Legislator Case Law & Legislation
1771/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim being inadmissible due to lack of reasonable belief of non-exercise.

Case Number 1771/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the Third Instance Court of Nafplion's decision. The appellant argued the defendant abused his right by filing a lawsuit after already receiving partial payment and incurring damages, yet the Third Instance Court rejected this claim as legally inadmissible. The Court upheld this ruling because the specific circumstances did not create a reasonable belief that the plaintiff would not exercise his legal right.

Legislator headnote

AI generated

Articles 65, 67, 68, 70 of the Civil Code and Articles 18, 22 of Law 2190/1920; An abuse of right claim is inadmissible if the circumstances do not reasonably lead the obligee to believe the obligor will not exercise their legal right.

Keywords

AI generated
abuse of right admissibility of claim reasonable belief civil code provisions merits of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 65, 67, 68, 70 of the Civil Code
Articles 18, 22 of Law 2190/1920
Article 528 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1771 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1771/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία ... και τον διακριτικό τίτλο ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βαρβάρα Λαμπροπούλου - Δημητριάδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Σ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Καραμπά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 160/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 232/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26-5-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 26/5/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 232/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο, αφού δέχθηκε την ασκηθείσα από την αναιρεσείουσα έφεση κατά της με αριθμό 160/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή του αναιρεσίβλητου ερήμην της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την ανωτέρω εκκαλουμένη απόφαση κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ και, στη συνέχεια, δικάζοντας επί της ουσίας την υπόθεση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, με την οποία ζητείτο η καταβολή υπολοίπου τιμήματος από πώληση μετοχών που αφορούσαν ξενοδοχειακή επιχείρηση. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 19/5/2018 χωρίς ουδέποτε να επιδοθεί και η αναίρεση ασκήθηκε στις 28/5/2020, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ, συνυπολογιζόμενου του χρόνου αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των μέτρων αντιμετώπισης της πανδημίας του κορονοϊού (άρθρο τέταρτο παρ. 1 εδ. β' της ΚΥΑ 26804/25-4-2020 και άρθρο τέταρτο παρ. 1 εδ. β' της ΚΥΑ 30340/15-5-2020, σε συνδυασμό με άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 65, 67, 68, 70 ΑΚ και 18 παρ. 1 και 2, 22 παρ. 1 και 3 του ν.2190/1920 προκύπτει ότι την ανώνυμη εταιρία εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής που ενεργεί συλλογικά και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην εκπλήρωση του σκοπού της.

Η ως άνω οργανική εκπροσώπηση της εταιρίας μπορεί να ανατεθεί εν όλω ή εν μέρει σε ένα ή περισσότερα μέλη του Δ.Σ. ή και σε τρίτους, είτε απευθείας με διάταξη του καταστατικού είτε με απόφαση του Δ.Σ., σύμφωνα με σχετική πρόβλεψη του καταστατικού. Και τα πρόσωπα αυτά (μέλη του Δ.Σ. ή τρίτοι) είναι όργανα της εταιρίας, με αντιπροσωπευτική εξουσία παράλληλη προς εκείνη του Δ.Σ.

και ενεργούν ως υποκατάστατα τούτου. Το Δ.Σ. και γενικά τα πρόσωπα που διοικούν την ανώνυμη εταιρία εκφράζουν τη βούληση αυτής, πράγμα που σημαίνει ότι η βούληση των εν λόγω προσώπων, όταν ενεργούν στο όνομα της εκπροσωπούμενης από αυτά ανώνυμης εταιρίας, ισχύει ως βούληση της εταιρίας (ΑΠ 69/2021, ΑΠ 586/1983).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 94 § 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 § 3 ΚΠολΔ, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98, η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, όπως η τελευταία περίπτωση προστέθηκε με το άρθρο 63 του ν. 4509/22-12-2017.

Τέλος, στο άρθρο 104 εδ. τελ. ΚΠολΔ ορίζεται ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Η έλλειψη δε ή η μη προσήκουσα χορήγηση της πληρεξουσιότητας έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (ΟλΑΠ 13/2008, ΑΠ 954/2020, ΑΠ 676/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση, την αναιρεσείουσα εκπροσώπησε η δικηγόρος Αθηνών Βαρβάρα Λαμπροπούλου - Δημητριάδου, η οποία προσκόμισε προς απόδειξη της πληρεξουσιότητάς της: α) ακριβές αντίγραφο του με αριθμό ...

πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Σικυώνος Αγγελικής Γιαμπουράνη-Ιωάννου, β) την με αριθμό πρωτοκόλλου ... ανακοίνωση ΓΕΜΗ σχετικά με την εκπροσώπηση της αναιρεσείουσας εταιρείας και γ) το από 9/8/2019 πρακτικό συνεδρίασης του ΔΣ της εταιρείας. Από τα ανωτέρω έγγραφα προκύπτει η εγκυρότητα της χορηγηθείσας από τον Η.

Κ., πρόεδρο του ΔΣ, διευθύνοντα σύμβουλό και νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσείουσας εταιρείας προς την ως άνω δικηγόρο προς εκπροσώπησή της ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, απορριπτόμενων των όσων αντίθετων υποστηρίζει ο αναιρεσίβλητος. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, έτσι, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 43/2021, ΑΠ 1184/2015).

Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1199/2018). Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη (ΑΠ 701/2011).

Περαιτέρω, το δικαστήριο παραβιάζει ευθέως τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή να προσφύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και άρα δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νόμιμης βάσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, όταν στην απόφασή του δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και, ακολούθως, ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της και εντούτοις εκείνο εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή, αντίστοιχα, των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (ΑΠ 168/2006, ΑΠ 254/2003).

Επίσης, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, όταν οι παρατιθέμενες αιτιολογίες δεν δικαιολογούν επαρκώς το πόρισμα του δικαστηρίου ότι η σύμβαση είναι σαφής μη χρήζουσα ερμηνείας (ΑΠ 61/2021). Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλομένη δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 485/2019, ΑΠ 1611/2008), λόγος δε αναίρεσης, όπου η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά επί του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης, απορρίπτεται ως αλυσιτελής (ΑΠ 344/2021, ΑΠ 1450/2021).

Τέλος, η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης.

Μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ` αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος), ο οποίος μαζί με την αδελφή του ήταν οι μόνοι μέτοχοι της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... με έδρα το ..., κατά ποσοστό 61,433% του μετοχικού κεφαλαίου ο ίδιος και κατά το υπόλοιπο η ως άνω αδελφή του, κατέληξαν σε συμφωνία το έτος 2008 για μεταβίβαση της ξενοδοχειακής επιχείρησης της εν λόγω Α.Ε.

συμφερόντων τους, με το δικηγόρο Γ. Κ., ο οποίος κατά το χρόνο εκείνο είχε δηλώσει ότι ενεργούσε "... ατομικά άλλως για λογαριασμό, κατ' εντολή και ως πληρεξούσιος επιχειρηματιών ή εταιρείας - εταιρειών, τα στοιχεία των οποίων θα δηλώσει και θα γνωστοποιήσει στους αντισυμβαλλομένους του, εν καιρώ..."..... Αναφορικά με το ενδιαφέρον εν προκειμένω τμήμα της εν λόγω συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντος και του ανωτέρω δικηγόρου, είχε υπογραφεί ήδη από 13.6.2008 μεταξύ τους "προσύμφωνο μεταβίβασης μετοχών", στο οποίο μεταξύ άλλων διαλαμβάνεται η υποχρέωση του ενάγοντα ως διευθύνοντος συμβούλου της εν λόγω εταιρείας να προβεί σε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου λόγω αύξησης της αξίας των παγίων, η οποία δηλώθηκε ότι θα γινόταν μέχρι την 30.6.2008 (σελ. 4) και ότι: "...Ο "εκ προσυμφώνου Αγοραστής" δηλώνει ότι επιθυμεί να αγοράσει τις μετοχές που αναφέρονται πιο πάνω και ότι για τον λόγο αυτό θα προβεί, με ορκωτούς λογιστές, δικηγόρους, μηχανολόγους, πολιτικούς μηχανικούς κ.λ.π.

της επιλογής της, σε πλήρη οικονομικό έλεγχο της Εταιρείας επεξεργαζόμενος όλα τα στοιχεία που, κατά την απόλυτη κρίση του, θα ζητήσει και θα παραλάβει από τον "εκ προσυμφώνου Πωλητή", όλα τα σχετικά έγγραφα και βιβλία τα αργότερο εντός πέντε (5) ημερών από σήμερα. Ήδη σήμερα δια του παρόντος συμφωνητικού ο "εκ προσυμφώνου Πωλητής" αναλαμβάνει τη ρητή και ανέκκλητη υποχρέωση να πωλήσει, παραχωρήσει και παραδώσει τις ως άνω μετοχές της εταιρείας σε όσο αριθμό και αν ανέρχονται μετά την αύξηση ή μείωση του αριθμού αυτών, για οποιοδήποτε λόγο και που θα αντιστοιχούν σε κάθε περίπτωση σε ποσοστό 61,433% του εταιρικού κεφαλαίου, στον "εκ προσυμφώνου Αγοραστή" ή σε οποιονδήποτε αυτός υποδείξει..., με τους εξής όρους ή συμφωνίες: 1.

Το συνολικό προσφερόμενο τίμημα της πωλήσεως αυτών των μετοχών θα ανέλθει στο ποσό του δύο εκατομμυρίων πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ... Η οριστική σύμβαση ρητά καθορίζεται για υπογραφή έως την 7.7.2018 [ορθόν 7.7.2008]" .... Επίσης, στο ίδιο προσύμφωνο περιλήφθηκε ο όρος ότι: "Ο εκ προσυμφώνου πωλητής αναλαμβάνει και ατομικά την υποχρέωση να "κλείσει" και να "περαιώσει" με δική του επιμέλεια και ευθύνη τις οικονομικές καταστάσεις της χρήσεως 1.1.2001 έως 31-12-2007 το αργότερο μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2008.

Ο "εκ προσυμφώνου Αγοραστής" αναλαμβάνει την υποχρέωση όπως, αμέσως μετά την ολοκλήρωση του φορολογικού ελέγχου για τις ανέλεγκτες μέχρι την ημέρα υπογραφής της οριστικής σύμβασης χρήσεις να απαλλάξει τα μέλη του σημερινού Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας από την ευθύνη τους για τις χρήσεις αυτές.

Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι δαπάνες που θα προκύψουν για το κατά τα ανωτέρω κλείσιμο των ανέλεγκτων οικονομικών χρήσεων της εταιρείας, ο εκ προσυμφώνου αγοραστής και σε κάθε περίπτωση ο αγοραστής που θα υποδείξει εκείνος, θα παρακρατήσει από το συνολικό τίμημα πώλησης των μετοχών της εταιρείας του ανωτέρω (Γ.

Κ.), το ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ και το οποίο θα παραμείνει στα χέρια του "αγοραστή" έως ότου οριστικά "κλείσουν" οι ανέλεγκτες χρήσεις. Το τυχόν υπόλοιπο από τις ανωτέρω δαπάνες που θα απαιτηθούν θα καταβληθεί από τον αγοραστή επί αποδείξει στον "εκ προσυμφώνου πωλητή", εντός 20 ημερών από την περαίωση της διαδικασίας οριστικού κλεισίματος των ανωτέρω εταιρικών χρήσεων. 3.

Ο εκ προσυμφώνου πωλητής, αναλαμβάνει δια του παρόντος την υποχρέωση να δεχθεί την διενέργεια πλήρους οικονομικού λογιστικού και νομικού ελέγχου της εταιρείας καθώς και την απογραφή όλων των παγίων της εταιρείας από σχετικό εντολοδόχο του εκ του προσυμφώνου αγοραστή. Ο έλεγχος αυτός θα διεξαχθεί, με αποκλειστικές δαπάνες του εκ προσυμφώνου αγοραστή από ελεγκτή, δικηγόρο, μηχανολόγο και πολιτικό μηχανικό της απολύτου επιλογής του και θα ολοκληρωθεί το αργότερο έως την 7 Ιουλίου 2008.

Ο "εκ προσυμφώνου αγοραστής" θα παραδώσει στον "εκ προσυμφώνου πωλητή" κατάσταση με τα έγγραφα που θα χρειαστεί προκειμένου να ολοκληρώσει τον νομικό έλεγχο το αργότερο μέχρι την 20 Ιουνίου 2008, καθώς επίσης έως την ως άνω ημέρα οφείλει να παραδώσει όλα τα πιστοποιητικά, τις βεβαιώσεις και τα έγγραφα που θα τους ζητηθούν, προκειμένου να μπορέσει ο αγοραστής να ολοκληρώσει τον έλεγχο αυτόν.

Σε περίπτωση που δεν παραδοθούν εμπροθέσμως τα έγγραφα αυτά από τον εκ προσυμφώνου πωλητή, ο εκ προσυμφώνου αγοραστής έχει το δικαίωμα μονομερώς, είτε να αναστείλει την ημερομηνία υπογραφής της οριστικής συμβάσεως για όσες ημέρες καθυστέρησε η παράδοση των εγγράφων είτε να υπαναχωρήσει της υπογραφής της κυρίας συμβάσεως αζημίως και να λάβει πίσω την προκαταβολή, σε βάρος δε του εκ προσυμφώνου πωλητή θα καταπίπτει η κατά κατωτέρω αναφερόμενα ποινική ρήτρα.

Η ποινική ρήτρα δεν θα ισχύει σε περίπτωση μη έγκαιρης προσκόμισης εξοφλητικών αποδείξεων για τα ανωτέρω βάρη επί του ακινήτου της εταιρείας και για το έγγραφο - πιστοποιητικό του κατά τα ανωτέρω ελέγχου του ΙΚΑ. Σε περίπτωση κατά την οποία από τον έλεγχο διαπιστωθεί ότι η κατάσταση της εταιρείας είναι διαφορετική, από όσα στο παρόν αναφέρονται, ο εκ προσυμφώνου αγοραστής έχει το δικαίωμα να υπαναχωρήσει αζημίως από την υπογραφή της κυρίας συμβάσεως και να λάβει πίσω την προκαταβολή κατά τα οριζόμενα κατωτέρω.

Ο εκ του προσυμφώνου πωλητής υποχρεούται όπως, κατά την κατάρτιση και υπογραφή της οριστικής συμβάσεως μεταβιβάσεως των μετοχών, αποδεχθεί οποιεσδήποτε αναγκαίες εγγυήσεις του ζητηθεί από τους ελεγκτές ή τους δικηγόρους κ.λ., σχετικό με τα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας, την οικονομική, την νομική και την εν γένει κατάσταση της εταιρείας, που θα ορισθούν κατά τα ανωτέρω από τον "εκ προσυμφώνου αγοραστή" για την διενέργεια του ελέγχου της εταιρείας. 4.

Η οριστική της μεταβιβάσεως των μετοχών σύμβαση θα υπογραφεί το αργότερο έως την 7η Ιουλίου 2008 και θα περιέχει όλους τους όρους και εγγυήσεις που περιέχονται στο παρόν προσύμφωνο. Ειδικότερα, οι δηλώσεις και εγγυήσεις που περιέχονται στο παρόν προσύμφωνο θα πρέπει κατά την οριστική μεταβίβαση των μετοχών να επαναληφθούν και να αφορούν στο χρονικό διάστημα έως την κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως μεταβιβάσεως...".....

Ακολούθως, την 4.7.2008 υπογράφηκε μεταξύ των ιδίων το από ίδια ημερομηνία "ιδιωτικό συμφωνητικό - δήλωση", με το οποίο οι συμβαλλόμενοι μετέθεσαν κατά 10 ημέρες, ήτοι την 14.7.2008, την σύνταξη του παραπάνω διαλαμβανόμενου εγγράφου και καθόρισαν την ανωτέρω: ".. ως συγκεκριμένη ημέρα υπογραφής του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης των μετοχών και εν πάσει περιπτώσει διεκπεραιώσεως της διαδικασίας μεταβίβασης των ανωτέρω μετοχών" χωρίς να συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης των ποινικών ρητρών και αποζημιώσεων που προβλέπονταν στο παραπάνω προσύμφωνο.

Από το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων προκύπτει ότι πριν από την πώληση και μεταβίβαση των ανώνυμων μετοχών της ανωτέρω Α.Ε. κυριότητας του νυν ενάγοντος και της αδελφής του προς τον Γ. Κ. με την ιδιότητα που αυτός παρίστατο, ο ενάγων ως διευθύνων σύμβουλος είχε αναλάβει τόσο την υποχρέωση να κλείσει τις μη περαιωθείσες οικονομικές χρήσεις αυτής, των διαλαμβανόμενων στο σχετικό προσύμφωνο, οικονομικών ετών, όπως και να παραδώσει, εντός καταλητικών ημερομηνιών, όλα τα απαιτούμενα έγγραφα, αλλά και να συνδράμει στον πάσης φύσης έλεγχο της επιχείρησης συμφερόντων του ιδίου και της αδελφής του, προκειμένου να ελεγχθεί η κατάστασή της και η αντιστοιχία του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης των μετοχών με όσα στοιχεία θα αποκόμιζαν από το σχετικό έλεγχο τα πρόσωπα, που θα διορίζονταν με ευθύνη του Γ.

Κ. ή των προσώπων κατ' εντολή των οποίων ενεργούσε, μέχρι το χρόνο σύνταξης του σχετικού εγγράφου πώλησης και μεταβίβασης (των μετοχών). Άλλωστε, από την επισκόπηση του από 4.7.2008 ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού και τη σαφή διατύπωση αυτού προκύπτει ότι ακολουθήθηκε το σύνολο των συμφωνηθέντων μέχρι την εν λόγω ημερομηνία από την πλευρά του ενάγοντα, αναφορικά με τον έλεγχο της εταιρείας συμφερόντων του ιδίου και της αδελφής του, καθόσον και σε διαφορετική περίπτωση, ήτοι είτε της μη προσκόμισης από αυτόν των σχετικών αιτουμένων εγγράφων είτε της μη ολοκλήρωσης ανεξαρτήτως υπαιτιότητας του ενάγοντα, του προαναφερθέντος οικονομικού και τεχνικού ελέγχου της επιχείρησης, δεν θα οριζόταν χρόνος σύνταξης του οριστικού εγγράφου μεταβίβασης των μετοχών και σε κάθε περίπτωση αυτός θα οριζόταν σε κατά πολύ μεταγενέστερο χρόνο και όχι πάντως εντός 10 ημερών από την σύνταξη του παραπάνω συμφωνητικού.

Έτσι την ορισθείσα ημερομηνία της 14.7.2008 υπογράφηκε μεταξύ των ως άνω αντισυμβαλλομένων με την αυτή ως άνω ιδιότητα παρισταμένων, το "ιδιωτικό συμφωνητικό - δήλωση" με το οποίο ο ενάγων αναφερόμενος ως "πωλητής", κατόπιν της αύξησης λόγω αναπροσαρμογής παγίων, του μετοχικού κεφαλαίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..., ως κύριος πλέον 139.375 επί συνόλου 226.885, μη εισηγμένων ανωνύμων μετοχών, όπως ο τύπος των μετοχών συνομολογείται από τους διαδίκους, καθώς περιέχεται στο από 14.7.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, οι οποίες εξακολουθούσαν να αντιπροσωπεύουν ποσοστό 61,433% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου αυτής της εταιρείας, το οποίο ανερχόταν σε 907.540 ευρώ, ήτοι ονομαστικής αξίας εκάστης ανώνυμης μετοχής (4) ευρώ, που είναι η αναγραφόμενη στον τίτλο αξία και δηλώνει ....

το τμήμα του μετοχικού κεφαλαίου που εκπροσωπεί η μετοχή με διαίρεση μετοχικού κεφαλαίου προς τον συνολικό αριθμό των μετοχών (907.540 ευρώ/226.885 μετοχές), πώλησε και μεταβίβασε τις εν λόγω ανώνυμες μετοχές κυριότητάς του, καθώς και τα ενσωματωμένα σε αυτές δικαιώματα, στον παραπάνω αναφερόμενο "αγοραστή", απεκδυόμενος οποιουδήποτε δικαιώματος επ' αυτών ....

Από την άλλη πλευρά ο αγοραστής κατέβαλε στον ενάγοντα το συμφωνηθέν, με το παραπάνω προσύμφωνο, τίμημα, εκ ποσού (2.510.000) ευρώ, από τα οποία 2.250.000 ευρώ με επιταγή της πληρώτριας τράπεζας Ε.Τ.Ε., ποσό 60.000 ευρώ με μετρητά, του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού επέχοντος ισχύ απόδειξης, ποσό 120.000 ευρώ ως ήδη καταβληθέντα με το προσύμφωνο ως αρραβώνα, ενώ ποσό 80.000 ευρώ παρακρατήθηκε από τον αγοραστή.

Σημειωτέον ότι ήδη πριν τη σύνταξη του εν λόγω συμφωνητικού υπογράφηκαν τα υπ' αριθ. 15255, ... πληρεξούσια της συμ/φου Κορίνθου Ειρήνης ΛΑΟΥ, τα οποία αποτέλεσαν σε ενιαίο κείμενο με το σχετικό συμφωνητικό (για τα οποία κατωτέρω), όπως όλα τα ανωτέρω περιέχονται στο από 14.7.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό - δήλωση. Όπως δε κατέστη μεταγενεστέρως γνωστό το πρόσωπο κατ' εντολή του οποίου ενεργούσε τις ως άνω πράξεις ο δικηγόρος Γ.

Κ., ήταν η νυν εναγομένη Α.Ε. (αναιρεσείουσα).

Συνεπώς .... ευχερώς συνάγεται ότι κατόπιν της διενεργηθείσας εκτίμησης όλων των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού της εταιρείας συμφερόντων του ενάγοντα και της αδελφής του, από εξειδικευμένα πρόσωπα, που ορίστηκαν για το σκοπό αυτό από την εναγομένη εταιρεία, η αγοραία (τρέχουσα) αξία της περιουσίας της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..., ήτοι η τιμή των μετοχών στην αγορά, όπως διαμορφώθηκε από τις συνθήκες προσφοράς και ζήτησης όσον αφορά το ποσοστό 61,433% του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου αυτής, που ενδιαφέρει εν προκειμένω τη δεδομένη χρονική στιγμή της πώλησης των μετοχών της, ανερχόταν στο ποσό των 2.510.000 ευρώ, το οποίο συνομολογήθηκε ως δίκαιο και εύλογο και σε αναλογία παροχής και αντιπαροχής, ....

μετά δε την παράδοση της νομής των παραπάνω μη εισηγμένων στο χρηματιστήριο ανωνύμων μετοχών από τον κύριο αυτών ενάγοντα στον αποκτώντα και με τη συμφωνία και των δύο ότι μετατίθεται η κυριότητα, αλλά και την καταβολή του συμφωνηθέντος ως άνω τιμήματος από τον τελευταίο μεταβιβάστηκε σε αυτόν με την ιδιότητα που παρίστατο, η εν λόγω κυριότητα 139.375 ανωνύμων μετοχών της παραπάνω εταιρείας ....

από το γεγονός δε ότι δεν προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα ότι το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό θεωρήθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. δεν αναιρείται η παραπάνω μεταβίβαση, καθόσον με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ.3 Ν.2459/1997 καθιερώθηκε δηλωτικός και όχι συστατικός τύπος μεταβίβασης μετοχών.

Σημειωτέον ότι από το παραπάνω συμφωνηθέν τίμημα για την πώληση και μεταβίβαση βάσει της αγοραίας αξίας των μετοχών της εταιρείας συμφερόντων του ενάγοντα, αλλά και το αντίστοιχο τίμημα των μετοχών κυριότητας της αδελφής αυτού, διαφοροποιείται σαφώς, .... τόσο η ως άνω ονομαστική αξία των εν λόγω ανωνύμων μετοχών, όπως αυτή εκτέθηκε ανωτέρω, όσο και κυριότερο, η πραγματική (εσωτερική) αξία αυτών, που προκύπτει από διαίρεση της πραγματικής αξίας της περιουσίας της ανώνυμης εταιρίας, όπως αυτή προκύπτει από την εκτίμηση όλων των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού στην πραγματική τους αξία σε δεδομένη χρονική στιγμή, διά του συνολικού αριθμού των μετοχών.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω αποδειχθέντων, τόσο τα προγενέστερα ως άνω αναφερόμενα ειδικά πληρεξούσια με τις ειδικότερα περιεχόμενες σ' αυτά εντολές και πληρεξουσιότητες από τον ενάγοντα προς τον ανωτέρω δικηγόρο, κατά το μέρος που αφορούσαν την εκπροσώπηση του ενάγοντος από τον τελευταίο ή και από άλλο πρόσωπο για τις διαδικασίες συγχώνευσης της εταιρείας συμφερόντων του ενάγοντος και της αδελφής του με την εναγομένη εταιρεία, όσο και οι σχετικές αναφορές στα σχέδια σύμβασης συγχώνευσης με εξαγορά της παραπάνω εταιρείας από την εναγομένη, έγιναν, λόγω της ήδη μετατεθείσας με τον παραπάνω τρόπο κυριότητας των μετοχών, ως εκ περισσού, ο οποίος (τρόπος μεταβίβασης) σημειωτέον ότι ακολουθήθηκε και για την περίπτωση της μεταβίβασης των μετοχών κυριότητας της αδελφής του ενάγοντος, επί της εξαγοραζόμενης εταιρείας.

Περαιτέρω, στο παραπάνω από 14.7.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό και στο κεφάλαιο αυτού με τον τίτλο "ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ" .... περιέχονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Στην παρούσα ο όρος "φόρος" ή "φορολογία" περιλαμβάνει φόρους, τέλη, δασμούς, εισφορές, (συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών), πρόστιμα, προσαυξήσεις ή συναφείς επιβαρύνσεις.

Ο "πωλητής", όπως παρίσταται στο παρόν δηλώνει και εγγυάται ότι η Εταιρεία έχει υποβάλλει μέχρι σήμερα όλες τις από τον νόμο προβλεπόμενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, ΦΜΥ, ΦΠΑ, κ.λ.π. και ότι όλοι οι φόροι που η Εταιρεία υποχρεούτο μέχρι σήμερα να καταβάλει, έχουν καταβληθεί. Η Εταιρεία έχει ελεγχθεί από την αρμόδια Δ.Ο.Υ.

για προηγούμενες χρήσεις και έχει περαιώσει τις χρήσεις μέχρι και το 2001 δυνάμει του Ν. 3259/2004 και δεν έχει προβεί σε ενέργειες και δεν υπάρχουν γεγονότα που να διαταράσσουν καθ οιονδήποτε τρόπο οποιονδήποτε διακανονισμό ή συμφωνία που έχει ήδη επιτευχθεί με τις φορολογικές αρχές ή που να είναι δυνατόν να προκαλέσουν αμφισβητήσεις των αρχών ή επιβολή φόρων.

Δεν έχουν κοινοποιηθεί μέχρι σήμερα στην Εταιρεία πράξεις των φορολογικών αρχών κατά των οποίων η Εταιρεία Θα ήταν δυνατόν να προσφύγει και δεν το έπραξε. Η Εταιρεία μέχρι σήμερα δεν πλήρωσε ή κατέστη υπόχρεος να πληρώσει πρόστιμο για παράβαση φορολογικών διατάξεων και έχει νόμιμα και εμπρόθεσμα αποδώσει στο Δημόσιο όλους τους νόμιμα παρακρατηθέντες φόρους από οιαδήποτε αιτία (ΦΠΑ, ΦΜΥ, κ.λ.π.) καθώς και όλες τις παρακρατήσεις για λογαριασμό Οργανισμών Κοινωνικής Ασφαλίσεως και συντάξεων.

Η Εταιρεία είναι φορολογικά και ασφαλιστικά ενήμερη. Η Εταιρεία δεν έχει καταρτίσει άλλες συμβάσεις από την σύσταση της μέχρι σήμερα, πέραν των απαραίτητων για την εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της και του καταστατικού σκοπού της. Η Εταιρεία και ο "πωλητής" δεν οφείλει σε τρίτους οποιαδήποτε προμήθεια ή αμοιβή σχετική με την πώληση των μεταβιβαζόμενων μετοχών.

Ο "πωλητής" εγγυάται προς τον "αγοραστή" ότι η ακριβής και αληθής καθαρή θέση της εταιρείας απεικονίζεται στον τελευταίο ισολογισμό. Ο πωλητής αναλαμβάνει και ατομικά την υποχρέωση να "κλείσει" και "περαιώσει" με δική του επιμέλεια και ευθύνη τις οικονομικές καταστάσεις της χρήσεως 1.1.2001 έως 31-12-2007 το αργότερο μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2008.

Ο "αγοραστής" αναλαμβάνει την υποχρέωση όπως, αμέσως μετά την ολοκλήρωση του φορολογικού ελέγχου για τις ανέλεγκτες μέχρι την ημέρα υπογραφής της οριστικής σύμβασης χρήσεις, να απαλλάξει τα μέλη του προηγούμενου Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας από την ευθύνη τους για τις χρήσεις αυτές. Προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι δαπάνες που θα προκύψουν για τα κατά τα ανωτέρω κλείσιμο των ανέλεγκτων Οικονομικών χρήσεων της εταιρείας, ο "αγοραστής" παρακράτησε από το ανωτέρω συνολικό τίμημα δύο εκατομμυρίων πεντακοσίων δέκα χιλιάδων (2.510.000 €) Ευρώ, πώλησης των μετοχών της εταιρείας του "πωλητή", το ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000) Ευρώ, και το οποίο θα παραμείνει στα χέρια του "αγοραστή" έως ότου οριστικά "κλείσουν" οι ανωτέρω ανέλεγκτες χρήσεις.

Το τυχόν υπόλοιπο από τις ανωτέρω δαπάνες που θα απαιτηθούν θα καταβληθεί από τον "αγοραστή" επί αποδείξει στον "πωλητή", εντός 20 ημερών από την περαίωση της διαδικασίας οριστικού κλεισίματος των ανωτέρω εταιρικών χρήσεων. Σε περίπτωση που για το "κλείσιμο" των ανωτέρω χρήσεων απαιτηθεί μεγαλύτερο από το ανωτέρω ποσό, τότε την διαφορά αυτή αναλαμβάνει να την καλύψει ατομικά ο "πωλητής" κατά ρητή του ιδίου δήλωση και δέσμευση έναντι του "αγοραστή".".

Συνεπώς και στο συγκεκριμένο συμφωνητικό, όπως και στο παραπάνω αναφερόμενο προσύμφωνο, επαναλαμβάνεται ρητά ο ίδιος όρος για παρακράτηση, εκ του συνολικώς συμφωνηθέντος τιμήματος 2.510.000 ευρώ για την πώληση των ως άνω μετοχών κυριότητας του ενάγοντα, ποσού 80.000 ευρώ προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι δαπάνες που θα προκύψουν για το κλείσιμο των ανέλεγκτων οικονομικών χρήσεων της εταιρείας συμφερόντων του ενάγοντος και της αδελφής του, των ετών 1.1.2001 έως 31-12-2007, καθώς και ότι το τυχόν υπόλοιπο από το ποσό, που θα απαιτείτο για την κάλυψη των σχετικών οφειλών, θα επιστρεφόταν στον ενάγοντα, ήτοι ως οφειλόμενο υπόλοιπο εκ του ήδη τότε καταβληθέντος τιμήματος ποσού 2.430.000 ευρώ (2.510.000 - 80.000).

Επίσης, από αυτόν τον όρο άμεσα συνάγεται ότι ο ενάγων δεν είχε αναλάβει ο ίδιος την υποχρέωση για καταβολή των όποιων οφειλών θα προέκυπταν μετά τις σχετικές περαιώσεις και κλεισίματα οικονομικών χρήσεων, παρά μόνον εάν αυτές υπερέβαιναν το παρακρατηθέν ποσό. Εξ όλων των ανωτέρω και από την αδιάστικτη διατύπωση των περιεχομένων στον παραπάνω όρο του επίδικου από 14.7.2008 συμφωνητικού, δεν προκύπτει κατά την κρίση του Δικαστηρίου οποιοσδήποτε λόγος ερμηνείας αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθώς ....

δεν διαπιστώθηκε ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των ανωτέρω συμβαλλομένων, λαμβανομένων υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως του δικαστηρίου, των συμφερόντων των μερών, του δικαιοπρακτικού σκοπού, αλλά και της φύσης της συμβάσεως πώλησης ανωνύμων μετοχών, επί της οποίας προβλέφθηκε και τέθηκε ο επίδικος όρος.

Συνεπώς, τα αντίθετα, ανωτέρω στο σχετικό πρώτο λόγο έφεσης, υποστηριζόμενα από την εναγομένη, περί ανάγκης ερμηνείας του σχετικού όρου, σύμφωνα με τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο λόγο αυτό έφεσης, κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμα, αντιστοίχως δε αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο σχετικός λόγος έφεσης.

Εξάλλου, αμέσως μετά την παραπάνω μεταβίβαση του συνόλου των ανωνύμων μετοχών της εταιρείας με την επωνυμία "... η νυν εναγομένη προχώρησε στις διαδικασίες εξαγοράς της εν λόγω εταιρείας κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 ΚΝ 2190/1920,που προστέθηκε με το άρθρο 12 του ΠΔ 498/1987 σε συνδ. με αυτές των άρθρων 69-77 ιδίου ΚΝ,....

συνταχθείσης για το λόγο αυτό της υπ' αριθ. 15149/15.10.2008 συμβολαιογραφικής σύμβασης συγχώνευσης εταιρειών με εξαγορά, της συμ/φου Κορίνθου Ειρήνης ΛΑΟΥ, στην οποία σύμβαση συμβάλλονται ο Δ. Ανδρέου από την πλευρά της εναγομένης και ο Γ. Κ. ως νόμιμος εκπρόσωπος της εξαγοραζόμενης ανώνυμης εταιρείας και στην οποία περιέχεται πλην άλλων κατά νόμον και η από 9.9.2008 έκθεση της σχετικής επιτροπής εμπειρογνωμόνων, η οποία εκτιμώντας το ενεργητικό και παθητικό της εξαγοραζόμενης εταιρείας κατέληξε στην πραγματική ή εσωτερική αξία των μετοχών αυτής ....

αναφέροντας ότι η καθαρή θέση της εταιρείας ανέρχεται σε 3.736.920,93 ευρώ και συμπεραίνει ότι το τελικά συμφωνηθέν τίμημα των 3.810.000 ευρώ για σύνολο μετοχών 226.885, ήτοι 17,79265 ευρώ ανά μετοχή, όταν η ονομαστική της αξία ήταν 4 ευρώ, είναι δίκαιο και εύλογο, τούτου διαφοροποιούμενου κατά τα ανωτέρω από το συμφωνηθέν τίμημα μεταξύ Γ.

Κ. και ενάγοντος, βάσει της αγοραίας ή τρέχουσας αξίας των εν λόγω μετοχών, με την οποία και μεταβιβάστηκαν οι σχετικές μετοχές. Το ότι δε με την εν λόγω σύμβαση ο Γ. Κ. φέρεται να μεταβιβάζει τις μετοχές του ενάγοντος αντί του ποσού των 2.340.475 ευρώ και δη κατά 73.079,10 ευρώ παραπάνω από την εκτιμηθείσα καθαρή θέση της εταιρείας και, κατ' αναλογία των μετοχών του ενάγοντος, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 61,433% των μετοχών, κατά ποσό 44,894,68 ευρώ επιπλέον της εκτιμηθείσας καθαρής θέσης, προβάλλεται αλυσιτελώς στο σχετικό δεύτερο λόγο έφεσης, ενόψει της ως άνω ήδη από 14.7.2008 πώλησης και μεταβίβασης των εν λόγω μετοχών του ενάγοντος, καθώς η μεταβίβαση που προκύπτει με τη σύμβαση εξαγοράς, με τα σχετικά αναφερόμενα σε αυτή ποσά, αφορά την ακολουθηθείσα, για εσωτερικούς λόγους της εναγομένης, νόμιμη διαδικασία εξαγοράς.

Ακολούθως, καθώς με την ανωτέρω από 9.9.2008 έκθεση της επιτροπής εμπειρογνωμόνων καθορίστηκε η καθαρή θέση της εταιρείας και κρίθηκε το αναγραφόμενο εκεί τίμημα μεταβίβασης ως δίκαιο και εύλογο μετά την παράθεση των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της εταιρείας κατά το συγκεκριμένο χρόνο, το περιληφθέν σ' αυτήν ποσό παθητικού της εξαγοραζόμενης εταιρείας εξ ευρώ 78.254,97, για οποιαδήποτε (ορθόν οποιουσδήποτε) ειδικότερους λόγους και αν αυτό αναγράφεται ότι προήλθε, όπως περαιτέρω και το ότι αποτιμήθηκαν, με την εν λόγω έκθεση, μηδενικά απαιτήσεις από δοσοληπτικούς λογαριασμούς των οργάνων διοίκησης της εξαγοραζόμενης εταιρείας, στα οποία μετείχε ο ενάγων, ύψους 261.236,99 ευρώ, επειδή δεν αναμενόταν να εισπραχθούν, αμφότερα ως επιμέρους στοιχεία από τα οποία προέκυψε η καθαρή θέση της εταιρείας, προκειμένου να εκτιμηθεί το δίκαιο και εύλογο του τιμήματος μεταβίβασης, τα οποία εγκρίθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο από τις Γ.Σ.

αμφοτέρων των εταιρειών με τα σχετικά σχέδια της σύμβασης συγχώνευσης που περιέχουν και την εν λόγω έκθεση, χωρίς της προβολή αντιρρήσεων, δεν μπορούν αυτόνομα να εξαχθούν από τη σύμβαση, με την οποία καθορίστηκε το προκύπτον ποσό εξαγοράς, κατά τα ανωτέρω, της εξαγοραζόμενης εταιρείας από την εναγομένη και ως εκ τούτου δεν αποτελούν οφειλές του ενάγοντα με την ιδιότητά του ως κύριου μετόχου και διευθύνοντος συμβούλου της εξαγοραζόμενης εταιρείας μη δυνάμενες, ως ανταπαιτήσεις της εναγομένης εταιρείας, να τεθούν νομίμως σε συμψηφισμό με την απαίτηση του ενάγοντα έναντι αυτής (εναγομένης), αλλά πιθανόν να γεννούν μόνο δικαιώματα των μετόχων της εξαγοράζουσας εταιρείας αναφορικά με τον τρόπο που διενεργήθηκε η σχετική διαδικασία εξαγοράς ....

Περαιτέρω και όσον αφορά το συνταχθέν πριν από την υπογραφή του από 14.7.2008 ιδιωτικού συμφωνητικού και υπογραφέν από τον ενάγοντα ως άνω υπ' αριθ. ... ειδικό πληρεξούσιο της συμ/φου ... Ειρήνης ΛΑΟΥ (καθόσον το υπ' αριθ. ... δεν αφορούσε αυτόν), με το οποίο κατέστησε εντολοδόχο τον Γ. Κ. με την ειδικότερη μεταξύ άλλων εντολή να τον εκπροσωπεί στις Γ.Σ.

της εταιρείας, ασκώντας όλα τα μετοχικά του δικαιώματα, από την επισκόπηση αυτού προκύπτει ότι αυτό συντάχθηκε λόγω της επιλογής από την πλευρά της εναγομένης εταιρείας του συγκεκριμένου ως άνω τρόπου εξαγοράς της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... εταιρείας, ως τρόπου μεταβίβασης αυτής στην αγοράστρια εταιρεία και στα πλαίσια της σχετικής προβλεπόμενης παραπάνω διαδικασίας.

Άλλωστε κατά την κρίση του Δικαστηρίου από κανένα εκ των περιεχομένων τόσο στη σχετική σύμβαση, όσο και στο ως άνω πληρεξούσιο, δεν προκύπτει γεγονός από το οποίο ο ενάγων θεωρεί τον εαυτό του εξοφλημένο, αναφορικά με το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης των μετοχών κυριότητάς του εκ ποσού 2.510.000 ευρώ, των αντιθέτως υποστηριζομένων από την πλευρά της εναγομένης κρινομένων απορριπτέων, ως ουσιαστικά αβασίμων.

Άλλωστε, τα επίσης υποστηριζόμενα από την εναγομένη στο σχετικό λόγο έφεσης, ήτοι ότι εάν ο ενάγων θεωρούσε ότι δεν είχε εξοφληθεί θα περιελάμβανε το σχετικό περιεχόμενο στο από 14.7.2008 όρο και στο ως άνω πληρεξούσιο προς τον Γ. Κ., προβάλλονται αλυσιτελώς ενόψει του σκοπού για τον οποίο αυτό αποδείχθηκε ότι συντάχθηκε.

Η κρίση του Δικαστηρίου περί του συνόλου των ανωτέρω αποδειχθέντων, πέραν των ανωτέρω διαλαμβανομένων εγγράφων, ενισχύεται και από τη σαφή και κατηγορηματική μαρτυρική κατάθεση του λογιστή της ενάγουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία δεν αναιρείται από κανένα εκ των προσκομιζομένων από την εναγομένη στοιχείων.

Συνεπώς, η σχετική προβαλλόμενη από την εναγομένη στο δεύτερο λόγο έφεσης, ένσταση συμψηφισμού πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Επίσης, απορριπτέοι πρωτίστως ως μη νόμιμοι είναι και οι διαλαμβανόμενοι στο σχετικό λόγο έφεσης επικουρικοί ισχυρισμοί της εναγομένης περί εξόφλησης της αγωγικής αξίωσης του ενάγοντα, άλλως άφεσης χρέους, καθόσον ....

από το σύνολο των αναφερομένων στον παραπάνω λόγο έφεσης δεν προκύπτει οποιαδήποτε καταβολή προς τον ενάγοντα ή τρίτο πρόσωπο δεκτικό καταβολής, ως λόγος απόσβεσης της ενοχής, ούτε δε αντίστοιχα άφεση χρέους, με την ύπαρξη σύμβασης μεταξύ του δανειστή ενάγοντος και της οφειλέτιδος εναγομένης, με την οποία ο πρώτος να παραιτείται της ενοχικής αξιώσεως του έναντι της δεύτερης και να επιφέρει με τον τρόπο αυτό την απόσβεση της ενοχής δηλ.

την απαλλαγή αυτής ως οφειλέτιδος από το χρέος, ούτως ώστε ο δανειστής ενάγων να μην μπορεί πλέον να ασκήσει τα δικαιώματά του που προέρχονται από την ενοχή. Άλλωστε και ο προβληθείς από την εναγομένη ισχυρισμός ότι το από 14.7.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό λειτουργεί ως αντέγγραφο αναφορικά με το αναφερόμενο σ' αυτό ποσό των 80.000 ευρώ και ως εκ τούτου είναι άκυρο, είναι επίσης, απορριπτέος ως μη νόμιμος ....

καθώς η λειτουργία του αντεγγράφου ως ακύρου εγγράφου, υφίσταται μόνον ώστε να αποτρέπεται η σύναψη εικονικών περί το τίμημα, συμβάσεων πώλησης ακινήτων, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει εν προκειμένω, έτι δε περισσότερο καθόσον η σύμβαση πώλησης και μεταβίβασης ανωνύμων μετοχών μη εισηγμένης στο χρηματιστήριο Α.Ε.

με συμφωνητικό άνευ θεώρησης από την αρμόδια ΔΌΥ. δεν δημιουργεί ακυρότητα αυτής, κατά τα ειδικότερα ανωτέρω οριζόμενα. Επομένως και ο δεύτερος λόγος έφεσης είναι απορριπτέος στο σύνολο του ως αβάσιμος. Στη συνέχεια ο ενάγων σε εφαρμογή του συγκεκριμένου ως άνω όρου του από 14.7.2008 ιδιωτικού συμφωνητικού διεκπεραίωσε το σύνολο των φορολογικών υποχρεώσεων της πωληθείσας ανώνυμης εταιρείας μέχρι του χρόνου που επήλθε η ανωτέρω μεταβίβαση, καθώς και επιπρόσθετο φόρο για ΦΜΑΠ και ΕΤΑΚ, για τα έτη 2002 έως 2008 καταβάλλοντας ο ίδιος τα ποσά που απαιτήθηκαν (βλ.

τα προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα σε φωτοαντίγραφα: 1) για περαίωση βάσει του ν. 3697/2008 το σχετικό εκκαθαριστικό σημείωμα της Δ.Ο.Υ. ... για τα οικονομικά έτη 2003 έως 2007 συνολικού ποσού 3.514 ευρώ και το υπ' αριθ. ... διπλότυπο είσπραξης τύπου Α της εν λόγω Δ.Ο.Υ. ποσού 3.339 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ανωτέρω σημείωμα, λόγω έκπτωσης, 2) για περαίωση βάσει του ν. 3888/2010 το σχετικό εκκαθαριστικό σημείωμα της Δ.Ο.Υ. ...

για τα οικονομικά έτη 2008- 2009 συνολικού ποσού 1.310 ευρώ μετά έκπτωσης και το από 10.11.2010 αποδεικτικό είσπραξης της ... ... ... ίδιου ποσού με αιτιολογία για πληρωμή περαίωσης, 3) την υπ' αριθ. 16/26.2.09 και 26.03.09 έκθεση ελέγχου ΦΜΑΠ της ίδιας Δ.Ο.Υ. σε συνδυασμό με το υπ' αριθ. 300/09 εκκαθαριστικό σημείωμα περαίωσης υπόθεσης ΦΜΑΠ με σύνολο για καταβολή 848,17 ευρώ και το υπ' αριθ. ...

διπλότυπο είσπραξης τύπου Α της εν λόγω Δ.Ο.Υ. ποσού 805,76 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ανωτέρω σημείωμα, λόγω έκπτωσης, 4) για ΕΤΑΚ του οικονομικού έτους 2009, το υπ' αριθ. ... διπλότυπο είσπραξης τύπου Α της εν λόγω Δ.Ο.Υ. ποσού 6.140,92 ευρώ για ΕΤΑΚ νομικού προσώπου του οικονομικού έτους 2009 και την από 27.6.2008 απόδειξη είσπραξης του υποκαταστήματος ...

της Τράπεζας Πειραιώς για κατάθεση επιταγής ποσού 5.897,59 ευρώ προς την άνω Δ.Ο.Υ., 5) από 20.6.2008 απόδειξη είσπραξης του υποκαταστήματος ... της Τράπεζας Πειραιώς για κατάθεση επιταγής ποσού 20.009,01 ευρώ προς την ίδια ως άνω Δ.Ο.Υ. για φόρο εισοδήματος της εξαγοραζόμενης εταιρείας του οικονομικού έτους 2008, όπως το γεγονός αυτό δεν αμφισβητεί ειδικά η εναγομένη εκ του οποίο προκύπτει κατά την κρίση του Δικαστηρίου ομολογία ότι το εν λόγω ποσό αφορά την παραπάνω αιτία).

Τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από την εναγομένη με την έφεσή της ότι η ίδια δεν έχει λάβει γνώση περί της οριστικής τακτοποίησης των υποχρεώσεων του ενάγοντα εκ του ανωτέρω όρου στο από 14.7.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, ήτοι της περαίωσης όλων των φορολογικών υποχρεώσεων της εξαγοραζόμενης εταιρείας μέχρι του χρόνου εξαγοράς αυτής δεν κρίνονται βάσιμα από κανένα προσκομιζόμενο από αυτή αποδεικτικό στοιχείο, σε περίπτωση δε βασιμότητας αυτών, ευχερώς η εναγομένη θα δύνατο να προσκομίσει είτε παραστατικά οφειλής της εξαγορασθείσας εταιρείας από την ίδια για τα ανωτέρω οικονομικά έτη, είτε παραστατικά καταβολής σχετικών ποσών από αυτή για την ίδια αιτία.

Κατόπιν αυτών ο ενάγων επέδωσε στις 15.5.2009, την από 11.5.2009 εξώδικη διαμαρτυρία του - πρόσκληση και δήλωση, με την οποία την καλούσε να του καταβάλει το εν λόγω ποσό και πλέον αυτού ποσό 9.150 ευρώ - και μετά τον ως άνω περιορισμό το ποσό των 5.887 ευρώ -, που κατέβαλε για φόρο ακίνητης περιουσίας (βλ. την υπ' αριθ. 5810Β/15.5.2009 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κορίνθου Στυλιανού Κυδωνάκη).

Συνεπώς, οφείλεται καταρχήν στον ενάγοντα από την εναγομένη το αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 80.000 ευρώ ως υπόλοιπο εκ του συνολικά συμφωνηθέντος τιμήματος για την πώληση των ανωτέρω μετοχών κυριότητάς του, καθώς αυτός ενήργησε σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο σχετικό συμφωνηθέντα ρητώς όρο του παραπάνω ιδιωτικού συμφωνητικού και περαίωσε τις σχετικές εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις της εξαγορασθείσας εταιρείας, κατέβαλε δε ο ίδιος τα σχετικά χρηματικά ποσά, που εκκαθαρίστηκαν βάσει των σχετικών διατάξεων, ώστε να του οφείλεται το σύνολο του εν λόγω ποσού.....

Η εναγομένη, τέλος, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι ο εναγόμενος (ορθόν ο ενάγων) εισέπραξε ποσό 5.830,52 ευρώ, εντός του έτους 2009 από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. ..., το οποίο αντιστοιχεί σε προκαταβολή φόρου εισοδήματος, το οποίο, όμως, κατόπιν της από 15.10.2008 σύμβασης συγχώνευσης με εξαγορά της εξαγοραζομένης εταιρείας, είχε δικαίωμα να εισπράξει νόμο μόνον η ίδια, λόγω του ότι με την εν λόγω σύμβαση, της μεταβιβάσθηκαν πέραν των μετοχών και των ακινήτων της εταιρείας και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της, ακόμη και όσα δεν περιγράφονται σ' αυτή, προτείνει δε σε συμψηφισμό το εν λόγω ποσό.

Ο εναγόμενος (ορθόν ο ενάγων), αναφορικά με το εν λόγω ποσό, εκθέτει στο δικόγραφο των προτάσεών του ότι έλαβε μεν ο ίδιος το εν λόγω ποσό εντός του έτους 2009, πλην όμως, αφορούσε προκαταβολή φόρου που είχε καταβάλλει αυτός και κακώς θεωρεί η εναγομένη ότι έχει οποιοδήποτε μερίδιο στο ποσό αυτό. Από τα παραπάνω προκύπτει σαφώς ομολογία του εναγομένου (ορθόν του ενάγοντος), ....

σχετικά με την ανάληψη από τον ίδιο του παραπάνω ποσού, παρελκούσης ως εκ τούτου της εξέτασης του αιτήματος της εναγομένης για επίδειξη των σχετικών φορολογικών εγγράφων αυτού του ίδιου οικονομικού έτους. Αντίστοιχα από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό ευχερώς συνάγεται ότι κατόπιν της υπογραφής της σχετικής σύμβασης, η εναγομένη εξαγοράζουσα εταιρεία υπεισήλθε και εκ του νόμου στο σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της εξαγορασθείσας εταιρείας και ο ενάγων απεκδύθηκε όλων των δικαιωμάτων του επ' αυτής (εξαγορασθείσας εταιρείας), άρα και αυτού του δικαιώματος ανάληψης οποιοδήποτε ποσού αφορούσε την εν λόγω εταιρεία από οποιαδήποτε αιτία και εάν προερχόταν, ανεξαρτήτως εάν αυτός ήταν το πρόσωπο, που είχε καταβάλλει για λογαριασμό της εταιρείας τότε συμφερόντων τη σχετική προκαταβολή φόρου.

Συνεπώς, βασίμως και κατ' ουσίαν προτείνεται η σχετική ένσταση συμψηφισμού, ως ανταπαίτηση ληξιπρόθεσμη, ομοειδής και τελούσα σε αμοιβαιότητα με την απαίτηση του ενάγοντα,... και πρέπει ως προς το εν λόγω ποσό να μειωθεί το οφειλόμενο από την ως άνω αιτία ποσό στον ενάγοντα, ανερχομένου τούτου, μετά τον εν λόγω γενόμενο συμψηφισμό απαίτησης και ανταπαίτησης, στο ποσό των 74.169,48 ευρώ (80.000 - 5.830,52).

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη στην ουσία της και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα από την ως άνω αιτία το ποσό των 74.169,48 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της ανωτέρω εξώδικης διαμαρτυρίας του για καταβολή του συνολικού αιτούμενου με την αγωγή ποσού, ήτοι την 16.5.2009....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, ακολούθως, δικάζοντας επί της ουσίας, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι εσφαλμένα δέχτηκε: α) ως χρόνο παράδοσης προς αυτήν της νομής και μεταβίβασης της κυριότητας των μετοχών του αναιρεσίβλητου την 14/7/2008 αντί του ορθού 15/10/2008 και β) ως συμφωνηθέν τίμημα το ποσό των 2.510.000 ευρώ αντί του ορθού των 2.340.475, ενώ με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 παραπονείται ότι το Εφετείο:

α) χωρίς επαρκή αιτιολογία απέρριψε την ένστασή της περί άφεσης χρέους, ενώ από τα επικαλούμενα από αυτήν έγγραφα, που έχει υπογράψει ο εκπρόσωπος-εντολοδόχος του αναιρεσίβλητου Γ. Κ., προέκυπτε η μείωση του αναγραφόμενου στο από 14/7/2008 ιδιωτικό συμφωνητικό τιμήματος κατά το ποσό των 80.000 ευρώ, (559 αρ. 19) β) εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθώς αν και διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ως προς το ποσό των 80.000 ευρώ, δεν προσέφυγε στους κανόνες αυτούς, αλλά έκρινε λανθασμένα και με ελλιπή αιτιολογία ότι στην ένδικη περίπτωση δεν προκύπτει άφεση χρέους (559 αρ. 1 και 19) και γ) εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, στις οποίες δεν προσέφυγε, αν και διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ως προς το ποσό των 80.000 ευρώ, έκρινε δε λανθασμένα και με ελλιπή αιτιολογία ότι η εξοφλητική απόδειξη δεν συνιστά εξόφληση και άρα απόσβεση του χρέους, με αποτέλεσμα να απορρίψει την ένστασή της περί εξόφλησης (559 αρ. 1 και 19).

Όσον αφορά τον τρίτο λόγο αναίρεσης αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος αφού δεν προσδιορίζονται στην αίτηση οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης οι θεμελιωτικές της κρίσης της, δηλ. τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα (εν μέρει) της αγωγής), ώστε με βάση τις εν λόγω ουσιαστικές παραδοχές να ελεγχθεί τυχόν νομική πλημμέλεια αυτής, μη αρκούσας της μεμονωμένης και αποσπασματικής παράθεσης, κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, τμημάτων από τις παραδοχές της απόφασης.

Επίσης, δεν αναφέρεται στην αίτηση πως οι επικαλούμενες πλημμέλειες συνδέονται με το αντικείμενο της ένδικης αγωγής και το αποδεικτέο θέμα που είναι η επιστροφή υπολοίπου τιμήματος από πώληση. Σε κάθε περίπτωση, ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον, υπό την επίφαση της εσφαλμένης εφαρμογής των επικαλουμένων διατάξεων, με την έννοια της εσφαλμένης υπαγωγής σ' αυτές των γενομένων δεκτών πραγματικών περιστατικών, και της ανεπαρκτούς αιτιολογίας πλήττει την ορθότητα της εκτιμήσεως των αποδείξεων και την περί τα πράγματα, ανέλεγκτη, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (αρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω και όσον αφορά τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, ως προς το υπό στοιχείο α σκέλος του δεν ιδρύεται πλημμέλεια από τον αριθμό 19 εφόσον η εν λόγω ένσταση (άφεση χρέους) απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ ως προς τα υπό στοιχεία β και γ σκέλη του ο λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος, επίσης λόγω μη παράθεσης των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθώς με αυτά που δέχτηκε κι έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, ως προς το οφειλόμενο ποσό από υπόλοιπο τιμήματος πώλησης μετοχών.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχτηκε ανέλεγκτα ότι: α) ο ενάγων πώλησε και μεταβίβασε τις εν λόγω ανώνυμες μετοχές κυριότητάς του, καθώς και τα ενσωματωμένα σε αυτές δικαιώματα με το ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε στις 14/7/2008, β) η τιμή των μετοχών στην αγορά, όπως διαμορφώθηκε από τις συνθήκες προσφοράς και ζήτησης όσον αφορά το ποσοστό 61,433% του ενάγοντος, που ενδιαφέρει εν προκειμένω τη δεδομένη χρονική στιγμή της πώλησης των μετοχών, ανερχόταν στο ποσό των 2.510.000 ευρώ, το οποίο συνομολογήθηκε ως δίκαιο και εύλογο και σε αναλογία παροχής και αντιπαροχής, γ) από κανένα εκ των περιεχομένων τόσο στη σχετική σύμβαση, όσο και στο ως άνω πληρεξούσιο, δεν προκύπτει γεγονός από το οποίο ο ενάγων θεωρεί τον εαυτό του εξοφλημένο, αναφορικά με το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης των μετοχών κυριότητάς του εκ ποσού 2.510.000 ευρώ, δ) το οφειλόμενο από την ως άνω αιτία ποσό στον ενάγοντα, ανέρχεται, μετά από γενόμενο συμψηφισμό απαίτησης και (αποδειχθείσας) ανταπαίτησης, στο ποσό των 74.169,48 ευρώ (80.000 - 5.830,52).

Επομένως, το Εφετείο εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, το από τις αποδείξεις σχετικό περί τούτων πόρισμά του, στο οποίο κατέληξε, με τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδειχθέντα και τα οποία στηρίζουν επαρκώς, μαζί με τις υπόλοιπες παραδοχές του, που προαναφέρθηκαν, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του.

Επίσης, από τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν διαπίστωσε, ούτε ευθέως ούτε εμμέσως, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, καθώς στην απόφαση ρητά αναφέρεται ότι "...από την αδιάστικτη διατύπωση των περιεχομένων στον παραπάνω όρο του επίδικου από 14.7.2008 συμφωνητικού, δεν προκύπτει κατά την κρίση του Δικαστηρίου οποιοσδήποτε λόγος ερμηνείας αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, καθώς ....

δεν διαπιστώθηκε ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των ανωτέρω συμβαλλομένων, λαμβανομένων υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως του δικαστηρίου, των συμφερόντων των μερών, του δικαιοπρακτικού σκοπού, αλλά και της φύσης της συμβάσεως πώλησης ανωνύμων μετοχών, επί της οποίας προβλέφθηκε και τέθηκε ο επίδικος όρος....".

Επομένως, το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να προσφύγει, προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων μερών, στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια των αριθμών 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. α` ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει (ΑΠ 150/2022, ΑΠ 1721/2014, ΑΠ 1423/2012). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 17/2021, ΑΠ 76/2021).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 ΚΠολΔ, ως ίσχυε πριν την κατάργησή του με τον αριθμό 1 άρθρο δεύτερο παρ.1 του Ν.4335/2015 και ήταν εφαρμοστέα από το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ένεκα του χρόνου δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης (27/6/2013), το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός.

Συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 (ΑΠ 940/2020). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 393 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, συμβάσεις ή συλλογικές πράξεις, καθώς και πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας που έχει συνταχθεί εγγράφως, δεν επιτρέπεται να αποδειχθούν με μάρτυρες εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τα 30.000 ευρώ, έστω κι αν δεν είναι αντίθετα προς το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν επιτρέπεται δε η εμμάρτυρη απόδειξη κατά του περιεχομένου εγγράφου.

Επιτρέπεται όμως εξαιρετικά, σύμφωνα με το άρθρο 394 παρ. 1 περ. δ` ΚΠολΔ, η απόδειξη με μάρτυρες, σε κάθε περίπτωση, δηλαδή και αν ακόμη η αξία του αντικειμένου της σύμβασης υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό ή και αν πρόκειται για πρόσθετα σύμφωνα, προγενέστερα, σύγχρονα ή μεταγενέστερα δικαιοπραξίας, που έχει συνταχθεί εγγράφως, αν από την φύση της δικαιοπραξίας ή τις ειδικές συνθήκες υπό τις οποίες έγινε και ιδίως αν πρόκειται για εμπορικές συναλλαγές, δικαιολογείται η απόδειξη με μάρτυρες.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης.

Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341ΚΠολΔ με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2915/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους της απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ περιορίζεται μόνον όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, το οποίο καθορίζει τον διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 692/2017, ΑΠ 646/2017).

Προϋποθέτει, δηλαδή, ο αναιρετικός αυτός λόγος, ότι το δικαστήριο, μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αμφιβάλλει ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, οπότε ελέγχεται αναιρετικά η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του δικαστηρίου, δηλαδή αν ο αμφίβολος ισχυρισμός ορθά κρίθηκε ως βάσιμος ή αβάσιμος (ΑΠ 155/2021, ΑΠ 1428/2019, ΑΠ 1596/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι: α) το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο από το νόμο και δη την κατάθεση του πρωτοδίκως εξετασθέντος μάρτυρα του ενάγοντος Σ.

Σ., ενώ επρόκειτο για σύμβαση άνω των 30.000 ευρώ και κατά εγγράφων, β) το δικαστήριο έλαβε υπόψη του εκπροθέσμως κατατεθέντα έγγραφα (εκκαθαριστικό σημείωμα της ΔΟΥ ... για τα οικονομικά έτη 2008-2009 και επιταγή ... τράπεζας από 10/11/2010) στερώντας στην αναιρεσείουσα το δικαίωμα να λάβει γνώση αυτών και να τα αντικρούσει ενώ, επίσης, μετέθεσε σ' εκείνη το βάρος απόδειξης της περαίωσης των φορολογικών υποχρεώσεων της εταιρείας του αναιρεσίβλητου, κατά παράβαση του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός, όσον αφορά την παράβαση από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι η αναιρεσείουσα όχι μόνο δεν πρόβαλε νόμιμα τον ανωτέρω ισχυρισμό στο δικαστήριο της ουσίας αλλά η ίδια αναφέρει στην αίτηση αναίρεσης ότι, έχοντας πρόθεση να αντεξετάσει τον εν λόγω μάρτυρα που βρισκόταν στην αίθουσα του Εφετείου, υπέβαλε σχετικό αίτημα (κάτι, βέβαια, που ουδόλως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης), πλην, όμως, εκείνος "εξαφανίστηκε", με αποτέλεσμα να στερηθεί της δυνατότητας να του υποβάλει ερωτήσεις, κατόπιν δε αυτού ζήτησε να μην ληφθεί υπόψη η κατάθεσή του.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι αβάσιμος καθώς το δικαστήριο, προκειμένου να δεχθεί την (μερική) ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής του αναιρεσίβλητου, δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα μη επιτρεπόμενα από το νόμο, εφόσον από τις παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι επρόκειτο περί εμπορικής συναλλαγής, που δικαιολογεί την εμμάρτυρη απόδειξη.

Περαιτέρω και όσον αφορά τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα έγγραφα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσίβλητου ενώπιον του Εφετείου αυτά προσκομίστηκαν εμπρόθεσμα (γίνεται επίκληση αυτών στη σελίδα 18 των εν λόγω προτάσεων), και επομένως η αναιρεσείουσα δεν στερήθηκε του δικαιώματος να λάβει γνώση αυτών.

Τέλος και όσον αφορά την επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος είναι αβάσιμος, αφού, από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης που εκτέθηκαν αναλυτικά ανωτέρω, προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε, ότι μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν και ελήφθησαν υπόψη, δημιουργήθηκε αμφιβολία ως προς την αλήθεια των επικληθέντων από τον αναιρεσίβλητο σχετικών πραγματικών περιστατικών, και παρά ταύτα δέχθηκε την (μερική) ουσιαστική βασιμότητα των αγωγικών ισχυρισμών, οπότε και μόνο θα ελεγχόταν αναιρετικά στο πλαίσιο του ως άνω αναιρετικού λόγου η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του δικαστηρίου, δηλαδή ότι ο ως άνω αμφίβολος ισχυρισμός εσφαλμένα κρίθηκε ως βάσιμος κατ` ουσία.

Αντιθέτως, προκύπτει, ότι ο συγκεκριμένος αγωγικός ισχυρισμός του αναιρεσίβλητου περί του υπολοίπου οφειλόμενου τιμήματος των 80.000 ευρώ έγινε (μερικά) δεκτός, επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα, που έφερε το βάρος απόδειξης, σχετικές αποδείξεις και όχι γιατί η αναιρεσείουσα εναγομένη δεν απέδειξε τα αντίθετα, όπως η τελευταία εσφαλμένως υπολαμβάνει.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθώς στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1093/2014, ΑΠ 29/2011).

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείοσυσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ καθώς ανέγνωσε εσφαλμένα το περιεχόμενο της έκθεσης ορκωτών λογιστών, της σύμβασης συγχώνευσης και της από 15/10/2008 εξοφλητικής απόδειξης, θεωρώντας ότι το τελικό τίμημα αγοράς των μετοχών του αναιρεσίβλητου ποσού 2.340.475 ευρώ ήταν δήθεν η πραγματική (εσωτερική) αξία των μετοχών και όχι η, διάφορος αυτής, νέα αγοραία αξία των μετοχών του αναιρεσίβλητου ως νέο πλέον συμφωνηθέν τίμημα.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, ότι δηλαδή οφείλεται το αναφερόμενο στην απόφαση υπόλοιπο τιμήματος από την πώληση των επίδικων μετοχών.

Κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 7/2002,17/1995), μόνη δε η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δε θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς, όχι δε κατ` ανάγκην και αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, επιβεβλημένη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος. Η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προϋποθέτει τη γέννηση και την ύπαρξή του.

Συνεπώς η επίκληση περιστατικών, η αλήθεια των οποίων αποκλείει τη γέννηση ή συνεπάγεται την κατάλυση του δικαιώματος δεν θεμελιώνει και ένσταση καταχρηστικής άσκησής του, αλλά είτε συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της στηριζόμενης στο δικαίωμα αυτό αγωγής, είτε θεμελιώνει άλλη παρακωλυτική ή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση (ΑΠ 826/2018, ΑΠ 536/2017, AΠ 1799/2006).

Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ.1 και 269 του ΚΠολΔ, η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, για να είναι παραδεκτή, πρέπει να προβάλλεται καταρχήν κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, κατά την οποία πρέπει να προταθούν από τον ενιστάμενο τα πραγματικά γεγονότα που τη στηρίζουν και να διατυπώνεται και αίτημα απόρριψης της αγωγής για τον λόγο αυτό (ολΑΠ 472/1983).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, με το να απορρίψει, ως αβάσιμο, τον τέταρτο λόγο της έφεσής της, που παραδεκτά πρότεινε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου (λόγω της ερημοδικίας της στον πρώτο βαθμό), με τον οποίο πρόβαλε ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, ζητώντας την απόρριψη της αγωγής του.

Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα προς θεμελίωση του ως άνω ισχυρισμού της επικαλέστηκε με την έφεσή της ότι: α) με το από 14-7-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εννοούσε και είχε συμφωνήσει να επιστραφεί το ποσό των 80.000 ευρώ μετά το οριστικό κλείσιμο κατόπιν φορολογικού ελέγχου όλων των ανέλεγκτων μέχρι τη συγχώνευση χρήσεων της εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας και όχι με την περαίωση ορισμένων εξ αυτών με το Ν. 3259/2004 και συνεπώς δεν έπρεπε πρόωρα να καταθέσει την αγωγή του, παραπλανώντας ότι δήθεν εννοούσε την περαίωση και δη ορισμένων χρήσεων με το Ν. 3259/2004 (η χρήση 2007 και ήμισυ χρήσης 2008 δεν έχει περαιωθεί ούτε καν με περαίωση μέχρι την άσκηση της έφεσης), β) ο ενάγων είχε επίγνωση ότι το παραπάνω συμφωνητικό έγινε προς εξασφάλιση του αντισυμβαλλομένου του και όχι του ιδίου, και ότι δεν μπορεί να το επικαλείται, ιδίως μετά την υπογραφή του με αριθμό ...

ειδικού πληρεξουσίου και την, βάσει αυτού, υπογραφείσα με αριθμό ... σύμβαση συγχώνευσης με εξαγορά, έγγραφα με τα οποία ομολόγησε την πλήρη εξόφλησή του άλλως άφεση του επίδικου χρέους, γ) είχε ήδη λάβει 89.525 ευρώ παραπάνω από τα τελικώς συμφωνηθέντα, που θα μπορούσε από μόνος του να συμψηφίσει με το αγωγικό ποσό, δ) έλαβε 5.830,52 ευρώ παράνομα και χωρίς να τα δικαιούται, τα οποία έπρεπε να τα συμψηφίσει με το επίδικο χρέος και δεν το έπραξε, ε) υπέβαλε την αναιρεσείουσα εταιρεία σε δαπάνες ύψους 91.556,67 ευρώ (δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για αποκατάσταση φθορών και ελλείψεων του πωληθέντος ξενοδοχείου), ποσό το οποίο όφειλε ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει ή να την αποζημιώσει, άλλως συμψηφίσει με το αγωγικό ποσό και όχι να καταθέτει την ένδικη αγωγή.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος ως μη νόμιμη με το εξής σκεπτικό: "Ο λόγος, όμως αυτός έφεσης, ως επιχειρούμένος να βρει έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ είναι πρωτίστως απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθώς ..... δεν διαλαμβάνονται ιδιαίτερα περιστατικά βάσει των οποίων να έχει δημιουργηθεί στην υπόχρεη εναγομένη, από την συμπεριφορά του δικαιούχου ενάγοντος σε συνάρτηση και με εκείνη της υπόχρεης, και μάλιστα εύλογα, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται ν' ασκήσει το αγωγικό δικαίωμά του".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την, επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στο άρθρο αυτό, ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, καθώς τα επικαλούμενα από την εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα) πραγματικά περιστατικά για την θεμελίωση του εν λόγω δικαιώματος δεν είναι τέτοιας φύσης που να της δημιούργησαν την πεποίθηση ότι ο ενάγων(ήδη αναιρεσίβλητος) δεν πρόκειται να ασκήσει το αγωγικό του δικαίωμά.

Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 1 ως αβάσιμος, και κατά το σκέλος του από τον αριθμό 19 ως απαράδεκτος, καθώς η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και συνεπώς δεν ιδρύεται στην προκειμένη περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον λόγο αυτό ως μη νόμιμο.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26/5/2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... για αναίρεση της με αριθμό 232/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ