Legislator Case Law & Legislation
1771/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against tax evasion verdict due to contradictory reasoning and lack of legal basis.

Case Number 1771/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against a tax evasion conviction, finding the lower court's reasoning contradictory and legally flawed. The court noted the trial judge inconsistently denied criminal liability for the association's legal representatives under specific statutory provisions while simultaneously holding them liable based on general principles of collective entity responsibility. Consequently, the court ruled that the conviction lacked a proper legal foundation and remanded the case for a new trial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Art. 18 para. 1 of Law 2523/1997; Art. 510 § 1 lit. E of the Code of Civil Procedure: A criminal conviction is void if the court's reasoning is contradictory regarding the application of specific statutory provisions versus general principles of criminal liability, thereby depriving the judgment of a legal basis.

Keywords

AI generated
tax evasion criminal liability legal basis contradictory reasoning remand for retrial collective entity Supreme Court appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 18 para. 1 of Law 2523/1997
Art. 510 § 1 lit. E of the Code of Civil Procedure
Art. 519 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1771 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1771/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθμ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου, Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού και Σταματική Μιχαλέτου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Δ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Αποστολίδη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 266/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων.

Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ιωαννίνων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ'αριθ.πρωτ.7370/1-7-2019 αίτησή του αναιρέσεως καθώς και στους από 20-9-2019 προσθέτους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1045/2019.

Αφού άκουσε Tον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής καθώς και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Οι συνεκδικαζόμενες από 24-6-2019 αίτηση (αρ.πρ.530/7370/2019) και οι από 20-9-2019 πρόσθετοι λόγοι του Δ. Ν. του Γ., για αναίρεση της καταδικαστικής απόφασης 266/2018 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα.

Συνεπώς, είναι παραδεκτές και πρέπει να εξετασθούν περαιτέρω .

II. Το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 2523/1997 (όπως τούτο ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 2 του Ν. 3943/2011 και την εν τέλει κατάργησή του με το άρθρο 71 παρ. 1 του Ν. 4174/2013, προστεθέντος του τελευταίου στο άρθρο 8 του Ν. 4337/2015) τυποποιούσε το αδίκημα της φοροδιαφυγής για μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών και εισφορών, ως εξής : "1.

Αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου - εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών διαπράττει ο φορολογούμενος ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους άνω φόρους, τέλη ή εισφορές ή συμψήφισε ή εξαπατώντας τη φορολογική αρχή με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων, έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α., τιμωρούμενος:

α) με φυλάκιση εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση έως το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α.

που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση από το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ. Περαιτέρω, στο άρθρο 20 παρ. 1 περ.

γ'του ίδιου Ν.2523/1997 (όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του) ορίστηκε ότι στα νομικά πρόσωπα και ειδικότερα στους συνεταιρισμούς, ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται οι πρόεδροι ή γραμματείς ή οι ταμίες ή οι διαχειριστές αυτών. Η ευθύνη βέβαια των αυτουργών και συνεργών στα πιο πάνω νομικά πρόσωπα διευρύνθηκε, στη συνέχεια, με επανακαθορισμό των ενεχομένων προσώπων, στο άρθρο 67 παρ. 1 του Ν. 4337/2015, ορίζοντας μεταξύ άλλων ότι θεωρούνται αυτουργοί:

α) ... β)....γ) Στους συνεταιρισμούς και ενώσεις αυτών οι πρόεδροι, οι γραμματείς, οι ταμίες, ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση είτε από οποιαδήποτε αιτία στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών δ) ...στ) ... ζ) ... Στα νομικά πρόσωπα εκτός των ανωτέρω αναφερομένων ή στις νομικές οντότητες κατά την έννοια της παρ. 3 του άρθρου 51Α του ν. 2238/1994 ή της περίπτωσης δ' του άρθρου 2 του ν. 4172/2013.

Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος, ως αυτουργοί θεωρούνται οι εκπρόσωποι αυτών ως και εν γένει κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε με δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση ή εκπροσώπηση αυτών. Από τη σύγκριση των πιο πάνω διατάξεων, ως προς τα ποινικώς υπεύθυνα φυσικά πρόσωπα, είναι σαφές ότι στην αρχική διατύπωση της σχετικής διάταξης δεν γίνεται αναφορά σε ποινική ευθύνη των διοικητικών στελεχών των Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών.

Κατ'ορθή, όμως, ερμηνεία των διατάξεων του άρθρου 20 του Ν. 2523/1997, δεν καθιερώνεται ποινικά ανεύθυνο για πράξεις φοροδιαφυγής σε σχέση με φορολογικές υποχρεώσεις των μη ρυθμιζομένων από αυτό συλλογικών οντοτήτων, που δεν υπάγονταν στη γραμματική διατύπωση του νόμου. Για τις πράξεις αυτές ίσχυαν οι γενικοί κανόνες που γίνονται δεκτοί σε όλες τις περιπτώσεις όπου η παραβιαζόμενη υποχρέωση (π.χ.

υποχρέωση καταβολής μισθού σε ορισμένο πρόσωπο) αφορά ένα νομικό πρόσωπο και η σχετική διάταξη η οποία ποινικοποιεί την παραβίαση της υποχρέωσης δεν ορίζει το ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος. Ενεργητικό υποκείμενο του εγκλήματος στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να είναι κάθε νόμιμος εκπρόσωπος της συλλογικής οντότητας, ο οποίος είναι υπόχρεος να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του.

Ο νόμιμος εκπρόσωπος ενδέχεται μάλιστα να φέρει και ιδιαίτερη νομική υποχρέωση αποτροπής πράξεων τρίτων, αν αυτές άγουν σε παραβίαση των υποχρεώσεων του νομικού προσώπου, τις οποίες ο ίδιος οφείλει να εκπληρώνει για λογαριασμό του νομικού προσώπου.

Συνεπώς και υπό το καθεστώς του Ν. 2523/1997 ήταν δυνατή η θεμελίωση αυτουργικής ευθύνης για τους νομίμους εκπροσώπους συλλογικών οντοτήτων που δεν ρυθμίζονται από το όρθρο 20 του Ν. 2523/1997, όταν και στον βαθμό που αυτοί πραγμάτωναν, με ενέργειες ή παραλείψεις τους (ενδεχομένως και σε συνδυασμό με το άρθρο 15 ΠΚ), τα στοιχεία των αδικημάτων φοροδιαφυγής του οικείου νόμου.

Τέλος, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης που θεμελιώνει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ αναιρετικό λόγο συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.

Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Ιωαννίνων, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 266/2018 τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς, κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος κατά την επίδικη χρονική περίοδο από 1-1-2011 έως 31-12-2011 ήταν Πρόεδρος του Δ.Σ.

της 'Ενωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών …..., με έδρα την …. Μετά από έλεγχο που έγινε από την .Δ.Ο.Υ. ... διαπιστώθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από την 1-1-2011 έως την 31-12-2011, αν και έχει παρακρατηθεί από την ως άνω "Ενωση Αγροτικών Συνεταιρισμών ποσό 154.729,41 ευρώ Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών (Φ.Μ.Υ.), ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητά του ως προέδρου του Δ.Σ.

της Ένωσης, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή των άνω φόρων - τελών, δεν το απέδωσε στο Δημόσιο, όπως είχε την υποχρέωση, όπως τούτο προκύπτει από την από 28-2-2012 έκθεση προσωρινού ελέγχου που συνέταξαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Δ.Ο.Υ. .... Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι, με βάση το άρθρο 20 του ν. 2523/1997, που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης που του αποδίδεται, δεν προβλέπονταν ποινική ευθύνη των Προέδρων των Ενώσεων των Αγροτικών Συνεταιρισμών, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Και τούτο διότι, ναι μεν στην διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2523/1997, με βάση την οποία ασκήθηκε η σε βάρος του ποινική δίωξη, είχε θεσπισθεί ρητά ποινική ευθύνη των Προέδρων ή Γραμματέων ή Ταμιών ή διαχειριστών των συνεταιρισμών, χωρίς να μνημονεύεται ρητά τέτοια ευθύνη και των αντίστοιχων στελεχών των Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών, πλην όμως, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αναλογικά και στις δευτεροβάθμιες συνεταιριστικές οργανώσεις, ώστε στοιχειοθετείται και η ποινική ευθύνη των Προέδρων των Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών και συνεπώς και του κατηγορουμένου.

Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν είχε καμία σχέση με τη διαχείριση της Ένωσης, καθώς αυτή ασκούνταν από το Δ.Σ., το οποίο στην προκείμενη περίπτωση είχε αναθέσει την εξουσία αυτή στον Γενικό Διευθυντή, δεν αποδείχθηκε από τη συνεκτίμηση των παραπάνω αποδεικτικών στοιχείων.

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος υπό την παραπάνω ιδιότητά του ασκούσε διαχειριστικά καθήκοντα στην ΕΑΣ, αφού αυτός, ως Πρόεδρος, είχε την αρμοδιότητα, με βάση το καταστατικό της Ένωσης, να προωθεί και πραγματοποιεί τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και να φροντίζει για την εκτέλεση των εργασιών της Ένωσης.

Επίσης και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι δεν είχε δόλο τέλεσης της παραπάνω πράξης, λόγω πτώχευσης της ΕΑΣ με την υπ' αριθ. 14/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με ημερομηνία παύσης των πληρωμών την 1-9-2011, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς η κήρυξη της πτώχευσης έλαβε χώρα μετά τον προαναφερόμενο χρόνο που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες οι απαιτήσεις του Δημοσίου για την καταβολή των ως άνω φόρων, οπότε δεν απαγορευόταν σ' αυτόν υπό την ως άνω ιδιότητα του Προέδρου του πτωχεύσαντος Συνεταιρισμού να καταβάλει τους φόρους αυτούς και συνεπώς δεν αναιρείται ο δόλος του".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο, στη συνέχεια, κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στην ... κατά το χρονικό διάστημα από την 1-1-2011 έως 31-12-2011, με περισσότερες από μία πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, τέλεσε έγκλημα. Πλέον συγκεκριμένα στον ως άνω τόπο και χρόνο προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρων κύκλου εργασιών και μη και τελών ή εισφορών, με πρόθεση δεν απέδωσε τους ως άνω φόρους.

Ειδικότερα με την ιδιότητα του ως προέδρου του Δ.Σ. της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών ... ΣΥΝ.ΠΕ., με έδρα την ..., ενώ το προς απόδοση ποσό Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών (Φ.Μ.Υ.), το οποίο έχει παρακρατηθεί από την ως άνω ένωση αγροτικών συνεταιρισμών κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1-1-2011 έως 31-12-2011, έχει καθορισθεί στο ποσό των εκατόν πενήντα τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων είκοσι εννέα ευρώ και σαράντα ενός λεπτών (154.729,41 €) πλέον προσαυξήσεων, ανερχόμενων κατά την 28-2-2012 στο ποσό των τριάντα τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και εβδομήντα ενός λεπτών (34.728,71€), δεν το απέδωσε, προκειμένου να αποφύγει, ως αναφέρθηκε, στην πληρωμή των άνω φόρων-τελών".

Με τις παραδοχές, όμως, αυτές, το δικαστήριο διέλαβε στο σκεπτικό του αντιφατικές αιτιολογίες προκειμένου να καταλήξει σε καταδικαστική κρίση για τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα, παραβιάζοντας εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και στερώντας την προσβαλλόμενη απόφαση νόμιμης βάσης.

Eιδικότερα, ενώ αρχικά εντοπίζει την απουσία ποινικής ευθύνης για τα διοικητικά στελέχη της 'Ενωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών ως προς το αδίκημα της φοροδιαφυγής, λόγω της παράλειψης ρητής μνημόνευσης του οικείου νομικού προσώπου ('Ενωσης Συνεταιρισμών) στον κατάλογο του άρθρου 20 του Ν. 2523/1997 (που ίσχυε κατά τον χρόνο τέλεσης της αποδιδομένης στον αναιρεσείοντα αξιόποινης πράξης) στη συνέχεια κατ' ανάλογη (ανεπίτρεπτη) εφαρμογή αυτού τον κηρύσσει ένοχο φοροδιαφυγής ενώ, παράλληλα, με τις παραδοχές ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, με την ιδιότητα του Προέδρου ΔΣ της ΕΑΣ ..., ασκούσε διαχειριστικά καθήκοντα σ'αυτή (ΕΑΣ) "αφού αυτός ως Πρόεδρος, είχε την αρμοδιότητα, με βάση το Καταστατικό της ένωσης, να προωθεί και πραγματοποιεί τις αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου και να φροντίζει για την εκτέλεση των εργασιών της 'Ενωσης" εμμέσως πλην σαφώς δέχεται ευθύνη αυτού με βάση τους προαναφερθέντες γενικούς κανόνες περί ποινικής ευθύνης για φοροδιαφυγή των νομίμων εκπροσώπων των συλλογικών οντοτήτων των μη ρυθμιζομένων από το ανωτέρω άρθρο 20 του ν. 2553/1997, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να διαγνωσθεί κατά τρόπο σαφή ποιες διατάξεις τελικά το Δικαστήριο εφάρμοσε για την καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση.

Επομένως, είναι βάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης που περιέχεται στην κρινόμενη αίτηση από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, δηλαδή, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για έλλειψη νόμιμης βάσης. Κατόπιν αυτών πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων που περιέχονται στους πρόσθετους λόγους) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (ΚΠΔ 519).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την απόφαση 266/2018 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Οκτωβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ