύτερα πλήττουσα αυτόν, ποινική δίωξη και στη συνέχεια καταδίκη.
Για την εφαρμογή της παρ. 2 του παραπάνω άρθρου πρέπει να συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις : 1) η αδικοπραξία πρέπει ν' αποτελεί συνάμα κολάσιμη κατά τον ποινικό νόμο πράξη. Δεν αποτελεί όμως προϋπόθεση η προηγούμενη άσκηση ποινικής διώξεως και η τιμωρία του δράστη. Αν δεν έχει προηγηθεί άσκηση ποινικής διώξεως, το πολιτικό δικαστήριο που κρίνει την αγωγή αποζημιώσεως ερευνά τη συνδρομή των υποκειμενικών και αντικειμενικών προϋποθέσεων της κολάσιμης πράξεως, και 2) η ποινική αξίωση της πολιτείας για την τιμωρία της αξιόποινης πράξεως πρέπει να υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή.
Για τη διαπίστωση αν η ποινική παραγραφή της καλύπτουσας την αδικοπραξία κολάσιμης πράξεως είναι ή όχι μακρότερη από την αστική παραγραφή της απαιτήσεως από την αδικοπραξία θα ληφθεί υπόψη ο χαρακτηρισμός της κολάσιμης πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος και η προβλεπόμενη στον ποινικό νόμο, αναλόγως, ποινική παραγραφή όπως αυτή ως προς τη διάρκειά της καθορίζεται στο άρθρο 111 του ΠΚ ή σε διάταξη άλλου, ειδικού, ποινικού νόμου, η οποία προκειμένου περί κακουργημάτων, όπως της επίδικης απάτης σε βαθμό κακουργήματος ανέρχεται σε δέκα πέντε (15) έτη και σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, δηλαδή η αφετηρία της ποινικής παραγραφής μπορεί να είναι διαφορετική από την αφετηρία της αστικής από αδικοπραξία απαιτήσεως, όπως αυτή προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου 937 ΑΚ(ΟλΑΠ 21/2003, ΑΠ 981/2019).
Στην ίδια δε δεκαπενταετή παραγραφή υπόκειται και η απαίτηση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αξιόποινη πράξη που συνιστά κακούργημα, με αφετηρία τον ίδιο πιο πάνω χρόνο (ΑΠ 981/2019, ΑΠ 901/2014). Τα ανωτέρω ισχύουν, για τον υπαίτιο της πράξεως, ήτοι τότε μόνον, όταν ο δράστης της αξιόποινης πράξεως είναι ταυτόχρονα και ο υπόχρεως σε αποζημίωση (ή χρηματική ικανοποίηση) και όχι όταν ο αστικός υπεύθυνος είναι διαφορετικό πρόσωπο.
Στην τελευταία περίπτωση, η παραγραφή της αξιώσεως από την αδικοπραξία εξακολουθεί να είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που ο παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υπόχρεου προς αποζημίωση, άσχετα αν ο δράστης της αξιόποινης πράξης ενήργησε, ως προστηθείς ή όργανο του εναγομένου σε αποζημίωση (ή χρηματική ικανοποίηση) φυσικού ή νομικού προσώπου (άρθρα 922, 923,71 ΑΚ) και ανεξάρτητα από τον τρόπο συμμετοχής του δράστη στην αξιόποινη πράξη, ως αυτουργού ή συνεργού ή ηθικού αυτουργού, αρκεί ότι το εναγόμενο, ως υπόχρεο σε αποζημίωση πρόσωπο, δεν υπέχει κατά νόμο ποινική ευθύνη, αλλά ενάγεται, ως αστικώς υπεύθυνο, όπως πρωτίστως συμβαίνει επί των νομικών προσώπων, των οποίων όργανα ή προστηθέντες τέλεσαν, ως αυτουργοί ή συμμέτοχοι, την αξιόποινη πράξη (ΑΠ 981/2019).
Ο εναγόμενος που προτείνει την ένσταση παραγραφής της πιο πάνω αξίωσης πρέπει να επικαλεσθεί και, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να αποδείξει τα περιστατικά που την συγκροτούν και συγκεκριμένα, πότε ο ενάγων - παθών έλαβε γνώση της ζημίας και του υποχρέου σε αποζημίωση(ΑΠ 1296/2022), ο δε ενάγων ανταποδεικτικά μπορεί να αποδείξει άλλο χρόνο έναρξης αυτής μεταγενέστερο ( ΑΠ 1296/2022, ΑΠ 1439/1990).
Στην προκειμένη περίπτωση, έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος έλαβε επαρκή γνώση ότι η ζημία του από την παράνομη πράξη της απάτης, που τέλεσε εις βάρος του ο πρώτος εναγόμενος Θ. Κ., προήλθε και από την απλή συνδρομή στην πράξη αυτή του προστηθέντος από την αναιρεσείουσα τράπεζα δευτέρου εναγομένου Μ.
Σ. και ότι η γνώση του αυτή επήλθε στις 21-2-2014, όταν εκδόθηκε το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, που παρέπεμψε και τον δεύτερο εναγόμενο στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών...και σε κάθε περίπτωση, όχι πριν το Σεπτέμβριο του έτους 2013, που απολογήθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος στο πλαίσιο της διενεργηθείσας ανάκρισης και ότι από τα παραπάνω χρονικά σημεία και μέχρι την άσκηση της αγωγής στις .../2017 δεν παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας και έτσι απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση πενταετούς παραγραφής της κατ' αυτής αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος, την οποία είχε προτείνει η αναιρεσείουσα-τρίτη εναγομένη με τις πρωτόδικες προτάσεις της και η οποία είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία ως προς το κρίσιμο ζήτημα του χρόνου έναρξης της πενταετούς παραγραφής της αξίωσης του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 937 Α.Κ., την οποία έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.
Συγκεκριμένα το Εφετείο, το οποίο δέχτηκε ανέλεγκτα ότι η αναιρεσείουσα ευθύνεται αδικοπρακτικά ως προστήσασα τον δεύτερο εναγόμενο, όμως για τον υπολογισμό της έναρξης της πενταετούς, όπως προαναφέρθηκε, προθεσμίας παραγραφής της κατ' αυτής αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου, δεν συνεκτιμά στο απαοδεικτικό του πόρισμα, σε σχέση με το χρόνο έναρξης της κατά της αναιρεσείουσας παραγραφής, ως προστήσασας τον δεύτερο εναγόμενο, τα αναφερόμενα στην απόφασή του περιστατικά, που αποτελούν επίσης ουσιαστικές παραδοχές του, σχετίζονται με τη γνώση ή μη του ενάγοντος για το πρόσωπο και του δεύτερου εναγόμενου ως υπαίτιου και την ύπαρξη της ζημίας, και ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο αυτού της παραπομπής του, αλλά και της απολογίας του, από τα οποία προκύπτει ότι από τις 5-3-2010, που έλαβε τις απαντητικές επιστολές της αναιρεσείουσας ο αναιρεσίβλητος γνώριζε την ζημία του, τον υπαίτιο αυτής πρώτο εναγόμενο, αλλά και την σύνδεση με την ζημία του του δευτέρου εναγομένου, εκτελεστικού διευθυντή της αναιρεσείουσας, που του παρέστησε ότι ο πρώτος εναγόμενος ήταν αντιπρόσωπος στην Ελλάδα της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα δεν συνεκτίμησε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
α) Ότι το Φεβρουάριο του έτους 2008, ο πρώτος εναγόμενος επισκέφτηκε το γραφείο του ενάγοντος και του ανακοίνωσε την έναρξη της συνεργασίας του με την τρίτη εναγόμενη ελβετική τράπεζα και ειδικότερα ότι η τρίτη εναγομένη, γνωρίζοντας τις σπουδές, την εμπειρία και τη φήμη του, τον κατέστησε αντιπρόσωπό της στην Ελλάδα, διορίζοντάς τον ως διευθύνοντα σύμβουλο σε θυγατρική εταιρία της, που είχε συσταθεί στην Ελλάδα με την επωνυμία "IPBC" και αναθέτοντας σε αυτόν κυρίως τη διαχείριση των χαρτοφυλακίων των θεσμικών επενδυτών.
β) Ότι στην ίδια επίσκεψη ο πρώτος εναγόμενος ανέφερε στον ενάγοντα ότι θα μπορούσε να εξασφαλίσει σε αυτόν πρόσβαση και συμμετοχή σε επενδύσεις εγγυημένου κεφαλαίου, που αφορούσαν τους θεσμικούς επενδυτές. γ) Ότι ο ενάγων επισκέφτηκε το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα το γραφείο του πρώτου εναγομένου, επί της οδού Πανεπιστημίου αριθ. 15 στην Αθήνα, στην πόρτα εισόδου του οποίου, καθώς και στην είσοδο της πολυκατοικίας, όπου στεγαζόταν αυτό, υπήρχε πινακίδα με τα στοιχεία "IPBC - J.
B.", ενώ ο ενάγων έλαβε από τον πρώτο εναγόμενο και ενημερωτικά έντυπα της τρίτης εναγομένης, από εκείνα που υπήρχαν εντός του γραφείου του. δ) Ότι το Μάρτιο του 2008, ο πρώτος εναγόμενος, συνοδευόμενος αυτή τη φορά από τον δεύτερο εναγόμενο Μ. Σ., συναντήθηκε εκ νέου με τον ενάγοντα, στη συνάντηση δε αυτή και στη συνομιλία και των τριών παραπάνω προσώπων, που έγινε στην αγγλική γλώσσα, ο πρώτος εναγόμενος σύστησε τον δεύτερο εναγόμενο ως executive director (εκτελεστικό διευθυντή) της τρίτης εναγόμενης, ιδιότητα που πράγματι έφερε ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος μάλιστα παρέδωσε στον ενάγοντα και την επαγγελματική κάρτα του, που έφερε το ονοματεπώνυμό του και την ιδιότητά του στην τρίτη εναγομένη, καθώς και έναν στυλό που έφερε το λογότυπο της τρίτης εναγομένης.
ε) Ότι στην ίδια συνάντηση, ο πρώτος εναγόμενος επανέλαβε στον ενάγοντα τις παραπάνω παραστάσεις του ως προς την ιδιότητά του ως αντιπροσώπου της τρίτης εναγομένης στην Ελλάδα, τις οποίες δεν διέψευσε, αλλά επιβεβαίωσε ο δεύτερος εναγόμενος. στ) Ότι η παρουσία και η στάση του δευτέρου εναγομένου στην προαναφερόμενη συνάντηση ήταν σημαντική για την απόφαση του ενάγοντος να αναθέσει στον πρώτο εναγόμενο το άνοιγμα επενδυτικού λογαριασμού στην τρίτη εναγομένη.
ζ) Ότι στη συνέχεια, ο πρώτος εναγόμενος παρέστησε στον ενάγοντα ότι είχε ανοιγεί ο επενδυτικός λογαριασμός για εκείνον και συγκεκριμένα ο επενδυτικός υπολογαριασμός της "IPBC" στην τρίτη εναγομένη με τον αριθμό ... αρχικά και τον αριθμό ... από τον Σεπτέμβριο του έτους 2009 και ότι μέσω του λογαριασμού αυτού ο ίδιος πραγματοποιούσε επικερδείς επενδύσεις για τον ενάγοντα.
η) Ότι στο πλαίσιο αυτό, ο ενάγων κατέθεσε σε προσωπικό λογαριασμό του πρώτου εναγομένου στην Τράπεζα Πειραιώς, τμηματικά από το Μάρτιο του έτους 2008 μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2009, το συνολικό ποσό των 923.000 ευρώ, από το οποίο εκείνο των 563.661 ευρώ ήταν αποταμιεύσεις του ενάγοντος και το υπόλοιπο των 359.339 ευρώ αντιστοιχούσε σε ποσά, τα οποία ο πρώτος εναγόμενος είχε τμηματικά καταθέσει σε λογαριασμό του ενάγοντος στην ίδια Τράπεζα, ως δήθεν αποδόσεις των επενδύσεων του ενάγοντος και δεν αναλήφθηκαν από τον ενάγοντα αλλά παραδόθηκαν στον πρώτο εναγόμενο για νέα επένδυσή τους.
θ) Ότι ο πρώτος εναγόμενος χορηγούσε στον ενάγοντα βεβαιώσεις, που εξέδιδε ο ίδιος για λογαριασμό της "IPBC" και αφορούσαν τη δήθεν τοποθέτηση των χρημάτων του ενάγοντος στον επενδυτικό λογαριασμό του στην τρίτη εναγομένη. ι) Ότι στις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2009, ο ενάγων, θορυβημένος από το γεγονός ότι έπρεπε μέχρι τα μέσα του προηγούμενου μήνα να έχει ήδη λάβει από τον πρώτο εναγόμενο τις αποδόσεις των φερόμενων επενδύσεών του για το προηγούμενο τρίμηνο, ανερχόμενες (κατά τον πρώτο εναγόμενο) στο ποσό των 71.349 ευρώ, ζήτησε από τον πρώτο εναγόμενο ενημέρωση για το υπόλοιπο του επενδυτικού λογαριασμού του και τη ρευστοποίηση αυτού.
ια) Ότι στα μέσα του ίδιου μήνα, ο πρώτος εναγόμενος παρέδωσε στον ενάγοντα ένα έγγραφο, που αφορούσε δήθεν μεταφορά, υπό μορφή τραπεζικού εμβάσματος, του ποσού των 71.349 ευρώ στο λογαριασμό του ενάγοντος στην Τράπεζα Πειραιώς, καθώς και ένα έγγραφο που φερόταν να έχει εκδοθεί από την τρίτη εναγομένη και ανέγραφε ως πελάτη την "IPBC" και αριθμό λογαριασμού "..." - δηλαδή τον αριθμό που, κατά τον πρώτο εναγόμενο, ήταν ο αριθμός του επενδυτικού λογαριασμού του ενάγοντος - στο οποίο έγγραφο περιέχονταν οι κινήσεις του επενδυτικού λογαριασμού και με βάση αυτό ο λογαριασμός φερόταν να διαθέτει, με ημερομηνία αποτίμησης 30.11.2009, επενδύσεις συνολικής αξίας 1.312.487 ευρώ.
ιβ) Ότι τις ίδιες ημέρες, ο πρώτος εναγόμενος χορήγησε στον ενάγοντα έγγραφο με ημερομηνία 11.12.2009, σε έντυπο με το λογότυπο "IPBC", υπογεγραμμένο από τον ίδιο ως "executive director", όπου αναφερόταν ότι το κεφάλαιο του ενάγοντος ανερχόταν σε 1.143.923 ευρώ και ότι είχε επενδυθεί σε ανανεώσιμα δομημένα προϊόντα προστασίας κεφαλαίου, ενώ στη συγκεκριμένη βεβαίωση ο πρώτος εναγόμενος προσέθεσε χειρόγραφα τη σημείωση ότι το παραπάνω ποσό ήταν υπό ρευστοποίηση και ότι το σύνολό του θα κατατεθεί σε τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος στην Τράπεζα Πειραιώς εντός πέντε εργάσιμων ημερών.
Και ιγ) Ότι, αφού ο ενάγων δεν έλαβε από τον εναγόμενο οποιοδήποτε ποσό, απευθύνθηκε μέσω δικηγόρου στην τρίτη εναγομένη, με τις από 19.2.2010 και 1.3.2010 επιστολές, έλαβε δε από την τρίτη εναγομένη τις από 3.3.2010 και 5.3.2010 επιστολές, από τις οποίες πληροφορήθηκε ότι δεν υπήρχε στην τρίτη εναγομένη λογαριασμός στο όνομά του και ότι το αντίγραφο κίνησης λογαριασμού με ημερομηνία έκδοσης 30.11.2009, που του είχε χορηγήσει ο πρώτος εναγόμενος δεν αντιστοιχούσε στη μορφή και στα έντυπα που χρησιμοποιούσε η τρίτη εναγομένη.
Από την παράλειψη αυτή του Εφετείου δεν μπορεί να ελεγχθεί αν πράγματι ο αναιρεσίβλητος έλαβε για πρώτη φορά επαρκή γνώση της συμμετοχής του δευτέρου εναγομένου στην εις βάρος του απάτη στις 21-2-2014 και σε κάθε περίπτωση τον Σεπτέμβριο του 2013, και συνεπώς μέχρι την άσκηση της αγωγής του κατά της αναιρεσείουσας στις 4-4-2017 η κατ'αυτής αξίωσή του δεν είχε παραγραφεί και επομένως ορθά απορίφθηκε η ένστασή της ή η γνώση του αυτή ανάγεται σε προγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα στις 5.3.2010, όταν έλαβε και την δεύτερη επιστολή της αναιρεσείουσας, οπότε στην περίπτωση αυτή η αξίωσή του έχει παραγραφεί, γιατί μέχρι την άσκηση της αγωγής παρήλθαν 5 έτη και συνεπώς η ένσταση έπρεπε να γίνει δεκτή.
Επομένως είναι βάσιμος ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ανωτέρω αιτίαση.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να γίνουν δεκτές αμφότερες οι αιτήσεις αναιρέσεως κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η απόδοση των παραβόλων τους στον αντίστοιχο αναιρεσείοντα και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, από τους οποίους μόνο ο αναιρεσείων Μ. Σ. κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή ως βάσιμου του σχετικού αιτήματός τους, σύμφωνα με τα άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την από ...-2022 αίτηση του αναιρεσείοντος Μ. Σ., και την επίσης από ...-2022 αίτηση της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Bank J. B. & Co Ltd".
Αναιρεί την .../2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος, που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου κάθε αναίρεσης στον αντίστοιχο αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Μ. Σ., τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας εταιρίας "Bank J. B. & Co Ltd", τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ