1771/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΕπειδή, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Σ' αυτά περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, κατά το άρθρο 671 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., το οποίο εφαρμόζεται κατ' άρθρο 681Β και στις διαφορές που αφορούν διατροφή λόγω γάμου ή διαζυγίου, όπως η εκδικαζόμενη, όταν έχουν ληφθεί μετά από προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου. 'Όταν όμως αυτές έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, που εκτιμούνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Legislator headnote
AI generated1771/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον Α1 λόγο αναιρέσεως, προβάλει την αιτίαση ότι το Εφετείο που έκρινε την από 5-8-2003 αγωγή της, κατά το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο ζήτησε διατροφή για τον εαυτό της, λόγω διαζυγίου, δεν έλαβε υπόψη, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, την υπ' αρίθμ. 16610/25-10-2007 ένορκη βεβαίωση της Θ.
Full text
Απόφαση 1771 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1771/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βαρβάρα Δημητριάδου-Λαμπροπούλου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Τσιρογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-8-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1360/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2303/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-7-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Χαραλαμπία Σίμου, ανέγνωσε την από 14-2-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή ως βασίμων των Α1 κατά το πρώτο σκέλος του και Α2 λόγων της αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθμ. 11 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Σ' αυτά περιλαμβάνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, κατά το άρθρο 671 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., το οποίο εφαρμόζεται κατ' άρθρο 681Β και στις διαφορές που αφορούν διατροφή λόγω γάμου ή διαζυγίου, όπως η εκδικαζόμενη, όταν έχουν ληφθεί μετά από προηγούμενη εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου. 'Όταν όμως αυτές έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, που εκτιμούνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον Α1 λόγο αναιρέσεως, προβάλει την αιτίαση ότι το Εφετείο που έκρινε την από 5-8-2003 αγωγή της, κατά το κεφάλαιο αυτής, με το οποίο ζήτησε διατροφή για τον εαυτό της, λόγω διαζυγίου, δεν έλαβε υπόψη, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, την υπ' αρίθμ. 16610/25-10-2007 ένορκη βεβαίωση της Θ.
Μ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, καθώς και τις υπ' αρίθμ. 954/2001 και 10287/2007 ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου και Αθηνών, αντίστοιχα, που ελήφθησαν στα πλαίσια άλλης δίκης για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο πράγματι δεν έλαβε υπόψη την πρώτη από τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, χωρίς καν να βεβαιώνει ότι δεν προσκομίστηκε, αλλ' ούτε και τις λοιπές (τις ληφθείσες στα πλαίσια άλλης δίκης) δεδομένου ότι, ενώ στην απόφαση μνημονεύονται ρητώς άλλες βεβαιώσεις του αναιρεσίβλητου, που είχαν ληφθεί επίσης στα πλαίσια άλλης δίκης, παραλείπεται η αναφορά των εν λόγω βεβαιώσεων, που είχε προσκομίσει με επίκληση η αναιρεσείουσα, χωρίς να γίνεται μνεία ότι δεν προσκομίστηκαν.
Επομένως ο λόγος αυτός κατά τούτο είναι βάσιμος. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και 29 συγκεκριμένα έγγραφα που προσκομίστηκαν με επίκληση από την αναιρεσείουσα για την απόδειξη των ισχυρισμών της είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση του δικαστηρίου, ότι για την διαμόρφωση του δικαστικού πορίσματος έλαβε υπόψη, και .... "όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι"...., σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπετε αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα.
Τέλος ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και τέσσερα συγκεκριμένα έγγραφα που η αναιρεσείουσα προσκόμισε με επίκληση μετά τη συζήτηση της υπόθεσης με την από 30-10-2007 προσθήκη των προτάσεων είναι αβάσιμος, διότι με την προσθήκη των προτάσεων επιτρέπεται μόνο αξιολόγηση των αποδείξεων που έχουν ήδη προσκομιστεί κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο (άρθρο 670 εδ.
α' 237 παρ. 1 και 3, 524 παρ. 1, 591 ΚΠολΔ) και όχι η προσκομιδή το πρώτον αποδεικτικών εγγράφων. Επομένως το Εφετείο με το να μην λάβει υπόψη τα παραπάνω έγγραφα δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. γ' ΚΠολΔ.
2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 670 εδ. α' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται κατ' άρθρο 681Β ΚΠολΔ και στις διαφορές που αφορούν διατροφή λόγω γάμου ή διαζυγίου, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών ( άρθρα 664 έως 676), οι διάδικοι έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠολΔ ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, στην πιο πάνω ειδική διαδικασία για την εξασφάλιση ταχύτητας εκδίκασης των διαφορών αυτών λόγω της ιδιαιτερότητας τους, οι διάδικοι οφείλουν να προσάγουν στο Εφετείο "έως το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο όλα τα αποδεικτικά τους μέσα" (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα) και, συνεπώς, είναι απαράδεκτα τα αποδεικτικά μέσα, αν οι διάδικοι τα προσάγουν μετά το τέλος της συζήτησης στο ακροατήριο.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 237 παρ. 1 και 3, 270 παρ. 1 εδ. β', παρ. 4 εδ. α', παρ. 5 εδ. α' και β' και παρ. 6 εδ. α' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ) αλλά και στις ειδικές διαδικασίας, αφού δεν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών (άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ίσχυαν (οι διατάξεις αυτές) κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζητήσεως της προκείμενης υποθέσεως ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου, προκύπτει ότι οι διάδικοι πρέπει μαζί με τις προτάσεις το αργότερο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο να καταθέσουν προαποδεικτικώς όλα τα αποδεικτικά και διαδικαστικά έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις τους.
Οι προτάσεις πρέπει να κατατίθενται το αργότερο μέχρι την έναρξη της συζητήσεως στο ακροατήριο, ώστε οι ισχυρισμοί που περιέχονται σ' αυτές, γνωστοποιούμενοι έτσι στον αντίδικο και το Δικαστήριο να αντιμετωπισθούν από τον πρώτο και να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας από το δεύτερο. Οι προτάσεις που κατατίθενται μετά το χρονικό αυτό σημείο λογίζονται κατά νόμο ανύπαρκτες και οι ισχυρισμοί που περιέχονται σ' αυτές σαν να μην έχουν προβληθεί, έστω και αν σκοπούσαν την αντίκρουση των προτάσεων του αντιδίκου, δοθέντος ότι η προθεσμία που παρέχεται από το Δικαστήριο προς το σκοπό αυτό σύμφωνα με το άρθρο 239 ΚΠολΔικ μέχρι τρεις μέρες από τη συζήτηση στο ακροατήριο, προϋποθέτει σύννομη ύπαρξη προτάσεων, τέτοιων δηλαδή που κατατέθηκαν μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης.
Η κατάθεση των προτάσεων γίνεται στον αρμόδιο υπάλληλο της γραμματείας που βεβαιώνει με επισημείωση τη χρονολογία της κατάθεσης των προτάσεων, έτσι ώστε να προκύπτει αδιαμφισβήτητα η κατάθεσή τους ως την έναρξη της συζητήσεως. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 β' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ως τέτοιες δε νοούνται και οι εκπροθέσμως προσκομισθείσες.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία την από 5-8-2003 αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά το περί διατροφής αυτής, λόγω διαζυγίου, αίτημά της, για το χρονικό διάστημα από 11-8-2003 έως και τον μήνα Οκτώβριο, αφού έλαβε υπόψη και εκτίμησε εκτός άλλων αποδεικτικών μέσων (μαρτύρων, εγγράφων) και τις υπ'αρίθμ. 5868/1-6-2006, 1327, 1576 και 16580/2007 ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρας Αθανασίου και του Ειρηνοδίκη Αθηνών, των οποίων όμως η επίκληση και προσκόμιση δεν έγινε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο αλλά μετά το πέρας αυτής, με τις προτάσεις που κατατέθηκαν εκτός ακροατηρίου στο γραφείο του γραμματέως και περί ώρα 13:00, όπως προκύπτει από την επ' αυτών σημείωση του γραμματέως του Εφετείου, ήτοι μετά το πέρας της συνεδριάσεως του δικαστηρίου, συνομολογείται δε και από τον ίδιο τον αναιρεσίβλητο (σελ. 37 της από 30-10-2007 προσθήκης των προτάσεών του).
Επομένως το Εφετείο που έλαβε υπόψη του τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις καθώς και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία του αναιρεσίβλητου, χωρίς να έχει γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμιση αυτών υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11β ΚΠολΔ κατά το βάσιμο, περί τούτου, υπό στοιχείο Α2, λόγο της αναίρεσης.
Κατ' ακολουθίαν αυτών, πρέπει, κατά παραδοχή των ως βασίμων κριθέντων, πιο πάνω, λόγων της αναίρεσης να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, μερικώς, και δη όσον αφορά τις διατάξεις της με τις οποίες απορρίφθηκε η αγωγή της αναιρεσείουσας, ως προς το κεφάλαιό της που αφορά στην επιδίκαση διατροφής για την ίδια την αναιρεσείουσα (ατομικά). Μετά από αυτά, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν αυτήν (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρίθμ. 2303/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ