1771/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1771/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, με το άρθρο 19 παρ. 3 του Ν. 2639/1998 ορίζεται ότι "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία εκδίδεται ύστερα από πρόταση της Επιτροπής Διαχείρισης του Λ.Α.Ε.Κ., εγκρινόμενη από το Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., μπορεί να καθορίζονται: α) Η διαδικασία, τα όργανα, οι κατηγορίες, ο αριθμός, οι υπάλληλοι του Ο.Α.Ε.Δ.
Full text
Απόφαση 1771 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1771/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Π. του Π., κατοίκου ..., έως και 33) Π. Λ. του Λ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φωτεινή Φουρνατζοπούλου - Παυλάτου.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ" (ΟΑΕΔ), που εδρεύει στο Άνω Καλαμάκι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Παρθένα Παπαδοπούλου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-2005 αγωγή των ήδη 1ου - 11ης και 13ης - 33ης των αναιρεσειόντων, του ήδη αποβιώσαντος Βασιλείου Ζώγα του Σπυρίδωνος, καθώς και της Καλλιόπης Καπαγιαννίδου του Ιωάννη, που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 923/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 390/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-2-2011 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κόμης διάβασε την από 4-11-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 (ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α') του Ν. 2434/1996 "Στον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (Ο.Α.Ε.Δ.) συνιστάται κλάδος με την επωνυμία Λογαριασμός για την Απασχόληση και την Επαγγελματική κατάρτιση (Λ.Α.Ε.Κ.)". Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "Πόροι του Λ.Α.Ε.Κ. είναι: Η εισφορά 0,45%, που καταβάλλουν οι εργοδότες υπέρ του Ειδικού Λογαριασμού Προγραμμάτων Επαγγελματικής Κατάρτισης και Εκπαίδευσης (Ε.Λ.Π.Ε.Κ.Ε.) και η εισφορά 0,36%, που καταβάλλουν οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι υπέρ του Ειδικού Κοινού Λογαριασμού Ανεργίας (Ε.Κ.Λ.Α.), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 14 και 15 του Ν. 2224/1994, όπως ισχύουν".
Εξάλλου, με το άρθρο 19 παρ. 3 του Ν. 2639/1998 ορίζεται ότι "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία εκδίδεται ύστερα από πρόταση της Επιτροπής Διαχείρισης του Λ.Α.Ε.Κ., εγκρινόμενη από το Δ.Σ. του Ο.Α.Ε.Δ., μπορεί να καθορίζονται: α) Η διαδικασία, τα όργανα, οι κατηγορίες, ο αριθμός, οι υπάλληλοι του Ο.Α.Ε.Δ.
και η αποζημίωσή τους για την διενέργεια ελέγχων που αφορούν την εκτέλεση προγραμμάτων κατάρτισης και απασχόλησης και την υποστήριξη αυτών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια (η περ. α' αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 18 του Ν. 2874/2000), β) ο αριθμός των υπαλλήλων του Ο.Α.Ε.Δ., που υποστηρίζουν την λειτουργία της Επιτροπής, το ύψος της αμοιβής τους για την πρόσθετη απασχόλησή τους και ο τρόπος αποζημίωσής τους, γ) το ύψος της αμοιβής των μελών της Επιτροπής για την συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις της και δ) οι δαπάνες για κάθε άλλη ενέργεια, αναγκαία για την υλοποίηση των σκοπών του Λ.Α.Ε.Κ.".
Δυνάμει της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διατάξεως εκδόθηκε κατ' αρχήν η υπ' αριθμ. 2/56230/0022/1999 (ΦΕΚ Β' 1731/1999) Κοινή Υπουργική Απόφαση, η ισχύς της οποίας άρχιζε από 2-1-1999, στην οποία αναφέρεται ότι: "α) Εγκρίνουμε τη διενέργεια ελέγχων από υπαλλήλους του Οργανισμού Απασχολήσεως Εργατικού Δυναμικού, ανεξαρτήτως της υπηρεσίας στην οποία υπηρετούν, εκτός ωραρίου εργασίας τους, κατά τις εργάσιμες ημέρες, τις Κυριακές και εξαιρέσιμες ημέρες σε προγράμματα Κατάρτισης και Απασχόλησης ή συνδυασμού αυτών που εκτελεί ο ΟΑΕΔ και ο λογαριασμός για την Απασχόληση και Επαγγελματική Κατάρτιση (ΜΕΚ) και μέχρι 12 κατ' ανώτατο όριο κατά μήνα για κάθε υπάλληλο, β) καθορίζουμε το ύψος της αμοιβής για κάθε ανωτέρω έλεγχο σε 4000 δρχ.
Η πραγματοποίηση των ελέγχων βεβαιώνεται εγγράφως από τους προϊσταμένους των οικείων Υπηρεσιών". Κατόπιν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2/34255/0022/2001 (ΦΕΚ Β' 746/2001) Κοινή Υπουργική Απόφαση, σύμφωνα με την οποία "1. Ως προς τους ελέγχους που διενεργούνται από υπαλλήλους του Ο.Α.Ε.Δ. καθορίζουμε τη διαδικασία, τα όργανα, τις κατηγορίες και τον αριθμό των ελέγχων που διενεργούν οι υπάλληλοι του Οργανισμού, σε προγράμματα κατάρτισης και απασχόλησης ή συνδυασμού αυτών, τα οποία εκτελεί ο Ο.Α.Ε.Δ.
και ο Λογαριασμός για την Απασχόληση και Επαγγελματική Κατάρτιση (ΛΑΕΚ). Η διενέργεια των ελέγχων πραγματοποιείται από τακτικούς και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλους του Ο.Α.Ε.Δ. των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ των κλάδων των Υπηρεσιών του Οργανισμού. 2. ... 3. ... 4. Από της ισχύος της παρούσης καταργούνται οι παράγραφοι (α) και (β) της Κ.Υ.Α. 2/56230/0022/1999 (ΦΕΚ Β' 1731/1999). 5) Η απόφαση αυτή ισχύει από 1 Ιουνίου 2000".
Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2/61017/0022/2003 (ΦΕΚ Β' 1893/2003) Κοινή Υπουργική Απόφαση, με την οποία καθορίζεται χρηματικό ποσό 111,52 ευρώ ως έξοδα κίνησης στους τακτικούς και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλους του Ο.Α.Ε.Δ. όλων των κλάδων και ειδικοτήτων των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ και στους υπηρετούντες με έμμισθη εντολή νομικό σύμβουλο και δικηγόρους του Οργανισμού, για την μελέτη, έλεγχο και υποστήριξη των προγραμμάτων Επαγγελματικής Κατάρτισης, Απασχόλησης, καθώς και Ασφάλισης της Ανεργίας, που εκτελούνται από τον Ο.Α.Ε.Δ.
και επιχορηγούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην υπόθεση που κρίνεται, με την ένδικη αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας ερευνάται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον Άρειο Πάγο, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εκθέτουν, ότι συνδέονται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ.
με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και παρέχουν σ' αυτό την εργασία τους με τις αναφερόμενες ειδικότητες (εργάτη - εργάτριας, κλητήρα, γενικών καθηκόντων και καθαρίστριας), ανήκουν δε όλοι στην κατηγορία Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) και ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2004, ενώ, κατ' εντολή.
των προϊσταμένων τους και κατ' εφαρμογή της Κοινής Υπουργικής Απόφασης 163403/1993, που εκδόθηκε δυνάμει της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 13 παρ. 2 του Ν. 1346/1983, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1836/1989, πραγματοποίησαν εξωτερικούς ελέγχους και επισκέψεις σε επιχειρήσεις και εργοδότες της περιοχής αρμοδιότητάς τους, που αφορούσαν τα προγράμματα κατάρτισης και απασχόλησης, τα οποία εκτελεί το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. (ΟΑΕΔ) και ο Λογαριασμός για την Απασχόληση και Επαγγελματική Κατάρτιση (ΛΑΕΚ), το εναγόμενο δεν κατέβαλε σ' αυτούς (ενάγοντες) τα καθοριζόμενα από την ως άνω Κ.Υ.Α. 163403/1993 έξοδα κινήσεως, για την αντιμετώπιση των σχετικών δαπανών τους, τα οποία κατέβαλε σε όλους τους υπαλλήλους του των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ.
Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει, για την παραπάνω αιτία, στον καθένα από τους 1° έως και 32η το συνολικό ποσό των 1.449,76 ευρώ και στον καθένα από τους 33° και 34η το συνολικό ποσό των 3.545,14 ευρώ, που τους οφείλει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 2 του Ν. 1346/1983, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1836/1989, της Κ.Υ.Α. 163403/1993, του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 (περί μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασιακής συμβάσεως), αλλά, κυρίως, σύμφωνα με την συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), άλλως και επικουρικά, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 επόμ.
ΑΚ), κατά τα ειδικότερα στην ένδικη αγωγή εκτιθέμενα. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η ένδικη αγωγή είναι, ως προς την κυρία βάση της, μη νόμιμη, διότι, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 του Ν. 2639/1998 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες Κ.Υ.Α. υπ' αριθμ. 2/34255/0022/2001 και 2/61017/0022/ 2003, οι οποίες και ίσχυαν κατά το επίδικο, εν προκειμένω, χρονικό διάστημα (1-1-2002 έως 31-12-2004), η διενέργεια των ελέγχων για την διαπίστωση της εφαρμογής των προγραμμάτων κατάρτισης και απασχόλησης, τα οποία εκτελεί ο Ο.Α.Ε.Δ.
και ο Λογαριασμός για την Απασχόληση και Επαγγελματική Κατάρτιση (Λ.Α.Ε.Κ.), πραγματοποιείται από τακτικούς και με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπαλλήλους του Ο.Α.Ε.Δ. (αναιρεσίβλητου) των κατηγοριών ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, ενώ οι αναιρεσείοντες ανήκαν όλοι στην κατηγορία ΥΕ (Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης - προσωπικό καθαριότητας) και ως εκ τούτου δεν είχαν εκ του νόμου δικαίωμα προς διενέργεια των συγκεκριμένων ελέγχων και συνακόλουθα δεν εδικαιούντο την καθοριζόμενη για τους ελέγχους αυτούς αμοιβή (έξοδα κινήσεως), ενόψει δε του ότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες υπαλλήλων, οι οποίοι παρέχουν τις υπηρεσίες τους υπό διαφορετικούς όρους απασχολήσεως και απολαβών, η εξαίρεση των αναιρεσειόντων από την διενέργεια των ως άνω ελέγχων και κατά συνέπεια και από την ανάλογη αμοιβή για τους ελέγχους αυτούς, δεν παραβιάζει την συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), ούτε το άρθρο 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος, το οποίο αφορά τις σχέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου και κατά το οποίο για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας οφείλεται ίση αμοιβή. Επομένως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, και αποφάνθηκε ομοίως με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, κατά την κυρία βάση αυτής, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που εφαρμόσθηκαν, ούτε τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, αλλά ούτε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ούτε παραβίασε τις επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες διατάξεις, που δεν εφαρμόσθηκαν, γι' αυτό και οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αναφορικά με την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι οι προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες συγκεντρωτικές καταστάσεις πραγματοποιηθέντων εξωτερικών ελέγχων αφορούν το έτος 1999, δηλαδή πριν την εφαρμογή της ως άνω υπ' αριθμ. 2/34255/0022/2001 Κ.Υ.Α., και όχι το επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-2002 έως 31-12-2004), πέραν δε αυτού, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες από τους αναιρεσείοντες βεβαιώσεις του αναιρεσίβλητου, δεν βεβαιώνεται για κανένα από αυτούς ότι πραγματοποίησε εξωτερικούς ελέγχους, παρά μόνο αναφέρεται, στις βεβαιώσεις αυτές, ότι κάποιοι από τους αναιρεσείοντες δεν έλαβαν έξοδα κινήσεως και ότι για κάποιους από αυτούς δεν προσκομίσθηκαν από την υπηρεσία τους παραστατικά πραγματοποίησης εξωτερικών ελέγχων και εξόδων κινήσεως.
Επομένως - καταλήγει το Πολυμελές Πρωτοδικείο - εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες, αν και χωρίς να έχουν δικαίωμα από το νόμο, πραγματοποίησαν εξωτερικούς ελέγχους κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως 31-12-2004, δεν δικαιούνται αυτοί εξόδων κινήσεως ούτε κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αγωγή και κατά την επικουρική βάση αυτής.
Με την κρίση του αυτή το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 904 επόμ. ΑΚ και είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-2-2011 αίτηση του Γ. Π. και των λοιπών τριάντα δύο (32) αναιρεσειόντων (33 συνολικά) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 390/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ