Legislator Case Law & Legislation
1770/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on defamation and moral damage claims, upholding lower court's factual findings.

Case Number 1770/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding defamation and moral damages. The appellant argued that the lower court misapplied civil code provisions and abused legal rights, but the court found the appellate judgment well-reasoned and legally sound. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; Article 57, 58, 59, and 932 of the Civil Code: An appeal is admissible only if a substantive law rule was violated, and the lower court's decision lacks legal basis if its reasoning fails to sufficiently establish the facts necessary for the application of the relevant substantive law.

Keywords

AI generated
defamation moral damage appeal admissibility legal reasoning abuse of right legal costs substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 57 of the Civil Code
Article 58 of the Civil Code
Article 59 of the Civil Code
Article 932 of the Civil Code
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 36/1988
AP 1/1999
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1770 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1770 /2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, και Χαραλαμπία Σίμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ι., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μπιλίση.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Ι. Τ. και 2 Λ. Σ. του Δ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ελευθέριο Παπαδημητρίου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 220/2009 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 2-12-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Χαραλαμπία Σίμου, ανέγνωσε την από 21-12-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Αργύριου Σταυράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα (Ολομ. ΑΠ 36/1988). Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας αυτής ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολομ.

ΑΠ 1/1999). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 του Α.Κ., στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.

Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, εξ άλλου και η τιμή κάθε ανθρώπου, η οποία αντικατοπτρίζεται, στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι' αυτόν. Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι: Η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ' ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας.

Έτσι η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη όπως από συκοφαντική δυσφήμιση (363 ΠΚ) για τη στοιχειοθέτηση της οποίας, εκτός άλλων, απαιτείται άμεσος δόλος συνιστάμενος στην ηθελημένη ενέργεια του ισχυρισμού, ενώπιον τρίτου, γεγονότος εν γνώσει του δράστη ότι τούτο είναι δυνατό να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και είναι ψευδές.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, που την εξέδωσε δέχτηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες σύζυγοι..... μόνιμοι υπάλληλοι της ΔΕΗ, συγγενείς από πατρική γραμμή της ενάγουσας με τον εναγόμενο κατοικούν στην Άρτα σε ιδιόκτητη οικία παραπλεύρως της οικίας του εναγομένου.

Λόγω διαφορών ως προς τα οικόπεδά τους, έχει ανακύψει από ετών έντονη διαμάχη μεταξύ της οικογένειας του εναγομένου και της πατρικής οικογένειας της ενάγουσας, στην οποία διαμάχη δεν είναι αμέτοχο και το ζεύγος των εναγόντων. Στα πλαίσια της ανωτέρω διαμάχης, ο εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα των εναγόντων ως υπαλλήλων της ΔΕΗ και τον πειθαρχικό έλεγχο, στον οποίο αυτοί, εξαιτίας της εν λόγω ιδιότητας τους, υπόκεινται, υπέβαλε στη Διοίκηση της παραπάνω Εταιρείας στην Αθήνα, σε βάρος των εναγόντων, την από 26-8-2001 αναφορά του, η οποία περιήλθε στη ΔΕΗ στις 3-9-2001 και στην οποία ανέφερε για τους ενάγοντες και κατήγγειλε σε βάρος, αυτών τα εξής; "Αναφορά Καταγγελία κατά των 1) Σ.

Λ. 2) Τ. Ι., κατοίκων ... υπαλλήλων της ΔΕΗ, υπηρετούντων εις την ΔΕΗ …Λαμβάνω την τιμήν να αναφέρω τα κάτωθι: Το ανωτέρω ζεύγος, έτυχε η κακή μοίρα μας να διαμένει εγγύς της οικίας μου. Πέραν των δικαστικών διαμαχιών που ξεπερνά σήμερον τα τρία έτη, και τούτο διότι η πλεονεξία τους που ξεπερνά κάθε όριο ανθρώπινης λογικής διεκδικώντας παράνομα, άνευ ουδενός δικαιώματος εμπραγμάτου πράξεως ή συμβολαιογραφικού εγγράφου που οι δικαστικές αποφάσεις απέβησαν εις βάρος των, από αρκετού χρονικού διαστήματος αφού απέτυχαν τον στόχον τους, άρχισαν εις βάρος μου άλλον πόλεμον, χυδαιότατον εις βάρος μου και εις βάρος της συζύγου μου.

Ο νέος αυτός πόλεμος κύριε Διοικητά της ΔΕΗ είναι πόλεμος αισχρολογιών, ύβρεων που αναφέρονται και ύβρεων που δεν αναφέρονται στο Ελληνικό λεξιλόγιο και φράσεων και εκφράσεων που το στόμα το δικό μου δεν επιτρέπει την αναγραφή στην παρούσα αναφορά μου. Μέχρι χειροδικίας στην κυρία είσοδο του σπιτιού μου από τον Τ.

στης 27-02-2000. Ένα πράγμα σας αναφέρω ότι το εις βάρος μου λεξιλόγιο των ανωτέρω, μόνον στο περιβάλλον αλητών, ντεκέδικα και πορνεία ακούγεται και όχι από Δημόσιους υπαλλήλους. Βεβαίως ίσως μου συστήσετε να καταφύγω στη δικαιοσύνη για τα εις βάρος μου από αυτούς διαπραχθέντα αδικήματα. Σας αναφέρω ότι τούτο έγινε και εκκρεμεί εις βάρος των ποινική δίκη.

Όμως επειδή γνωρίζω πολύ καλώς ότι η τοιαύτη ανάρμοστη χυδαία συμπεριφορά μόνο σε ανθρώπους του υποκόσμου υφίσταται και ουχί σε Δημόσιους λειτουργούς, παρακαλώ όπως λάβετε τα αναγκαία πειθαρχικά μέτρα, ή τέλος πάντων να συστηθεί σε αυτούς να διαμορφώσουν την ανήκεστη και ανάρμοστη εις βάρος μου συμπεριφορά".

Την αναφορά αυτή ο εναγόμενος κοινοποίησε και στα Υπουργεία Εσωτερικών και Ανάπτυξης, με την παράκληση "όπως λάβουν γνώση και επιβάλλουν τις δέουσες κυρώσεις... Της αναφοράς αυτής του εναγομένου και των όσων παραπάνω απέδιδε μ' αυτή στους ενάγοντες έλαβαν γνώση ο Διοικητής της ΔΕΗ και τα άλλα υψηλόβαθμα στελέχη της εν λόγω Εταιρείας, στα οποία διαβιβάστηκε για να ενεργήσουν τα νόμιμα, προκειμένου να διαπιστωθεί η αλήθεια των όσων αποδίδονταν μ' αυτή στους ενάγοντες, οι υπόλοιποι υπάλληλοι της ΔΕΗ, οι οποίοι παρέλαβαν, προώθησαν και ασχολήθηκαν με την εν λόγω αναφορά, το εργασιακό περιβάλλον των εναγόντων στην πόλη της Άρτας, καθώς επίσης και οι υπάλληλοι των Υπουργείων Εσωτερικών και Ανάπτυξης, στα οποία ο εναγόμενος, σύμφωνα με τα παραπάνω, κοινοποίησε την αναφορά του αυτή.

Περαιτέρω, το περιεχόμενο της εν λόγω αναφορά είναι ψευδές...Εξάλλου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα όσα ανωτέρω ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος για τους ενάγοντες...ήταν ικανά να βλάψουν και, πράγματι, έβλαψαν στη συγκεκριμένη περίπτωση την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, δηλαδή την εκτίμηση τους από μέρους των τρίτων ως ηθικών και κοινωνικών προσωπικοτήτων.

Διότι ...ο εναγόμενος απέδωσε και διατύπωσε γι' αυτούς τις ανωτέρω ιδιότητες, δραστηριότητες και ενέργειες, οι οποίες είναι μειωτικές και προσβλητικές για τα πρόσωπα τους και την ιδιότητα τους ως υπαλλήλων του ανωτέρω Οργανισμού και οι οποίες, επειδή συνιστούν ανήθικες πράξεις, ενέχουν, κατά την κοινή αντίληψη, διαμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής τους αξίας ως ατόμων, μελών του κοινωνικού συνόλου και υπαλλήλων ...Ο εναγόμενος γνώριζε, ότι τα όσα παραπάνω ισχυρίστηκε και διέδωσε για τους ενάγοντες ήταν ικανά και πρόσφορα, να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτών, με την έννοια που προεκτέθηκε, αφού, ενόψει της ανωτέρω φύσης τους, οποιοδήποτε πρόσωπο ήταν σε θέση να αντιληφθεί τούτο.

Επίσης, ο εναγόμενος...σκόπευε ειδικά να προσβάλει την τιμή των τελευταίων, καθόσον ως προς μεν την ενάγουσα τα όσα κατά τα παραπάνω απέδωσε σ' αυτή ήταν ψευδή και, συνεπώς, δεν συνέτρεχε λόγος πειθαρχικού ελέγχου αυτής, ενώ, ως προς τον ενάγοντα, ο ανωτέρω τρόπος δεν ήταν, πράγματι, αναγκαίος, για να αποδοθεί όπως έπρεπε αντικειμενικά η σκέψη του και να πραγματοποιηθεί ο παραπάνω σκοπός του και, ενώ γνώριζε αυτά, κατέφυγε στον τρόπο τούτο, για να προσβάλει την τιμή των εναγόντων...

Επίσης, ενόψει των συνθηκών τέλεσης της ένδικης αδικοπραξίας, όπως αυτές εκτέθηκαν ειδικότερα, παραπάνω, του ότι η εν λόγω αδικοπραξία έλαβε χώρα με αφορμή και κατά την εκτέλεση των ανωτέρω υπαλληλικών καθηκόντων των εναγόντων, των χαρακτηρισμών και των ιδιοτήτων, οι οποίες τους αποδόθηκαν, της απαξίας αυτών, του προσβλητικού και ανήθικου χαρακτήρα τους για τους ίδιους, του ότι της ανωτέρω αναφοράς και, συνεπώς και των όσων αποδίδονται μ' αυτή στους ενάγοντες έλαβαν γνώση τα πρόσωπα που προαναφέρθηκαν του εργασιακού κυρίως χώρου των εναγόντων, προϊστάμενοι, ως επί το πλείστον και συνάδελφοι αυτών, των επιπτώσεων της αναφοράς αυτής στο επαγγελματικό μέλλον τους και του είδους, της φύσης, της σπουδαιότητας, της βαρύτητας και της απαξίας των χαρακτηρισμών και των ιδιοτήτων, οι οποίες με την αναφορά αυτή τους αποδόθηκαν, οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη από την παραπάνω αναφορά και το περιεχόμενο της, για την ικανοποίηση της οποίας, ενόψει των στοιχείων, τα οποία προαναφέρθηκαν, όπως και των συνθηκών τέλεσης της εν λόγω αδικοπραξίας, της βαρύτητας του πταίσματος του εναγομένου, του είδους της προσβολής, την οποία υπέστησαν οι ενάγοντες και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, οι οποίοι, πλην των όσων προαναφέρθηκαν γι' αυτούς, είναι ηλικίας μέχρι 40 ετών οι ενάγοντες και 75 περίπου ετών ο εναγόμενος και του ότι ο τελευταίος είναι συνταξιούχος υπάλληλος του Δημοσίου, ενώ έχει καταδικαστεί με την 3230/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών σε φυλάκιση επτά (7) μηνών για κάθε μία από τις αξιόποινες πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της συκοφαντικής δυσφήμησης, που διέπραξε σε βάρος των εναγόντων με την παραπάνω αναφορά του απαιτείται το εύλογο ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για τον κάθε ενάγοντα.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δέχτηκε, ότι αποδείχτηκαν τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και ότι από το περιεχόμενο της ανωτέρω αναφοράς του εναγομένου προσβλήθηκε η τιμή και η υπόληψη των εναγόντων και, στη συνέχεια, κάνοντας μερικά δεκτή την παραπάνω αγωγή αυτών, αναγνώρισε, ότι, για την ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης από την προσβολή αυτή, απαιτείται το ποσό των 6.000 ευρώ για τον καθένα τους, αντί του ποσού των 299,956 ευρώ, που ζητούσαν, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, Γι' αυτό οι λόγοι της δεύτερης έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι".

To Εφετείο με το να απορρίψει, με τις παραπάνω κρίσεις του, τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της πρωτόδικης απόφασης που έκρινε όμοια, και με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή που είχαν ασκήσει οι αναιρεσίβλητοι για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 57, 58, 59 και 932 του ΑΚ, που επικαλείται ο αναιρεσείων, η προσβαλλόμενη δε απόφαση έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, καθόσον διαλαμβάνονται σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερομένων πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και δη για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως που τέλεσε ο αναιρεσείων εις βάρος των αναιρεσιβλήτων και την εκ τούτου προσβολή της προσωπικότητας αυτών, συνεπεία της οποίας έκρινε, κατ' ελεύθερη εκτίμηση με βάση τα υποβληθέντα υπό την κρίση του πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, για την επέλευση της ηθικής βλάβης στους τελευταίους.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, από το άρθρο 550 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

2.Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, ο αναιρεσείων επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο ψευδή ερμηνεία και εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ με το να απορρίψει κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό - λόγο έφεσής του περί καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, η οποία (καταχρηστική άσκηση) προκύπτει κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος από τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό έγγραφα, με την περαιτέρω αναφορά στο αναιρετήριο ότι: "Αν οι πράξεις άσκησης του δικαιώματος που έγιναν δεκτές από το δικαστήριο συνιστούν υπέρβαση και μάλιστα προφανή των διαγραφομένων από την ΑΚ 281 αντικειμενικών κριτηρίων ή όχι, αποτελεί ζήτημα νομικό και συνακόλουθα υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο".

Ο λόγος αυτός καθόσον μεν αφορά την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (απόδειξη αναφερομένων περιστατικών), είναι απαράδεκτος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αναφερόμενος στην ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί πραγμάτων, κατά τα λοιπά δε είναι αόριστος εφόσον δεν αναφέρονται τα προσδιοριστικά για την θεμελίωση αυτού στοιχεία και ειδικότερα δεν εκτίθεται σαφώς σε τι συνίσταται το σφάλμα του δικαστηρίου ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της εν λόγω ουσιαστικής διατάξεως.

Κατόπιν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-12-2009 αίτηση, του Α. Κ., για αναίρεση της 220/2009 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις5 Ιουνίου 2013

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Σεπτεμβρίου 2013

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ