Legislator Case Law & Legislation
1773/2007 AI generated

1773/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1773/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1773/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δηλαδή, νέος οφειλέτης στις περιπτώσεις αυτές καθίσταται ο περαιτέρω λήπτης που δεν έχει να επιδείξει νόμιμη αιτία στο πρόσωπό του για διατήρηση του πλουτισμού. Κατά το άρθρο 908 ΑΚ, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ'αυτό. Οφείλει επίσης να αποδώσει και τους καρπούς που συνέλεξε καθώς και οτιδήποτε απέκτησε από το πράγμα.

Keywords

AI generated
payment service provider bank charges treasury bill interest rate tourism promotion levy third-party payment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1773 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1773/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιοτέρου του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΙΓΙΝΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της Μιχαήλ Παπαγεωργίου που όρισε στο ακροατήριο ως πληρεξούσιο δικηγόρο της εταιρίας, τον Εμμανουήλ Γρηγοριάδη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" ως καθολικής διαδόχου της "Ανώνυμης Εταιρίας Εθνικής Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Θάνου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4543/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 2595/2002 του Εφετείου Αθηνών, η οποία ανέπεμψε την αγωγή στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο εξέδωσε την 5103/2004 απόφαση επί της οποίας ασκήθηκε έφεση και εκδόθηκε η 6527/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-11-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την από 27-12-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 904 παρ.1 ΑΚ όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή για αιτία παράνομη ή ανήθικη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής βασική προϋπόθεση της απαίτησης από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι η ύπαρξη άμεσης περιουσιακής μετακίνησης μεταξύ του πλουτισμού του λήπτη και της ζημίας άλλου, δηλαδή για να στηριχθεί αγωγή από αδικαιολόγητο πλουτισμό πρέπει να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής ή της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού του εναγομένου, η οποία δεν υφίσταται στην περίπτωση που παρεμβάλλεται και άλλη τρίτη περιουσία, υπό την έννοια ότι η περιουσιακή μετακίνηση πρέπει να πραγματοποιείται από την περιουσία του ζημιωθέντος στην περιουσία του πλουτίσαντος χωρίς την παρεμβολή τρίτου προσώπου, που να ενεργεί για δικό του λογαριασμό (ΑΠ 1440/2000, 1678/2001, 898/2003 κ.α.).

Επίσης, κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, στην περίπτωση της λεγόμενης αλυσίδας πλουτισμών, η οποία υφίσταται στις περιπτώσεις αλλεπάλληλων μεταβιβάσεων του πλουτισμού από τον πρώτο λήπτη σε δεύτερο κ.ο.κ., όταν και οι δύο μεταβιβάσεις, μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου και του δευτέρου και του τρίτου, είναι αδικαιολόγητες, ο αρχικός μεταβιβάσας έχει αξίωση κατά του τελικώς αποκτήσαντος, καθόσον ζημιωθείς και πλουτήσας- και συνεπώς δανειστής και οφειλέτης της αξίωσης αδικαιολογήτου πλουτισμού- είναι τα δύο αυτά πρόσωπα αντίστοιχα.

Δηλαδή, νέος οφειλέτης στις περιπτώσεις αυτές καθίσταται ο περαιτέρω λήπτης που δεν έχει να επιδείξει νόμιμη αιτία στο πρόσωπό του για διατήρηση του πλουτισμού. Κατά το άρθρο 908 ΑΚ, ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε απ'αυτό. Οφείλει επίσης να αποδώσει και τους καρπούς που συνέλεξε καθώς και οτιδήποτε απέκτησε από το πράγμα.

Τέλος, κατά το άρθρο 61 παρ.3 του ν.δ. της 17-7/13-8-1923 εάν υπερθεματιστής, σε περίπτωση, πλειστηριασμού ακινήτου, είναι η δανείστρια τράπεζα, η τελευταία συμψηφίζει την απαίτησή της προς το πλειστηρίασμα και το τυχόν υπόλοιπο καταθέτει δικαστικώς.

Εν προκειμένω, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει στην ένδικη από 8-12-1997 αγωγή της, όπως δέχθηκε και το Εφετείο στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: Την 6-7-1988 εκτέθηκε σε δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό το περιγραφόμενο στο ίδιο δικόγραφο ξενοδοχειακό συγκρότημα, ιδιοκτησίας της, το οποίο βρίσκεται στην Κοινότητα..., με επίσπευση του ...

και με σκοπό την ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης που είχε κατά της ενάγουσας με βάση τον αναφερόμενο εκτελεστό τίτλο. Κατά τον πλειστηριασμό το ακίνητο κατακυρώθηκε στην υπερθεματίστρια και δανείστρια της ενάγουσας Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος, της οποίας καθολική διάδοχος είναι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.

Για τον πλειστηριασμό αυτό συντάχθηκε η με αριθμό 7754/6-7-1988 σχετική έκθεση της συμβολαιογράφου Αίγινας Μαρίας Νικηφοράκη-Βαγενά, που είχε ορισθεί υπάλληλος επί του πλειστηριασμού. Την 5-3-1990 η άνω επί του πλειστηριασμού υπάλληλος εξέδωσε τη με αριθμό 8958 περίληψη της σχετικής κατακυρωτικής έκθεσης με την εκ μέρους της Τράπεζας καταβολή δραχμών 4.983.330 και αφού προηγουμένως δέχθηκε τον εκ μέρους της Τράπεζας γενόμενο συμψηφισμό του οφειλόμενου από αυτήν πλειστηριάσματος με τα όσα εδικαιούτο να λαμβάνει από την ενάγουσα ως ενυπόθηκη δανείστρια.

Την 9-3-1990 η παραπάνω περίληψη κατακύρωσης μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ την 11-1-1991 η ΕΚΤΕ εκτέλεσε την εν λόγω περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και απέβαλε από το ξενοδοχειακό συγκρότημα της ενάγουσας τον μισθωτή .... Με το 27552/29-7-1993 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Αριστείδη Δράγιου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η ΕΚΤΕ πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα το ξενοδοχειακό συγκρότημα αυτό στον ...

στον οποίο παρέδωσε και τη νομή του, αντί τιμήματος 622.000.000 δραχμών, από το οποίο ποσό 570.000.000 δραχμών καταβλήθηκε ήδη από της 23-7-1993 στην πωλήτρια, ενώ το υπόλοιπο τίμημα πιστώθηκε σε οκτώ ισόποσες τοκοχρεολυτικές δόσεις. Κατά του πλειστηριασμού αυτού άσκησε η ενάγουσα ανακοπή κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ, η οποία έγινε δεκτή με την 513/1997 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και ακυρώθηκε ο πλειστηριασμός του ακινήτου.

Το άνω ποσό των 570.000.000 δραχμών, που εισέπραξε η ΕΚΤΕ, το δάνειζε η ίδια και στη συνέχεια η εναγομένη Τράπεζα σε πελάτες της, με τους οποίους κατήρτιζε συμβάσεις δανείων, με τα επιτόκια που αναφέρονται λεπτομερώς στην αγωγή και με τρίμηνο συμφωνημένο ανατοκισμό και ότι έτσι, κατά το χρονικό διάστημα από την είσπραξη του άνω ποσού μέχρι το χρόνο της αγωγής, οφελήθηκε αρχικά η ΕΚΤΕ και στη συνέχεια η ιδία η εναγομένη, ως καθολική διάδοχος αυτής, από τους τόκους που της απέφερε ο άνω δανεισμός του ανωτέρω τιμήματος που εισπράχθηκε, το συνολικό ποσό των 2.033.468.000 δραχμών, κατά το οποίο η εναγομένη κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της ενάγουσας, από την εκμετάλλευση του ανωτέρω τιμήματος.

Ζήτησε δε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό,να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των δραχμών 2.033.468.000, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, προκύπτουν οι εξής έννομες σχέσεις μεταξύ ενάγουσας, υπερθεματίστριας ΕΚΤΕ (και ήδη της εναγομένης, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ΕΚΤΕ) και του τρίτου αγοραστή του εν λόγω ξενοδοχειακού συγκροτήματος (ακινήτου): 1) Μετά την επακολουθήσασα ακύρωση του πλειστηριασμού και συνακόλουθα και της προς καταβολή του πλειστηριάσματος απαιτήσεως, αναβιώνει αναδρομικά και έτσι παραμένει αλώβητη, σε όλη της την έκταση, και η απαίτηση της ενυπόθηκης δανείστριας Τράπεζας-υπερθεματίστριας, στην οποία έγινε ο καταλογισμός ("συμψηφισμός").

Αντίστοιχα η υπερθεματίστρια ΕΚΤΕ, η οποία σε εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από τον πλειστηριασμό κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δικαιούται, βάσει της απορρέουσας από το άρθρο 904 ΑΚ αρχής, ότι τα καταβληθέντα προς εκπλήρωση άκυρης σύμβασης αναζητούνται, να απαιτήσει την απόδοση τούτου με αγωγή κατά της ενάγουσας οφειλέτιδας, που το εισέπραξε ολόκληρο μέσω του αναφερόμενου καταλογισμού ("συμψηφισμού"),- αφού, κατά τα στην αγωγή, δεν αναγγέλθηκαν άλλοι δανειστές- η οποία (ενάγουσα) μετά την κήρυξη ακύρου του πλειστηριασμού δεν απαλλάσσεται από το χρέος της προς την υπερθεματίστρια-δανείστρια κατά το μέρος του που αποσβέσθηκε με τον προαναφερόμενο καταλογισμό ("συμψηφισμό"), σύμφωνα με το προεκτεθέν άρθρο 61 παρ.3 του ν.δ.

της 17-7-13-8-1923. Η ρύθμιση αυτή είναι σύμφωνη με εκείνη του άρθρου 1005 παρ.3 εδ. γ' ΚΠολΔ, κατά την οποία "αν ο πλειστηριασμός ακυρωθεί αναβιώνουν αυτοδικαίως οι υποθήκες και οι προσημειώσεις που εξαλείφθηκαν" και δεν είναι αντίθετη προς τη διάταξη του άρθρου 1018 ΚΠολΔ που ορίζει ότι "σε περίπτωση που ο πλειστηριασμός ακυρώθηκε και διενεργηθεί νέος η απαίτηση του υπερθεματιστή του πλειστηριασμού που ακυρώθηκε να αναλάβει το πλειστηρίασμα που διενεμήθηκε κατατάσσεται μετά τα έξοδα εκτέλεσης του νέου πλειστηριασμού...". (ΑΠ 1519/1999). 2) Μετά την τελεσίδικη ακύρωση του άνω πλειστηριασμού, κατέστησαν νομικά ελαττωματικές οι αναφερόμενες μεταβιβάσεις του πλειστηριασθέντος ακινήτου αρχικά προς την υπερθεματίστρια και τελικά προς τον ανωτέρω τρίτο, και συνακόλουθα η ενάγουσα κυρία τούτου θεωρείται ότι ουδέποτε απώλεσε αυτό κατά κυριότητα.

Δηλαδή είναι άκυρη η μεταβίβαση της κυριότητας του άνω ακινήτου στην υπερθεματίστρια εναγομένη Τράπεζα, όπως επίσης και η μεταβίβαση από την ίδια προς τον τρίτο ..., ο οποίος απέκτησε παρά μη κυρίου. Και οι δύο αυτές μεταβιβάσεις του αντικειμένου του πλουτισμού κατέστησαν, μετά την τελεσίδικη ακύρωση του πλειστηριασμού, αδικαιολόγητες, για αιτία που έληξε, και άρα η ενάγουσα είχε αξίωση κατά του τρίτου, τελικού λήπτη του πλουτισμού, στα χέρια του οποίου αυτός σώζεται, για απόδοση της νομής και κατοχής του ανωτέρω ξενοδοχειακού συγκροτήματος, που ενέμετο και κατείχε αυτός έκτοτε αδικαιολόγητα, καθώς και τυχόν άλλες αξιώσεις για απόδοση καρπών και άλλων ωφελημάτων κατά την ΑΚ 908.

Δεν έχει, όμως, αξίωση κατά της εναγομένης για απόδοση τόκων που εισέπραξε από την εκμετάλλευση του τιμήματος των 570.000.000 δραχμών με το δανεισμό του ποσού αυτού στους πελάτες της. Και τούτο διότι ο επικαλούμενος από την ενάγουσα αδικαιολόγητος πλουτισμός της εναγομένης δεν επήλθε αμέσως από τη δική της περιουσία, αλλά αμέσως από την περιουσία του τρίτου αγοραστή, στον οποίο ανήκε το χρηματικό τούτο ποσό κατά κυριότητα, που το κατέβαλε, επ'ονόματι και για δικό του λογαριασμό ως αγοραστής, στην ΕΚΤΕ (πωλήτρια).

Εντεύθεν έπεται ότι μόνον ο τρίτος αυτός δικαιούται να στραφεί κατά της εναγομένης κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. ΑΚ για την επιστροφή σ'αυτόν του αδικαιολογήτως τελικά καταβληθέντος τιμήματος και την απόδοση, τυχόν καρπών και άλλων ωφελημάτων σχετικών με το εν λόγω τίμημα.

Είναι, συνεπώς, η ένδικη αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο μη νόμιμη. Κατ΄ακολουθίαν τούτων, το Εφετείο που απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη δεν παραβίασε, με ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή, τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, αλλ΄ορθά τις ερμήνευσε και εφάρμοσε, ο δε περί του αντιθέτου, από τον αριθμό 1 της ΚΠολΔ 559, μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-11-2005 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ΑΙΓΙΝΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ Α.Ε." για αναίρεση της 6527/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ