1773/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1773/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία όμως δεν προκύπτει με βεβαιότητα και δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος το καλοκαίρι του 1999 αφαίρεσε από το εν λόγω εργοτάξιο ξυλεία ιδιοκτησίας του ενάγοντος με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή της. Αντίθετα προέκυψε ότι όντως ο εναγόμενος μετέφερε κάποιες ποσότητες ξυλείας από το έργο αυτό στον ..., όπου μαζί με τον ενάγοντα επρόκειτο να εκτελέσουν άλλο έργο και για τις ανάγκες του νέου αυτού έργου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1773 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1773/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαϊου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Βάθη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Πεπελάση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-11-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2001 μη οριστική, 103/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 166/2006 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 11-9-2006 αίτησή του και τους από 4-12-2006 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 3-1-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου κατά το δεύτερο μέρος του, καθώς και οι δεύτερος και τρίτος λόγοι του προσθέτου δικογράφου, να απορριφθούν δε οι λοιποί.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 349 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, συνεκτιμά όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, ν' αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν, όμως, από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ (ΑΠ 22/2005).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, επί παραπόνου, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που δεν προσκομίσθηκαν νόμιμα ή δεν επιτρέπονται από το νόμο, πρέπει, για να είναι ορισμένος ο οικείος αναιρετικός λόγος, να προσδιορίζονται: οι αποδείξεις, ο (ουσιώδης) ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου ελήφθησαν υπόψιν και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να εκτιμηθούν (ΑΠ 427/1993 - ΑΠ 567/1996 - ΑΠ 811/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων ελήφθησαν υπόψιν οι καταθέσεις των μαρτύρων και "όλα χωρίς εξαίρεση" τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν νόμιμα και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψιν και συνεξετίμησε και τα έγγραφα τεκμήρια, περί των οποίων ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα ήτοι :
α) την από 29-4-2004 εξώδικο δήλωση του Α και β) τις ένορκες καταθέσεις, κατά την ποινική διαδικασία, των Β, Γ και Δ. Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμοι οι σχετικοί αναιρετικοί λόγοι (πρώτος του κυρίου δικογράφου κατά το δεύτερο μέρος του και πρώτος του προσθέτου δικογράφου). Περαιτέρω, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα έλαβε υπόψιν τα έγγραφα που προσκόμισε σ' αυτό ο αναιρεσίβλητος διότι αυτός δεν είχε προβεί σε νόμιμη επίκληση αυτών.
Με βάση τα προεκτεθέντα, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτόν ούτε τα συγκεκριμένα έγγραφα, ούτε οι ισχυρισμοί στους οποίους αυτά αφορούσαν. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην εκτίμηση των αποδείξεων, που το πόρισμά τους εκτίθεται σαφώς.
Εξάλλου, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση κα στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 1255/2004).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 914 ΑΚ: "'Οποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Κατά δε το άρθρο 361 ΑΚ: "Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά". Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα:
Η κατασκευαστική εταιρία "ΜΕΤΤΕΜ ΑΕ", η οποία είχε αναλάβει το έργο "Εκσυγχρονισμός Φυλακής Ναυπλίου", δυνάμει των από 30-12-1998 δύο ιδιωτικών συμφωνητικών, ανέθεσε υπεργολαβικά σε καθένα των διαδίκων την κατασκευή του σκελετού από οπλισμένο σκυρόδεμα του κτιρίου αυτού. Οι συμβάσεις αυτές καταρτίστηκαν χωριστά από κάθε διάδικο, καθώς και από έναν τρίτο υπεργολάβο, ο οποίος όμως τελικά αποχώρησε πριν την έναρξη του έργου και δεν αντικαταστάθηκε από την κατασκευάστρια εταιρεία, αλλ' απέμεινεν μόνο οι διάδικοι.
Με τα συμφωνητικά αυτά δεν καθορίστηκε το τμήμα του έργου που θα εκτελέσει κάθε υπεργολάβος, ούτε οι διάδικοι έκαναν τέτοιον ακριβή καταμερισμό. Καθένας εργαζόταν με δικό του συνεργείο, μηχανήματα και υλικά, ανεξάρτητα από τον άλλο. Υπήρχε βέβαια μεταξύ τους μία άτυπη συνεργασία για την αντιμετώπιση των κοινών προβλημάτων, όμως σε καμιά περίπτωση δεν προέβησαν σε σύσταση οποιασδήποτε μορφής εταιρείας, όπως κοινοπραξίας ή εν τοις πράγμασι ομόρρυθμης εταιρείας, όπως ισχυρίζεται αβάσιμα ο εναγόμενος, αφού διαφορετικά δεν θα υπήρχε κανένας λόγος κατάρτισης δύο ξεχωριστών ιδιωτικών συμφωνητικών με την εταιρεία ΜΕΤΤΕΜ ΑΕ.
Αλλωστε και οι προμήθειες των αναγκαίων οικοδομικών υλικών έγιναν από κάθε διάδικο ατομικά και ξεχωριστά, όπως επίσης με τον ίδιο τρόπο γίνοταν και οι πληρωμές των εργασιών από την κατασκευάστρια εταιρεία προς τους υπεργολάβους διαδίκους. Στα πλαίσια λοιπόν αυτής της άτυπης συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων, κατόπιν σχετικής εντολής του εναγομένου, επειδή αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και για να προχωρήσει η εκτέλεση του έργου, αγόρασε, στο όνομα και για λογαριασμό του τελευταίου, διάφορα οικοδομικά υλικά, όπως προκύπτει από τα σχετικά τιμολόγια που προσκομίζει.
Η συνολική οφειλή του εναγομένου προς τον ενάγοντα με βάση τις διατάξεις περί εντολής (α' κονδύλιο της υπό κρίση αγωγής) ανέρχεται σε (6.415.735 + 318.135 + 486.706 + 1.207.200) 8.427.776 δραχμές ή 24.733 ευρώ......Τα παραπάνω προκύπτουν από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντα, (Ε και Β), οι οποίες επιβεβαιώνονται από τα προσκομιζόμενα σχετικά τιμολόγια και δεν μπορούν να αναιρεθούν από τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου (Α και ΣΤ), ο πρώτος από τους οποίους μεταγενέστερα την ανακάλεσε με εξώδικη δήλωσή του, ενώ ο δεύτερος σε πολλές ερωτήσεις απαντούσε με στερεότυπα "δεν ξέρω".
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία όμως δεν προκύπτει με βεβαιότητα και δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος το καλοκαίρι του 1999 αφαίρεσε από το εν λόγω εργοτάξιο ξυλεία ιδιοκτησίας του ενάγοντος με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή της. Αντίθετα προέκυψε ότι όντως ο εναγόμενος μετέφερε κάποιες ποσότητες ξυλείας από το έργο αυτό στον ..., όπου μαζί με τον ενάγοντα επρόκειτο να εκτελέσουν άλλο έργο και για τις ανάγκες του νέου αυτού έργου.
Όμως από καμιά κατάθεση δεν προκύπτουν με σαφήνεια ο χρόνος μεταφοράς της ξυλείας, η ακριβής ποσότητα αυτής, η πρόθεση ιδιοποίησης του εναγομένου, αλλ' ούτε και ο ιδιοκτήτης της μεταφερομένης ξυλείας, αφού προέκυψε ότι η ξυλεία που αγοράστηκε και χρησιμοποιήθηκε για το εν λόγω έργο από τους δύο υπεργολάβους - διαδίκους αναμίχθηκε μαζί με την παλιά ξυλεία τους και χωρίς να έχει τεθεί οποιοδήποτε διακριτικό σημείο επ' αυτής για τον προσδιορισμό του ιδιοκτήτη της.
Επίσης αποδείχθηκε ότι στα πλαίσια αυτής της άτυπης συνεργασίας των διαδίκων για τις ανάγκες του έργου, ο εναγόμενος κάποιες ημέρες χρησιμοποίησε προσωπικό και μηχανήματα του ενάγοντος και ειδικότερα ένα γερανό με τον χειριστή του, ένα φορτηγό με το χειριστή του, 2 κουρμπαδόρων, ένα τσερκολόγο με το ηλεκτρικό ψαλίδι.
Την αξίωσή του αυτή ο ενάγων στηρίζει στις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 962 ΑΚ και ισχυρίζεται ότι για τη χρήση αυτή δεν συμφωνήθηκε το ύψος της αποζημίωσης. Ζήτησε αποζημίωση 3.360.000 δρχ., που κατά την καλή πίστη θα κατέβαλε σε τρίτο για την χρησιμοποίηση των ίδιων μηχανημάτων. Από τις αποδείξεις δεν αποδεικνύεται η κατάρτιση συμβάσεως παραχώρησης των ανωτέρω μηχανημάτων με τους χειριστές τους, η οποία φέρει τον χαρακτήρα της μισθώσεως πράγματος, και ο προσδιορισμός του μισθώματος θα γίνονταν μεταγενέστερα.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε συνεργασία για την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου και η παραχώρηση των μηχανημάτων αυτών έγινε οικειοθελώς και χωρίς αντάλλαγμα με βάση σύμβαση χρησιδανείου, στην οποία ο ενάγων επικουρικώς στηρίζει την αξίωση του αυτή. Κατά συνέπεια όλων αυτών η εκκαλουμένη απόφαση που έκανε δεκτή την αγωγή στο σύνολό της, και ειδικότερα και ως προς τα κεφάλαια της αφαίρεσης των υλικών και της αποζημίωσης για την χρησιμοποίηση μηχανημάτων, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων".
Υπό τις παραδοχές αυτές το Εφετείο: (1) Δέχθηκε το πρώτο αγωγικό αίτημα του ήδη αναιρεσείοντος και επιδίκασε σ' αυτόν το ποσό που ζητούσε με βάση τις περί εντολής διατάξεως και το οποίο δεν αποτελεί αντικείμενο της αναιρετικής διαδικασίας. (2) Απέρριψε με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση αποζημίωσης λόγω αδικήματος, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε η διάπραξη αυτού από τον εναγόμενο - αναιρεσίβλητο. (3) Διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το τρίτο αγωγικό αίτημα (περί επιδικάσεως 3.360.000 δραχμών νομιμοτόκως), ήτοι με το κεφάλαιο που αφορά την εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου χρήση των μηχανημάτων του αναιρεσείοντος, καθώς και των υπηρεσιών του εργατοτεχνικού προσωπικού του τελευταίου, και το αίτημά του για επιδίκαση σχετικής αμοιβής.
Ειδικότερα: (α) Το Δικαστήριο, ενώ δέχεται ότι οι διάδικοι ήσαν έμποροι, και δη εργολάβοι οικοδομικών έργων και ότι, με την επαγγελματική τους αυτή ιδιότητα, είχαν μεταξύ τους "άτυπη συνεργασία" για την αντιμετώπιση των# κοινών προβλημάτων, όμως σε καμιά περίπτωση δεν προέβησαν σε σύσταση οποιασδήποτε μορφής εταιρίας" και ότι "καθένας εργαζόταν με δικό του συνεργείο, μηχανήματα και υλικά ανεξάρτητα από τον άλλο", καθώς και ότι ο αναιρεσίβλητος "κάποιες μέρες χρησιμοποίησε προσωπικό και μηχανήματα του ενάγοντος" με βάση συμφωνία τους, δεν εκθέτει τις σκέψεις στις οποίες στήριξε το (ασύνηθες για τις σχέσεις μεταξύ εμπόρων) συμπέρασμα ότι αυτό συμφωνήθηκε να γίνει "χωρίς αντάλλαγμα" όταν μάλιστα ο ενάγων υποστηρίζει ότι ο εναγόμενος χρησιμοποίησε για μεγάλο χρονικό διάστημα τα μηχανήματα του πρώτου και δη :
όταν γερανό και ένα φορτηγό του με τους χειριστές τους επί σαράντα (40) ημέρες και "δύο κουρμπαδόρους, έναν τσερκολόγο και το ηλεκτρικό ψαλίδι" για εκατόν πενήντα (150) ημέρες. (β) Ανεξάρτητα από τον δοθέντα ή τον αποκλεισθέντα (με την απόφαση) ή τον προσήκοντα νομικό χαρακτηρισμό της δεν είναι σαφές ποιο ήταν το ακριβές ουσιαστικό περιεχόμενο της σχετικής σύμβασης των διαδίκων, ώστε να είναι εφικτό να ελεγχθεί αν ορθώς εφαρμόσθηκε η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ.
Ενόψει τούτων πρέπει: (1) να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου κατά το πρώτο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ελλιπής αιτιολογία κατά το κεφάλαιο που αφορά το αίτημα αποζημίωσης λόγω αδικήματος (2) να γίνουν δεκτοί ο δεύτερος αναιρετικός λόγος του κυρίου δικογράφου κατά το δεύτερο μέρος του και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους - κατά την εκτίμηση του περιεχομένου τους - αποδίδεται στην απόφαση η αυτή αιτίαση, ως προς το κεφάλαιο, που αφορά το αίτημα επιδίκασης αμοιβής για τη χρήση μηχανημάτων και υπηρεσιών προσωπικού.
Κατόπιν τούτων, παρέλκει η έρευνα του τρίτου εκ των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αιτίαση και υποστηρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν το επικουρικώς προβληθέν από τον αναιρεσείοντα αίτημα να του επιδικασθεί αποζημίωση λόγω του αδικαιολογήτου πλουτισμού, τον οποίο ο αναιρεσίβλητος απεκόμισε από την χρησιμοποίηση των μηχανημάτων και των υπηρεσιών του προσωπικού του πρώτου.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την υπ' αριθμ. 166/2006 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο μέρος των εξόδων του αναιρεσείοντος, το οποίο ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Νοεμβρίου 2008.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ