Legislator Case Law & Legislation
1773/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against car accident liability judgment due to lack of legal grounds.

Case Number 1773/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the final judgment of the Athens Court of First Instance regarding a car accident liability dispute. The appellant argued for a direct violation of substantive law regarding alcohol impairment, but the court found these arguments inadmissible as they required a full evidentiary review rather than a legal error check. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the insurance company's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure; Appeals based on direct or indirect violation of substantive law are inadmissible if the lower court's decision relies on a proper evaluation of evidence and correct application of legal rules.

Keywords

AI generated
car accident liability alcohol impairment substantive law violation appeal admissibility evidentiary assessment legal costs Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 681A of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of the third article of Law 4335/2015
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1773 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1773/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Κ. του Ι., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αχιλλέα Τσιχτή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "... ΑΕΕΓΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2014 αγωγή προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 19-1-2015 προσεπίκληση σε παρέμβαση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 343/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3288/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-12-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Βάρκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 15-12-2020 αίτηση για την αναίρεση της με αριθμό 3288/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρ. 495 § ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής (άρθρ. 564 § 3 ΚΠολΔ). Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τον αναιρεσείοντα το προβλεπόμενο από το άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ παράβολο.

Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558, 564, 566 παρ 1 και 577 ΚΠολΔ, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Από την κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής. Οι κυρίως ενάγοντες (μη διάδικοι εν προκειμένω) Χ.

Ί. κλπ, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 15-10-2014 αγωγή τους κατά των κυρίως εναγομένων Θ. Κ., οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και νυν αναιρεσείοντος αφενός και της κυρίως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας "... ΑΕΕΓΑ" αφετέρου, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο, ήδη αναιρεσίβλητης, αιτούμενοι αποζημίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης από το θάνατο του οικείου τους, που επισυνέβη στο αναφερόμενο στην αγωγή ατύχημα, εξαιτίας του οποίου επισυνέβη ο θάνατος του οικείου τους κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα σ'αυτήν (αγωγή).

Η κυρίως εναγομένη ως άνω ασφαλιστική εταιρεία, άσκησε εναντίον του ανωτέρω κυρίως εναγομένου την από 19-1-2015 παρεμπίπτουσα αγωγή της και ζήτησε σε περίπτωση παραδοχής της κύριας αγωγής εναντίον της, ν' αναγνωρισθεί ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου, ασφαλισμενος της και παρεμπιπτόντως εναγόμενος Θ.

Κ. (συνεναγόμενος της στην κύρια αγωγή), είναι υποχρεωμένος να της καταβάλει οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στους κυρίως ενάγοντες, για το λόγο ότι, σύμφωνα με περιεχόμενο στην επίδικη ασφαλιστική σύμβαση, σχετικό όρο, η ασφάλιση δεν κάλυπτε ζημίες που θα προκαλούνταν κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου, από οδηγό που θα βρισκόταν κατά το χρόνο του ατυχήματος υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, όπως συνέβη με τον ως άνω οδηγό, ασφαλισμένο της, γεγονός που συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, με την υπ'αριθμ. 343/2016 οριστική απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την κύρια και παρεμπίτουσα αγωγή, αφενός δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή και υποχρέωσε τους κυρίως εναγομένους να καταβάλουν στους κυρίως ενάγοντες τα αναφερόμενα επακριβώς χρηματικά ποσά και αφετέρου δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την παρεμπίπτουσα αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του παρεμπιπτόντως εναγομένου να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία κάθε ποσό που η τελευταία θα καταβάλει στους ανωτέρω ενάγοντες της κύριας αγωγής.

Κατά της απόφασης αυτής τόσο οι ενάγοντες και ενάγομενοι της κύριας αγωγής (που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω) όσο και ο εναγόμενος της παρεμπίπτουσας αγωγής και ήδη αναιρεσείων, άσκησαν τις αντίθετες εφέσεις τους, παραπονούμενοι για τους περιεχόμενους σε αυτές λόγους, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, επί των οποίων εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η προσβαλλόμενη με αριθμό 3288/2020 οριστική απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση των κυρίως εναγόντων, ενώ απορρίφθηκε κατ'ουσία η έφεση του νυν αναιρεσείοντος και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή του -ως παρεμπιπτόντως εναγομένου- να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα κάθε ποσό που η τελευταία υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της κυρίας αγωγής, κατά τα ειδικότερα αναγραφόμενα στο σκεπτικό και διατακτικό της και την οποία (απόφαση), μόνον ως προς το κεφάλαιο που αφορά την από 19-1-2015 παρεμπίπτουσα αγωγή, προσβάλλει ο παρεμπιπτόντως ενάγων με την κρινόμενη αναίρεσή του.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της- κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 52/2016, ΑΠ 848/2015, ΑΠ 869/2013), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παράγραφο 2 του άρθρου 43 του Ν. 2963/2001, ορίζεται ότι "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.

Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l) και άνω, μετρούμενο με την μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου" (παρ. 1) και "σε περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, γίνεται υποχρεωτικά με αιμοληψία από τα θανόντα πρόσωπα, ως και από τους ζώντες..." (παρ. 3).

Στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 6β' παράγραφος 1 περ. β' του Ν. 489/1976 "περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007 και που σύμφωνα με το άρθρο 18 του τελευταίου αυτού νόμου άρχισε να ισχύει από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 100 τ.

Α'/14.5.2007), ορίζεται ότι "εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α)..., β) από οδηγό ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος".

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 του Ν. 489/1976, ο περιληφθείς στη σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα όρος, σύμφωνα με τον οποίο αποκλείονται της ασφάλισης ζημίες προξενούμενες σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του ως άνω άρθρου 42 του ΚΟΚ, δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή από την ευθύνη προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου, αλλά παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο και να αξιώσει από αυτόν, είτε με αυτοτελή, είτε με παρεμπίπτουσα αγωγή.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο για το ανωτέρω ζήτημα, που ερευνάται με τους δύο αναιρετικούς λόγους εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 6β παρ. 1 περ. β' του Ν. 489/1976 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (εξαίρεση ασφαλιστικής κάλυψης λόγω μέθης), δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα: "Την 19-11-2012 και περί ώρα 01.30 π.μ. (νυχτερινή), ο Θ.

Κ., εναγόμενος της κύριας αγωγής και παρεμπιπτόντως εναγόμενος της παρεμπίπτουσας αγωγής, οδηγούσε το με αριθμό κυκλ. ΖΥΕ 9442 ΙΧ επιβατικό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη κυρίως εναγομένη και παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία"...".

Ειδικότερα, εκινείτο επί της οδού Πάρνηθος, στην περιοχή Γαλάτσι Αττικής, με κατεύθυνση από την οδό Αγίας Γλυκερίας προς την οδό Κέας, με ταχύτητα εντός των επιτρεπομένων ορίων για την κατοικημένη περιοχή (50 χλμ ανά ώρα). Η οδός Πάρνηθος είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, συνολικού πλάτους της οδού 8 μέτρων, κατωφέρεια με μικρή κλίση και άσφαλτος.

Στο ύψος της διασταύρωσης της οδού Πάρνηθος με την οδό Σπον, όπου συνέβη το ένδικο ατύχημα, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, δεδομένου ότι ήταν νύχτα, η κυκλοφορία οχημάτων ήταν αραιή και η κατάσταση του οδοστρώματος ξηρά. Η οδός Σπον είναι μονόδρομος κατά το ένα τμήμα της, ήτοι αυτό από την οδό Ελικώνος μέχρι την οδό Πάρνηθος (βλ.

και έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας όπου αναφέρει ότι η οδός Σπον είναι μονόδρομος προς την οδό Ελικώνος), τούτο δε σημαίνεται με πινακίδα Ρ-7 (απαγορεύεται η είσοδος σε όλα τα οχήματα) που υπάρχει στην είσοδο της οδού Σπον προς την κατεύθυνση της οδού Ελικώνος, αλλά και με έτερη πινακίδα Ρ-27 (απαγορεύται η αριστερή στροφή) που υπάρχει επί της οδού Πάρνηθος, στο ρεύμα πορείας από Γλυκερίας προς Κέας που εκινείτο ο άνω οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, πριν τη διασταύρωση με την οδό Σπόν, ενώ το τμήμα της (οδού Σπόν) μεταξύ Πάρνηθος και Άλτεως, πλάτους οδοστρώματος 7 μέτρων είναι άσφαλτος, δεν σημαίνεται με πινακίδες κυκλοφορίας και η κίνηση είναι αμφίδρομη.

Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή, στο τμήμα της οδού Σπόν, από την οδό Άλτεως έως την οδό Πάρνηθος, η κίνηση είναι αμφίδρομη, επιβεβαιώνεται και από το υπ' αρ. πρωτ. 16737/20-7-2016, έγγραφο του Δήμου Γαλατσίου που προσκομίζουν, παραδεκτώς, το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι ενάγοντες, καθόσον έλαβαν γνώση αυτού, μετά την έκδοση της εκκαλουμένης (άρθ. 527 και 529 ΚΠολΔ), στο οποίο αναφέρεται, ότι με την υπ' αρ.294/1996 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου, καθώς και τη ΔΜΕΟ/στ-ζ/3706,0658/φ250/96/1997 πράξη του ΥΠΕΧΩΔΕ που είναι σε ισχύ, η κίνηση στο εν λόγω τμήμα της οδού είναι αμφίδρομη.

Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Β. - Έ. Χ. του Ί. οδηγούσε, χωρίς τη χρήση προστατευτικού κράνους, τη με αριθμό κυκλοφορίας ΟΑΟ 811 δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας της δεύτερης κυρίως ενάγουσας για την οποία διέθετε άδεια οδήγησης, με μικρή ταχύτητα, εντός των επιτρεπομένων ορίων για κατοικημένη περιοχή (50 χλμ. ανά ώρα) και εκινείτο κανονικά επί της οδού Σπον, στο τμήμα αυτής μεταξύ Πάρνηθος και Άλτεως όπου η κίνηση κατά τα προαναφερόμενα είναι αμφίδρομη, με κατεύθυνση προς την οδό Πάρνηθος, δεξιά σε σχέση με την πορεία του άνω αυτοκινήτου, προτιθέμενος να εισέλθει και να κινηθεί επ'αυτής, είτε προς τη μία είτε προς την άλλη κατεύθυνσή της.

Το όριο ταχύτητας επί των άνω δρόμων είναι 50 χλμ. ανά ώρα λόγω της κατοικημένης περιοχής. Όταν ο άνω οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου έφθασε στην διασταύρωση της οδού Πάρνηθος, όπου εκινείτο, με την οδό Σπον, από αμέλεια του, ήτοι από έλλειψη προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, ως μέσος συνετός οδηγός, δεν μείωσε την ταχύτητά του, ούτε παραχώρησε προτεραιότητα στο εκ δεξιών αυτού κινούμενο όχημα (αρθρ. 19 παρ. 1, 2, 3 και 26 παρ.5 του ΚΟΚ.), ήτοι στην άνω δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Β. - Έ.

Χ., με συνέπεια να αποκλείσει την πορεία της κατά τη στιγμή της εισόδου της, επί της οδού Πάρνηθος και να επιπέσει η μοτοσυκλέτα με το εμπρόσθιο μέρος της, στο πίσω δεξιό μέρος του αυτοκινήτου, ν' ανατραπεί, ο άνω οδηγός της, να πέσει στο έδαφος και να τραυματιστεί σοβαρά στο κεφάλι και συγκεκριμένα να υποστεί βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εξαιτίας της οποίας επήλθε ο θάνατός του, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα.

Υπαίτιος του επίδικου ατυχήματος, σε ποσοστό 70% είναι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος, κατά τα προαναφερόμενα, δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή που θα επεδείκνυε ο μέσος συνετός οδηγός, σε ανάλογη περίσταση. Ειδικότερα, ενώ πλησίαζε στην άνω διασταύρωση, όπου δεν υπήρχε σήμανση και συνεπώς η προτεραιότητα ανήκε στα οχήματα που έρχονται από τα δεξιά και υποχρεούτο εξ αυτού, κατά τα εκτιθέμενα και στην υπό στοιχ.

I νομική σκέψη, να καταβάλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επ' αυτής κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματος του, ώστε να μπορεί να διακόψει σε κάθε στιγμή την πορεία αυτού για να διέλθουν τα εκ δεξιών του κινούμενα οχήματα που έχουν προτεραιότητα, και στην προκειμένη περίπτωση, η δίκυκλη μοτοσυκλέτα, που οδηγούσε ο Β. - Έ.

Χ. (αρθρ.12 παρ.1, 19 και 26 παρ.1, 5 του ΚΟΚ.), συνέχισε ανέλεγκτα την πορεία του, με συνέπεια να προκληθεί το τροχαίο ατύχημα που περιγράφηκε ανωτέρω και ο θανάσιμος τραυματισμός του οδηγού της μοτοσυκλέτας. Στην ως άνω αμελή οδήγησή του, κατά τα εκτιθέμενα και στην υπό στοιχ. II νομική σκέψη, συντέλεσε και το γεγονός, ότι αυτός είχε καταναλώσει αρκετή ποσότητα αλκοόλ, και συγκεκριμένα, η περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα ήταν 1,13g κατά λίτρο αίματος, κατά την πρώτη μέτρηση, και 1,10g κατά λίτρο αίματος, κατά τη δεύτερη μέτρηση (βλ.

την προσκομισθείσα έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), ποσότητα που όντως είναι απαγορευτική για την από μέρους του οδήγηση κάποιου οχήματος που σημαίνει ότι ο τελευταίος είχε μειωμένα αντανακλαστικά και αντίληψη κατά το χρόνο του ατυχήματος, με συνέπεια να επηρεασθεί η ικανότητα οδήγησης αυτού, σε σημείο που να μην έχει τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, προς αποφυγή ατυχημάτων.

Αποτέλεσμα των ανωτέρω, ήταν να μη διακόψει την πορεία του πριν εισέλθει στην διασταύρωση ως όφειλε, για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων επί της οδού Σπον και να παραχωρήσει προτεραιότητα στα κινούμενα σ'αυτήν οχήματα, να μην αντιληφθεί τον οδηγό της μοτοσυκλέτας που πλησίαζε στη διασταύρωση παρόλο που δεν εμποδιζόταν η ορατότητά του λόγω της ύπαρξης τεχνικού φωτισμού, να του αποκλείσει την πορεία και να προκληθεί το άνω τροχαίο ατύχημα (αρθρ. 330. 914 ΑΚ, 12 παρ.1, 19 παρ. 1, 2, 3 και 26 παρ. 5 και 42 του ΚΟΚ.).

Επίσης, συνυπαίτιος σε ποσοστό 30% στην πρόκληση του επίδικου ατυχήματος είναι και ο οδηγός της μοτοσυκλέτας, ο οποίος δεν επέδειξε την επιμέλεια και προσοχή που θα επεδείκνυε ο μέσος συνετός οδηγός, σε ανάλογη περίσταση. Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στις ίδιες ως άνω νομικές σκέψεις, δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ρύθμισε την ταχύτητά της δίκυκλης μοτοσυκλέτας που οδηγούσε, λαμβάνοντας υπόψη τις ως άνω συνθήκες κυκλοφορίας, δεδομένου ότι διερχόταν από κατοικημένη περιοχή, ήταν νύχτα και πλησίαζε σε διασταύρωση, που επιβάλλει οι οδηγοί να ανακόπτουν την ταχύτητα του οχήματος τους ανεξάρτητα από την προτεραιότητα πορείας (αρθρ. 19 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΟΚ), ώστε να αποφύγουν τυχόν ατύχημα επί της διασταύρωσης, με συνέπεια, λόγω και του ότι είχε καταναλώσει αρκετή ποσότητα αλκοόλ, και συγκεκριμένα, η περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα ήταν 0,92g κατά λίτρο αίματος, κατά την πρώτη μέτρηση, και 0,88g κατά λίτρο αίματος, κατά τη δεύτερη μέτρηση (βλ.

προσκομισθείσα έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης), ποσότητα που είναι απαγορευτική για την από μέρους του, οδήγηση κάποιου οχήματος, που σημαίνει ότι και αυτός είχε μειωμένα αντανακλαστικά και αντίληψη κατά το χρόνο του ατυχήματος, με συνέπεια να επηρεασθεί η ικανότητα οδήγησής του, σε σημείο που να μην έχει τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, προς αποφυγή ατυχημάτων, να μην αντιληφθεί τον εναγόμενο οδηγό και να μην κάνει κάτι για να αποφύγει την σύγκρουση.

Επομένως, πρέπει, να γίνει εν μέρει δεκτή κατά το ανωτέρω ποσοστό η προταθείσα από τους κυρίους εναγόμενους, ένσταση συνυπαιτιότητας του οδηγού της μοτοσυκλέτας, στην πρόκληση του επιδίκου ατυχήματος.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, τα ίδια δέχτηκε ως προς τις συνθήκες του επίδικου ατυχήματος και η υπ' αριθμ. 6294/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ο άνω οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, τελεσιδίκως ένοχος ανθρωποκτονίας εξ αμελείας...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας από την ασφαλιστική κάλυψη του ασφαλισμένου της, οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου Κ. λόγω της ενεργοποίησης του όρου εξαίρεσης της μέθης αυτού κατά την οδήγηση του ασφαλισμένου οχήματος (άρθρου 6β παρ. 1 περ. β' του Ν. 489/1976 και του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ 489/1976 που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007), διότι αφενός μεν η αλκοόλη, που ανιχνεύθηκε στο αίμα του οδηγού υπερβαίνει τα επιτρεπτά όρια του νόμου, αφετέρου δε, όπως ανωτέρω εκτίθεται, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος και επηρέασε την οδηγική συμπεριφορά του ασφαλισμένου οδηγού. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσία βάσιμος, σχετικός, μοναδικός λόγος της επικουρικής έφεσης τη εκκαλούσης-παρεμπιπτόντως ενάγουσας, την οποία άσκησε για την περίπτωση που γίνει δεκτή η κύρια αγωγή".

Με τις παραδοχές του αυτές, στο αποδεικτικό του πόρισμα, το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297 - 298, 300, 330 ΑΚ σε συνδ. άρθρ. 42 Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) και αυτή ε συνδ. με άρθρ. 6β' παρ. 1 περ. β' του Ν. 489/1976, με ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εξαίρεσης ασφαλιστικής κάλυψης, διότι το δυστύχημα προκλήθηκε από οδηγό, που τελούσε υπό την επίδραση τοξικής ουσίας, που συνετέλεσε αιτιωδώς στην οδηγική του συμπεριφορά.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων δέχθηκε ότι ο οδηγός του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου, κατά τη σύγκρουση, είχε καταναλώσει αρκετή ποσότητα αλκοόλ, 1,13 γρ ανά λίτρο αίματος, κατά την πρώτη μέτρηση, και 1,10 γρ ανά λίτρο αίματος, κατά τη δεύτερη μέτρηση, ποσότητα που είναι όντως απαγορευτική για την από μέρους του οδήγηση κάποιου οχήματος, που σημαίνει ότι ο τελευταίος είχε μειωμένα αντανακλαστικά και αντίληψη κατά το χρόνο του ατυχήματος, με συνέπεια να επηρεασθεί η ικανότητα οδήγησης αυτού, σε σημείο που να μην έχει τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, προ αποφυγή ατυχημάτων και έτσι, η υπερβαίνουσα τα όρια του επιτρεπτού, αλκοόλη που βρέθηκε στο αίμα του, συνετέλεσε αιτιωδώς στην οδηγική του συμπεριφορά και στην πρόκληση της σύγκρουσης, συνεκτιμωμένων προς τούτο των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών υπό τα οποία συντελέστηκε το ατύχημα, διότι το είδος των παραβάσεων των διατάξεων του Ν. 2696/1999-ΚΟΚ από τον οδηγό δεν συνιστούν απλές τυπικές κυκλοφοριακές παραβάσεις, που συνήθως διαπράττονται από τούς οδηγούς, αλλά είναι σοβαρές κυκλοφοριακές παραβάσεις και υποδηλώνουν παράτολμη συμπεριφορά, με υπερεκτίμηση των συνθηκών κυκλοφορίας και των ικανοτήτων στην οδήγηση, δηλαδή, περίπτωση ατυχήματος που δικαιολογείται να συμβεί από οδηγό υπό την επίδραση τοξικής ουσίας, εφόσον ειδικότερα, σύμφωνα με τις παραδοχές, αυτός δεν διέκοψε την πορεία του πριν εισέλθει στη διασταύρωση ως όφειλε, για να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων και να παραχωρήσει προτεραιότητα στην εκ δεξιών αυτού κινούμενη μοτοσικλέτα, η οποία πλησίαζε στη διασταύρωση, παρόλο που δεν εμποδιζόταν η ορατότητά του.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις, όσον αφορά την παραβίαση του εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ότι δεν αιτιολογείται α) αν οι κυκλοφοριακές συνθήκες, κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν τέτοιες, ώστε η πρόκληση αυτού να δικαιολογείται μόνο από τη χρήση εκ μέρους του αλκοόλ, β) η πιθανότητα υπερκεκτίμησης εκ μέρους του, λόγω της χρήσης του αλκοόλ, των συνθηκών κυκλοφορίας, των οδηγικών του ικανοτήτων και της οδηγικής χωρίς επίγνωση συμπεριφοράς του, χωρίς αυτός μάλιστα να έχει τον έλεγχο του αυτοκινήτου του και γ) εάν η αποδιδόμενη παράβασή του ήταν απότοκος της χρήσης αλκοόλ και δεν αποτελεί μια απλή τυπική παράβαση, ανάγονται στη εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος και όχι σε ελλείψεις, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών ή ως προς την υπαγωγή αυτών σε κανόνα δικαίου και επομένως είναι απαράδεκτες.

Με βάση όλες τις ανωτέρω παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση έχει νόμιμη βάση και είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που το Εφετείο δέχεται ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των κανόνων δικαίου που ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Συνεπώς, οι σχετικοί δύο αναιρετικοί λόγοι εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ για την ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου που προαναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρ.1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, από 1-1-2016). Τέλος, ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-12-2020 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 1077/2020 αίτηση του Θ. Κ., για αναίρεση της 3288/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Οκτωβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ