1771/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1771/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1771 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1771/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Δ. Π. του Ε., κατοίκου ..., 2. Χ. Γ. του Ε., κατοίκου ... και 3. Γ. Σ. του Η., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτη Γρίβα.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΑΜΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΗ και ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΦΟΙ Τ.", που εδρεύει στη Σάμη Κεφαλληνίας, νόμιμα εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κατράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Μαϊου 1990 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 155/1995, μη οριστική, 160/1999 προδικαστική, 152/2002 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1236/2002 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 26 Μαρτίου 2003 αίτησή της επί της οποίας εκδόθηκε η 233/2006 απόφαση του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία ανήρεσε την εφετειακή (1236/2002) απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του Εφετείου Πατρών, το οποία εξέδωσε την 1136/2007 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15 Απριλίου 2008 αίτησή τους και των από 15 Ιουλίου 2010 προσθέτων αυτής λόγων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 21 Οκτωβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Kατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (άρθρα 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί σφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Με την από 20.6.1988 σύμβαση εργολαβίας, που συνήφθη στο Αργοστόλι Κεφαλληνίας μεταξύ των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων και των αδελφών Ο., Σ. και Ά. Τ., οι πρώτοι (ενάγοντες), ως εργολάβοι, ανέλαβαν την υποχρέωση να ανεγείρουν ξενοδοχειακό συγκρότημα 104 κλινών σε οικόπεδο των δευτέρων, εργοδοτών, βρισκόμενο στο υπ' αριθμ. 19 οικοδομικό τετράγωνο της κωμοπόλεως Σάμης Κεφαλληνίας, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../1988 οικοδομική άδεια του τμήματος Πολεοδομίας τής Ν.
Κεφαλληνίας και τις σχετικές μελέτες και μέχρι την κατασκευή τής στέγης και της τοιχοποίϊας της όλης οικοδομής, και έναντι της συμφωνηθείσης αμοιβής κατά μονάδα και είδος εργασίας που αναφέρεται στο υπό την ιδίαν ημερομηνία συνταχθέν ιδιωτικό συμφωνητικό για την ως άνω εργολαβία. Η αμοιβή αυτή συμφωνήθηκε καταβλητέα τμηματικά, μετά την επιμέτρηση και παράδοση κάθε ενότητας του έργου και αφού θα παρεκρατείτο από τους εργοδότες ως εγγύηση καλής εκτελέσεώς του ποσοστό 10% της εκάστοτε οφειλομένης αμοιβής, αποδοτέο μετά την αποπεράτωση του έργου, ως χρόνος δε αποπερατώσεως και παραδόσεως του έργου ορίστηκε η 31.5.1989, ενώ για κάθε ημέρα καθυστερήσεως του έργου πέραν της ημερομηνίας αυτής ορίστηκε ποινική ρήτρα υπέρ των εργοδοτών ποσού 110.000 δραχμών και κατ' ανώτατο όριο μέχρι του ποσού των 10.000.000 δραχμών.
Οι ενάγοντες άρχισαν εγκαίρως, κατά την 28.6.1988, την εκτέλεση τον έργου, την δε 2.11.1988 οι συμβληθέντες εργοδότες αδελφοί Τ. εισέφεραν το ειρημένο οικόπεδό τους, εντός του οποίου ανεγειρόταν το ξενοδοχειακό συγκρότημα, στην συσταθείσα εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, στην οποία μεταβίβασαν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους από την ένδικη σύμβαση εργολαβίας και η οποία (εναγομένη) κατέστη έκτοτε υποκείμενο της σχετικής έννομης σχέσης.
Η ίδια εναγόμενη εταιρεία ανέθεσε την επίβλεψη των εργασιών στην αρχιτέκτονα Μ. Ά., η οποία προέβαινε στις σχετικές επιμετρήσεις, βάσει των οποίων καταβαλλόταν η αμοιβή στους ενάγοντες, ενώ κατά την πορεία των εργασιών συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών η εκτέλεση από τους ενάγοντες και πρόσθετων εργασιών στην οικοδομή, εργασιών δηλαδή που δεν περιλαμβάνονταν στο προειρημένο από 20.6.1988 ιδιωτικό συμφωνητικό και τις οποίες εκτέλεσαν οι ενάγοντες, ως κατωτέρω.
Μέχρι την 26.4.1989 οι ενάγοντες είχαν εκτελέσει και παραδώσει στην εναγομένη μέρος του έργου (εκσκαφές, θεμελιώσεις, μπαζώματα κ.λπ.), συνολικής αξίας 64.303.234 δραχμών, έναντι του οποίου καταβλήθηκε στους ενάγοντες το ποσό των 59.633.234 δραχμών, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 4.670.000 δραχμών παρακρατήθηκε ως εγγύηση από την εναγομένη σύμφωνα με τον προαναφερθέντα όρο της συμβάσεως, κατά τον οποίο το παρακρατηθέν αυτό ποσό ήταν αποδοτέο στους ενάγοντες κατά την αποπεράτωση και παράδοση του όλου έργου.
Περί τις αρχές του μηνός Απριλίου 1989 η εναγομένη αντικατέστησε την επιβλέπουσα μηχανικό Μ. Ά., επικαλούμενη αντισυμβατική συμπεριφορά εκ μέρους της ως προς τις πραγματοποιούμενες επιμετρήσεις του έργου (συμπαιγνία με τους ενάγοντες εργολάβους) και έκτοτε διαταράχθηκαν οι σχέσεις των διαδίκων, εργολάβων και εργοδότριας, αντίστοιχα, από τους οποίους οι μεν πρώτοι διαμαρτύρονταν για μη καταβολή της συμφωνηθείσης αμοιβής, η δε δεύτερη για αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκτέλεση και παράδοση του έργου και οι οποίοι αντήλλαξαν μεταξύ τους σχετικές εξώδικες δηλώσεις και διαμαρτυρίες, μέχρις ότου, την 19.7.1989, καταργήθηκε (έληξε) η ένδικη εργολαβική σύμβαση των διαδίκων, όπως ειδικότερα εκτίθεται κατωτέρω.
Κατά το χρονικό διάστημα από 26.4.1989 μέχρι 19.7.1989 οι ενάγοντες εκτέλεσαν α) τις κατωτέρω εργασίες που περιλαμβάνονταν στο ιδιωτικό συμφωνητικό, έναντι της αναφερόμενης αμοιβής, που ήταν η συμφωνηθείσα, ήτοι 1) στον πρώτο όροφο του τμήματος ΙΙ της οικοδομής, μπατική τοιχοποιϊα 304,31 τ.μ. x 2.500 δρχ. ανά τ.μ. = 760.775 δρχ., δρομική τοιχοποιϊα 184,68.
τ.μ. x 1.400 δρχ. = 258.552 δρχ. και σενάζ 265,12 μ. x 1.500 δρχ. = 397.680 δρχ., παραδοθέντα. την 14.6.1989, 2) στο ισόγειο τμήμα ΙΙ της οικοδομής , μπατική τοιχοποίϊα 255,97 τ.μ. x 2.500 δρχ. = 639.925 δρχ., δρομική τοιχοποίϊα 145,77 τ.μ. x 1.400 δρχ. = 204.078 δρχ. και σενάζ 224,95 μ. x 1.500 δρχ. = 337.425 δρχ., παραδοθέντα την 9.6.1989, 3) υποστυλώματα από οπλισμένο σκυρόδεμα 26,53 κ.μ. x 25.860 δρχ. = 684.474 δρχ., που παραδόθηκαν την 20.5.1989 και από το οποίο οι ενάγοντες ζήτησαν το ποσό των 634.474 δρχ., το οποίο είναι επιδικαστέο, και 4) πλάκα από οπλισμένο σκυρόδεμα του πρώτου ορόφου του τμήματος I της οικοδομής 104,48 κ.μ. x 25.000 δρχ. = 2.695.584 δρχ., παραδοθείσα την 14.6.1989, συνολικής δε αξίας (εργολαβικό αντάλλαγμα) 5.928.473 δραχμών, όσο το άθροισμα των ανωτέρω ποσών, και β) τις κατωτέρω πρόσθετες εργασίες, που δεν αναφέρονταν δηλαδή στην αρχική έγγραφη συμφωνία, έναντι της αναφερόμενης, συμφωνηθείσης, αμοιβής, ήτοι 1) εργασίες υδρομάστευσης, έναντι 800.000 δρχ., 2) εκσκαφή βόθρου 106,80 κ.μ. x 500 δρχ. = 53.400 δρχ., 3) κατακόρυφο σενάζ 295,27μ. x 4.500 δρχ. = 1.328.715 δρχ.
και 4) τόξα και κολωνάκια στο τμήμα Ι της οικοδομής 83,03 μ. x 10.000 δρχ.= 830.300 δρχ., συνολικής δε αξίας 3.012.415 δραχμών, όσο το άθροισμα των ανωτέρω ποσών. Έναντι των ποσών αυτών τής εργολαβικής αμοιβής και συνολικά του ποσού των 8.940.858 (5.928.443 + 3.012.415) δραχμών η εναγομένη κατέβαλε στους ενάγοντες και ειδικότερα σε τρίτους δικαιούχους (υπεργολάβους, εργάτες), κατόπιν εντολής και για λογαριασμό των υπόχρεων εναγόντων το συνολικό ποσό των 4.400.000.
H εναγομένη οφείλει επομένως κατά παραδοχή της ένστασης μερικής εξόφλησης από την ανωτέρω αιτία το ποσό των 4.540.856 (8.940.858 - 4.400.000) δραχμών. Κατά το χρονικό διάστημα από 5.4.1989 μέχρι 10.4.1989 το εργατοτεχνικό προσωπικό των εναγόντων δεν απασχολήθηκε καθόλου στο ένδικο έργο για τον λόγο ότι με την παύση της επιβλέπουσας μηχανικού Μ.
Ά. εκ μέρους της εναγομένης, κατά τα προεκτεθέντα, και μέχρι την αντικατάστασή της (10.4.1989) διακόπηκαν οι εργασίες του έργου κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Κατά το διάστημα αυτό οι ενάγοντες κατέβαλαν τα ημερομίσθια που θα πραγματοποιούσαν οι εργάτες τους (τέσσερα ο καθένας), μετά των αντίστοιχων ασφαλιστικών εισφορών, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 374.000 δραχμών (11 εργάτες x 4 ημέρες x 8.500 δραχμές ημερησίως), το οποίο αποτελεί αποκαταστατέα ζημία των εναγόντων, αφού οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγομένης.
Άλλη καθυστέρηση των εργασιών από υπαιτιότητα της εναγομένης δεν αποδεικνύεται από τα προειρημένα αποδεικτικά μέσα, αφού και ιδίως α) ο υπάρχων στη γωνία του οικοπέδου'' τής εναγομένης στύλος της Δ.E.H. δεν συνετέλεσε στην καθυστέρηση της ενάρξεως ούτε της αποπερατώσεως των εργασιών, μην παρεμποδίζοντας τις εν λόγω εργασίες, β) δεν αποδεικνύεται ματαίωση παραγγελιών μπετόν εκ μέρους της εναγομένης και εντεύθεν μη πρόοδος των εργασιών, ενώ γ) δεν αποδεικνύεται επίσης καθυστέρηση των εργασιών λόγω της κατασκευής αποχετεύσεως προ της ρίψεως του μπετόν στο δάπεδο της οικοδομής και του μπαζώματος τον βόθρου, το οποίο άλλωστε έγινε μετά την κατάργηση της ένδικης σύμβασης.
Επομένως μέχρι την προρρηθείσα ημερομηνία της κατάργησης αυτής (19.7.1989) και από την 1.6.1989, επόμενη της δήλης ημέρας παραδόσεως του έργου (31.5.1989), αφαιρουμένων δε των ανωτέρω έξι (6) ημερών (5.4.1989 έως 10.4.1989) της καθυστερήσεως των εργασιών από υπαιτιότητα της εναγομένης, οι ενάγοντες οφείλουν στην ενάγουσα το ποσό των 4.730.000 δραχμών (43 ημ.
X 110.000 δρχ.) ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα λόγω της υπαίτιας εκ μέρους τους μη εκτέλεση του έργου μέχρι την ορισθείσα ως άνω ημερομηνία τής 31.5.1989 και σύμφωνα με τον προαναφερθέντα σχετικόν όρο το ιδιωτικού συμφωνητικού. Ενόψει των προεκτεθέντων η εναγομένη οφείλει κατ' αρχήν στους ενάγοντες για τις ανωτέρω αιτίες τα ποσά των 4.670.000 δρχ.
της παρακρατηθείσης εγγυήσεως, των 4.540.856 δρχ. του υπόλοιπου εργολαβικού ανταλλάγματος για τις μετά την 26.4.1989 εκτελεσθείσες εργασίες και των 374.000 της ρηθείσης αποζημιώσεως και συνολικά το ποσό των 9.584.856 δραχμών. Μετά δε την αφαίρεση του ποσού των 4.730.000 δραχμών της καταπεσούσης και προτεινόμενης εις συμψηφισμόν ως άνω ποινικής ρήτρας η εναγομένη οφείλει στους ενάγοντες το ποσό των 4.854.856 (9.584.856 - 4.730.000) δραχμών και ήδη των 14.247,56 ευρώ, το οποίο και έπρεπε να επιδικασθεί στους τελευταίους από τις ανωτέρω αιτίες και σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρ. 904 επ.
του Α.Κ) λόγω της υπαναχωρήσεως, ως κατωτέρω της εναγομένης από την ένδικη σύμβαση. Την προρρηθείσα ημερομηνία της 19-7-1989 και ενώ στο ένδικο έργο υπολείπονταν εργασίες ύψους κατά την αγωγή και την εκκαλουμένη 14.177.830 δραχμών (κατασκευή στέγης, τοιχοποϊία κ.λ.π) οι ενάγοντες, διαμαρτυρόμενοι για μη καταβολή εκ μέρους της εναγομένης δεδουλευμένων αμοιβών τους, εγκατέλειψαν το έργο, με αποτέλεσμα η εναγομένη να διαγράψει από τον πίνακα του έργου το όνομα των εναγόντων ως αναδόχων του (εργολάβων) και να αναθέσει (8.8.1989) σε άλλα συνεργεία την αποπεράτωσή του υπαναχωρώντας έτσι σιωπηρώς από την ένδικη σύμβαση.
H υπαναχώρηση αυτή είναι νόμιμη και ως συνέπεια έχει την αναδρομική κατάργηση της σύμβασης και την εντεύθεν απόσβεση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων, των παροχών των μερών αποδιδομένων ως άνω κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρ. 686 του ΑΚ, προμνησθείσα υπ' αριθμ. 233/2006 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου), και μη παράγουσα επομένως υποχρέωση καταβολής στους ενάγοντες του ζητούμενου ως άνω ποσού, του αντιστοιχούντος στις απομένουσες εργασίες εργολαβικού ανταλλάγματος.
Αποδεικνύεται δε η υπαναχώρηση αυτή και όχι η επικαλούμενη από τους ενάγοντες καταγγελία της σύμβασης, στην οποία (καταγγελία) στηρίζουν τις αμέσως ανωτέρω αξιώσεις τους (δρχ. 14.177.830), από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και η από 5.6.1989 εξώδικη διαμαρτυρία της εναγομένης που επέδωσε στους ενάγοντες την 10-6-1989 και στην οποία αναφέρει προς αυτούς απλώς ότι θα προσφύγει δικαστικώς αν δεν προσέλθουν (οι ενάγοντες) εντός πέντε ημερών για να διευθετήσουν τις υποχρεώσεις τους και να της καταβάλουν το ποσό της μέχρι τότε καταπεσούσης ποινικής ρήτρας, χωρίς να κάνει λόγο, όπως και πουθενά αλλού, για ενδεχόμενη καταγγελία της σύμβασης, αλλά και η από 25.7.1989 εξώδικη διαμαρτυρία των εναγόντων που επέδωσαν στην εναγομένη την 8.8.1989 και με την οποία, αφού ζητούν τις κατ' αυτούς οφειλόμενες αμοιβές, προειδοποιούν την εναγομένη ότι σε αντίθετη περίπτωση θα προσφύγουν δικαστικώς και θα ζητήσουν μεταξύ των άλλων και τη διακοπή κάθε εργασίας στο ένδικο έργο (το οποίο είχαν ήδη εγκαταλείψει από την 19.7.1989), πράγμα που υποδηλώνει ότι η εναγομένη δεν είχε καταγγείλει τη σύμβαση, αφ' ενός, και ότι σκοπός των ιδίων (των εναγόντων) ήταν να διακόψουν οριστικά τις εργασίες στο έργο, αφ' ετέρου.
Το πρωτοβάθμιο επομένως δικαστήριο έσφαλε με το να δεχθεί ότι η εναγομένη κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση και (με το) να επιδικάσει στους ενάγοντες το ειρημένο ποσό των 14.177.830 δραχμών για την αιτία αυτή, όπως βάσιμα η εναγόμενη εταιρεία υποστηρίζει με την έφεσή της (ιδίως όγδοος και ένατος λόγοι τον δικογράφου της έφεσης και πρώτος, έκτος και έβδομος λόγοι του δικογράφου των πρόσθετων λόγων).
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης και τους πρόσθετους αυτής λόγους εξαφάνισε τη πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει διαφορετικά και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλλει στους ενάγοντες συμμέτρως το ποσό των 14.247,56 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επίδοσης της αγωγής.
Με βάση τα ως άνω δεκτά γενόμενα η αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά το μέρος που αφορούσε την απαίτηση αυτών για καταβολή της αμοιβής τους από 14.177.830. δρχ. που αντιστοιχούσε στο μέρος του εις αυτή έργου που δεν κατέστη δυνατό να εκτελέσουν αυτοί ως εργολάβοι λόγω της εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσιβλήτου εργοδότριας καταγγελίας της μεταξύ τους συμβάσεως μισθώσεως έργου, απορρίφθηκε από το Εφετείο διότι κρίθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση ότι δεν έλαβε χώρα η επικαλούμενη με την αγωγή καταγγελία της μεταξύ τους συμβάσεως από την εναγομένη εργοδότρια, δεχόμενο ειδικότερα ότι η παρατιθέμενη στην απόφαση συμπεριφορά της τελευταίας συνιστά σιωπηρή υπαναχώρηση από τη σύμβαση και όχι σιωπηρή καταγγελία.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την αγωγή κατά το ανωτέρω κονδύλιο διότι δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη καταγγελία δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 700 του Α.Κ. ούτε και άλλες δια της μη εφαρμογής τους ενώ παράλληλα δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης καθόσον διέλαβε σ' αυτή πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο από τον Άρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του καθώς και οι πρώτος και δεύτερος πρόσθετος λόγος από τον αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι. Ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος διότι όπως προεκτέθηκε η αγωγή απορρίφθηκε κατά το ανωτέρω κονδύλιο διότι δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη καταγγελία της συμβάσεως, αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς τη σχετική απορριπτική διάταξη και όχι κατά παραδοχή του φερομένου κατά τις σχετικές αιτιάσεις ως απαραδέκτως από την εναγομένη προβληθέντος το πρώτον ενώπιον του Εφετείου ισχυρισμού (ένστασης) περί γενομένης υπαναχωρήσεως.
Η γενόμενη δε αναφορά στην απόφαση περί υπαναχωρήσεως γίνεται στα πλαίσια της επιχειρηματολογίας του Δικαστηρίου προς ενίσχυση της παραδοχής περί του ότι η εναγομένη με την εκδηλωθείσα συμπεριφορά της δεν προέβη σε καταγγελία της συμβάσεως την οποία αυτή αιτιολογημένα αρνήθηκε. Tο δεδικασμένο, αν και λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 332 ΚΠολΔ, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και γι αυτό για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ πρέπει ο ισχυρισμός για ύπαρξη (ή μη) δεδικασμένου να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να αναφέρεται τούτο στο αναιρετήριο και δεν μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου.(Α.Π. 1758/2009).
Κατ' ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου για τα εις το λόγο αυτό ζητήματα είναι απαράδεκτος προεχόντως διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για ύπαρξη δεδικασμένου ως προς τα εν λόγω ζητήματα.
Επίσης προεχόντως απαράδεκτος είναι και ο τέταρτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του κατ' εκτίμηση από τον αριθ.16 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο κατά παράβαση του νόμου δεν έλαβε υπόψη ύπαρξη δεδικασμένου σχετικά με την ένσταση συμψηφισμού καθόσον δεν αναφέρεται στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων ότι προτάθηκε στο Εφετείο σχετικός για την ύπαρξη δεδικασμένου ισχυρισμός.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζητήσεως, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα δεκτά γενόμενα από το δικαστήριο "πράγματα", δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη ή όταν δεν εκθέτει το δικαστήριο στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά.
Ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 96/2008).
Στη προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα στο σύνολο των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων (μάρτυρες και έγγραφα). Επομένως ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος που προβάλλεται πλημμέλεια από τον αριθμ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ υπό την αιτίαση ότι το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης(σιωπηρή υπαναχώρηση) ως αληθινά χωρίς απόδειξη είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι εσφαλμένα επιβλήθηκε το βάρος αποδείξεως για τη σιωπηρή υπαναχώρηση σε βάρος της εναγομένης αναιρεσείουσας είναι προεχόντως αόριστος διότι δεν αναφέρεται η απόφαση με βάση την οποία επιβλήθηκε το σχετικό βάρος απόδειξης σε βάρος της εναγομένης αυτής.
Αυτά δε πέραν και ανεξάρτητα του γεγονότος ότι ούτε και προσκομίζεται σχετική απόφαση για να είναι δυνατό να διαπιστωθεί η βασιμότητα ή μη του λόγου. Από τις διατάξεις των άρθρων 579 παρ.1 και 581 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει, ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) τα οποία αφορά ο γενόμενος δεκτός λόγος αναίρεσης, καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, ως προς τα κεφάλαια δε και μόνο αυτά (αναιρεθέντα και αρρήκτως με αυτά συνδεόμενα) οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την αναιρεθείσα απόφαση και ως προς αυτά συζητείται η υπόθεση στο δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο δεν δύναται να επιληφθεί της υπόθεσης ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια, αφού αν προέβαινε εκ νέου στην εξέταση αυτών θα προσέβαλε το δεδικασμένο.
Η έκταση αυτή της αναίρεσης, δηλαδή ως προς ποία κεφάλαια αναιρέθηκε η απόφαση, προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατύπωσης αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού από την ίδια περί ολικής αναίρεσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της υπ' αριθ. 233/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου η προγενέστερη υπ' αριθ. 1236/2002 απόφαση του ίδιου Εφετείου είχε αναιρεθεί στο σύνολό της αφού έγιναν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης της εναγομένης εργοδότριας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα για ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον τρόπο λύσεως της ένδικης εργολαβικής σύμβασης και πιο συγκεκριμένα ως προς το αν η σιωπηρή δήλωση της τότε αναιρεσείουσας περί μη συνεχίσεως εκτελέσεως του έργου προς τους αναιρεσίβλητους εργολάβους είχε την έννοια της καταγγελίας αφού με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν συνάγονταν αναγκαίως δήλωση της αναιρεσείουσας περί καταγγελίας όπως είχε δεχθεί το Εφετείο αλλά μπορούσε να συναχθεί και δήλωση βουλήσεως περί υπαναχωρήσεως.
Επομένως το Εφετείο που με τη προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε στο σύνολο την υπόθεση δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του αριθ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ γι' αυτό ο πέμπτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 442 ΑΚ, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1 και 269 παρ. 2 γ' του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 11του ν. 2915/2001, που εφαρμόζονται στη προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου της πρώτης συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της ένδικης αγωγής (16-4-1991) προκύπτει ότι η ένσταση συμψηφισμού μπορεί, εφόσον αποδεικνύεται αμέσως, να προταθεί και στην κατ' έφεση δίκη.
Η άμεση ως άνω απόδειξη, δεν σημαίνει απλώς μόνον προαπόδειξη, αλλά απόδειξη του περί συμψηφισμού ισχυρισμού, μόνο με έγγραφο ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Εξάλλου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο διάδικος, παρέχεται ή όχι άμεση απόδειξη των ισχυρισμών του, ανάγεται αποκλειστικώς σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, και γι' αυτό δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 748/1987).
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε την ένσταση της εναγομένης αναιρεσίβλητης που προβλήθηκε κατά πρώτον σ' αυτό με τους πρόσθετους λόγους της έφεσής της, περί συμψηφισμού προς την ένδικη απαίτηση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων της εκ δραχμών 4.730.000, λόγω καταπεσούσης ποινικής ρήτρας ,ανταπαίτησης της πρώτης κατά των τελευταίων αφού δέχθηκε την άμεση απόδειξη της ανταπαίτησης αυτής εγγράφως και με ομολογία των εναγόντων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη την κατά το προαναφερθέντα τρόπο κατά πρώτον ενώπιον τούτου προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού.
Συνεπώς ο τέταρτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη αντίφαση φέρεται να δημιουργείται υπό την υποθετική περίπτωση της μη συνδρομής των προϋποθέσεων της υπαναχώρησης. Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδονται πλημμέλειες στην απόφαση από τους αριθ. 10, 11 και 13 όσον αφορά τη παραδοχή της ένστασης συμψηφισμού είναι αόριστος διότι εκτός της αριθμητικής αναφοράς που γίνεται στο δικόγραφο δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται κάθε επί μέρους πλημμέλεια. Τέλος η προβαλλόμενη με το τον τέταρτο πρόσθετο λόγο (τέταρτο σκέλος) κατά πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου αντένσταση παραγραφής της προταθείσης σε συμψηφισμό ως άνω ανταπαίτησης είναι απαράδεκτη καθόσον ο Άρειος Πάγος ελέγχει τις αποφάσεις ως προς τα νομικά τους σφάλματα με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου του οποίου η απόφαση προσβάλλεται με την αναίρεση και δεν αποτελεί τρίτο βαθμό δικαιοδοσίας. Συνακόλουθα ο ίδιος λόγος κατά το σχετικό του μέρος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος διότι οι αιτιάσεις αφορούν την προαναφερθείσα απαραδέκτως προβαλλόμενη το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου αντένσταση παραγραφής( άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 527 παρ. 1 και 269 παρ. 2 γ' του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 11του ν. 2915/2001, που εφαρμόζονται στη προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου της πρώτης συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου της ένδικης αγωγής (16-4-1991) προκύπτει ότι στη κατ' έφεση δίκη είναι παραδεκτή η προβολή πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στη πρωτόδικη δίκη εκτός των άλλων περιπτώσεων και αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Εξάλλου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο διάδικος, παρέχεται ή όχι άμεση απόδειξη των ισχυρισμών του, ανάγεται αποκλειστικώς σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, και γι' αυτό δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 748/1987).
Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δέχθηκε την ένσταση μερικής εξόφλησης της εναγομένης αναιρεσίβλητης που προβλήθηκε κατά πρώτον ενώπιόν του με την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους αφού έκρινε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι αποδεικνύεται εγγράφως από τα εις την απόφαση αναφερόμενα έγγραφα. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη την κατά το προαναφερθέντα τρόπο κατά πρώτον ενώπιον τούτου προβληθείσα ένσταση εξόφλησης ούτε έλαβε υπόψη του πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της προκειμένης δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Συνεπώς ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος του κατ' εκτίμηση από τον αριθ.14 και 10 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα'αντίθετα είναι αβάσιμος. Περαιτέρω εφόσον αυτά δέχθηκε το Εφετείο ως προς τον τρόπο απόδειξης της ένστασης εξόφλησης ο ίδιος πρόσθετος λόγος κατά τις λοιπές αιτιάσεις από τους αριθ. 10,11 και 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
που αφορούν την ομολογία είναι απαράδεκτος ως στηριζόμενος στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το Εφετείο δέχθηκε απόδειξη της ένστασης με δικαστική ομολογία των εναγόντων. Εξάλλου το Εφετείο σχετικά με την ένσταση μερικής εξόφλησης δέχθηκε τα εξής: Έναντι του ποσού της εργολαβικής αμοιβής και συνολικά των 8.940.858 (5.928.443 + 3.012.415) δραχμών η εναγομένη κατέβαλε στους ενάγοντες και ειδικότερα σε τρίτους δικαιούχους (υπεργολάβους, εργάτες) κατόπιν εντολής και για λογαριασμό των υπόχρεων εναγόντων το συνολικό ποσό των 4.400.000 δραχμών και ειδικότερα α) το συνολικό ποσό των 3.200.000 δραχμών στους υπεργολάβους αδελφούς Μ., σύμφωνα και με την από 26.4.1989 δήλωση του πρώτου ενάγοντος, ενεργούντος και για λογαριασμό των λοιπών, και την από 20.8.1989 απόδειξη των ιδίων, β) το ποσό των 300.000 δραχμών στον υπεύθυνο του συνεργείου (κτίστη) K.
Τ., σύμφωνα και με την από 10.6.1989 απόδειξη του ιδίου, γ) το ποσό των 100.000 δραχμών στους κτίστες αδελφούς Τ. και N Γ., σύμφωνα και με την από 24.6.1989 απόδειξή τους, δ) το ποσό των 400.000 δραχμών στους ιδίους αδελφούς Τ. και N Γ. σύμφωνα και με την από 1.7.1989. απόδειξή τους, και ε) το ποσό των 400.000 δραχμών επίσης στους ανωτέρω κτίστες, σύμφωνα και με την από 13.7.1989 απόδειξή τους.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 416 και 417 Α.Κ.που εφάρμοσε ούτε και άλλες δια της μη εφαρμογής τους καθόσον με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά ότι η εναγόμενη κατ' εντολή των εναγόντων κατέβαλε στους προαναφερόμενους τρίτους τα ως άνω χρηματικά ποσά που ώφειλε σε εκείνους (ενάγοντες) συνέτρεχε η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων.
Συνεπώς ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης κατά το λοιπό του μέρος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 247 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η συνεκδίκαση ή μη από το δικαστήριο περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών υποκείμενη στη διακριτική ευχέρεια τούτου δεν ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ. Κατ' ακολουθίαν, ο έκτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, μετά την υπ' αριθ. 233/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 1236/2002 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και παραπέμφθηκε η υπόθεση σ' αυτό για περαιτέρω εκδίκαση, παρά το νόμο προέβη στην εκδίκαση της έφεσης και των πρόσθετων αυτής λόγων της αναιρεσίβλητης χωρίς να προβεί σε συνεκδίκαση τούτων με την έφεση αυτών (αναιρεσειόντων), η οποία είχε συνεκδικασθεί με την αναιρεθείσα ως άνω υπ' αριθ. 1236/2002 απόφαση, είναι απαράδεκτος.
Συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση με τους πρόσθετους αυτής λόγους και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ. 183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15 Απριλίου 2008 αίτηση των: 1) Δ. Ε. Π., 2) Χ. Ε. Γ. και 3) Γ. Η. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1136/2007 απόφασης του Εφετείου Πατρών με τους από 15 Ιουλίου 2010 πρόσθετους αυτής λόγους.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ