Legislator Case Law & Legislation
1770/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural default and lack of new grounds regarding debt assumption and document distortion.

Case Number 1770/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to retry the appeal against lower court decisions regarding a debt assumption claim. The appellant failed to appear in court without a valid excuse, violating procedural rules, and her new arguments regarding document distortion were rejected as they were not raised during the previous appeal. Consequently, the court upheld the lower courts' rulings and ordered the appellant to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 522, 552, 553, 556, 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if new grounds were not raised in the prior appeal, and a claim of document distortion fails if the lower court correctly read the document but reached a different factual conclusion based on overall evidence.

Keywords

AI generated
procedural default debt assumption claim document distortion factual evaluation legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 522 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Article 575 of the Code of Civil Procedure
Article 226(4) of the Code of Civil Procedure
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1770 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1770/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-καθής η κλήση: Ε. συζ. Ν.-Ν. Χ., το γένος Π. Ζ., κατοίκου ... , η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου- καλούντος: Ι. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κουτσούκο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου- καλούντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 379/1998, 67/2003 μη οριστικές, 115/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 209/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση των οριστικών αποφάσεων ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 15-10-2010 αίτησή της (με αριθ. κατάθ. 2/2010 του Πολυμελούς πρωτοδικείου Ρόδου και 67/2010 του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Εκδόθηκε η 42/14-1-2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Την υπόθεση επαναφέρει ο καλών-αναιρεσίβλητος με την από 5-8-2013 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο καλών-αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 23-10-2012 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Τσόλα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Εισάγεται αίτηση αναίρεσης αποφάσεων πρωτοβαθμίου και δευτεροβαθμίου δικαστηρίων, τα οποία έκριναν προβαλλόμενη από μέρους του αναιρεσίβλητου - ενάγοντος, απαίτηση από αναδοχή χρέους που του όφειλε ο πατέρας της αναδεχθείσας τούτο εναγόμενης - αναιρεσείουσας.

ΙΙ. Όπως προκύπτει, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από τον αναιρεσίβλητο ... έκθεση του δικαστικού επιμελητού Ρόδου Κ. Γ., αντίγραφο της από 5-8-2013 "αίτησης - κλήσης" αυτού εκδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με φροντίδα του ως άνω διαδίκου, στην αναιρεσείουσα, για την αρχική δικάσιμο της υπόθεσης, στις 24.1.2014, οπότε και αυτή αναβλήθηκε για εκείνη που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας. Κατά τη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε, κατά τη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ. Επομένως πρέπει να χωρίσει η συζήτηση περαιτέρω, παρά την απουσία της (αρθρ.575, 226 παρ.4, 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Από τα άρθρα 522, 552, 553 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ. με τα οποία καθορίζονται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι αποφάσεις που υπόκεινται σε αναίρεση και τα της άσκησης αναίρεσης κατά πλειόνων αποφάσεων, προκύπτει ότι, αν ασκηθεί έφεση και κριθεί στην ουσία η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν υπόκειται σε αναίρεση ως προς τα κεφάλαια για τα οποία εξεκλήθη. Τούτο δε διότι η απόφαση αυτή, σε περίπτωση μεν αποδοχής της έφεσης, εξαφανίζεται, σε περίπτωση δε απόρριψης της έφεσης κατ' ουσίαν, ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και συνεπώς σε αναίρεση υπόκειται μονό η τελευταία (Ολ ΑΠ 40/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση κατά της συμπροσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρωτόδικης 115/2007 απόφασης, είναι απαράδεκτη, αφού το Εφετείο δίκασε την υπόθεση στην ουσία της.

IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 471 και 477 ΑΚ συνάγεται σαφώς, ότι στερητική αναδοχή χρέους είναι η σύμβαση που συνάπτεται με τον δανειστή, με την οποία κάποιος αναδέχεται ξένο χρέος, έτσι ώστε να υπεισέλθει αυτός στη θέση του οφειλέτη και ο τελευταίος να απαλλαγεί. Τούτο πρέπει να προκύπτει σαφώς από τη σύμβαση με την οποία κάποιος υπόσχεται την εκπλήρωση ξένου χρέους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 477 ΑΚ, ο οφειλέτης δεν απαλλάσσεται, αλλά παράγεται πρόσθετη ενοχή αυτού που υποσχέθηκε την εκπλήρωση ξένου χρέους, ο οποίος ευθύνεται εις ολόκληρον με τον οφειλέτη, ήτοι υπόκειται σωρευτική αναδοχή χρέους.

Η ρύθμιση του άρθρου 471 ΑΚ δεν ορίζει την τήρηση τύπου για την σύμβαση αναδοχής χρέους. Έτσι, κατά το άρθρο 158 ΑΚ είναι άτυπη. Εξάλλου, με το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που ο νόμος απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που (ανελέγκτως) δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Τέλος, με το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός συντρέχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, (κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: "Με το με αρ. ... προσύμφωνο αγοραπωλησίας διαμερίσματος... ο πατέρας της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, Π. Ζ., ο οποίος ήταν εργολάβος οικοδομών, ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και παραδώσει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, ένα ισόγειο διαμέρισμα, εμφαινόμενο με αριθμό 1, επιφανείας 85 τ.μ.

και μια αποθήκη στο υπόγειο, εμφαινόμενη με αριθμό 2, μικτής επιφανείας 80 τ.μ., τα οποία θα ελάμβανε αυτός (Π. Ζ.), ως εργολαβικό αντάλλαγμα από την ανέγερση μιας οικοδομής επί ενός οικοπέδου που βρίσκεται στη Ρόδο... Έναντι του συνολικού συμφωνηθέντος τιμήματος ο ενάγων κατέβαλε στον ως άνω πωλητή Π. Ζ. το ποσό των 8.000.000 δραχμών και ήδη 23.477 ευρώ.

Επιπλέον, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν να καταρτισθεί το οριστικό συμβόλαιο μέσα σε προθεσμία δύο (2) ετών από την κατάρτιση του προσυμφώνου, δηλαδή μέχρι 16-11-1992. Ο πατέρας της εναγομένης όμως αν και έλαβε το παραπάνω ποσό, αρνήθηκε να υπογράψει το οριστικό συμβόλαιο της αγοραπωλησίας, όπως τούτο προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη ...

πράξη εμφάνισης, που έχει συντάξει η συμβολαιογράφος Ρόδου.... Επίσης αποδείχθηκε, ότι το έτος 1992, με προφορική συμφωνία που καταρτίστηκε μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης, η τελευταία αναδέχθηκε στερητικά το χρέος του πατέρα της προς τον ενάγοντα, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση να εξοφλήσει η ίδια το ποσό αυτό, για το λόγο αυτό δε παραχώρησε στον ενάγοντα το δικαίωμα να εγγράψει προσημείωση υποθήκης επί ακινήτου ιδιοκτησίας της, για το ποσό των 8.000.000 δραχμών και ήδη 23.477 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει από την 224/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.

Σημειωτέον, ότι η πρόθεση των μερών για απαλλαγή του παλαιού οφειλέτη Π. Ζ., προκύπτει σαφώς από την απόφαση στην οποία αναφέρεται, ότι "....ο αιτών έχει λαμβάνειν από την καθ' ης η αίτηση ποσό δρχ. 8.000.000, προς δε η αυτή παραπάνω καθ' ης συνομολογεί το γεγονός της οφειλής αυτής.... Ο ισχυρισμός της εναγομένης-εκκαλούσας, ότι εκπροσωπήθηκε στη δίκη εκείνη από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος δεν είχε ειδικό πληρεξούσιο, ούτε να συνομολογεί την οφειλή του ποσού των 8.000.000 δρχ.

εκ μέρους της προς τον εφεσίβλητο-ενάγοντα πολύ δε περισσότερο να συνομολογεί την εγγραφή προσημείωσης υποθήκης σε βάρος οποιουδήποτε ακινήτου της, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι όπως προκύπτει από το με αριθμό ... πληρεξούσιο συμβόλαιο... στον τότε πληρεξούσιο δικηγόρο της εναγομένης.... είχε χορηγηθεί ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να συνομολογήσει την αίτηση εγγραφής προσημείωσης...

Τέλος, αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση που είχε αναλάβει, να εξοφλήσει δηλαδή το χρέος του πατέρα της Π. Ζ. προς τον ενάγοντα". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε, ότι η ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να του καταβάλει το πιο πάνω ποσό των 23.477 ευρώ (8.000.000 δραχμών) λόγω (στερητικής) αναδοχής χρέους, είναι και κατ' ουσία βάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 471 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Είναι, συνεπώς, αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τ' αντίθετα.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το ίδιο μέρος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο, διότι δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή λόγω νομικής αοριστίας, δεδομένου ότι περιείχε λιγότερα στοιχεία από όσα η ως άνω διάταξη του άρθρου 471 ΑΚ απαιτεί, είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας σχετικός ισχυρισμός, όπως θα έπρεπε σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, το Εφετείο, κρίνοντας όπως ανωτέρω, δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο της, διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάρτισης μεταξύ των διαδίκων της επίδικης σύμβασης της αναδοχής (στερητικής) χρέους, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 471 ΑΚ.

Δεν απαιτείτο δε για τη νομική πληρότητα της απόφασης ο ακριβής χρόνος της κατάρτισης της επίδικης σύμβασης "και τα επί μέρους συμφωνηθέντα", όπως αντίθετα η αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο διατείνεται. Περαιτέρω, η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο ενάγων προσκάλεσε τον πατέρα της εναγομένης να προσέλθει στις 16-11-1992 σε συμβολαιογράφο για τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου (σε εκτέλεση του προαναφερθέντος ...

προσυμφώνου) δεν έρχεται σε αντίφαση με την παραδοχή της για την κατάρτιση (πριν την 24-3-1992) της επίδικης σύμβασης (στερητικής) αναδοχής χρέους, όπως η αναιρεσείουσα διατείνεται, αφού η ανωτέρω ενέργεια του ενάγοντος, (που επακολούθησε της κατάρτισης της επίδικης σύμβασης), δε σημαίνει αναγκαίως, ότι δεν έλαβε χώρα η ανωτέρω μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αναδοχής χρέους.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος, κατ' ορθή εκτίμηση, αποδίδει πλημμέλεια μόνο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμος.

V. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.β' ΚΠολΔ, η οποία ορίζει, ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει, ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθ.1 εδ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι, με το να κρίνει, ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η επίδικη σύμβαση αναδοχής χρέους, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, "σύμφωνα με τα οποία δεν είναι δυνατόν κάποιος να αναλάβει την εξόφληση μη αναγνωρισμένου και μη απαιτητού χρέους αβασάνιστα και μάλιστα κατά τρόπο που απαλλάσσεται κάποιος από μία οφειλή, η οποία ουδέποτε απετέλεσε αντικείμενο δίκης, δεν έχει διαγνωσθεί και δεν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο και απαιτητό". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι τα ως άνω επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα δεν αποτελούν διδάγματα κοινής πείρας, αλλά απλά πραγματικά επιχειρήματα για στήριξη των απόψεών της.

VI. Ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 λόγος αναίρεσης συντρέχει, όταν υπάρχει παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, εφόσον ο κανόνας αυτός απετέλεσε την μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι "με το να προσδώσει στην παραχώρηση του δικαιώματος εγγραφής υποθήκης με την 224/1992 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου την έννοια της στερητικής αναδοχής χρέους, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1265, 1274, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 56 του Εισ.

Ν ΚΠολΔ, 1276, 1277, 1291, 1292, 1294 του ΑΚ., 29 και 41 Εισ. Ν. ΚΠολΔ, 993 παρ. 1 εδ. β', 706 και 724 ΚΠολΔ". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έγινε δεκτό, ότι η με δικαστική απόφαση παραχώρηση του ανωτέρω δικαιώματος εγγραφής προσημείωσης υποθήκης συνιστά στερητική αναδοχή χρέους, αλλά η αναφορά του Εφετείου στην εγγραφή προσημείωσης έγινε προς ενίσχυση της κρίσης του για την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, η οποία έλαβε χώρα όπως ρητά αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη, με προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, προς εξασφάλιση δε του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου προς είσπραξη του ποσού που η αναιρεσείουσα ανέλαβε να καταβάλει με την εν λόγω σύμβαση (αναδοχή χρέους), παρεσχέθη στη συνέχεια η συναίνεση της τελευταίας για την εγγραφή της προσημείωσης υποθήκης.

VII. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει, ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα.

Εξάλλου, για να είναι παραδεκτός ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. β ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν διέταξε αποδείξεις για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πρέπει ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται, δηλαδή το σφάλμα της απόφασης ως προς τη διατύπωση του θέματος απόδειξης, να προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, αφού δεν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί ενώπιόν του, ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε τέλος για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη (αρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις: α) ότι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με την ύπαρξη του επίδικου χρέους των 8.000.000 δραχμών (του πατέρα της προς τον αναιρεσίβλητο) χωρίς απόδειξη και β) χωρίς να διαταχθεί με την προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου απόδειξη για τα γενεσιουργά γεγονότα του εν λόγω χρέους.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ως προς την πρώτη αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, από τα οποία άντλησε την κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα στην απόφαση του και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά.

Ως προς τη δεύτερη αιτίαση, ο λόγος αναίρεσης προτείνεται απαραδέκτως, διότι, όπως προκύπτει από την από 22-8-2007 έφεση της αναιρεσείουσας, ο ανωτέρω ισχυρισμός για την ως άνω παράλειψη της προδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν προτάθηκε από αυτήν στο Εφετείο με λόγο της έφεσής της. VIII.

Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός στον οποίο εκείνος στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αριθ. 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη, ότι το Εφετείο, που την εξέδωσε, δεν έλαβε υπόψη του την ανεπίτρεπτη (κατ' αυτήν) μεταβολή της βάσης της ένδικης αγωγής στην οποία προέβη ο αναιρεσίβλητος με τις από 2-4-1998 προτάσεις του, που υπέβαλε στο πρωτόδικο δικαστήριο (κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης), καθώς και τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, που ο αναιρεσίβλητος προέβη με τις ίδιες προτάσεις.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, προεχόντως, απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά τα δύο μέρη του, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, στους οποίους αυτός (λόγος) στηρίζεται, προτάθηκαν από αυτήν νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με λόγο της έφεσης της ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Πέραν τούτου, ο λόγος αυτός είναι, σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την πιο πάνω από 22-8-2007 έφεση της αναιρεσείουσας, οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν προτάθηκαν από αυτήν στο Εφετείο με λόγο της έφεσης της.

ΙΧ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή, ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ ΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση της παραμόρφωσης: α) του περιεχομένου της 224/1992 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, γιατί δέχθηκε, "ότι η αναιρεσείουσα με το ... πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Ρόδου ..... είχε χορηγήσει στο δικηγόρο Ρόδου .....

την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να συνομολογήσει την αίτηση εγγραφής προσημείωσης υποθήκης, ενώ τέτοια πληρεξουσιότητα και μάλιστα ειδική για συνομολόγηση δεν προκύπτει από την ως άνω απόφαση" και β) του ... προσυμφώνου αγοραπωλησίας διαμερίσματος της συμβολαιογράφου Ρόδου....γιατί δέχθηκε, ότι το συμφωνηθέν τίμημα για την αγορά του διαμερίσματος έφθανε στο ποσό των 8.000.000 δραχμών, ενώ στο εν λόγω προσύμφωνο αναφέρεται ως συμφωνηθέν τίμημα το ποσό των 5.000.000 δραχμών.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ως προς τις δύο αιτιάσεις. Τούτο γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, τα συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό.

Κατά ταύτα, πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (αρθρ.176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.10.2010 αίτηση της Ε. συζ. Ν. - Ν. Χ. προς αναίρεσης των 209/2010 και 115/2007 αποφάσεων του Εφετείου Δωδεκανήσου και Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, αντιστοίχως.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ