1772/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1772/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): γ και δ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ίδιου κώδικα), πρέπει οι αναιρεσίβλητοι να δικασθούν ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ., ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1772 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1772/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης) με την επωνυμία "Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, Περιφερειακή Ενότητα Πέλλας" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Πέλλας", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρασκευή Ρέτζιου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Κ. του Α., κατοίκου ... 2) Χ. Φ. του Ν. και 3) Ε. Χ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2010 του ίδιου δικαστηρίου και 78/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-2-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 1-3-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την ... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Έδεσσας Μ. Μ. και τις ... και ... όμοιες της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Γιαννιτσών Χ. Ο., τις οποίες προσκομίζει το επισπεύδον τη συζήτηση της υπόθεσης αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση από 10-2-2014 αίτησης για αναίρεση της 78/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο της 15-3-2016, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (1-11-2016), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους.
Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την τελευταία αυτή νόμιμη δικάσιμο της υπόθεσης, οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν ούτε εκπροσωπήθηκαν νομίμως από πληρεξούσιο δικηγόρο. Εφόσον δε η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο κατά τη μετ' αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 εδ.
γ και δ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ίδιου κώδικα), πρέπει οι αναιρεσίβλητοι να δικασθούν ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ., ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 (ή 560) αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 25/2008). Εξ άλλου για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης, ενώ οι φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζονται από το ουσιαστικό δίκαιο (Α.Π. 649/2017).
Περαιτέρω με το άρθρο 1 του π.δ. 30/1996 με τον τίτλο "Κώδικας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης", με το οποίο κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι ισχύουσες για τη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση διατάξεις (ν. 2218/1994, 2240/1994, 2284/1995, 2307/1995 κ.λπ.), ορίστηκαν τα εξής: "1. Συνιστώνται, ως δεύτερη βαθμίδα οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις (Ν.Α.). 2.
Οι Ν.Α. είναι αυτοδιοικούμενα κατά τόπο νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.3. Οι Ν.Α. έχουν προορισμό την οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη της περιφέρειάς τους". Με τα άρθρα 104 παρ. 1 εδ. α και 115 του ίδιου κώδικα τα νομαρχιακά συμβούλια υποχρεώθηκαν, μέσα σε προθεσμία δώδεκα μηνών από την έναρξη λειτουργίας της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης, να καταρτίσουν τον εσωτερικό οργανισμό οργάνωσης και λειτουργίας αυτής, με τον οποίο καθορίζονται οι υπηρεσιακές μονάδες της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης, η διάρθρωση αυτών σε οργανικές μονάδες, ο τίτλος, οι αρμοδιότητες κάθε μονάδας, τα όργανα και η διαδικασία πρόσληψης προσωπικού κ.λπ.
Τέλος κατά το άρθρο 8 παρ. 1 και 2 του ίδιου κώδικα: "1. Η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων νομαρχιακού επιπέδου ανήκει στις Ν.Α. Στις Ν.Α. περιέρχονται όλες οι σχετικές αρμοδιότητες των Νομαρχών και των νομαρχιακών υπηρεσιών, με εξαίρεση τις αρμοδιότητες σε θέματα δημόσιας περιουσίας και τις αρμοδιότητες: α.
Των Υπουργείων Εθνικής Άμυνας, Εξωτερικών, Οικονομικών και Δικαιοσύνης. β. Της εποπτείας των Ο.Τ.Α. πρώτου βαθμού του Υπουργείου Εσωτερικών. γ. Της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας. δ. Των Συνοριακών Σταθμών Υγειονομικού Κτηνιατρικού Ελέγχου (Σ.Υ.Κ.Ε.) του Υπουργείου Γεωργίας. 2.
Οι αρμοδιότητες της προηγούμενης παραγράφου αρχίζουν να ασκούνται από τα όργανα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως των εσωτερικών οργανισμών οργάνωσης και λειτουργίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 104 και 115, με εξαίρεση τις αρμοδιότητες των διατάξεων για το "Δημοκρατικό Προγραμματισμό" του άρθρου 22 παρ. 1 και των άρθρων 70 έως 74 του ν. 1622/1986 (ΦΕΚ 92 Α'), οι οποίες ασκούνται από τα όργανα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης από την, κατά το άρθρο 115 παρ. 23, έναρξη λειτουργίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων".
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 26-6-2009 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσελήφθησαν και παρείχαν τις υπηρεσίες τους στο πρώτο εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Πέλλας", του οποίου καθολικός διάδοχος είναι το ήδη αναιρεσείον, ως ηλεκτρολόγος-μηχανικός, ως διοικητικός-λογιστικός υπάλληλος και ως καθαρίστρια αντίστοιχα, αμειβόμενοι με το μισθολόγιο του προσωπικού δημόσιας διοίκησης και ότι το πρώτο εναγόμενο, καθώς και το δεύτερο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (από 1-1-2007 μέχρι 30-6-2009) δεν τους κατέβαλαν την ειδική παροχή του άρθρου 14 ν. 3016/2002 αλλά μέρος μόνο αυτής κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, αφού η παροχή αυτή χορηγήθηκε με πληθώρα υπουργικών αποφάσεων σε ευρείες κατηγορίες μισθωτών του Ελληνικού Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
Ζήτησαν δε να υποχρεωθούν τα εναγόμενα να τους καταβάλουν εις ολόκληρον τις οφειλόμενες διαφορές ποσών 5.280, 5.280 και 2.112 ευρώ αντίστοιχα νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Ενόψει του προεκτεθέντος περιεχομένου της αγωγής το πρώτο εναγόμενο νομιμοποιείται παθητικώς για την άσκησή της, αφού με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν οι ενάγοντες δεν ήταν εργαζόμενοι του δευτέρου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου αλλά του πρώτου, στο οποίο κατά το άρθρο 8 παρ. 1 π.δ. 30/1996 έχουν περιέλθει όλες οι σχετικές αρμοδιότητες των νομαρχιακών υπηρεσιών, πλην των αναφερομένων στο άρθρο αυτό εξαιρέσεων, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται οι ενάγοντες.
Τούτο δεν αναιρείται εκ του ότι με βάση τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 π.δ. 402/2001 η μισθοδοσία του προσωπικού των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων καταβάλλεται μέσω των οικείων Δ.Ο.Υ. και σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αφού από το λόγο αυτό και μόνο το Ελληνικό Δημόσιο δεν καθίσταται εργοδότης του προσωπικού των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων.
Συνεπώς το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση, την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ.
α Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, δεδομένου ότι αν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι' αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας κατ' αρχήν δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσης αυτής ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της διοίκησης.
Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας είτε όταν η υποχρέωση της διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.
Εξ άλλου με τις διατάξεις του ν. 2738/1999 (κεφάλαιο Α) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη δημόσια διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων τους οποίους αφορά, για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.
Με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 13 με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" ορίζονται τα εξής: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το ν. 3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" και ειδικότερα με το άρθρο 14 του νόμου αυτού με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" ορίσθηκαν τα εξής: "1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α') και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή.
β) Οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης. γ) Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. 5... 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος υπουργός δεν είχαν υποχρέωση αλλ' απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.
Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση επίσης της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.
Δηλαδή προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 14 του ν. 3016/20002 και του σκοπού της ρύθμισης (που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων) να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.
Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή μικρότερη από το ποσό αυτό (των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ) ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις μόνο η διαφορά έως το ποσό αυτό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και πάντως δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση αυτής σε υπαλλήλους οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ (Ολ.
Σ.τ.Ε. 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.
Αν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης, θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ' αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις.
Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "Μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α') και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του".
Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτό, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α') ως ειδική παροχή...
διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του παρόντος νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31-12-2003, δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".
Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, για να μη χειροτερεύσει από την 1-1-2004 η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι τις 31-12-2003 την ειδική παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημίωσης ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.
Πρέπει να σημειωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, του Ελληνικού Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα υπουργεία, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών.
Ειδικότερα, όσον αφορά τους υπαλλήλους των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων με την 2/47883/0022/16-9-2002 (ΦΕΚ Β' 1202) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 14 ν. 3016/2002, και ειδικότερα με τις παρ. 1 και 2 της απόφασης αυτής ορίστηκε ότι: "1.
Χορηγείται μηνιαία ειδική παροχή στους υπαλλήλους των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, που δεν είναι δικαιούχοι άλλου αντίστοιχου ή μεγαλύτερου ποσού από επίδομα ή αποζημίωση από ειδικό λογαριασμό άλλου φορέα, με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων της αριθμ. 50908/31-7-2002 ΚΥΑ, μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997. 2.
Το ύψος της ειδικής παροχής είναι ισόποσο με τη διαφορά του επιδόματος των 50 ευρώ της παρ. 5 του άρθρου 30 του ν. 2768/99, το οποίο εξακολουθεί να καταβάλλεται, με το ποσό των 176 ευρώ και χορηγείται κατά το ήμισυ (50%) από 1-1-2002 και το σύνολο αυτής (100%), από 1-7-2002". Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3336/2005, το οποίο φέρει τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" και ορίζει ότι: "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.
και Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ ως προσωπικής διαφοράς σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε υπηρεσίες στις οποίες διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγησή της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις υπηρεσίες αυτές δεν την δικαιούνται από 1-1-2005 με βάση την αρχή της ισότητας διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (Ολ.
Α.Π. 16 και 17/2015). Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Οι ενάγοντες... εργάζονται με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην πρώτη εναγομένη... και υπηρετούν στη διεύθυνση μεταφορών και επικοινωνιών αυτής.
Ειδικότερα ο πρώτος ενάγων Φ. Κ. ανήκει στον κλάδο ΤΕ ηλεκτρολόγων - μηχανικών και εργάζεται με πλήρη απασχόληση στο Κέντρο Τεχνικού Ελέγχου Οχημάτων (Κ.Τ.Ε.Ο.) Περιφερειακής Ενότητας Πέλλας της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, ο δεύτερος ενάγων Χ. Φ. ανήκει στον κλάδο ΔΕ διοικητικού - λογιστικού και εργάζεται με πλήρη απασχόληση στο ίδιο ως άνω Κ.Τ.Ε.Ο.
και η τρίτη ενάγουσα Ε. Χ. ανήκει στον κλάδο ΥΕ καθαριστριών και εργάζεται με μερική απασχόληση τριών (3) ωρών ημερησίως στο Τμήμα Συγκοινωνιών Γιαννιτσών, οι δε αποδοχές τους καθορίζονται με βάση το ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων, όπως καθιερώθηκε και ισχύει από 1-1-1997 με το ν. 2470/1997 και από 1-1-2004 και εξής με το ν. 3205/2003.
Σύμφωνα με τα παραπάνω οι ενάγοντες... συνδέονται με συμβάσεις εργασίας με την πρώτη εναγομένη... η οποία είναι αυτοδιοικούμενο κατά τόπο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και στην οποία ανήκει η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων νομαρχιακού επιπέδου, περιήλθαν δε σ' αυτή όλες οι σχετικές αρμοδιότητες του νομάρχη και των νομαρχιακών υπηρεσιών, με τις αναφερόμενες στο άρθρο 8 παρ. 1 και 2 του π.δ/τος 30/1996 εξαιρέσεις.
Επομένως... η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση (και ήδη Περιφερειακή Ενότητα Πέλλας) νομιμοποιείται παθητικώς. Περαιτέρω... η επίδικη χρηματική παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 μέχρι 30-6-2002 και 176 ευρώ μηνιαίως από 1-7-2002, η οποία χορηγήθηκε με τις εκδοθείσες κατ' εξουσιοδότηση του ν. 3016/2002 κοινές υπουργικές αποφάσεις σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, σε πλείστες κατηγορίες της δημόσιας διοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς οποιαδήποτε συνάρτηση με το είδος ή το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, έχει προσλάβει λόγω της εν γένει κανονιστικής αντιμετώπισής της χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, το μισθό όλων ανεξαιρέτως των υπαλλήλων του Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης...
Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-1-2007 μέχρι 30-6-2009, κατά το οποίο οι ενάγοντες προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στην εναγομένη... η τελευταία δεν τους κατέβαλε την ειδική μηνιαία παροχή που χορηγήθηκε με την... εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002 ΚΥΑ 2/47883/0022/16-9-2002, ποσού για μεν τους δύο πρώτους των εναγόντων 176 ευρώ, για δε την τρίτη ενάγουσα, ποσού 70,40 ευρώ (υπολογιζόμενο με βάση την μερική τρίωρη ημερήσια απασχόλησή της), διότι οι ενάγοντες ελάμβαναν κατά το ένδικο χρονικό διάστημα αφενός το επίδομα ειδικής απασχόλησης, ποσού 50 ευρώ για τους δύο πρώτους των εναγόντων και 20 ευρώ για την τρίτη ενάγουσα (λόγω της μερικής απασχόλησής της), το οποίο είχε χορηγηθεί από 1-1-2000 με το άρθρο 30 παρ. 5 του ν. 2768/1999 σε όλους τους υπαλλήλους που κατέχουν οργανικές θέσεις και υπηρετούν στις νομαρχιακές αυτοδιοικήσεις και διατηρήθηκε με το άρθρο 8 παρ.
Α17 του ν. 3205/2003 και μετά την 1-1-2004 και το οποίο αφαιρείτο από τη μηνιαία ειδική παροχή κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 2 της ως άνω ΚΥΑ 2/47883/0022/16-9-2002 και αφετέρου (ελάμβαναν) τη μηνιαία ειδική κατ' αποκοπή αμοιβή, ως εκτελούντες το βοηθητικό έργο των εξετάσεων των υποψηφίων οδηγών μετά τη λήξη του κανονικού ωραρίου εργασίας των υπηρεσιών, που χορηγήθηκε με την ΚΥΑ 2/81283/0022/1999, όπως αυτή αναπροσαρμόστηκε...
στους υπαλλήλους του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων που εκτελούν το άνω έργο και η οποία συμψηφιζόταν με τη μηνιαία ειδική παροχή κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 4 της ίδιας ως άνω ΚΥΑ (2/47883/0022/16-9-2002). Πλην όμως το γεγονός ότι οι ενάγοντες ελάμβαναν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (και εξακολουθούν να λαμβάνουν), πέραν των τακτικών τους αποδοχών, το επίδομα ειδικής απασχόλησης του άρθρου 30 παρ. 5 του ν. 2768/1999 και ήδη του άρθρου 8 παρ.
Α 17 του ν. 3205/2003, δεν αναιρεί το δικαίωμα αυτών προς λήψη της επίδικης παροχής, αφού το εν λόγω επίδομα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας τους, ενώ η επίδικη ειδική παροχή αποτελεί... γενική προσαύξηση μισθού, η οποία απονέμεται σε όλους τους υπαλλήλους, χωρίς διάκριση χαμηλόμισθων και μη και συνακόλουθα οι δύο παροχές είναι ανεπίδεκτες συμψηφισμού και αλληλοκαλύψεως κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 παρ. 2 του ν. 3016/2002...
Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα οδηγούσε στο άτοπο αποτέλεσμα οι υπάλληλοι που λόγω της φύσεως της εργασίας τους πρέπει να λάβουν υψηλότερες αποδοχές από υπαλλήλους διαφορετικών υπηρεσιών, τελικώς να εξισώνονται μισθολογικά με αυτούς και να λαμβάνουν ίδιες αποδοχές για εντελώς διαφορετική εργασία.
Έτσι η προβλεπόμενη από το άρθρο 2 της ΚΥΑ 2/47883/2002 αφαίρεση του επιδόματος ειδικής απασχόλησης από την ένδικη παροχή των 176 ευρώ, εισάγει άνιση μεταχείριση των εναγόντων, ως υπαλλήλων νομαρχιακής αυτοδιοίκησης, έναντι των υπολοίπων δημοσίων υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου στους οποίους χορηγείται ολόκληρο το ποσό των 176 ευρώ, αφού κατά τον τρόπο αυτό εισάγεται αδικαιολόγητη εξαίρεση των εναγόντων από το γενικό κανόνα της προσαύξησης των αποδοχών του συνόλου σχεδόν των ως άνω υπαλλήλων.
Ούτε όμως αναιρείται το ως άνω δικαίωμα των εναγόντων προς λήψη της ένδικης παροχής από το ότι αυτοί ελάμβαναν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (και εξακολουθούν να λαμβάνουν) τη μηνιαία ειδική αμοιβή για την εκτέλεση του βοηθητικού έργου των εξετάσεων των υποψηφίων οδηγών, η οποία αποτελεί κατ' αποκοπή υπερωριακή αμοιβή, ενόψει του ότι το εν λόγω έργο πραγματοποιείται μετά τη λήξη του κανονικού ωραρίου των υπηρεσιών και δεν καταβάλλεται σ' αυτούς καμία άλλη παροχή για υπερωριακή απασχόληση.
Λόγω της φύσεως επομένως των ως άνω παροχών (γενική μισθολογική παροχή για εργασία εντός του νομίμου ωραρίου η πρώτη - υπερωριακή αμοιβή η δεύτερη) ο προβλεπόμενος με το άρθρο 4 της ίδιας ως άνω ΚΥΑ 2/47883/2002 συμψηφισμός αυτών εισάγει άνιση μεταχείριση των εναγόντων, ως υπερωριακώς απασχολουμένων υπαλλήλων, έναντι των λοιπόν συναδέλφων τους...
Και τούτο διότι στους πρώτους δεν χορηγείται η γενική μισθολογική παροχή με μόνο κριτήριο ότι προσφέρουν αμειβόμενη υπερωριακή εργασία, κριτήριο όμως το οποίο δεν είναι αντικειμενικό, διότι δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ουσιαστικό περιεχόμενο της ρύθμισης, αφού οι παροχές αυτές χορηγούνται για διαφορετικές μη συνδεόμενες μεταξύ τους αιτίες.
Πρόκειται επομένως για αδικαιολόγητη εξαίρεση των ως άνω υπερωριακώς απασχολουμένων υπαλλήλων από το γενικό κανόνα της προσαύξησης των αποδοχών του συνόλου σχεδόν των υπαλλήλων του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, μη συντρέχοντος λόγου δημοσίου συμφέροντος προς τούτο.
Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα οδηγούσε στο άτοπο αποτέλεσμα οι υπάλληλοι της ίδιας υπηρεσίας να λαμβάνουν τελικά διαφορετικές αποδοχές για την ίδια εργασία που παρέχουν στα πλαίσια του ίδιου ωραρίου... Σύμφωνα με τα παραπάνω οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 2 και 4 της ΚΥΑ 2/47883/0022/16-9-2002 καθίστανται ανεφάρμοστες λόγω της αντίθεσής τους στη θεσπιζόμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ενώ προς αποκατάσταση της αρχής αυτής είναι εφαρμοστέος ο κανόνας του άρθρου 1 της ΚΥΑ 2/47883/0022/16-9-2002, σύμφωνα με τον οποίο οι υπάλληλοι των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, όπως εν προκειμένω οι ενάγοντες, δικαιούνται να λάβουν τη μηνιαία ειδική παροχή ύψους 176 ευρώ, η οποία (παροχή) διατηρήθηκε και μετά την 1-1-2004 ως προσωπική διαφορά δυνάμει του άρθρου 24 παρ. 2 του ν. 3205/2003, χωρίς την αφαίρεση του επιδόματος της ειδικής απασχόλησης του άρθρου 30 παρ. 5 του ν. 2768/1999 και χωρίς το συμψηφισμό της μηνιαίας κατ' αποκοπή υπερωριακής αμοιβής που προβλέπεται από την Κ.Υ.Α. 2/81283/0022/1999, όπως αναπροσαρμόστηκε στη συνέχεια, ενώ αναφορικά με την τρίτη ενάγουσα, που εργαζόταν επί 3 ώρες αντί 7,5 ώρες ημερησίως, αυτή δικαιούται το ποσό των 70,40 ευρώ (176 ευρώ Χ 3/7,5 ώρες)".
Με βάση τις παραδοχές αυτές και άλλες που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω και αφορούν την απόρριψη της ένστασης παραγραφής την οποία προέβαλε το πρώτο εναγόμενο, καθώς και τον υπολογισμό των οφειλόμενων για τις ανωτέρω αιτίες σε κάθε ενάγοντα ποσών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση του πρώτου εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και είχε υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο να καταβάλει σε καθένα από τους πρώτο και δεύτερο ενάγοντες το ποσό των 5.280 ευρώ και στην τρίτη το ποσό των 2.112 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ και συγκεκριμένα παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος και του αποτελούντος ειδικότερη έκφανσή του άρθρου 22 παρ. 1 εδ. β αυτού, 14 ν. 3016/2002, 24 παρ. 2 και 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 και 1 της 2/47883/0022/16-9-2002 κοινής υπουργικής απόφασης, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η ένδικη παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ δεν συνιστά προβλεπόμενη από το νόμο ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, αλλά αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται αν η διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους που πληρούν τις προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει το άρθρο 14 του ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.
Επί πλέον, όπως επίσης έχει εκτεθεί προηγουμένως, από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση της διοίκησης να επεκτείνει τη χορήγηση της ένδικης παροχής στους ενάγοντες από μόνο το λόγο ότι η παροχή αυτή χορηγήθηκε παρανόμως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.
Επομένως οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους, κατ' εκτίμηση, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμοι. Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει να γίνουν δεκτοί οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του τέταρτου λόγου αναίρεσης, εφόσον δε η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ.
α Κ.Πολ.Δ.). Στη συνέχεια πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η έφεση του πρώτου εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά το πρώτο εναγόμενο, να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου (με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο αυτό να τους καταβάλει την ένδικη παροχή του άρθρου 14 ν.3016/2002 με μόνη την επίκληση της αρχής της ισότητας και χωρίς την επίκληση της συνδρομής των προϋποθέσεων που τάσσει το άρθρο αυτό, μεταξύ των οποίων και το ότι δεν ελάμβαναν άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ) ως μη νόμιμη κατά τα προεκτεθέντα.
Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων των πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης, λόγω του δυσερμηνεύτου των εφαρμοσθεισών διατάξεων (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 78/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση. Δέχεται την έφεση. Εξαφανίζει την 42/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Έδεσσας κατά το μέρος που αφορά το πρώτο εναγόμενο. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου. Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων των πρώτου και δεύτερου βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσης δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, 4 Απριλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ