Legislator Case Law & Legislation
1770/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing irrelevant and unsupported arguments regarding evidence evaluation.

Case Number 1770/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Patras Court of Appeal's decision. The appellants argued that the lower court erred in evaluating evidence and signatures, but the court found these grounds procedurally irrelevant and factually unsupported. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(11), 559(12) of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if it concerns a subsidiary ground already decided, and an appeal based on evidence evaluation is unfounded if the court freely assessed evidence as permitted by law.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal subsidiary ground free evaluation of evidence procedural irrelevance legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1770 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1770/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: Π. χήρας Γ. Ν., κατοίκου ... και 2. Ι. Ν. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μάντεση-Θανάσουλα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεωργίου Πήτα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10.5.1995 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Γ. Ν., (ο οποίος απεβίωσε) την δίκη του οποίου συνέχισαν οι νόμιμοι κληρονόμοι αυτού και ήδη αναιρεσείοντες, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αγρινίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/1996 μη οριστική, 195/2000 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 616/2002 του Εφετείου Πατρών. Κατά της ως άνω Εφετειακής αποφάσεως ασκήθηκε η από 25.6.2002 αίτηση αναιρέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η 1386/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανήρεσε την 616/2002 απόφαση του Εφετείου Πατρών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο. Το δικαστήριο αυτό εξέδωσε την 639/2006 μη οριστική απόφασή του και 751/2008 οριστική του (Εφετείο Πατρών). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9 Νοεμβρίου 2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 10 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, η κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς την κρίση της και με την αναίρεση δεν πλήσσεται καθόλου ή δεν πλήσσεται επιτυχώς η μία από τις αιτιολογίες αυτές, ο λόγος αναιρέσεως, που αφορά άλλη αιτιολογία, απορρίπτεται ως αλυσιτελής. Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής διότι οι δι αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν την επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού του αρχικού ενάγοντος ότι οι δύο υπογραφές στην από 26 Ιουλίου 1985 "ΔΗΛΩΣΗ ΚΑΙ ΕΝΤΟΛΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΔΡΧ.7900.000" δεν ήταν δικές του αλλά πλαστογραφήθηκαν σύμφωνα με την οποία το Εφετείο δέχθηκε ότι σε κάθε περίπτωση οι υπογραφές και στο έντυπο αυτό τέθηκαν από υπάλληλο της εναγομένης Τράπεζας που απολάμβανε της σχετικής εμπιστοσύνης με τη συγκατάθεση και την έγκριση του ενάγοντος πιστούχου, η ίδια δε απόφαση περιέχει και κύρια αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς την σχετική απορριπτική διάταξη σύμφωνα με την οποία δέχθηκε το Εφετείο ότι οι υπογραφές στο ίδιο έντυπο έχουν τεθεί από τον ίδιο τον ενάγοντα που είχε το συμφέρον να ενεργοποιηθεί και η δεύτερη πιστωτική σύμβαση (1030/26-7-1985) και η οποία κύρια αυτή αιτιολογία δεν πλήττεται επιτυχώς με την αναίρεση.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ., αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν έχει αντιφατικές αιτιολογίες, γιατί στην περίπτωση αυτή, λόγω της αντίφασης των αιτιολογιών, δεν προκύπτει ποία πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας για να στηρίξει το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του και συνεπώς δεν μπορεί να κριθεί αν ορθά εφαρμόσθηκε ο νόμος.

Αν όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχουν κύρια και επικουρική αιτιολογία και αντιφάσκουν μεταξύ τους, δεν δημιουργείται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, γιατί το διατακτικό στηρίζεται όχι και στις δύο αυτές αιτιολογίες, συγχρόνως, αλλά μόνο στη μια απ`αυτές, δηλαδή προεχόντως στην κύρια αιτιολογία και επιβοηθητικώς στην επικουρική.

Συνεπώς ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερό του σκέλος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση για το αμέσως προεκτεθέν ζήτημα της πλαστογράφησης των υπογραφών του ενάγοντος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι ειδικότερα περιέχει τις ανωτέρω αντιφατικές αιτιολογίες, είναι αβάσιμος διότι η δεύτερη αιτιολογία όπως προεκτέθηκε είναι επικουρική και η απόφαση στηρίζεται προεχόντως στην ως άνω κύρια αιτιολογία και επιβοηθητικώς στην επικουρική.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτός των αναφερομένων σε αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Εξετέρου κατά το άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υποθέσεως ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.

Στα πλαίσια της διατάξεως αυτής το δικαστήριο, αξιοποιώντας και τη δυνατότητα που του παρέχει η διάταξη του άρθρου 245 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, μπορεί να διατάξει οτιδήποτε θα ήταν πρόσφορο να συντελέσει στη διάγνωση της διαφοράς και ιδιαίτερα την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων ή των νομίμων αντιπροσώπων τους στο ακροατήριο για την υποβολή ερωτήσεων και την παροχή διασαφήσεων σχετικά με την υπόθεση.

Η αυτοπρόσωπη δε εμφάνιση των διαδίκων δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ., όπως, αντίθετα, η εξέταση των διαδίκων, η οποία και αναφέρεται ρητώς στην εν λόγω διάταξη. Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ.14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί να παράσχει στο ακροατήριο τις διευκρινήσεις που είχαν διαταχθεί με την 1386/2004 μη οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου από πλευράς της εναγομένης ο ασκών καθήκοντα διευθυντή του υποκαταστήματός της στο Αγρίνιο, Ε.

Π. αντί του νομίμου εκπροσώπου αυτής του οποίου η αυτοπρόσωπη εμφάνιση για το σκοπό αυτό είχε διαταχθεί με την προαναφερθείσα απόφαση ,παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αυτοπρόσωπη εμφάνιση αυτού στο ακροατήριο και άκυρη την εξέτασή του παρά την σχετική πρόταση εκ μέρους των αναιρεσειόντων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον η εμφάνιση στο ακροατήριο του ως άνω προσώπου και η παροχή από αυτόν των διευκρινήσεων που διατάχθηκαν για λογαριασμό της εναγομένης, που δεν συνιστά αποδεικτικό μέσο ,δεν δημιουργεί κατά νόμο απαράδεκτο αλλά ούτε και ακυρότητα χωρίς μάλιστα την συνδρομή του στοιχείου της βλάβης (άρθρο 159 Κ.Πολ.Δ.) την οποία (βλάβη) και δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες στο Εφετείο.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.11 εδ.γ` ΚΠολΔικ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση. Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ.11 περ.γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος διότι από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα εν γένει τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενο αυτής προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του και το φωτοτυπικό αντίγραφο της υπό τον τίτλο "Προϊόν 2009" καρτέλλας της εναγομένης τράπεζας καθώς και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Λ. Ν. και Π. Ν. ενώπιον του Μονομελούς και του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου που περιέχονται στα υπ' 200/2000 και 455/2001 πρακτικά των Δικαστηρίων αυτών αντίστοιχα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι αναιρεσείοντες.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία.

Από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο συνεκτίμησε ελεύθερα όπως είχε δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ.) μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και την υπ' αριθ. 455/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αγρινίου για την οποία περαιτέρω κατά τη σχετική αξιολόγηση έκρινε ότι η διαλαμβανόμενη σ' αυτή αθωωτική κρίση είναι εσφαλμένη και ως εκ τούτου στερείται οποιασδήποτε αποδεικτικής αξίας.

Κατ' ακολουθίαν το Εφετείο μη προσδίδοντας αποδεικτική αξία στην ανωτέρω ποινική απόφαση η οποία δεν έχει κατά νόμο δεσμευτική αποδεικτική δύναμη δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.12 του Κ.Πολ.Δ. γι αυτό και ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τη διάταξη αυτή με τον οποίο υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμος.

Συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (αρθρ.183, 176 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Νοεμβρίου 2008 αίτηση των: 1) Π. χήρας Γ. Ν., και 2) Ι. Ν. του Γ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 751/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ