Supreme Court allows appeal against one-sided judgment for examining inadmissible cassation ground.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a first-instance judgment that had erroneously examined an inadmissible cassation ground. The lower court incorrectly accepted a vague argument regarding interest calculation discrepancies, violating procedural rules that require specific grounds for cassation. Consequently, the Supreme Court declared the appeal admissible, remitted the case for retrial, and ordered the losing parties to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(5) and 576(2) of the Code of Civil Procedure; A cassation ground must be specific and determinate; if a lower court examines a vague ground, the appeal is admissible and the case must be remitted for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1772 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1772/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Γεώργιο Αυγέρη και Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", με τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Σ. Θ. του Χ., κατοίκου ... και 3) Ι. Θ. του Χ., κατοίκου .... Οι πρώτη και δεύτερη αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μπουτζέτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ ο τρίτος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2014 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6738/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 3190/2016 του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9-3-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν η αναιρεσείουσα και οι 1η και 2η αναιρεσίβλητες, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 681/24-9-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου ... Ε. Σ. αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 9/3/2017 ένδικης αίτησης αναίρεσης, με πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου περί ορισμού του Α-2 τμήματος ως αρμοδίου για την εκδίκαση αυτής, πράξη του Προέδρου του Α-2 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου της αίτησης την 28/9/2020, από την οποία αναβλήθηκε από το πινάκιο για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (28-2-2022), και κλήση για συζήτησή της στη δικάσιμο της 28/9/2020, επιδόθηκε με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στον τρίτο αναιρεσίβλητο. Όμως ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε στην μετ' αναβολή αυτή δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο και γι' αυτό, αφού κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την αρχική δικάσιμο και η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο ισχύει ως κλήτευση στην νέα δικάσιμο για όλους τους διαδίκους, θα πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 και 226 παρ. 4 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 3190 /2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...ς, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 6738/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου ...ς, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 17/3/2014 ανακοπή των αναιρεσιβλήτων κατά της αναιρεσείουσας . Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι, που στρέφονται κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 245/2016, ΑΠ 1652/2014), ώστε να μπορεί ο μεν καθ' ού η ανακοπή να αμυνθεί κατ' αυτής, το δε δικαστήριο να κρίνει για την νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι λόγω αοριστίας (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 999/2019).
Μόνο το περιεχόμενο της ανακοπής και εκείνο των τυχόν ασκηθέντων πρόσθετων λόγων της οριοθετεί το αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής και δεν επιτρέπεται συμπλήρωση ή μεταβολή της ιστορικής βάσης των λόγων της ανακοπής με τις προτάσεις ή την έφεση (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1/2017, ΑΠ 991/2007, ΑΠ 339/2006), βάσει δε της ισχύουσας και στη δίκη της ανακοπής αρχής της συζητήσεως, το δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της διαταγής πληρωμής, που δεν προτάθηκαν παραδεκτά με κύριο ή πρόσθετο λόγο ανακοπής (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 370/2012).
Με την ανακοπή από το ανωτέρω άρθρο ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 259/2002).
Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαιτήσεως, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξιώσεως και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση, που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 911/2005).
Αν στην ανακοπή σωρεύονται περισσότεροι από ένας λόγοι, καθένας απ` αυτούς με διαφορετική πραγματική και νομική βάση συνιστά ιδιαίτερη ανακοπή, οπότε υπάρχει αντικειμενική σώρευση ανακοπών κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 218 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1943/2017). Ειδικότερα, σε περίπτωση διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, το οποίο είτε αναγνωρίστηκε από τον πιστούχο είτε προκύπτει από απόσπασμα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, που χορήγησε την πίστωση, ο ανακόπτων πιστούχος ή και εγγυητής της πίστωσης έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια, που περιέχονται στον λογαριασμό αυτό, με την ανακοπή κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, στην περίπτωση δε αυτή φέρει και το βάρος των σχετικών αντίθετων ισχυρισμών του, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να καταστούν αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 916/2002).
Για το ορισμένο του λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ` ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 696/2021, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 2210/2013), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος, ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013).
Εξάλλου με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-2-1998 "σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη", το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες.
Ο κανόνας αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ υπ` αρ. Ζ1-178/13.2.2001 των υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 255 Β/9.3.2001) και την ΥΑ υπ` αρ. Ζ1-798/25.6.2008 του υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 1353 Β/11.7.2008), από τις οποίες η πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη, στην παρ.1 περ.
στ` της οποίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου, που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους, αφορά σε συμβάσεις στεγαστικών δανείων (ΑΠ 1331/2012). Στη συνέχεια, εκδόθηκε η Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23-4-2008 "για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου", με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017), σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, "η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου".
Όσον αφορά στο πεδίο εφαρμογής της, στο άρθρο 2 της ανωτέρω ΚΥΑ ορίζεται, ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης, πλην όμως ρητά εξαιρούνται πολλές συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και "οι συμβάσεις πίστωσης, που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των 200 ευρώ ή μεγαλύτερο των 75.000 ευρώ", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3, στο οποίο αναφέρονται οι ορισμοί, που ισχύουν για την εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ, ως "καταναλωτής" θεωρείται "κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα απόφαση, επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητά του".
Εξάλλου, με το άρθρο 24 αυτής, καταργήθηκε από την έναρξης ισχύος της η κοινή υπουργική απόφαση Φ1983/1991 (ΦΕΚ 172 Β`), όπως τροποποιήθηκε από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις Φ15353/1994 (ΦΕΚ 947 Β`) και Ζ1-178/2001 (ΦΕΚ 255 Β`). Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι και η ανωτέρω ΚΥΑ αφορά μόνον καταναλωτικά δάνεια, με την προϋπόθεση μάλιστα οι σχετικές δικαιοπραξίες να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής αυτής, και όχι επαγγελματικά, όπως είναι σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό (ΑΠ 368/2019).
Περαιτέρω, όμως, ο τυχόν περιλάμβανόμενος στην σύμβαση ανωτέρω Γ.Ο.Σ. που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας του άρθρου 2 παρ.1 και 2 Ν.2251/1994, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης καταναλωτής, να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά τη σχέση παροχής και αντιπαροχής.
Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει τη δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ.3 ΑΚ.
Η δανείστρια τράπεζα διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ` απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο οποίο όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος πλέον - όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών - για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1, 3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας, ιδίως στη σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών.
Άλλωστε το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ` επιταγή της προαναφερόμενης κοινοτικής οδηγίας 2008/48/Ε.Κ., που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ ΖΙ-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017) στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει τη σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ` αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019).
Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 3 παρ.1 ν. 2842/2000 (περί αντικατάστασης της δραχμής με το ευρώ), σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (Athibor) αντικαθίσταται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο Euribor, στο οποίο λαμβάνονται υπόψη ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος 360 ημερών προσαρμοζόμενο κατά το λόγο 365 προς 360, αλλά ούτε και από την υπ` αριθμό 30/14-2-2000 (ΦΕΚ Α` 43/2000) πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής σχετικά με τις υποχρεωτικές καταθέσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, αφού οι ανωτέρω διατάξεις δεν αφορούν τις σχέσεις μεταξύ τραπεζών και δανειοληπτών, οι οποίοι έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 του ν. 2251/1994, και, συνεπώς, είναι άσχετες με την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών ως ασθενέστερων διαπραγματευτικά μερών στο πλαίσιο των συναλλαγών τους με τις τράπεζες, δεδομένου ότι η πρώτη από τις ως άνω διατάξεις αναφέρεται στο επιτόκιο Euribor, το οποίο αποτελεί το μέσο όρο των επιτοκίων του διατραπεζικού δανεισμού στον χώρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαπιστώνεται ημερησίως από την ΕΚΤ επί τη βάσει των ανακοινώσεων επιλεγμένων τραπεζών, ενώ η δεύτερη αναφέρεται στις υποχρεωτικές καταθέσεις των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων στην Τράπεζα της Ελλάδας, καταργώντας τη μέχρι τότε διάκριση μεταξύ εντόκου και ατόκου τμήματος των εν λόγω καταθέσεων, και όρισε ότι το επιτόκιο θα καθορίζεται με πράξη του Συμβουλίου Νομισματικής Πολιτικής, οι δε τόκοι θα λογίζονται με βάση το έτος των 360 ημερών και θα καταβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος στις καταθέτριες τράπεζες τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα μετά το τέλος εκάστης περιόδου τήρησης (ΑΠ 368/2019).
Σημειωτέον, πάντως, ότι η ευδοκίμηση, εν όλω η εν μέρει, του σχετικού λόγου της ανακοπής επιφέρει, όπως ήδη εκτέθηκε, μόνο τη μερική ακύρωση της διαταγής πληρωμής και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που η ακυρότητα του ΓΟΣ μειώνει το τελικό ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 753/1995). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με το λόγο του άρθρου 559 αρ. 8 του ίδιου Κώδικα. "Πράγματα", κατά την έννοια των άνω διατάξεων, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1510/2021).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και γι' αυτό το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, αφού εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες ισχυρισμούς (ΑΠ 846/2017, ΑΠ 177/2014, ΑΠ 898/2009). Έτσι, "πράγματα", κατά την έννοια της ως άνω διάταξης αποτελούν και οι λόγοι ανακοπής (ενστάσεις) κατά διαταγής πληρωμής (ΑΠ 387/2020, ΑΠ 1627/2014, ΑΠ 1627/2014, ΑΠ 1630/2008).
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός (λόγος ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής) είναι μη νόμιμος, αόριστος, απαράδεκτος ή αλυσιτελής, διότι το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 368/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν κατά της αναιρεσείουσας στο Ειρηνοδικείο ... την από ... ανακοπή τους, με την οποία ζήτησαν να ακυρωθεί η εναντίον τους εκδοθείσα υπ' αριθμ. ... διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία διατάχθηκαν να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 7.227, 06 ευρώ, με βάση την από 18/06/2007 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό α) γιατί οι αναφερόμενοι στην ανακοπή έξι Γενικοί Όροι Συναλλαγών (ΓΟΣ) της σύμβασης είναι άκυροι, β) γιατί η ακυρότητα αυτή επιφέρει και την ακυρότητα όλης της σύμβασης, επειδή η αναιρεσείουσα δεν θα επιχειρούσε την σύναψή της χωρίς το άκυρο αυτό μέρος της και γ) γιατί η αναιρεσείουσα ασκεί καταχρηστικά το δικαίωμά της για καταγγελία της σύμβασης.
Το Ειρηνοδικείο ...ς ερεύνησε μόνο τον πρώτο λόγο ανακοπής, καθό μέρος προβλήθηκε με αυτόν, ότι είναι άκυρος ο υπ' αριθμ. 3.4 ΓΟΣ της σύμβασης, που ορίζει ότι οι τόκοι της πίστωσης υπολογίζονται τοκαριθμικά επί του εκάστοτε ημερησίως χρεωστικού υπολοίπου με βάση έτος 360 ημερών, και αφού απέρριψε τον νομίμως προβληθέντα από την καθ'ης η ανακοπή- αναιρεσείουσα ισχυρισμό της ότι όλοι οι λόγοι ανακοπής, με τους οποίους γίνεται επίκληση ακυρότητας ΓΟΣ της σύμβασης, είναι αόριστοι και γι' αυτό απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, γιατί δεν προσδιορίζονται σε αυτούς τα ειδικότερα ποσά, που υποχρεώθηκαν να καταβάλουν οι αναιρεσίβλητοι στην αναιρεσείουσα με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής με βάση αυτούς και έκρινε παραδεκτό και νόμιμο το λόγο αυτό, ακολούθως τον έκανε δεκτό και κατ' ουσίαν και ακύρωσε την διαταγή πληρωμής.
Η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής, παραπονούμενη και για την κρίση της απόφασης ότι είναι ορισμένος ο εξετασθείς λόγος ανακοπής, εκδόθηκε δε επ' αυτής η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της από 18-8-2007 σύμβασης πίστωσης, με ανοιχτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της καθής (ήδη αναιρεσείουσας) και της πρώτης των ανακοπτόντων ΕΠΕ με την επωνυμία "..." (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης), χορηγήθηκε στην τελευταία πίστωση μέχρι του ποσού των 60.000 ευρώ, πλέον τόκων, προμηθειών και εξόδων.
Στη σύμβαση αυτή εγγυήθηκαν η δεύτερη και ο τρίτος των ανακοπτόντων(ήδη δεύτερη και τρίτος των αναιρεσιβλήτων). Η πρώτη ανακόπτουσα έκανε χρήση της πιστώσεως, για την εξυπηρέτηση της οποίας τηρήθηκε ο με αριθμό ... λογαριασμός που εμφάνισε συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο ποσού 7.227, 06 ΕΥΡΩ, ευρώ. Η καθ' ης η ανακοπή προχώρησε στο κλείσιμο του ανωτέρω λογαριασμού και στην καταγγελία της σχετικής σύμβασης πιστώσεως.
Μετά το κλείσιμο του λογαριασμού και τη γνωστοποίηση του καταλοίπου της οφειλής, εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της καθ' ης εναντίον των ανακοπτόντων η με αριθμό ... διαταγή πληρωμής του δικαστή του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία οι ανακόπτοντες υποχρεώθηκαν να καταβάλλουν στην καθ' η, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 7.227, 06 ευρώ, έντοκα με το συμβατικό επιτόκιο από 1-7-2012 και με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας (....
επιτόκιο το οποίο ισούται με το εκάστοτε ισχύον συνολικό συμβατικό επιτόκιο προσαυξημένο κατά δυόμισι εκατοστιαίες μονάδες) από την επομένη του οριστικού κλεισίματος της πίστωσης και του λογαριασμού (28-2-2013), μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, με εξαμηνιαίο ανατοκισμό των τόκων μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, καθώς και 141 ευρώ για δικαστική δαπάνη έκδοσης της παρούσης(ενν.
διαταγής πληρωμής). Από το περιεχόμενο της ανωτέρω συμβάσεως προκύπτει ότι πρόκειται για έντυπη τυποποιημένη σύμβαση προσχώρησης, η οποία απευθύνεται στο ευρύ καταναλωτικό κοινό και δεν σχεδιάστηκε συγκεκριμένα για τον (ενν. την) πιστούχο-1ο ανακόπτοντα (ενν. 1η ανακόπτουσα), με προδιατυπωμένους όρους που αποδεικνύουν την εξουσιαστική θέση της πιστοδότριας τράπεζας και τη μη δυνατότητα διαπραγμάτευσης εκ μέρους του πιστούχου-1ου ανακόπτοντα.
Μεταξύ των προδιατυπωμένων όρων της επίδικης σύμβαση είναι και ο όρος για τον υπολογισμό του τόκου με βάση έτος 360 ημερών (όρος 3.4 τελ. εδαφ.), του οποίου έκανε χρήση η καθής με αποτέλεσμα την υπερχρέωση της ένδικης οφειλής των ανακοπτόντων με τόκο προσαυξημένο κατά 1, 3889%. Οι ανακόπτοντες, με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του(ς) ισχυρίστηκαν ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη, διότι η σύμβαση παροχής πίστωσης, με βάση την οποία εκδόθηκε, περιέχει προδιατυπωμένους καταχρηστικούς και συνεπώς άκυρους όρους μεταξύ των οποίων, του εκτοκισμού του λογαριασμού βάσει έτους 360 ημερών αντί 365 ημερών.
Ο λόγος αυτός είναι παραδεκτός δεδομένου ότι, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω στο σκεπτικό ... άπαντες οι ανακόπτοντες έχουν την ιδιότητα του καταναλωτή, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της καθ' ής, οι δε διατάξεις του νόμου 2251/1994 εφαρμόζονται και στις τραπεζικές συμβάσεις .....
είναι δε ορισμένος και νόμιμος, ερειδόμενος στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ, 8 και 7 του Ν. 2251/1994 και 281 ΑΚ., απορριπτόμενου του πρωτοδίκως προβληθέντος ισχυρισμού της καθ'ης, τον οποίο επαναφέρει με λόγο της έφεσης της, περί αοριστίας, αφού για το ορισμένο του λόγου αυτού δεν απαιτείται να προσδιορίσει και το ύψος στο οποίο θα ανερχόταν η απαίτηση, αν αυτή ήταν εκκαθαρισμένη, καθώς το βάρος της συνδρομής των θετικών και αρνητικών προϋποθέσεων έκδοσης διαταγής πληρωμής φέρει ο δανειστής.
Περαιτέρω ο λόγος αυτός της ανακοπής αποδεικνύεται και βάσιμος, αφού ο ως άνω τρόπος υπολογισμού των τόκων, τον οποίο δεν αμφισβητεί η καθ' ης, συναγόμενης ως προς τούτο ομολογίας της (άρθρο 261 ΚΠολΔ), σύμφωνα με ότι αναφέρθηκε στη μείζονα σκέψη είναι μη νόμιμος, αφού όλες οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις αποπληρωμής έχουν επιβαρυνθεί εν μέρει με αθέμιτα ποσά τόκων καθώς ο ως άνω όρος είναι καταχρηστικός, αδιαφανής και δημιουργεί πρόσθετη επιβάρυνση σε βάρος του καταναλωτή και συνακόλουθα άκυρος, γιατί, με το να προβλέπει ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην απορρέουσα από το άρθρο 2 παρ. 6 του νόμου 2251/1994 αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωση του αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως όσον αφορά στη σχέση παροχής και αντιπαροχής, αλλά και στην ενσωματωθείσα στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ 21-178/13.2.2001 (ΦΕΚ Β' 255/8.3.2011) κοινοτική οδηγία 98/71 ΕΚ κατ' επιταγή της οποίας εφαρμόζεται στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, το έτος 365 ημερών.
Συνεπώς, όλα τα κονδύλια χρεωστικών τόκων τα οποία έχουν καταχωρηθεί στο παραπάνω λογαριασμό και, που λήφθηκαν υπόψιν για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, διαμορφώθηκαν μη νόμιμα, κατ' εφαρμογή του άκυρου αυτού ΓΟΣ της επίμαχης σύμβασης, γεγονός που επέδρασε στη διαμόρφωση του τελικά οφειλόμενου ποσού και συνεπώς η απαίτηση αυτή της καθ' ης, δεν είναι εκκαθαρισμένη και συνεπάγεται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα.
Εξάλλου, από τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, βάσει των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, είναι ανέφικτο να προκύψει με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς σε ποιο ποσό ανέρχονται οι επιπλέον τόκοι, με τους οποίους επιβαρύνθηκε η επίδικη απαίτηση λόγω του ως άνω παράνομου υπολογισμού και ανατοκισμού τους.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε την ανακοπή, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου της ανακοπής έκρινε ότι δεν ήταν νόμιμος ο ως άνω τρόπος υπολογισμού των τόκων με βάση έτος 360 ημερών, και στη συνέχεια τον δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμο με την αιτιολογία ότι είχε καταστεί κατά αυτόν τον τρόπο ανεκκαθάριστη η απαίτηση, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και επομένως ο μοναδικός λόγος της έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, με το μοναδικό λόγο της οποίας αυτή επανέφερε ενώπιόν του και τον ισχυρισμό της περί αοριστίας του πιο πάνω ερευνηθέντος λόγου της ανακοπής, επικυρώνοντας την ομοίως κρίνασα απόφαση του Ειρηνοδικείου ....
Έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεχόμενο ότι ο παραπάνω λόγος ανακοπής, που ερευνήθηκε και έγινε δεκτός, ήταν ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός, υπέπεσε στην από τον αρ. 5 περ. α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον ο λόγος αυτός της ανακοπής ήταν αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ανακοπής, δεν προσδιορίζεται σε αυτόν το ποσό κατά το οποίο επιβαρύνθηκαν οι αναιρεσίβλητοι με τον υπολογισμό τόκων με βάση έτος 360 ημερών σε σχέση με τον υπολογισμό με βάση έτος 365 ημερών και το οποίο υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις προπαρατιθέμενες νομικές σκέψεις, η ευδοκίμηση του σχετικού λόγου της ανακοπής (ενστάσεως) επάγεται μερική μόνο κατάλυση της οφειλής και, συνακόλουθα, ανάλογο θα είναι και το αποτέλεσμα ως προς την ανακοπείσα διαταγή πληρωμής, δηλαδή μερική θα είναι και η ακύρωση της τελευταίας, αφού κανένας λόγος, νομικός ή άλλος, δεν επιβάλλει την καθολική ακύρωσή της, το ποσό δε αυτό οι αναιρεσίβλητοι είχαν το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως και όχι η αναιρεσείουσα.
Κατά συνέπεια, το εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη και εξέτασε κατ' ουσίαν τον αόριστο και γι' αυτό απαράδεκτο ανωτέρω λόγο ανακοπής, ο οποίος εξομοιώνεται με μη προταθέντα λόγο, και επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, κατά την νοηματική εκτίμηση του λόγου, την από το άρθρο 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι βάσιμος.
Επομένως, χωρίς να ερευνηθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης, η εξέταση των οποίων παρέλκει γιατί καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού, που κρίθηκε βάσιμος, θα πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ. Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 Κ ΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3190/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ....
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου, που εξέδωσε την απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα .Και -
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ