1770/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1770/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την από 17.2.2020 και με αριθμό κατάθ. 11/17.2.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών με αριθμ. 286/28.6.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 30.1.2017 (αριθμ. εκθ.
Full text
Απόφαση 1770 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1770/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου και Απόστολο Φωτόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 21 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέως Γ. Φ., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΝΤΕ - Ανώνυμη Εμπορική Εταιρία Τροφίμων, Ειδών Οικιακής Χρήσης και Γενικά Καταναλωτικών Αγαθών" και τον διακριτικό τίτλο "ΓΑΛΑΞΙΑΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 18-1-2022 είχε εκπροσωπηθεί από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Βυτινίδη, ο οποίος δεν είχε καταθέσει προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Χ. Γ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Κωνσταντινίδου, η οποία είχε καταθέσει προτάσεις στις 5-1-2022.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 150/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 286/2019 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 17-2-2020 αίτησή της, η οποία συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 18ης Ιανουαρίου 2022, χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 40/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλέα αφαιρέθηκε η δικογραφία από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 49/2024 πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.
Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 307 εδάφια α' και β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν για οποιοδήποτε λόγο, που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης, είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 582/2016). Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 936/2018) και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 701/2023, 32/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 7 Μαρτίου 2024 υπ' αριθμ. 49/2024 πράξη του Προέδρου του παρόντος Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα επαναλαμβάνεται η συζήτηση της από 17.2.2020 με αριθμ. κατάθ. 11/17.2.2020 αίτησης αναίρεσης, καθόσον μετά τη συζήτηση αυτής στη δικάσιμο στις 18.1.2022, δεν έλαβε χώρα διάσκεψη της υπόθεσης και κατέστη αδύνατη η έκδοση απόφασης, λόγω συνταξιοδότησης από την Υπηρεσία της Εισηγήτριας Αρεοπαγίτου Όλγας Σχετάκη - Μπονάτου. Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο. Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθμ. 3 (εργατικές διαφορές).
Στη προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 17.2.2020 και με αριθμ. κατάθ. 11/17.2.2020 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 286/28.6.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με αντικείμενο εργατική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθμ. ....2020 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 1300/2022, 1579/2021, 484/2019).
Με την από 17.2.2020 και με αριθμό κατάθ. 11/17.2.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών με αριθμ. 286/28.6.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 30.1.2017 (αριθμ. εκθ.
καταθ. 20/7.2.2017) έφεση της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθμ. 150/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία είχε απορριφθεί η από 24.3.2016 και με αριθμ. κατάθ. 141/8.6.2016 αγωγή και μετά από εξαφάνιση της ως άνω απόφασης, έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η αγωγή, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα το ποσό των 25.514,02 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εφ' όσον από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης και αυτή [αναίρεση] ασκήθηκε εντός της προβλεπόμενης καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών (άρθρα 147 παρ. 1, 552, 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης δεν εμφανίστηκε η αναιρεσείουσα, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ.
το από 14.3.2024 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Αρείου Πάγου Π. Ε. στον Γρηγόριο Βυτινίδη του Φωτίου, πληρεξούσιο και αντίκλητο δικηγόρο της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΠΕΝΤΕ - Ανών. Εμπορ. Εταιρεία Τροφίμων, Ειδών Οικιακής Χρήσης και Γενικά Καταναλωτικών Αγαθών"), η οποία όμως είχε παραστεί χωρίς να καταθέσει προτάσεις κατά την αρχική συζήτηση της υπόθεσης, νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο και συνεπώς δικάζεται αντιμωλία.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα - εκκαλούσα [αναιρεσίβλητη] με την ένδικη από 24.03.2016 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας (αριθμ. έκθ. κατάθ. 141/08.06.2016) ισχυρίσθηκε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου απασχολούνταν στην επιχείρηση της εναγόμενης - εφεσίβλητης εταιρείας [αναιρεσείουσας] σε διάφορα υποκαταστήματα αυτής στη Λάρισα, ως πωλήτρια αρχικά και στη συνέχεια ως προϊστάμενη καταστήματος, μέχρι στις 30.12.2015, οπότε η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της χωρίς την καταβολή νόμιμης αποζημίωσης ενόψει της εκ μέρους της εργοδότριάς της προγενέστερης υποβολής έγκλησης σε βάρος της για το αδίκημα της υπεξαίρεσης κατ' εξακολούθηση.
Επικαλούμενη, περαιτέρω, αφενός ότι η εναγόμενη την καταμήνυσε ψευδώς ότι τέλεσε σε βάρος της την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή της αποζημίωσης και η καταγγελία ως εκ τούτου είναι άκυρη ως καταχρηστική και αφετέρου ότι με τη σε βάρος της υποβολή της άνω ψευδούς μήνυσης και την εκ μέρους του νομίμου εκπροσώπου αυτής διάδοση ενώπιον τρίτων του γεγονότος της υποβολής σε βάρος αυτής της προκειμένης έγκλησης για το άνω αδίκημα, που περιήλθε σε γνώση και των υπαλλήλων των λοιπών καταστημάτων αυτής στη Λάρισα, παράνομα και υπαίτια προσέβαλε την προσωπικότητά της, ζήτησε να υποχρεωθεί η εvαγόμενη να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, ανερχόμενη στο ποσό των 25.514,02 ευρώ, καθώς και το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την ανωτέρω επιδειχθείσα σε βάρος της αδικοπρακτική συμπεριφορά του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμεvης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.
Η με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα αγωγή ειδικά ως προς την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία της ιστορούμενης αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του προστηθέντος υπαλλήλου και νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης στη Λάρισα, συνιστάμενη στο ότι η εναγόμενη υπέβαλε σε βάρος της ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας ψευδή έγκληση για το αδίκημα της υπεξαίρεσης σε βάρος της κατ' εξακολούθηση, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης, γεγονός που έγινε ευρέως γνωστό ενώπιον τρίτων και ιδιαίτερα σε υπαλλήλους των καταστημάτων της εναγόμεvης στη Λάρισα, προσβάλλοντας έτσι παράνομα την προσωπικότητά της, κρίθηκε επαρκώς ορισμένη.
Και τούτο διότι, εφόσον, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία είτε των οργάνων του, κατ' άρθρο 71 ΑΚ, είτε των προστηθέντων από αυτό, κατ' άρθρο 922 ΑΚ, δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της προκειμένης αγωγής, που κατ' αυτό το αίτημά της στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 59, 914, 932 ΑΚ, το ότι συγκεκριμένα τα μέλη του Δ.Σ της εναγόμενης βαρύνονταν με υπαιτιότητα, εφόσον η ευθύνη προς τούτο της εναγόμενης, ως νομικό πρόσωπο, είναι δεδομένη συνεπεία των υπαίτιων ενεργειών, που με την αγωγή αποδίδονται στον υπ' αυτής προστηθέντα υπάλληλο, που την εκπροσωπούσε στη Λάρισα, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, χωρίς να απαιτείται βεβαίως και η αναφορά του ονόματος του υπαιτίου οργάνου, εφόσον η αγωγή δεν στρέφεται προσωπικά και κατ' αυτού.
Εξάλλου, εφόσον ιστορείται στην αγωγή ότι η ψευδής έγκληση υποβλήθηκε προκειμένου να μην καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, παρέπεται ότι η υποβολή της ιστορούμενης ψευδούς έγκλησης έγινε με αποκλειστικό σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της για το αδίκημα αυτό εφόσον, κατά νόμο, προϋπόθεση για την κατ' αρχήν απαλλαγή της εναγόμενης από την καταβολή αποζημίωσης λόγω της μεταγενέστερης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ήταν η άσκηση της ποινικής δίωξης σε βάρος της, χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται αυτό πανηγυρικά στην αγωγή.
Ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε άλλως και απέρριψε την αγωγή ως αόριστη κατ' αυτό το αίτημά της έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου. Περαιτέρω, δε, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκ προφανούς παραδρομής οδηγήθηκε σε κρίση περί εκπρόθεσμης άσκησης της αξίωσης καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης, λόγω ακυρότητας ως παράνομης και καταχρηστικής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας.
Πρόκειται περί προφανούς σφάλματος, που προκύπτει από το περιεχόμενο της εκκαλούμενης απόφασης, αφού, αναφέρεται σ' αυτή ότι η εκ μέρους της εναγόμεvης καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας επιδόθηκε σ' αυτή στις 30.12.2015 και η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 17.06.2016 με την επίδοση αυτής στην εναγόμενη, με αναφορά μάλιστα της υπ' αριθμ. ....2016 έκθεσης επίδοσης της αγωγής του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή, καταλήγει ότι η αξίωση αυτή είναι απαράδεκτη, διότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε μετά την, κατ' άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955, τασσόμενη εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία.
Ως εκ τούτου, κατά παραδοχή ως βάσιμων κατ' ουσίαν αμφοτέρων των λόγων της έφεσης, θα πρέπει η εκκαλούμεvη απόφαση να εξαφανιστεί και, αφού διακρατηθεί από το παρόν δικαστήριο η αγωγή, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 7 ν. 3198/1955, 57, 59, 914, 932 ΑΚ, θα ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 150/2016 απόφασή του απέρριψε την αγωγή και μετά από άσκηση έφεσης εκ μέρους της εναγομένης [αναιρεσείουσας] εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 286/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας με την οποία έγινε τυπικά και κατ' ουσία δεκτή η από 30.1. 2017 έφεση και μετά από εξαφάνιση της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η αγωγή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, 130/2016, 1420/2013).
Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα ως και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδόμενη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005, 27/1998).
Στην περίπτωση αυτή, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, 901/2010, 2173/2007).
Συνακόλουθα, η ευθεία παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 915/2013, 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 6/2019, 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 6/2019, 9/2016, 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ούτως ώστε να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 445/2019, 573/2018, 319/2017, 1420/2013).
Ο λόγος αυτός (αλλά και ο λόγος από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) δεν ιδρύεται επίσης από την τυχόν παντελή έλλειψη ή ατελή ή αντιφατική παράθεση των νομικών διατάξεων στη μείζονα πρόταση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 684/2021, 199/2018, 104/2014). Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης:
α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ή η μνεία ότι δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 109/2020, 638/2019, 550/2017, 1184/2015, 121/2014).
Στην εν λόγω περίπτωση, δεν αρκεί επίσης η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 57/2022, 1551/2022, 319/2017).
Συνακόλουθα, η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 319/2017, 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος (ΑΠ 109/2020, 19/2020). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφ' όσον δεν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου ή εφ' όσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, αλλά υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 1551/2022, 78/2020, 19/2020, 169/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, από τον αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβίασης με εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αιτιολογίας του άρθρου 5 ν. 2112/1920 και 7 ν. 3198/1955 για καταβολή αποζημίωσης λόγω απαλλαγής του εργαζόμενου με βούλευμα ή δικαστική απόφαση από καταγγελθείσα αξιόποινη πράξη.
Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω πρώτος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι στο οικείο δικόγραφο δεν διαλαμβάνονται, αφ' ενός οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και το περιεχόμενο αυτών που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, όπως απαιτείται για το ορισμένο του ανωτέρω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, και αφ' ετέρου έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του σχετικά με το αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη αποζημίωση απόλυσης, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη των εκ του αριθμού 1 εδ.
α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως άνω λόγου αναίρεσης. Επομένως, ο οικείος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, 76/2016).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, 11/1996, ΑΠ 153/2019, 79/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο - προσφυγή κατά της εισαγγελικής διάταξης, με την οποία απορρίφθηκε η υποβληθείσα μήνυση. Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος καθ' όσον, δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. ήτοι αυτοτελή ισχυρισμό κατά την έννοια που προεκτέθηκε στην ως άνω μείζονα σκέψη.
Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου κατόπιν σχετικού αιτήματός της σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν.3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμ. 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την επιστροφή του υπ' αριθμ. ....2020 ηλεκτρονικού παραβόλου ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στην αναιρεσείουσα.
Απορρίπτει την από 17.2.2020 και με αριθμό κατάθεσης 11/2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 286/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Και Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2024.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ