Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for vague and irrelevant arguments failing to affect judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Social Security Institution's appeal against the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the statute of limitations was interrupted by the debtor's inclusion in a ranking table and a public auction notice, but the court found these claims vague and irrelevant. Since these arguments did not influence the final judgment, the appellate court did not commit a procedural error warranting the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the violation of substantive law or lack of legal basis is inadmissible when it concerns only procedural violations or defects in applying such provisions, and arguments that are vague, irrelevant, or do not affect the operative part of the judgment are considered incidental and do not constitute grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1771 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1771/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος : Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Παναγιώτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου : ....., ως ειδικού εκκαθαριστή και νομίμου εκπροσώπου : α) της άλλοτε εδρευούσας στην Αθήνα εταιρίας με την επωνυμία "Εταιρία Δομικών Κατασκευών, Εμπορικών, Βιομηχανικών, Ναυτιλιακών Επιχειρήσεων ΕΔΟΚ ΑΕ", β) της εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρίας Τεχνικών, Βιομηχανικών και Ναυτιλιακών Εργασιών ΕΤΕΡ ΑΕ" και γ) της Κοινοπραξίας τους με την επωνυμία "ΕΔΟΚ ΑΕ - ΕΤΕΡ ΑΕ", οι οποίες κηρύχθηκαν σε κατάσταση πτωχεύσεως και τις εκπροσωπούσε τότε ο σύνδικος της ενώσεως των πιστωτών Βασίλειος Δελής, Δικηγόρος και κάτοικος Αθηνών και οι οποίες ήδη τελούν υπό ειδική εκκαθάριση και εκπροσωπούνται νόμιμα από τον ειδικό εκκαθαριστή κ. ....., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-2-1989 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 8828/1998 του ίδιου δικαστηρίου, επί της οποίας ασκήθηκε η από 22-6-1990 ανακοπή ερημοδικίας και εκδόθηκε η 10174/2001 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και τέλος η 9142/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 11 Οκτωβρίου 2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 22 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Oι λόγοι αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. αναφέρονται στην παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και στην έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, σχετικώς με την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αρα, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως δεν ιδρύονται όταν αφορούν παραβιάσεις δικονομικών διατάξεων ή ελλείψεις σχετιζόμενες με την εφαρμογή τέτοιων διατάξεων (Α.Π. 579/2005,Α.Π. 514/2002,Α.Π. 807/1994). Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον προβάλλει ότι το Εφετείο, που δέχθηκε ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε νόμιμη και παραδεκτή την ασκηθείσα αναιτιολόγητη ανακοπή ερημοδικίας του εναγομένου (αναιρεσιβλήτου) και απέρριψε το σχετικό λόγο της εφέσεώς του, με τον οποίο υποστήριζε (το αναιρεσείον) ότι η αναιτιολόγητη αυτή ανακοπή ερημοδικίας έπρεπε να απορριφθεί ,διότι οι διατάξεις του εφαρμοστέου Ν. 2145/1993 απαιτούσαν αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις διατάξεις των άρθρων 12, 24 παρ.1 και 25 παρ.1 του Εισαγ.Ν.Κ.Πολ.Δ. και υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος, διότι οι άνω διατάξεις είναι δικονομικές και η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίασή τους, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν ιδρύει τους άνω λόγους αναιρέσεως.
Από το άρθρο 527 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει οτι, ο εφεσίβλητος-εναγόμενος μπορεί να προβάλλει στην κατ έφεση δίκη πραγματικούς ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν (ή προτάθηκαν αορίστως και εντεύθεν απαραδέκτως) στην πρωτόδικη δίκη, ως υπεράσπισή του κατά της εφέσεως, αρκεί να μη μεταβάλλεται με αυτούς η βάση της αγωγής (Α.Π. 502/1991,Α.Π. 1150/1990,Α.Π. 765/1988).Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, δέχθηκε ότι ο εφεσίβλητος-εναγόμενος επανέφερε σ αυτό, με τις από 29-9-1993 προτάσεις του, την αορίστως προβληθείσα στον πρώτο βαθμό ένσταση παραγραφής, σχετικά με την κύρια (εξ αδικοπραξίας) βάση της αγωγής.
Ότι, με την ένσταση αυτή πρόβαλλε, νομίμως και παραδεκτώς, ο άνω εφεσίβλητος-εναγόμενος ότι η ένδικη αξίωση του ήδη αναιρεσείοντος έχει "παραγραφεί εν επιδικία",διότι από την κατάθεση της ανακοπής ερημοδικίας (6-7-1990) μέχρι την αμέσως επόμενη διαδικαστική πράξη, που ήταν η κατά την 19-10-1998 κοινοποίηση της αναγγελίας του ήδη αναιρεσείοντος στον ειδικό εκκαθαριστή Σπ.Ροίδη (εφεσίβλητο-εναγόμενο) περί της ενδίκου απαιτήσεως, παρήλθε (κατ άρθρο 937 Α.Κ.) χρονικό διάστημα μείζον της πενταετίας.
Και ότι η ένδικη αξίωση πράγματι υπέπεσε στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 Α.Κ., εφόσον μεταξύ των δύο ως άνω διαδικαστικών πράξεων παρήλθε διάστημα μείζον της πενταετίας. Επομένως, το Εφετείο, που δέχθηκε τα παραπάνω και δεν απέρριψε την άνω ένσταση παραγραφής ως απαράδεκτη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.14 του Κ.Πολ.Δ.
και ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, όπως εκτιμάται, είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα και αποτελούντα πράγμα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ.Α.Π. 12/1991).
Εν προκειμένω, το Εφετείο, που δέχθηκε τα στην προηγούμενη σκέψη αναφερθέντα, σύμφωνα με τα οποία η κύρια βάση της αγωγής στηρίζεται στην αδικοπραξία, έλαβε υπόψη του και απέρριψε στην ουσία τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η κύρια βάση της αγωγής στηρίζεται στις διατάξεις περί αποζημιώσεως χρήσεως και η ένδικη απαίτηση υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή, εντεύθεν δε δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δ. και ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος.
Για να ιδρυθεί ο εκ του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολομ.Α.Π. 2/1989).
Συνεπώς, δεν ιδρύει τον άνω λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου να λάβει υπόψη και να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αόριστο ή αλυσιτελή, αφού οι ισχυρισμοί αυτοί, ως μη έχοντες επίδραση στο διατακτικό της αποφάσεως, είναι επουσιώδεις και δεν συνιστούν πράγματα ,κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.1760/2005, Α.Π.624/2001, Α.Π.981/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των υποβληθεισών στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στο Εφετείο προτάσεων του αναιρεσείοντος προκύπτει ότι αυτός πρόβαλε με αυτές (προτάσεις) ότι η άνω παραγραφή διακόπηκε σύμφωνα με τα άρθρα 260 και 264 αριθ.3 του Α.Κ. Ειδικότερα, πρόβαλε το αναιρεσείον ότι ο αναιρεσίβλητος, ως ειδικός εκκαθαριστής, συνέταξε πίνακα κατατάξεως στον οποίο κατέταξε το αναιρεσείον για το ποσό της αγωγής και έτσι αναγνώρισε την απαίτησή του και διεκόπη η παραγραφή της.
Επίσης, πρόβαλε το αναιρεσείον ότι η ίδια ως άνω παραγραφή διακόπηκε με την από 16-10-1998 αναγγελία του "σε πλειστηριασμό προς τον αντίδικο",που επιδόθηκε σ αυτόν στις 19-10-1998. Ο ως άνω πρώτος ισχυρισμός, εφόσον δεν αναφέρεται σ αυτόν ο χρόνος συντάξεως του πίνακα, στον οποίο κατέταξε ο αναιρεσίβλητος το αναιρεσείον για το ποσό της αγωγής και εντεύθεν (δεν αναφέρεται) ο χρόνος διακοπής της άνω παραγραφής, επελθούσης, κατά το αναιρεσείον, με την αναγνώριση της αξιώσεως δια της κατατάξεώς της στον άνω πίνακα, ώστε να κριθεί αν η διακοπή αυτή έγινε σε τέτοιο χρόνο ώστε να έχει ως συνέπεια τη μη συμπλήρωση της παραγραφής αυτής, είναι αόριστος.
Ο δεύτερος ισχυρισμός, εφόσον με αυτόν επικαλείται το αναιρεσείον αναγγελία για κατάταξη σε πλειστηριασμό που έγινε στις 19-10-1998 ,είναι αλυσιτελής, αφού και λαμβανομένου υπόψη αυτού, η άνω (πενταετής) παραγραφή, αρξάμενη, όπως εκτέθηκε, στις 6-7-1990 είχε ήδη συμπληρωθεί κατά τον άνω χρόνο της αναγγελίας προς κατάταξη σε πλειστηριασμό (19-10-1998).Κατά ταύτα, οι άνω ισχυρισμοί, ως αόριστος ( ο πρώτος) και αλυσιτελής ( ο δεύτερος) ήταν επουσιώδεις, αφού δεν είχαν επίδραση στο διατακτικό, μη συνιστώντες "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 του Κ.Πολ.Δ.
Κατά ταύτα, το Εφετείο, που δεν έλαβε υπόψη τους επουσιώδεις αυτούς ισχυρισμούς, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άνω άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ. και ο αντίθετος τρίτος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, μετά την απόρριψη, για τον προεκτεθέντα λόγο, της κύριας (εξ αδικοπραξίας) βάσεως της αγωγής, εξέτασε και απέρριψε αυτήν (αγωγή) κατά την εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού επικουρική βάση της, ως μη νόμιμη. Επομένως, το Εφετείο δεν άφησε "αδίκαστη" την άνω επικουρική βάση της αγωγής και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.9 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος τέταρτος (τελευταίος) λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-10-2004 αίτηση του Ν.Π.Δ.Δ. υπό την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ-ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ)" για αναίρεση της 9142/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου,τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ