Legislator Case Law & Legislation
1770/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of tort claim against drug organization.

Case Number 1770/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by the National Narcotics Organization against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment. The appellant sought to overturn the lower court's decision based on errors in fact-finding and legal application regarding a tort claim. The court ruled that the appellate court correctly applied the law and that the appellant's arguments regarding the employee's authority and internal regulations were inadmissible or irrelevant to the tort liability established.

Legislator headnote

AI generated

Articles 216§1α of the Code of Civil Procedure and 914A of the Civil Code; Article 922 of the Civil Code: An appeal against a judgment in a tort action is inadmissible if the appellate court did not err in interpreting or applying the law, and arguments challenging the factual findings or the authority of the defendant's representative are procedurally barred.

Keywords

AI generated
tort liability supreme court appeal appellate review employee authority procedural inadmissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 216§1α of the Code of Civil Procedure
Article 914A of the Civil Code
Article 922 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1770 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1770/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ (Ο.ΚΑ.ΝΑ)" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Παναγόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σολομάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10071/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 2074/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 24-10-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 29-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216§1α ΚΠολΔ και 914ΑΚ, προκύπτει: α) ότι τα στοιχεία της αγωγής, με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας είναι: η ζημία του ενάγοντος, η ζημιογόνος συμπεριφορά του δράστη, δηλαδή πράξη ή παράλειψη αυτού παράνομη και υπαίτια, και ο αιτιώδης σύνδεσμός της με τη ζημία·και β) ότι η έκθεση των περιστατικών που εξειδικεύουν τα στοιχεία της αδικοπραξίας και καθιστούν ορισμένη την εξ αυτής αγωγής πρέπει (και αρκεί) να ανταποκρίνεται στο αίτημα του συγκεκριμένου προσδιορισμού της ασκουμένης αξιώσεως. Περαιτέρω, από το άρθρο 922 ΑΚ συνάγεται, ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς υπαιτίως σε τρίτον, όχι μόνο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσης σε αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που του ανατέθηκε υπάρχει εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια, ότι η συμπεριφορά αυτή δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος Ψ1 ζητούσε, με την από 22-12-2003 αγωγή του, να του επιδικασθεί αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εξ 61.275,90 ευρώ συνολικώς, επειδή το εναγόμενο (και μη διάδικο στην παρούσα διαδικασία) φυσικό πρόσωπο, που είχε προστηθεί στην υπηρεσία του από το συνεναγόμενο και αναιρεσείον νομικό πρόσωπο, διέπραξε εις βάρος αυτού το ιστορούμενο στο δικόγραφο αδίκημα.

Τα διαλαμβανόμενα δε στο αγωγικό δικόγραφο και αναλυτικώς κατωτέρω στην παρούσα απόφαση αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων και, άρα είναι επαρκή για την νομική στήριξη του αιτήματος. Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο τέταρτος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ), με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ως αποδεδειγμένα τα ακόλουθα: "Η μη διάδικος στην παρούσα δίκη Υ1, προσέφερε τις υπηρεσίες της ως μόνιμη διοικητική υπάλληλος στο εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός κατά των ναρκωτικών (ΟΚΑΝΑ)" από το έτος 1997 και ειδικότερα, στο ευρισκόμενο στη ....Εξειδικευμένο Κέντρο Επαγγελματικής και Κοινωνικής ένταξης.

Υπό την ιδιότητά της αυτή στις 21-10-2003 ήλθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον ενάγοντα, ο οποίος διατηρεί στη ....επιχείρηση εμπορίας ηλεκτρονικών υπολογιστών, κατά τη διάρκεια της οποίας του παράστησε εν γνώσει ψευδώς, ότι δήθεν είναι υπεύθυνη του τμήματος πληροφορικής του ανωτέρω Κέντρου και ότι δήθεν το εναγόμενο νομικό πρόσωπο προτίθεται να αγοράσει εικοσιτέσσερις (24) φορητούς υπολογιστές, οι οποίοι θα χρησιμοποιούνταν για την κάλυψη των αναγκών λειτουργίας του εν λόγω κέντρου επαγγελματικής και Κοινωνικής Ένταξης.

Ζήτησε δε, ως δήθεν εκπρόσωπος του εναγομένου, να προμηθευτεί για λογαριασμό του απ' αυτόν τους άνω υπολογιστές. Την επόμενη ημέρα (22-10-2003),ο ενάγων επισκέφθηκε την ανωτέρω Υ1 στα γραφεία του εναγομένου, που βρίσκονται στη ....επί της οδού ....και στα οποία αυτή εργαζόταν. Εκεί, η τελευταία παρέδωσε στον ενάγοντα κατάλογο, με τους τύπους υπολογιστών που για λογαριασμό δήθεν του εναγομένου επιθυμούσε να προμηθευτεί και απαίτησε απ' αυτόν, να της προσκομίσει έγγραφη προσφορά, για τον τύπο και την αξία κάθε υπολογιστή.

Μετά την άνω επίσκεψη του ενάγοντος, κάνοντας χρήση υπολογιστή του πιο πάνω Κέντρου του εναγομένου, απέστειλε στον τελευταίο μήνυμα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με το οποίο του έκανε γνωστό, ότι για κάθε θέμα που θα προέκυπτε σχετικά με την προμήθεια των υπολογιστών, θα μπορούσε να επικοινωνεί μαζί της στην ίδια ηλεκτρονική διεύθυνση.

Ο ενάγων στις 23-10-2003 απέστειλε στην παραπάνω ηλεκτρονική διεύθυνση την έγγραφη προσφορά που του ζητήθηκε, όταν δε η άνω Υ1 την παρέλαβε στο χώρο εργασίας της, για να φανεί περισσότερο πειστική περί του ότι δήθεν ενεργεί ως εκπρόσωπος και για λογαριασμό του εναγομένου νομικού προσώπου, δεν έκανε αυτή αμέσως αποδεκτή, αλλά ζήτησε διευκρινίσεις για ένα συγκεκριμένο τύπο υπολογιστή και προέβη σε διαπραγματεύσεις σχετικά με την έκπτωση επί των τιμών που θα μπορούσε να επιτευχθεί.

Αφού δόθηκαν και οι τελευταίες διευκρινίσεις, ο ενάγων πείσθηκε στις διαβεβαιώσεις της άνω Υ1, ότι δήθεν ενεργεί ως εκπρόσωπος και για λογαριασμό του εναγομένου και συμφώνησε να πωλήσει σ' αυτό και να παραδώσει στην ανωτέρω υπάλληλό του για λογαριασμό του, τους πιο πάνω εικοσιτέσσερις (24) υπολογιστές, αντί συμφωνηθέντος συνολικού τιμήματος 51.276,90 ευρώ.

Η Υ1 στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας δικό της μεταφορικό μέσο και βοηθούμενη από τρίτο, άγνωστο άτομο, άρχισε περί την 25-20-2003 να παραλαμβάνει από το κατάστημα του ενάγοντος τους επίδικους υπολογιστές, η εν λόγω δε παραλαβή ολοκληρώθηκε στις 10-11-2003. Για την ανωτέρω συναλλαγή ο ενάγων εξέδωσε τα προσκομιζόμενα με επίκληση ....

και .... τιμολόγια πώλησης, με (φερόμενο) αγοραστή το εναγόμενο νομικό πρόσωπο, συνολικής αξίας 51.276,90 ευρώ, επί πιστώσει. Λόγω του ότι η εξόφλησή τους αργούσε, ο ενάγων επισκέφθηκε την Υ1 στο χώρο εργασίας της, ήτοι στα γραφεία του εναγομένου στη ....απαιτώντας την εξόφληση του χρέους προς αυτόν. Η τελευταία τον διαβεβαίωσε, ότι σε σύντομο χρόνο το χρέος αυτό θα εξοφληθεί, ενώ λίγες μέρες αργότερα ο ενάγων έλαβε στο κατάστημά του με τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, το αριθμ. ....

έγγραφο, το οποίο έφερε τα στοιχεία "Εξειδικευμένο Κέντρο Επαγγελματικής και Κοινωνικής Ένταξης", ευδιάκριτη τετράγωνη σφραγίδα με τα ίδια στοιχεία, υπογραφή και το ονοματεπώνυμο ...., ως υπευθύνου του εν λόγω Κέντρου στη ..... Με το έγγραφο αυτό γινόταν γνωστό στον ενάγοντα, ότι μέρος του άνω συμφωνηθέντος τιμήματος από 8.040 ευρώ, θα εξοφληθεί την 24-11-2003, με την εξόφληση ισόποσης τραπεζικής επιταγής.

Αργότερα ο ενάγων, κατόπιν σχετικής τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε με την προϊσταμένη του "Εξειδικευμένου Κέντρου Επαγγελματικής και Κοινωνικής Ένταξης" του εναγομένου στη ...., διαπίστωσε την αλήθεια, ότι δηλαδή η υπάλληλος του τελευταίου Υ1, εν αγνοία των νομίμων εκπροσώπων του και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας της, με πρόθεση, του παρέστησε εν γνώσει ψευδώς, ότι δήθεν ενεργεί στην ένδικη συναλλαγή ως εκπρόσωπος και για λογαριασμό αυτού (εναγομένου) και έτσι πέτυχε, να της παραδώσει τους ανωτέρω υπολογιστές, με σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος με την ενσωμάτωση των υπολογιστών στην περιουσία της, όπως και πράγματι έγινε.

Αποτέλεσμα της όλης απατηλής και εντεύθεν αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της άνω υπαλλήλου του εναγόμενου ήταν, να υποστεί ο ενάγων ζημία ύψους 51.276,90 ευρώ, όση δηλαδή η αξία των παραδοθέντων ηλεκτρονικών υπολογιστών. Την πιο πάνω αδικοπραξία τέλεσε η Υ1 κατά κατάχρηση της υπηρεσία της, ήτοι καθ' υπέρβαση των ορίων των καθηκόντων της ως διοικητικού υπαλλήλου, που της είχαν ανατεθεί από τους νόμιμους εκπροσώπους του εναγομένου, το οποίο την είχε προστήσει στην υπηρεσία του και κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών των τελευταίων, περί προμηθείας υλικού αξίας άνω των 45.000 ευρώ έπειτα από διενέργεια δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού σύμφωνα με την αριθμ.

πρωτοκόλλου .... εγκύκλιο του Γενικού Διευθυντή του εναγομένου .... . Υφίσταται όμως εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια, ότι η ανωτέρω άδικη πράξη δεν μπορούσε να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, εφόσον όπως έχει εκτεθεί, η άνω υπάλληλος του εναγομένου Υ1, κατά τη διάπραξή της χρησιμοποίησε το χώρο εργασίας της, τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, τη συσκευή αποστολής τηλεομοιοτυπικών μηνυμάτων και τα έντυπα του εναγομένου, που της είχαν διατεθεί από το τελευταίο για την εκτέλεση των υπηρεσιακών της καθηκόντων.

Εξάλλου, ο ενάγων, ούτε γνώριζε, ούτε όφειλε να γνωρίζει, ότι για την εγκυρότητα της προμήθειας των επίδικων υπολογιστών, έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία διενέργειας δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού, σύμφωνα με την προεκτεθείσα εγκύκλιο, την ύπαρξη και το περιεχόμενο της οποίας, ως μη υποκείμενης σε διατυπώσεις δημοσίευσης, ήταν δύσκολο να γνωρίζει ο ενάγων.

Άλλωστε, τα μέσα που η ανωτέρω υπάλληλος χρησιμοποίησε για τη διάπραξη της άνω αδικοπραξίας, (εργασιακός χώρος, συσκευή αποστολής τηλεομοιοτυπικών μηνυμάτων, ηλεκτρονικού υπολογιστή, έντυπα του εναγομένου) ήταν ικανά για να δημιουργήσουν στον ενάγοντα την πεποίθηση, ότι η τελευταία πράγματι ενεργεί ως εκπρόσωπος και για λογαριασμό του εναγομένου.

Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι η άνω Υ1 αναγνώρισε με το από 20-11-2003 "ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους" που κατάρτισε με τον ενάγοντα, ότι η ένδικη προμήθεια των εικοσιτεσσάρων υπολογιστών έγινε από την ίδια ατομικά, εν αγνοία των νομικών προσώπων του εναγόμενου νομικού προσώπου και ότι οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 51.276,90 ευρώ, όση δηλαδή η αξία των υπολογιστών, προς μεγαλύτερη δε εξασφάλιση αυτού για την εξόφληση του εν λόγω χρέους, αποδέχθηκε δύο συναλλαγματικές ποσών 25.000 και 26.276,90 ευρώ αντίστοιχα, έκδοσης του τελευταίου.

Συνεπώς, το εναγόμενο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου το οποίο είχε προστήσει στην υπηρεσία του την ανωτέρω υπάλληλο Υ1, ευθύνεται κατά το άρθρο 922 ΑΚ για τη ζημία που αυτή ως προστηθείσα προξένησε παράνομα στον ενάγοντα κατά την υπηρεσία της. Ο ισχυρισμός δε του εναγομένου, ότι δεν ενέχεται σε αποζημίωση, διότι η ανωτέρω παράνομη πράξη της υπαλλήλου του έγινε κατά παράβαση της προεκτεθείσας εγκυκλίου περί διενέργειας δημόσιου μειοδοτικού διαγωνισμού, που εκδόθηκε για χάρη του γενικού συμφέροντος, προβαλλόμενος για να αποτελέσει την από το άρθρο 105 Εισ.

ΑΚ ένσταση, αλυσιτελώς προβάλλεται, εφόσον η διάταξη αυτή αφορά μόνον το Ελληνικό Δημόσιο και τα Νομικά πρόσωπα Δημόσιου Δικαίου ενώ όπως έχει προεκτεθεί, το εναγόμενο αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου. Περαιτέρω, από τις ίδιες αποδείξεις αποδείχθηκε ότι, από την άνω άδικη πράξη της προστηθείσας από το εναγόμενο Υ1 ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη και πρέπει, να του επιδικασθεί για τη χρηματική του ικανοποίηση το ποσό των 3.000 ευρώ, το οποίο εν όψει του είδους και προσβολής του μεγέθους της βλάβης, της έλλειψης υπαιτιότητας του ενάγοντος, της περιουσίας της και κοινωνικής κατάστασης των μερών, κρίνεται εύλογο.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου, ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε κατά κατάχρηση δικαιώματος, αφενός μεν διότι ο ενάγων είναι αποκλειστικά υπαίτιος της προξενηθείσας σε βάρος του ζημίας και αφετέρου διότι με την κατάρτιση και υπογραφή του προεκτεθέντος από 28-11-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού ο ενάγων αποδέχθηκε, ότι οφειλέτης του είναι μόνον η υπάλληλός τουΥ1 προβαλλόμενος για να αποτελέσει την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, είναι μη νόμιμος κατά το πρώτο σκέλος του, καθόσον τα επικαλούμενα προς θεμελίωση του πραγματικά περιστατικά αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς της βάσης της αγωγής.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό αυτό κατά το δεύτερο σκέλος του, αν και νόμιμος (ΑΚ 281), είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος." Οι πραγματικές αυτές διαπιστώσεις του Εφετείου ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 914 και 922 ΑΚ και ειδικότερα στις προϋποθέσεις γεννήσεως της προς αποζημίωση αδικοπρακτικής ευθύνης, η οποία είναι υποκειμενική για την προστηθείσα ως άνω υπάλληλο και αντικειμενική για το προστήσαν αναιρεσείον.

Επομένως, το Εφετείο δεν παρεβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ανωτέρω διατάξεις και είναι αβάσιμος περί του αντιθέτου πρώτος (εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ) αναιρετικός λόγος. Εξάλλου, οι διαλαμβανόμενοι στον ίδιο λόγο ισχυρισμοί, σύμφωνα με τους οποίους δεν απεδείχθησαν ούτε οι επισκέψεις του αναιρεσιβλήτου στα γραφεία του αναιρεσείοντος, ούτε η παράδοση, εκ μέρους του πρώτου προς την υπάλληλο του τελευταίου, των πωληθέντων ηλεκτρονικών υπολογιστών, επιπλέον δε προέκυψε ότι ο αναιρεσίβλητος γνώριζε ότι η ως άνω υπάλληλος του αναιρεσείοντος δεν είχε εξουσία να το εκπροσωπεί στις συναλλαγές του με τρίτους, καθώς και ότι "η συναλλαγή γίνεται με την ίδια την υπάλληλο ατομικά", προβάλλονται απαραδέκτως ως πλήττοντες την εκφεύγουσα του αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο.

Περαιτέρω, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από τον αναιρεσείοντα (δια του τρίτου λόγου εφέσεως) ισχυρισμό (ένσταση) "περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως ως προς το...εναγόμενο νομικό πρόσωπο", είναι αβάσιμος, αφού, -όπως προκύπτει από το παραταθέν ανωτέρω μέρος της αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη (και απέρριψε) τον ρηθέντα ισχυρισμό.

Στον ίδιο αναιρετικό λόγο περιέχεται συναφώς και ο ακόλουθος (κατά λέξιν) ισχυρισμός : "Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος όφειλε να γνωρίζει ότι η εναγομένη, πρώην υπάλληλός μας, δεν είχε καμμία απολύτως αρμοδιότητα συναφή με την ως άνω κατάρτιση συμβάσεων προμηθειών και υπηρεσιών και συνεπώς, ουδόλως δέσμευε, με τις παράνομες ενέργειές της, το εναγόμενο νομικό πρόσωπο.

Η διαδικασία δε που ακολουθείται για την αγορά και προμήθεια του υλικού εξοπλισμού του ΟΚΑΝΑ δημοσιεύθηκε δια του Εσωτερικού Κανονισμού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο οποίος απέκτησε ισχύ νόμου του Κράτους και άγνοια, επομένως, αυτού δεν συγχωρείται". Ταύτα, όμως, με βάση τα προεκτεθέντα, προβάλλονται αλυσιτελώς, διότι η μεν αγωγή του αναιρεσιβλήτου έχει ως βάση το διαπραχθέν εις βάρος του αδίκημα και όχι συμβατική σχέση αυτού με το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο, η ευθύνη δε του τελευταίου ερείδεται στην υπ' αυτού πρόστηση του αδικοπραγήσαντος φυσικού προσώπου.

Τέλος, ο τρίτος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ) προβάλλεται απαραδέκτως, διότι το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψιν έγγραφο (εσωτερικός κανονισμός του αναιρεσείοντος, ήτοι υπουργική απόφαση δημοσιευθείσα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τεύχος Β') δεν αποτελεί αποδεικτικό μέσο (έγγραφο), αλλά περιέχει κανόνες ουσιαστικού δικαίου. Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-10-2007 αίτηση του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Κατά Των Ναρκωτικών (Ο.ΚΑ.ΝΑ)" για αναίρεση της 2074/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει στο αναιρεσείον την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ