Legislator Case Law & Legislation
1770/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort damages calculation and inadmissible counter-claim grounds.

Case Number 1770/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two cement and shipping companies against a lower court judgment regarding tort damages. The appellants argued that lost profits should be calculated based on the date of loss rather than the payment date to account for currency devaluation. The court held that Article 297 of the Civil Code requires damages to be measured in the national currency at the time the loss occurred, rendering the appellants' argument inadmissible. Additionally, the court rejected a second ground for appeal as it was created by the appellants' own procedural actions and did not concern public order.

Legislator headnote

AI generated

Art. 26, Art. 297 para. 1, Art. 281, Art. 562 para. 2 K.Pol.D.; Tort damages must be calculated in the national currency at the time of loss, and appeals based on procedural acts by the appellant are inadmissible unless they concern public order.

Keywords

AI generated
tort damages calculation currency devaluation lost profits national currency inadmissible appeal public order civil code

Cited Legislation

AI generated
Art. 26 of the Civil Code
Art. 297 para. 1 of the Civil Code
Art. 281 of the Civil Code
Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1770 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1770/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμος Γενική Εταιρεία Τσιμέντων Ηρακλής (ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ)" που εδρεύει στην Λυκόβρυση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη Ναυτιλική Εταιρεία Ηρακλής (ΑΝΕ Ηρακλής)", που εδρεύει στη Λυκοβρυση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσικρικά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, ατομικά και ως νομίμου κληρονόμου του Ψ, 2. Ψ2, ως νομίμου κληρονόμου του Ψ, 3. Ψ3, 4. Ψ4 και 5. Ψ5, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Αντωνόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23-7-1984 και 5-7-1984 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8564/1985, 6114/2000 μη οριστικές, 3550/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3968/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 28-9-2006 αίτησή τους και τους από 28-7-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 17-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ με το άρθρο 26 ΑΚ ορίζεται ότι "ενοχές από αδίκημα διέπονται από το δίκαιο της πολιτείας όπου διαπράχθηκε το αδίκημα". Συνεπώς η έννομη σχέση που δημιουργείται με τη διάπραξη αδικήματος στην Ελλάδα διέπεται από το Ελληνικό δίκαιο και άρα για τον υπολογισμό της ζημίας και την καταβολή της αποζημιώσεως εφαρμόζεται το άρθρο 297 εδ. α ΑΚ το οποίο ορίζει ότι ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα. Ως χρήμα στη διάταξη αυτή νοείται το εθνικό νόμισμα, δηλαδή η δραχμή έως την έναρξη ισχύος του Ν. 2842/2000 και μετά το ευρώ, με το νόμισμα δε αυτό πρέπει όχι μόνον να πληρωθεί η αποζημίωση αλλά και να μετρηθεί η θετική ή αποθετική ζημία του αδικηθέντα.

Συνεπώς, αν πριν από την έγερση της αγωγής αποκαταστάθηκε η βλάβη που προκλήθηκε στον ζημιωθέντα με δαπάνη αλλοδαπού νομίσματος ή επήλθε απώλεια κερδών σε αλλοδαπό νόμισμα, για τον υπολογισμό της ζημίας του αδικηθέντα και άρα για τον καθορισμό της οφειλομένης αυτόν αποζημιώσεως, θα ληφθεί υπόψη η αξία σε δραχμές ή ευρώ του αλλοδαπού νομίσματος κατά το χρόνο της δαπάνης ή της απώλειας των κερδών.

Ο τόπος στον οποίο έγινε η δαπάνη ή στον οποίο θα εισπράττονταν τα κέρδη, καθώς και η εθνικότητα του ζημιωθέντος δεν έχουν εν προκειμένω καμία έννομη επιρροή, αφού κατά νόμο δεν συνδέονται ούτε με το εφαρμοστέο δίκαιο ούτε με το νόμισμα υπολογισμού της ζημίας. Εξάλλου σε περίπτωση κατά την οποία ο ζημιωθείς αποκατέστησε τη ζημία του στην αλλοδαπή, δαπανώντας ξένο νόμισμα ή απώλεσε εκεί κέρδη σε ξένο νόμισμα, η τυχόν βλάβη του από την υποτίμηση της δραχμής έναντι του νομίσματος αυτού μέχρι να του καταβληθεί η αποζημίωση, αντισταθμίζεται από το δικαίωμα που έχει να ζητήσει με εξώδικη όχλησή του από τον υπόχρεο, ευθύς μόλις γίνει η δαπάνη ή επέλθει η απώλεια των κερδών την καταβολή του προβλεπόμενου από το Ελληνικό δίκαιο τόκου υπερημερίας, το ποσοστό του οποίου ο νομοθέτης προσδιορίζει, λαμβάνοντας υπόψη του πάντοτε και το ύψος του πληθωρισμού άρα και την υποτίμηση του εθνικού νομίσματος έναντι ξένων και σταθερών νομισμάτων, οι δε διατάξεις 6 παρ. 1 του Ν. 5422/1932 και 10 παρ. 4 του Ν. 469/1976, που ορίζουν αντιστοίχως, ότι επί χρηματικής οφειλής σε ξένο νόμισμα, πληρωτέας στην ημεδαπή, ο οφειλέτης υποχρεούνται να καταβάλει το οφειλούμενο ποσόν σε δραχμές βάσει της επίσημης ισοτιμίας του ξένου νομίσματος κατά τον χρόνο της πληρωμής και εάν το ζημιωθέν πρόσωπο είναι μόνιμος κάτοικος αλλοδαπής, επιτρέπεται η καταβολή του ασφαλίσματος στο νόμισμα της χώρας, όπου βρίσκεται η μόνιμη κατοικία του δικαιούχου, ρυθμίζουν διαφορετικά από τα υπό κρίση ζητήματα και συνεπώς δεν μπορούν να οδηγήσουν σε άλλη ερμηνευτική άποψη ως προς την έννοια της διάταξης του άρθρου 297 εδ. 9 Α.Κ.

Συγκεκριμένα οι άνω διατάξεις δεν αφορούν τις ενοχές από αδικοπραξία αλλά η μεν πρώτη διάταξη προϋποθέτει ότι υπάρχει έγκυρη συμβατική οφειλή σε ξένο νόμισμα και ρυθμίζει τον τρόπο εξόφλησής της στην Ελλάδα, η δε δεύτερη ορίζει το νόμισμα στο οποίο επιτρέπεται να καταβληθεί το ασφάλισμα και όχι το νόμισμα στο οποίο θα αποτιμηθεί η ζημία (Ολ.

ΑΠ 9/95, Ολ. ΑΠ 15-16/96 Ολ. ΑΠ 14/97). Τέλος, στο αίτημα προσδιορισμού σε δραχμές ήδη σε ευρώ, της αξίας του ποσού των αλλοδαπών νομισμάτων, με βάση τον χρόνο της πληρωμής περιλαμβάνεται ως "έλασσον" και το αίτημα του προσδιορισμού αυτού με βάση τον χρόνο διενέργεια της δαπάνης ή απώλειας του κέρδους (Ολ. ΑΠ 14/1997 ΑΠ 1535/01).

Εν προκειμένω το Εφετείο που δίκασε δέχθηκε ως νόμιμο και στη συνέχεια ως βάσιμο το υπό στοιχ. β κονδύλιο της αγωγής περί καταβολής του ποσού των 5.947.498 δολλαρίων ΗΠΑ ή το ισόποσο αυτών σε δραχμές για διαφυγόντα κέρδη και επιδίκασε το ποσόν αυτό με την ισοτιμία του σε δραχμές και ήδη σε ευρώ κατά τον χρόνο απώλειας των κερδών και όχι κατά το χρόνο πληρωμής τους, ως ζήτησαν οι ενάγοντες, αφού απέρριψε τον ισχυρισμόν τους ότι με την καταβολή των αξιουμένων διαφυγόντων κερδών κατά το χρόνο απώλειάς τους η απαίτησή τους από αυτά περιορίζεται λόγω υποτιμήσεως της δραχμής στο 1/6 περίπου της πραγματικής κάτι που προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, με την αιτιολογία ότι και αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός αυτός, η τυχόν βλάβη αυτών από την υποτίμηση της δραχμής έναντι του δολλαρίου ΗΠΑ, μπορούσε κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, να αντισταθμιστεί με εξώδικη όχλησή τους, προς τους υποχρέους εναγομένους ευθύς μόλις επήλθε η απώλεια των ανωτέρω κερδών, με την οποία θα τους επιδικάζετο ο οριζόμενος από το Ελληνικό δίκαιο τόκος υπερημερίας στον οποίο περιλαμβάνεται και η υποτίμηση της δραχμής έναντι των ξένων σταθερών νομισμάτων και ιδίως του δολλαρίου ΗΠΑ.

Συνεπώς το Εφετείο με όσα παραπάνω δέχθηκε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 297, εδαφ. α ΑΚ και καμία άλλη διάταξη νόμου δεν παραβίασε με το να υπολογίσει την τιμή των δολλαρίων ΗΠΑ βάσει ισοτιμίας δολλαρίου και δραχμής κατά το χρόνο απώλειας των κερδών. Πρέπει λοιπόν να απορριφθούν ως αβάσιμοι ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, ως και ο πρώτος πρόσθετος λόγος με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα και με τους οποίους ζητείται η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης βάσει του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από τις δικές του πράξεις ή από πράξεις προσώπου που ενεργούν στο όνομά του, εκτός αν πρόκειται για λόγους που αφορούν στη δημόσια τάξη.

Εν προκειμένω οι αναιρεσείουσες με το 2ο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση εκ του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι δηλαδή το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε τα β και γ κονδύλια της αγωγής ως αόριστα καίτοι ο περιορισμός του αιτήματος της αγωγής ως προς αυτά και εντεύθεν η προκύψασα αοριστία τους, έγινε από τις ενάγουσες - αναιρεσείουσες με την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών τους στο πρώτο βαθμό και όχι με τις προτάσεις τους κατ' άρθρο 223 ΚΠολΔ, περιορισμό τον οποίο δέχθηκε το Εφετείο ως νόμιμο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος γιατί δημιουργήθηκε από την ανωτέρω πράξη των εναγουσών - αναιρεσειουσών οι οποίες προέβησαν σε περιορισμό του αιτήματος της αγωγής με την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών τους, αντί να προβούν σε τέτοιο με τις προτάσεις τους, ο δε λόγος αυτός αναίρεσης δεν αφορά σε ζήτημα που ανάγεται στη δημόσια τάξη. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-9-06 αίτηση των ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ και ΑΝΕ ΗΡΑΚΛΗΣ για αναίρεση της υπ' αριθ. 3968/06 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ