Legislator Case Law & Legislation
1772/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on debt interest due to insufficient acknowledgment of debt in private agreement.

Case Number 1772/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a debt dispute. The court found that while a private agreement existed for debt assignment, it did not explicitly acknowledge the specific interest liability owed by the debtor. Consequently, the lower court correctly ruled that the debtor was not liable for default interest on the assigned claim.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(19) No. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 361 of the Civil Code: A contract is required for the creation or modification of liability unless the law provides otherwise; the court held that an ambiguous agreement regarding interest assignment does not constitute a valid acknowledgment of debt for interest purposes.

Keywords

AI generated
debt assignment default interest acknowledgment of debt civil procedure appeal private agreement liability modification court of appeals

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 No. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 361 of the Civil Code
Arts. 340, 341, 345 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
Decision 2870/2003 of the Single District Court of Athens
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1772 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1772/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρου.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Χαραλάμπους Μίχου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-4-2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1527/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3301/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των αποφάσεων, ζητά ο αναιρεσείων με την από 4-1-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 21-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 361 ΑΚ :" Για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής, με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά."

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων Χ1 είχε κατά του αναιρεσιβλήτου Ψ1 απαίτηση 7.923,70 ευρώ από δάνειο που του είχε καταβάλει τμηματικώς από 2-3-1998 μέχρι το τέλος Μαρτίου 1999. Παράλληλα ο οφειλέτης Ψ1 είχε ισόποση χρηματική απαίτηση κατά τρίτου, μη διαδίκου, προσώπου, ονομαζομένου Σ1, από άτοκο δάνειο αποδοτέο εντός του έτους 1991.

Στις 6-4-1999 οι διάδικοι υπέγραψαν ιδιωτικό συμφωνητικό που έχει ως εξής: "Εκχώρησις απαιτήσεως ποσού δρχ. 2.700.000. Ο υπογεγραμμένος Ψ1.... με την παρούσα μου εκχωρώ το ως άνω ποσό των δύο εκατομμυρίων επτακοσίων χιλιάδων δρχ. προς συμψηφισμό ισόποσου απαιτήσεως που έχει κατ' εμού ο Χ1, δικηγόρος. και το οποίον ποσόν έχω λάβει κατά διάφορα διαστήματα μετρητοίς μέχρι σήμερα από αυτόν.

Η απαίτηση την οποία εκχωρώ των 2.700.000 δρχ. μετά των τόκων και τυχόν δικαστικής δαπάνης προέρχεται από οφειλές του Σ1 προς εμέ, όπως η από 7-1-1991 έγγραφη απόδειξή του, με την εξόφληση της ως άνω αποδείξεως θα επέρχεται και η εξόφλησις της προς αυτόν (Χ1) οφειλής μου". Με βάση την έγγραφη αυτή αιτιώδη αναγνώριση χρέους σε συνδυασμό και με την από 7-1-1991 έγγραφη απόδειξη, ο αναιρεσείων, ύστερα από σχετική αίτησή του, πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής για ποσό 7.923,70 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από 1-1-1192, δοθέντος ότι δεν εισέπραξε την εκχωρηθείσα απαίτηση του οφειλέτου του από τον Σ1.

Επέδωσε δε στον αναιρεσίβλητο επιταγή προς εκτέλεση. Κατά της εκτελέσεως ο οφειλέτης άσκησε ανακοπή, η οποία έγινε μερικώς δεκτή, και δη κατά την περί τοκοδοσίας διάταξη του τίτλου. Οι αντίθετες εφέσεις που άσκησαν οι διάδικοι απερρίφθησαν. Σχετικώς με το περί τόκων κεφάλαιο, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει κατά λέξιν ως εξής : ".....O ανακόπτων (σημ.

δηλαδή ο εδώ αναιρεσίβλητος) ισχυρίζεται, ότι είναι ανύπαρκτο, το κονδύλιο των τόκων που επιτάσσεται να καταβάλει στον καθ' ού και εσφαλμένα με την επίμαχη διαταγή πληρωμής επιτάχθηκε να καταβάλει στον καθ' ού τόκους υπερημερίας από 1-1-1992. Από την εκτίμηση όλου του παραπάνω αποδεικτικού υλικού δεν αποδείχθηκε , ότι ο καθ' ού όχλησε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο τον ανακόπτοντα να του καταβάλει το ποσό των 7923,70 Ευρώ ως προερχόμενο από αιτιώδη αναγνώριση χρέους ούτε συμφωνήθηκε συγκεκριμένη ημέρα καταβολής του ποσού τούτου.

Κατόπιν τούτου ο ανακόπτων δεν βαρύνεται με την καταβολή τόκων υπερημερίας επί του παραπάνω ποσού, κατά τα άρθρα 340, 341, 345 του Α.Κ. Στη 2870/2003 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναφέρεται ότι το κεφάλαιο επιδικάζεται εντόκως από 1-1-1992, επειδή η επίμαχη απαίτηση εκχωρήθηκε μετά των τόκων και της τυχόν δικαστικής δαπάνης και έπρεπε να εξοφληθεί από τον Σ1 ατόκως εντός του έτους 1991.

Ωστόσο το γεγονός αυτό δεν ασκεί επιρροή στην τοκοφορία της επίδικης απαίτησης, ούτε προκύπτει ότι είχε επιδικαστεί υπέρ του ανακόπτοντος και σε βάρος του Σ1 οποιοδήποτε ποσό τόκων, ώστε τούτο να αποτελέσει αντικείμενο της επίμαχης σύμβασης αιτιώδους αναγνώρισης χρέους."

Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικώς με την ακυρότητα του εκτελούμενου τίτλου (διαταγής πληρωμής) κατά την περί τοκοδοσίας διάταξή του. Τούτο δε διότι, υπό τα γενόμενα δεκτά από του ουσιαστικό δικαστήριο, οι διάδικοι συνήψαν, δια του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού δύο επιμέρους συμβάσεις: μία σύμβαση εκχώρησης και μία αναγνώρισης χρέους. Και ναι μεν ο αναιρεσίβλητος εξεχώρησε προς τον αναιρεσείοντα την απαίτηση που είχε κατά του δικού του οφειλέτου κατά το κεφάλαιο και κατά τους τόκους της, δεν αναγνώρισε όμως ρητώς ότι είχε και ισόποσο προς τους τόκους αυτούς χρέος προς τον αναιρεσείοντα, ουδέ υποσχέθηκε να καταβάλει σ' αυτόν εξ ιδίων τέτοιο ποσό. Επομένως, ακύρως εκδόθηκε διαταγή πληρωμής για τους επίμαχους τόκους. Ενόψει τούτων, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι (έκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ.), με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσεως ως προς τη διάταξή της, περί ακυρώσεως της ανακοπτόμενης επιταγής, αναφορικώς με το κονδύλιο των τόκων.

Περαιτέρω, και αφού ο αναιρεσείων δέχεται (με την κρινόμενη αίτησή του) ότι δεν είχε υποβάλει αίτημα επιδίκασης τόκου λόγω υπερημερίας του αναιρεσιβλήτου, στερείται βλαπτικής για τον ίδιο συνέπειας η παραδοχή του Εφετείου ότι αυτός δεν είχε οχλήσει τον αντίδικό του για εξόφληση του χρέους του. Επομένως, προβάλλεται αλυσιτελώς ο δεύτερος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ.), με τον οποίο ψέγεται το ουσιαστικό δικαστήριο, ότι δέχθηκε την άνωέλλειψη οχλήσεως χωρίς να έχει προβάλει σχετικό ισχυρισμό ο αναιρεσίβλητος. Κατόπιν τούτων, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-1-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 3301/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ