Supreme Court dismisses appeal for failure to deny private document signature authenticity at trial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Crete's judgment regarding a debt dispute. The appellant failed to explicitly deny the authenticity of a specific signature on a private document during the first instance proceedings, which legally constitutes an admission of its validity. Consequently, the appellate court found the appeal arguments regarding procedural errors and contradictory evidence inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 457(2)-(3) C.P.D.; Art. 559(11a), (10), (19) C.P.D.: A party must immediately and explicitly deny the authenticity of a private document's signature at the time of its presentation; failure to do so results in deemed admission, and appeals based on alleged contradictions between documents or lack of proof are inadmissible when the court freely evaluated the evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1770 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1770/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Σταθουλόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης : ....., η οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Πετρωτό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-1-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκε η 368/1999 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο κατά τόπο και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2001 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου και 214/2003 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9 Δεκεμβρίου 2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 22 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 457 παρ.2 και 3 του Κ.Πολ.Δ., εκείνος κατά του οποίου προσάγεται ιδιωτικό έγγραφο οφείλει να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής, διαφορετικά το έγγραφο θεωρείται αναγνωρισμένο, με συνέπεια να θεωρείται ότι έχει διαπιστωθεί η γνησιότητα του περιεχομένου του, με την επιφύλαξη της προσβολής του ως πλαστού.
Εξ άλλου, η άρνηση (αμφισβήτηση) της γνησιότητας της υπογραφής ιδιωτικού εγγράφου πρέπει να γίνεται κατά την ίδια συνεδρίαση, κατά την οποία το έγγραφο προσάγεται, επιβάλλεται δε να είναι σαφής, ρητή και ειδική (Α.Π. 780/1994,Α.Π. 511/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, δέχθηκε ότι δεν αμφισβητήθηκε (από την αναιρεσείουσα) η γνησιότητα του από 18-12-1995 μεταξύ των διαδίκων υπογραφέντος ιδιωτικού εγγράφου.
Πράγματι, από την επισκόπηση των στο Εφετείο υποβληθεισών προτάσεων της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι αυτή, κατά της οποίας προσήχθη το άνω έγγραφο, όπως από την επισκόπηση των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων της αναιρεσίβλητης προκύπτει, δεν αμφισβήτησε (αρνήθηκε) σαφώς, ρητώς και ειδικώς τη γνησιότητα της στο άνω έγγραφο υπογραφής της, μη θεωρουμένης ως τοιαύτης της διαλαμβανόμενης στις άνω προτάσεις της μνείας "σε κανένα έγγραφο δεν αναφέρεται ο υπολογισμός τόκων ύψους 800.000 δραχμών".Επομένως, θεωρουμένου του άνω εγγράφου αναγνωρισμένου, ορθά λήφθηκε τούτο υπόψη από το Εφετείο, το οποίο, λαβόν υπόψη το έγγραφο αυτό ως αναγνωρισμένο και όχι κατά παραδοχή σχετικού περί μη αμφισβητήσεως της γνησιότητάς του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης, όπως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ.11α του Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια και ο αντίθετος πρώτος λόγος της αναιρέσεως, ως εκτιμάται, είναι αβάσιμος.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την ουσιαστική του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 575/1978).
Εν προκειμένω, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρος, την αναφερόμενη ένορκη ενώπιον Ειρηνοδίκη βεβαίωση και όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, σχημάτισε την ουσιαστική του κρίση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, το Εφετείο δεν δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και ειδικότερα δεν δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι για την εκ της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως πωλήσεως οφειλή της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη εκ δραχμών 1.700.000 εκδόθηκε συναλλαγματική και ο εκ του άρθρου 559 αρ.10 του Κ.,Πολ.Δ. αντίθετος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ως λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ,κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να αναφέρεται σε πραγματικά περιστατικά που αποτέλεσαν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αποφάσεως (Ολομ.Α.Π. 2/1997,Α.Π.542/2000).
Συνεπώς δεν ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως για αντιφατικές αιτιολογίες της αποφάσεως όταν προβάλλεται αντίφαση μεταξύ του περιεχομένου δύο προσαχθέντων με επίκληση από τους διαδίκους εγγράφων (αποδεικτικών μέσων), τα οποία εκτιμήθηκαν ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας (Κ.Πολ.Δ. 340) προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, με τον εκ του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. τρίτο (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλει ότι η προσβαλλομένη στήριξε την ουσιαστική της κρίση για το ύψος της εκ της αναφερόμενης συμβάσεως πωλήσεως οφειλής της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη στο 165/1994 τιμολόγιο και στο από 1-9-1994 συμφωνητικό, το περιεχόμενο των οποίων βρίσκεται σε μερική αντίφαση. Εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η επικαλούμενη ως άνω αντίφαση μεταξύ του περιεχομένου των ανωτέρω προσαχθέντων με επίκληση δύο εγγράφων, τα οποία εκτιμήθηκαν από το Εφετείο ελεύθερα προς σχηματισμό του αναφερόμενου στην προσβαλλομένη και σαφούς αποδεικτικού του πορίσματος ,δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως και ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-12-2003 αίτηση της .... για αναίρεση της 214/2003 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου,τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ