Legislator Case Law & Legislation
1772/2007 AI generated

1772/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1772/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1772/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη είχε αναλάβει, κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού, ως ανάδοχος, την εκτέλεση του έργου "Κατασκευή Φράγματος Ποταμού Αμαρίου Ν.Ρεθύμνης", κύριος του οποίου ήταν ο "Οργανισμός Ανάπτυξης Δυτικής Κρήτης (Ο.Α.Δ.Υ.Κ.)".

Keywords

AI generated
termination agreement company agreement withdrawal from the contract termination of mandate early termination revocation of the composition agreement
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1772 / 2007 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1772/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιοτέρου του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΩΚΑΤ ΕΠΕ", που εδρεύει την Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Μητράκο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΡΝΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΤΕΧΝΙΚΗ & ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Δημητρακοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-6-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8820/1999 μη οριστική, 987/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 159/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 4-4-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την από 30-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 686 εδ. α΄ ΑΚ, αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή αν, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η πρόωρη άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης του εργοδότη από την εργολαβική σύμβαση, προϋποθέσεις έχει και στις δύο περιπτώσεις του εδ. α΄ τις ακόλουθες: α) αντισυμβατική καθυστέρηση έναρξης της εκτέλεσης του έργου ή αντισυμβατική επιβράδυνση εκτέλεσης του έργου, β) αδυναμία έγκαιρης αποπεράτωσης του έργου, εξ αιτίας της καθυστέρησης, η οποία πρέπει να κρίνεται κατά τους κανόνες της καλής πίστης και της κοινής πείρας, ενόψει, βέβαια, και των περιστάσεων της ορισμένης περίπτωσης.

Απ΄ αυτό συνάγεται ότι πρέπει να προσδιορίζεται ο χρόνος περάτωσης του έργου, κατά τη σύμβαση και σε περίπτωση κατά την οποία οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν ορίσει το χρόνο περάτωσης του έργου, καθώς και το χρόνο παράδοσής του, αυτός προσδιορίζεται από το δικαστήριο με αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 323 ΑΚ και με βάση την καλή πίστη και τα κρατούντα συναλλακτικά ήθη κατά την ΑΚ 288, γ) έλλειψη υπαιτιότητας του εργοδότη και δ) έλλειψη αντίθετης συμφωνίας.

Προϋπόθεση υπαναχώρησης του εργοδότη, όταν συντρέχουν οι όροι της ΑΚ 686 εδ. α΄, δεν αποτελεί η υπαιτιότητα του εργολάβου για την παράβαση των υποχρεώσεών του. Περαιτέρω, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ΄ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση, ανάλυση ή αξιολόγηση των αποδείξεων, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992 και 1/1999).

Εν προκειμένω, το Εφετείο δέχθηκε στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη είχε αναλάβει, κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού, ως ανάδοχος, την εκτέλεση του έργου "Κατασκευή Φράγματος Ποταμού Αμαρίου Ν.Ρεθύμνης", κύριος του οποίου ήταν ο "Οργανισμός Ανάπτυξης Δυτικής Κρήτης (Ο.Α.Δ.Υ.Κ.)".

Στις 5.9.1997 η εναγομένη, με σύμβαση υπεργολαβίας που συνήψε με την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ανέθεσε στην τελευταία την εκτέλεση από το παραπάνω έργο των εργασιών διάνοιξης της σήραγγας εκτροπής - υδροληψίας του φρέατος θυροφραγμάτων και την εκτέλεση γεωτρήσεων και τσιμεντενέσεων της σήραγγας αυτής.

Συμφωνία μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης για ολοκλήρωση του ανατεθέντος έργου εντός τριμήνου δεν υπήρξε, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη. Η ενάγουσα ξεκίνησε την εκτέλεση του έργου στις 11.8.1997, μέχρι δε της 23.12.1997, που η εναγομένη της κοινοποίησε την από 22.12.1997 εξώδικη δήλωσή της περί υπαναχώρησης από τη σύμβαση για τους αναφερόμενους σ΄ αυτή λόγους, είχαν διανοιχθεί 52 μέτρα της σήραγγας από τα 274 που προβλέπονταν να διανοιχθούν.

Την ολοκλήρωση της διάνοιξης της σήραγγας ανέλαβε στη συνέχεια η εναγομένη, την οποία και ολοκλήρωσε τον Ιούνιο του 1998. Η καθυστέρηση από την ενάγουσα της διάνοιξης της σήραγγας οφειλόταν κατά πρώτον μεν, στην απειρία του προσωπικού της, κατά δεύτερον δε, στο ότι η ενάγουσα δεν τηρούσε πάντοτε τις οδηγίες του τοπογράφου της εναγομένης και δεν δικαιολογεί τόση καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου η εμφάνιση των αναφερόμενων γεωλογικών και γεωτεχνικών προβλημάτων.

Δεδομένου δε ότι ουδεμία υπαιτιότητα προέκυψε να βαρύνει σχετικώς την εναγομένη, νόμιμα η τελευταία υπαναχώρησε, κατ΄ άρθρο 686 εδ. α΄ ΑΚ, από τη σύμβαση, κοινοποιώντας στις 23.12.1997 στην ενάγουσα την από 22.12.1997 σχετική δήλωσή της. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση της εναγομένης από την ΑΚ 686 εδ.

α΄ και απέρριψε την αγωγή της ενάγουσας, διώκουσα το υπόλοιπο της συμφωνημένης εργολαβικής αμοιβής της κατά την ΑΚ 700, καθώς και τα συμφωνηθέντα έξοδα μετεγκατάστασής της κατά την ΑΚ 361. Ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 της ΚΠολΔ 559, περιέχει την αιτίαση, ότι η αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε ευθέως την ΑΚ 686 εδ.

α΄, δεχόμενη ότι η έννομη συνέπεια της διάταξης αυτής, δηλαδή το δικαίωμα του εργοδότη (εν προκειμένω της αναιρεσίβλητης) να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, επέρχεται ανεξάρτητα από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του πραγματικού του ίδιου κανόνα, δηλαδή (Ι) ανεξάρτητα από την έγκαιρη έναρξη της εκτέλεσης του έργου και (

ΙΙ) ανεξάρτητα από την επιβράδυνση της εκτέλεσης του έργου, στο σύνολό της ή εν μέρει, με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού η αναιρεσιβαλλομένη δεν έχει τέτοιες παραδοχές, εν όψει του ότι δεν αποτελεί τέτοια παραδοχή η προαναφερόμενη, κατά την οποία "συμφωνία μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης για ολοκλήρωση του ανατεθέντος έργου εντός τριμήνου δεν υπήρξε".

ΙΙ. Με τις άνω, όμως, παραδοχές του το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες την ΑΚ 686 εδ. α΄ και έτι κατέστησε αναιρετέα την απόφασή του για έλλειψη νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι η υπεργολάβος αναιρεσείουσα άρχισε εγκαίρως την εκτέλεση του έργου στις 11.8.1997 και δεν επιβράδυνε την εκτέλεσή του στο σύνολό του ή εν μέρει με τρόπο που αντέβαινε στη σύμβαση και καθιστούσε αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου κατά τη σύμβαση, με τη βασική παραδοχή ότι οι συμβαλλόμενοι διάδικοι δεν είχαν συμφωνήσει την ολοκλήρωση του έργου εντός μιας ορισμένης χρονικής διάρκειας και μάλιστα εντός τριμήνου, στη συνέχεια δέχεται "καθυστέρηση από την ενάγουσα της διάνοιξης της σήραγγας" γιατί "από τις 11.8.1997 μέχρι της 23.12.1997, που η εναγομένη της κοινοποίησε την από 22.12.1997 εξώδικη δήλωσή της περί υπαναχώρησης από τη σύμβαση ...

είχαν διανοιχθεί 52 μέτρα της σήραγγας από τα 274 που προβλέπονταν να διανοιχθούν", οφειλόμενη κυρίως στην απειρία του προσωπικού της ενάγουσας και σε έλλειψη συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων με υπαιτιότητα της ενάγουσας, δευτερευόντως δε στις αναφερόμενες σημαντικές γεωλογικές και γεωτεχνικές δυσκολίες που εμφανίστηκαν κατά τη διάνοιξη της σήραγγας ιδίως στα 20 πρώτα μέτρα της.

Δεν εκθέτει, όμως, το Εφετείο πότε έπρεπε να περατώσει και παραδώσει το έργο η αναιρεσείουσα κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη στη συγκεκριμένη περίπτωση και γιατί η κατασκευή από την ενάγουσα των 52 μέτρων σήραγγας μέχρι τις 23.12.1997 θεωρείται "καθυστέρηση", αφού δεν εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλομένη πόσα μέτρα σήραγγας έπρεπε να είχε διανοίξει η ενάγουσα, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, από 11.8.1997 μέχρι 23.12.1997, ενόψει και των αντικειμενικών δυσκολιών που δέχεται εν προκειμένω το Εφετείο για τη διάνοιξη της σήραγγας (γεωλογικά κ.λ.π.

προβλήματα). Επίσης δεν εκθέτει το Εφετείο αν η "καθυστέρηση" που εμφανίστηκε κατά την εκτέλεση του έργου από την ενάγουσα μέχρι τις 23.12.1997, αληθής, βέβαια υποτιθέμενη, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά, ήθη, θα καθιστούσε αδύνατη την έγκαιρη περάτωση και παράδοση του έργου, πάντοτε κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Επομένως, το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 19 της ΚΠολΔ 559 και οι σχετικοί πέμπτος και έκτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους, όπως εκτιμώνται, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια αυτή (και όχι και εκείνη από τον αριθ. 8) και όπως παραδεκτώς συμπληρώνονται από τον Εισηγητή (ΚΠολΔ 562 παρ. 4) είναι βάσιμοι.

Κατ' ακολουθία, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, που χρήζει περαιτέρω έρευνα, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 παρ.3).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 159/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.-

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουλίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ