1773/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 156/2009 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-12-2009 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1773/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ σαφώς συνάγεται, ότι η ευθύνη του κακόπιστου νομέα, δηλαδή εκείνου, ο οποίος, κατά την κατάληψη του πράγματος, γνώριζε ή από βαρεία αμέλεια αγνοούσε ή έμαθε αργότερα, ότι δεν δικαιούται στη νομή του, είναι όμοια με εκείνη του καλόπιστου νομέα μετά την επίδοση της αγωγής και αρχίζει αφότου έγινε κακόπιστος.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1773 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1773/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Β. του Κ., θετού υιού του Ι. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Μπάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. συζ. Φ. Κ., θυγ. Μ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χάρη Κομνηνάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-11-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 111/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 156/2009 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-12-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 14-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 1095 ΑΚ, ο νομέας μπορεί να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος αν έχει έναντι του κυρίου δικαίωμα να νέμεται ή να κατέχει το πράγμα. Με τη διάταξη αυτή παρέχεται στον εναγόμενο διεκδικητικής (όχι αναγνωριστικής) αγωγής γνήσια αναβλητική ένσταση κατά του αιτήματος απόδοσης του πράγματος, δηλαδή με τον ισχυρισμό αυτόν ο εναγόμενος δεν αρνείται τη βάση της αγωγής, που είναι το δικαίωμα κυριότητας του ενάγοντος, αλλά αντιτάσσει ένα γεγονός, που μπορεί να έχει ως έρεισμα εμπράγματο (π.χ.
δουλεία) ή ενοχικό (π.χ. χρησιδάνειο) δικαίωμα και του παρέχει το δικαίωμα να κατέχει ή να νέμεται το πράγμα με αντίστοιχη την υποχρέωση του ενάγοντος να ανεχθεί αυτό και έτσι παρέχει σ' αυτόν το δικαίωμα να αρνηθεί την απόδοση του πράγματος. Η ένσταση αυτή πρέπει να προταθεί από τον εναγόμενο. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1183 και 1188 του ΑΚ, που ορίζουν, η μεν πρώτη, ότι "η προσωπική δουλεία της οίκησης συνίσταται στο εμπράγματο και αποκλειστικό δικαίωμα του δικαιούχου να χρησιμοποιεί ως κατοικία ξένη οικοδομή ή διαμέρισμα", η δε δεύτερη, ότι "πάνω στο ακίνητο μπορεί να συσταθεί εμπράγματο δικαίωμα προσωπικής δουλείας που να παρέχει κάποια εξουσία ή χρησιμότητα υπέρ ορισμένου προσώπου (περιορισμένες προσωπικές δουλείες), προκύπτει ότι υπάρχει δουλεία οικήσεως όταν ο δουλειούχος είχε δικαίωμα να κατοικεί διαρκώς στην οικία ή στο διαμέρισμα, κατ' αποκλεισμό του κυρίου, ενώ δεν υπάρχει όταν το δικαίωμά του περιορίζεται σε ορισμένες μόνο περιόδους, χωρίς να αποκλείει το δικαίωμα του κυρίου να κατοικεί στον ίδιο χώρο κατά τα υπόλοιπα χρονικά διαστήματα, οπότε πρόκειται για περιορισμένη προσωπική δουλεία (ΑΠ 868/2005).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1143 και 1187 ΑΚ προκύπτει, ότι η οίκηση συνιστάται με δικαιοπραξία ή χρησικτησία, εφαρμόζονται δε ανάλογα οι σχετικές περί μεταβιβάσεως κυριότητας κινητών και ακινήτων διατάξεις. Επομένως, για τη σύσταση δικαιώματος οίκησης με έκτακτη χρησικτησία εφαρμόζεται κατ' αναλογία η διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ και έτσι η οίκηση αποκτάται μ' αυτόν τον τρόπο με τη νομή του ακινήτου με διάνοια δικαιούχου οικήσεως για μια εικοσαετία.
Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ σαφώς συνάγεται, ότι η ευθύνη του κακόπιστου νομέα, δηλαδή εκείνου, ο οποίος, κατά την κατάληψη του πράγματος, γνώριζε ή από βαρεία αμέλεια αγνοούσε ή έμαθε αργότερα, ότι δεν δικαιούται στη νομή του, είναι όμοια με εκείνη του καλόπιστου νομέα μετά την επίδοση της αγωγής και αρχίζει αφότου έγινε κακόπιστος.
Ειδικότερα, ο κακόπιστος νομέας υποχρεούται έκτοτε να αποδώσει τα ωφελήματα, τα οποία έχουν εξαχθεί, και να αποκαταστήσει την αξία όσων εξ αυτών δεν εξήγαγε, ενώ μπορούσε κατά τους κανόνες της τακτικής διαχειρίσεως να εξαγάγει. Ωφελήματα είναι όχι μόνο οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος ( άρθρο 962 Α.Κ.).
Επομένως, ωφέλημα είναι και κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση ή την κατ' άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο, συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών έγινε κύριος με παράγωγο τρόπο ενός αγρού επιφανείας 1.000 περίπου τ.μ., μέσα στον οποίο υπήρχαν Ναός του Αγίου Σώστη και των Αγίων Τεσσαράκοντα, κελιά, κουζίνα, φούρνος βρίσκεται δε αυτός στη νήσο Μύκονο και στην θέση "ΑΓΙΟΣ ΣΩΣΤΗΣ ΠΑΝΟΡΜΟΥ" και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία κληρονόμων Ι.
Κ., ανατολικά με ιδιοκτησία Κ. και βραχώδη ακτή, νότια με βραχώδη ακτή και δυτικά με βραχώδη ακτή και ιδιοκτησία Τ. ως εξής: Κατά τα μεν 3/4 εξ αδιαιρέτου από την εξ αδιαθέτου κληρονομιά του κατά την 13-7-1988 αποβιώσαντος στη Μύκονο χωρίς διαθήκη θετού πατέρα του Ι. Ζ. Κ., την οποία αποδέχθηκε με δήλωσή του, για την οποία συντάχθηκε η .../16-10-1990 πράξη του συμβολαιογράφου Μυκόνου Πέτρου Τόλη και στη συνέχεια ενώπιον του ίδιου συμβολαιογράφου η διορθωτική της προηγούμενης .../5-1-1993 πράξη, που αμφότερες μεταγράφηκαν νομίμως στα βιβλία μεταγραφών τον Δήμου Μυκόνου (η μεν πρώτη απ' αυτές στον τόμο 199 με αριθμό 80 και η δεύτερη αυτών στον τόμο 217 με αριθμό 79), ενώ κατά το υπόλοιπο 1/4 εξ αδιαιρέτου από γονική παροχή της φυσικής του μητέρας, συζύγου του πιο πάνω αποβιώσαντος, Κ.
χήρας Ι. Κ., με το .../5-1-1993 συμβόλαιο του ως άνω συμβολαιογράφου Μυκόνου, που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Μυκόνου (στον τόμο 217 με αριθμό 80), με την οποία εκείνη του μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα το ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιό της επί της κληρονομιάς του αποβιώσαντος πιο πάνω συζύγου της, παρακρατώντας την επικαρπία αυτού, ακολούθως δε, εφόσον εκείνη αποβίωσε την στις 7-2-1997, απέκτησε αυτό κατά πλήρη κυριότητα.
Ο προαναφερθείς Ι. Κ. και η ανωτέρω σύζυγός του, οι οποίοι ήταν υπερήλικες, είχαν αναπτύξει στενούς φιλικούς δεσμούς με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη από το έτος 1978 περίπου, οπότε ο πρώτος (Ι. Κ.) είχε εκμισθώσει σ' αυτήν ένα σπίτι του σε άλλο γειτονικό ακίνητό του, ενώ η τελευταία φρόντιζε το άνω ζευγάρι, που παρέμενε μόνο του χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα, γιατί τα φυσικά παιδιά της δεύτερης από αυτούς Κ.
συζ. Ι. Κ. ήταν στην Αμερική, παρέχοντας φιλική συντροφιά και αφιλοκερδείς περιποιήσεις σ' αυτούς. Ενόψει των παραπάνω στενών σχέσεων του ζεύγους Κ. με την εναγομένη, που σταδιακά έγιναν ακόμη στενότερες, συμφώνησαν, προκειμένου η τελευταία να διαμένει πλησίον τους, να αναλάβει εκείνη, η οποία δεν είχε δικό της σπίτι στη Μύκονο, τις δαπάνες ανέγερσης μιας μικρής οικίας 45 τ.μ.
στο χώρο του αγρού στην αυλή του παραπάνω Ναού, την αποκλειστική χρήση της οποίας ως κατοικίας της θα είχε η ίδια, όσο ζούσε, χωρίς να τους καταβάλλει άλλο αντάλλαγμα γι' αυτήν. Στα πλαίσια της ανωτέρω συμφωνίας α) η εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη κατέβαλε στο παραπάνω ζεύγος Κ. 500.000 δρχ. το έτος 1983, 500.000 δρχ.
το έτος 1984 και 500.000 δρχ. το έτος 1985, χρήματα τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση της πιο πάνω οικίας αυτής, αλλά και για τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου και την περιτοίχιση του εν λόγω αγρού και β) της παραχωρήθηκε επιπλέον η χρήση από το έτος 1984 και για όσο ζει του φούρνου, της κουζίνας και των κελιών αντί συμβολικού μισθώματος 200.000 δρχ.
ετησίως, όπως ρητά αναγράφηκε στο από 7.9.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφηκε, λόγω του επισυμβάντος εν τω μεταξύ θανάτου του Ι. Κ., μεταξύ της Κ. Κ. και εκείνης. Έτσι, η αναιρεσίβλητη από το έτος 1983 και μετά χρησιμοποιούσε αποκλειστικά την πιο πάνω ανεγερθείσα οικία ως κατοικία της. Με βάση τα παραπάνω είναι μεν σαφές, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων έγινε κύριος της ανωτέρω ανεγερθείσας οικίας, εφόσον ήταν κύριος του πιο πάνω αγρού, επί του οποίου αναγέρθηκε, όμως η αναιρεσίβλητη έχει αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία δικαίωμα οικήσεως σ' αυτήν ενόψει του ότι από το έτος 1983 μέχρι τη συζήτηση της αγωγής (11-2-2005) είχε παρέλθει χρόνος μεγαλύτερος της εικοσαετίας και συνεπώς, εφόσον ήταν νομέας αυτού δυνάμει της εννόμου σχέσεως της ως άνω δουλείας, δεν μπορούσε να διαταχθεί η απόδοση της εν λόγω οικίας στον αναιρεσείοντα.
Εξάλλου, παίρνοντας η αναιρεσίβλητη από το έτος 1983 τη νομή της επίδικης οικίας και εξακολουθώντας να την έχει έκτοτε ήταν καλόπιστη νομέας, αφού ασκούσε το ανωτέρω δικαίωμα οικήσεώς της επ' αυτής. Πρέπει να σημειωθεί, ότι δεν ασκεί καμιά έννομη επιρροή, αφού δεν αποτελεί δεδικασμένο για το παρόν Δικαστήριο κατά την έννοια των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, το γεγονός ότι με την 121/2003 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του ενάγοντος κατά της 105 ΤΠ/1999 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία αναγνωρίστηκε, ότι δεν υπάρχει έννομη σχέση χρησιδανείου ακινήτου βάσει του από 7-9-1988 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ Ι.
Κ., άλλως Κ. Κ. και της αναιρεσίβλητης, αναφορικά με την επίδικη οικία". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων έγινε μεν κύριος της επίδικης οικίας, όμως η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη έχει αποκτήσει δικαίωμα οικήσεως με έκτακτη χρησικτησία και ότι η τελευταία ήταν καλής πίστεως νομέας.
Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1183, 1187, 1041, 1042, 1043, 1045 και 1098 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα αφενός της κυριότητας του επιδίκου από τον αναιρεσείοντα και αφετέρου ότι η αναιρεσίβλητη απέκτησε επ' αυτού δικαίωμα οικήσεως με έκτακτη χρησικτησία.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε σαφώς, ότι η αναιρεσίβλητη, κατόπιν συμφωνίας με τους δικαιοπαρόχους του αναιρεσείοντος, από το έτος 1983 και μετά χρησιμοποιούσε αποκλειστικά την επίδικη ανεγερθείσα οικία της ως κατοικία της, ότι ο αναιρεσείων έγινε κύριος του επιδίκου, αλλά η αναιρεσίβλητη έχει αποκτήσει δικαίωμα οικήσεως σ' αυτήν λόγω του ότι από το έτος 1983 μέχρι την άσκηση της αγωγής (11-2-2005) είχε παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ότι έτσι δεν μπορούσε να διαταχθεί η απόδοση της επίδικης οικίας στον αναιρεσείοντα και ότι η αναιρεσίβλητη ήταν καλής πίστεως νομέας.
Επομένως, οι συναφείς δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και έκτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες.
Η ενέργεια αυτή του δεδικασμένου σε μεταγενέστερη δίκη προϋποθέτει ότι η νέα αυτή δίκη αναφέρεται στο ίδιο αντικείμενο και στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, δηλαδή στο ίδιο νομικό γεγονός το παραγωγικό, τροποποιητικό, καταργητικό ή αποσβεστικό της συγκεκριμένης έννομης σχέσης. Ειδικότερα, ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόσθηκε κατά την προηγούμενη δίκη ήταν αναγκαία κατά νόμο για την κατάφαση ή άρνηση της διαγνωσθείσας έννομης συνέπειας και τα ίδια συγκροτούν το πραγματικό εν όλω ή εν μέρει της νομικής διάταξης που πρέπει να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη.
Εξάλλου, από το άρθρο 559 αριθ. 16 περ. α' ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, συνάγεται ότι στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται τόσο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του εάν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτό συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου, και αν το δεδικασμένο έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, όσο και η κρίση του περί της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ πραγματικών προϋποθέσεων αυτού, εφόσον αυτή στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων υπόκειται, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στον αναιρετικό έλεγχο, για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχτηκε, ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο από την αμετάκλητη απόφαση 121/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου, που απέρριψε έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 105ΤΟ/1999 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία έγινε δεκτή η από 8-6-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί, ότι με την αναφερόμενη επιστολή καμία σύμβαση χρησιδανείου δεν καταρτίσθηκε μεταξύ των δικαιοπαρόχων του και της αναιρεσίβλητης.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, δέχτηκε σχετικά, ότι δεν ασκεί καμία επιρροή, αφού δεν αποτελεί δεδικασμένο, το γεγονός, ότι με την ως άνω απόφαση του Εφετείου Αιγαίου απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 105ΤΟ/1999 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία έγινε δεκτή η από 8-6-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία αναγνωρίστηκε, ότι δεν υπάρχει σχέση χρησιδανείου του ακινήτου, βάσει του από 7-9-1988 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των δικαιοπαρόχων του και της αναιρεσίβλητης, καθόσον ή ένδικη αγωγή είναι διεκδικητική αγωγή ακινήτου.
Επομένως, το Εφετείο που δέχτηκε ότι δεν παράγεται δεδικασμένο για την παρούσα δίκη επί της άνω διεκδικητικής αγωγής, από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση περί μη υπάρξεως έννομης σχέσης χρησιδανείου, αφού δεν πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, ο δε περί του αντιθέτου ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επειδή, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, κατά το τρίτο μέρος του, και πέμπτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη έχει αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία δικαίωμα οικήσεως επί της επίδικης οικίας και ότι αυτή ήταν καλόπιστη νομέας, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα κατωτέρω έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις του της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι 1) το από 7-9-1988 ιδιωτικό συμφωνητικό, 2) την 17ΤΜ/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, 3) τις από 13-12-1996 προτάσεις της ήδη αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με τις οποίες αντικρούει προγενέστερη από 8-6-1995 αγωγή του, 4) τις καταθέσεις των μαρτύρων της αναιρεσίβλητης, που περιέχονται στην 1/1998 Εισηγητική Έκθεση του Ειρηνοδικείου Μυκόνου, 5) τις από 24-3-1999 προτάσεις της ήδη αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου επί της ως άνω αγωγής του αναιρεσείοντος, 6) την 105ΤΠ/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου επί της ως άνω αγωγής του αναιρεσείοντος, 7) την από 9-11-1999 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της ως άνω αποφάσεως, 8) τις από 9-12-2001 προτάσεις της αναιρεσίβλητης επί της άνω εφέσεως, 9) την 121/2003 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου επί της άνω εφέσεως, 10) την Β/9216/8-12-2003 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Σύρου ..., 11) την από 25-2-2000 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, 12) την Β/1821/28-3-2000 έκθεση επίδοσης του άνω δικαστικού επιμελητή και 13) την από 18-11-1993 αγωγή του στο Ειρηνοδικείο Μυκόνου.
Οι ερευνώμενοι αυτοί αναιρετικοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια", δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, χωρίς να είναι απαραίτητο να μνημονεύσει χωριστά το καθένα από αυτά.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία.
Δεν υπάρχει επίσης παράβαση της πιο πάνω διάταξης και όταν στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν γίνεται διαστολή ποια αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Συνακόλουθα, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε την πλήρη αποδεικτική δύναμη στην επικληθείσα ομολογία της εναγομένης αναιρεσιβλήτου, που περιλαμβάνεται στις από 24-3-1999 προτάσεις της ήδη αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, στην από 9-11-1999 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 105ΤΠ/1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου και στις από 9-12-2001 προτάσεις της αναιρεσίβλητης επί της άνω εφέσεως ενώπιον του Εφετείου Αιγαίου, ότι κατοικεί στην επίδικη οικία από το έτος 1984, είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη ομολογία υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά είναι εξώδικη, αφού δεν έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της προκείμενης δίκης αλλά επ' ευκαιρία άλλης προηγούμενης δίκης, και ως τέτοια (εξώδικη) εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο.
Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Ως διαδικαστική πράξη, συνεπαγόμενη, κατά την αμέσως πιο πάνω διάταξη, διακοπή της παραγραφής θεωρείται κάθε πράξη των διαδίκων ή των νόμιμων εκπροσώπων και πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι, κατά τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις, αναγκαία για έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης.
Ως τελευταία διαδικαστική πράξη νοείται όχι η τελευταία σε σχέση με τη δίκη ή η περατώνουσα τη δίκη, αλλά η κατά τη διαδοχή του χρόνου πλέον πρόσφατη. Αν μεταξύ των διαδικαστικών πράξεων παρέλθει ολόκληρος ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης, επέρχεται η παραγραφή της κατά τη διάρκεια της επιδικίας (Ολ.ΑΠ 1143/1983).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ "κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή".
Απαραίτητες, επομένως, προϋποθέσεις εφαρμογής της αμέσως πιο πάνω διάταξης είναι μόνο η τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αγωγής για λόγους τυπικούς ή η παραίτηση από την αγωγή και η άσκηση νέας μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι μηνών αγωγής με τους ίδιους διαδίκους και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Ειδικότερα δε, κατά τη διάταξη του άρθρου 1049 παρ. 1 ΑΚ, η χρησικτησία διακόπτεται με την έγερση της διεκδικητικής αγωγής εναντίον αυτού που χρησιδεσπόζει ή αυτού που κατέχει στο όνομα εκείνου. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ. 1 και 269 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, για την πληρότητα κάποιας ενστάσεως ή αντενστάσεως και το παραδεκτό αυτής από απόψεως χρόνου προβολής της, απαιτείται τα πραγματικά περιστατικά που την στηρίζουν να προβάλλονται με επάρκεια κατά την πρώτη στον πρώτο βαθμό συζήτηση της υποθέσεως από τον ενιστάμενο ή αντενιστάμενο και συγχρόνως να γίνεται επίκληση απ' αυτόν συγκεκριμένων περιστατικών και να διατυπώνεται επίσης απ' αυτόν και αίτημα απορρίψεως για την αιτία αυτή της αγωγής ή της ενστάσεως.
Έτσι, σε περίπτωση προβολής της αντένστασης της διακοπής της χρησικτησίας κατά της ένστασης περί αποκτήσεως δικαιώματος οικήσεως με τη συμπλήρωση εικοσαετούς χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ. 1, 269 παρ. 1 και 527 ΚΠολΔ, για την πληρότητα της αντένστασης αυτής και το παραδεκτό της πρέπει, κατά την πρώτη, στον πρώτο βαθμό, συζήτηση της υπόθεσης, να προταθούν από τον αντενιστάμενο ενάγοντα τα πραγματικά περιστατικά, που αν αποδειχθούν αληθινά, επιφέρουν την διακοπή της χρησικτησίας.
Εξάλλου, η προβολή μέσων επίθεσης και άμυνας μετά τη συζήτηση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο με την προσθήκη του άρθρου 270 παρ. 6 ΚΠολΔ, η οποία περιορίζεται στην αξιολόγηση των αποδείξεων και την αντίκρουση ισχυρισμών που προβλήθηκαν οψίμως, είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.
β' ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού, δεν ιδρύεται όταν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, απαράδεκτος ή αλυσιτελής, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 14/2004, Ολ.ΑΠ 2/1989).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, και πέμπτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την αντένστασή του περί διακοπής της εικοσαετούς χρησικτησίας, που είχε προβάλει η αναιρεσίβλητη με την ένστασή της περί απόκτησης δικαιώματος οικήσεως επί της επίδικης οικίας με έκτακτη χρησικτησία, και δη ότι εν προκειμένω η χρησικτησία λογίζεται διακοπείσα στις 28-3-2000 με την επίδοση της πρώτης από 25-2-2000 αγωγής του, από την οποία παραιτήθηκε με την ένδικη από 11-11-2003 αγωγή του, την οποία επέδωσε στην αναιρεσίβλητη στις 8-12-2003, δηλαδή εντός εξαμήνου από την παραίτηση από την προηγούμενη αγωγή.
Από την επισκόπηση, όμως, των κρίσιμων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει, ότι ο αναιρεσείων ουδόλως προέβαλε παραδεκτώς με σαφήνεια και πληρότητα τέτοια αντένσταση. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων μόνο στη δεύτερη προσθήκη-αντίκρουση των πρωτόδικων προτάσεών του ισχυρίστηκε, ότι "οι μέχρι σήμερα αγωγές μου διακόπτουν τον χρόνο χρησικτησίας που επικαλείται η εναγομένη, αφού η πρώτη αγωγή μου (αγωγή εξώσεως) κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 7-1-1994, η δε από 25-2-2000 διεκδικητική αγωγή μου εναντίον της, για την οποία είχε οριστεί δικάσιμος η 13-10-2002, κοινοποιήθηκε στις 28-3-2000, η εκδίκαση δε της αγωγής αυτής τελικά ματαιώθηκε , καθότι η εναγομένη άσκησε έφεση κατά της υπ' αριθ. 105 ΤΠ/1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου.
Αμέσως μόλις τελεσιδίκησε η ανωτέρω απόφαση κατατέθηκε η υπό κρίση πλέον αγωγή κατά της εναγομένης". Ακολούθως, ο αναιρεσείων στην από 14-11-2005 έφεσή του και προς το τέλος του πρώτου λόγου αυτής εκθέτει απλώς, ότι "η καθής διαμένει στην επίδικη οικία από το τέλος του έτους 1984 αρχές 1985. Κατά της καθής κατατέθηκε η από 11-11-2003 αγωγή μας που της κοινοποιήθηκε στις 8-12-2003.
Άρα εν προκειμένω δεν έχει συμπληρωθεί η εικοσαετία που ορίζει ο νόμος για την συμπλήρωση της χρησικτησίας". Επομένως, η ως άνω αντένσταση του αναιρεσείοντος είναι απαράδεκτη ως απαραδέκτως προβληθείσα και συνακόλουθα το Εφετείο που απέρριψε σιωπηρώς τον απαράδεκτο αυτό ισχυρισμό, που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ.
β' ΚΠολΔ και οι πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, και πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 261, 263 και 1049 ΑΚ και επομένως, ο τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεων, αντενστάσεων, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, αλλά και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο άφησε αδίκαστη την αντένσταση του, επί της ενστάσεως της αναιρεσίβλητης, ότι είχε αποκτήσει δικαίωμα οικήσεως επί της επίδικης οικίας με βάση έκτακτη χρησικτησία, ότι δηλαδή η επικαλούμενη απ' αυτή χρησικτησία είχε διακοπεί. Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-12-2009 αίτηση του Δ. Β. για αναίρεση της 156/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ