Legislator Case Law & Legislation
176/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on agency contract claim, ruling twenty-year statute of limitations applies over five-year limit.

Case Number 176/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision rejecting the respondent's claim for breach of agency contract. The respondent argued the claim was time-barred under a five-year limitation period, while the appellant contended the twenty-year limit applied because the claim was based on a contractual basis rather than tort. The court held that the twenty-year limitation period under Article 249 of the Civil Code governs this contractual dispute, rendering the appellant's five-year argument inapplicable and the appeal baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 249 and 250 of the Civil Code; The twenty-year limitation period applies to claims based on contractual obligations, excluding the five-year period reserved for tort-based claims.

Keywords

AI generated
statute of limitations agency contract Civil Code limitation period contractual basis tort claim appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 249 of the Civil Code
Article 250 paragraph 17 of the Civil Code
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 176 / 2026 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 176 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Μ. του Κ. , κατοίκου ... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Βασίλειο Γοργόλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ.

Της αναιρεσίβλητου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τη πληρεξούσια δικηγόρο Ευαγγελία Παναγιωτοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 09-08-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 30/2023 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 04-09-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης εταιρείας ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στις σύγχρονες εμπορικές συναλλαγές καθοριστικός είναι ο ρόλος των διαμεσολαβητικών υπηρεσιών, που προσφέρουν ανεξάρτητες επιχειρήσεις στον εντολέα τους ή ευρύτερα στο κοινό, όπως είναι και οι επιχειρήσεις πρακτορείας. Η σχετική με αυτές ρύθμιση στο νόμο είναι εξαιρετικά ελλιπής, αφού ως γενική διάταξη υπάρχει μόνο αυτή του άρθρου 2 του από 2 (14)-5-1835 διατάγματος "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως πράξη εμπορική και η επιχείρηση πρακτορείας, ενώ ειδικές διατάξεις υπάρχουν μόνο για ορισμένες μορφές πρακτορικής δράσης, όπως αυτή του ναυτικού πράκτορα, που ρυθμίζεται από το Π.Δ. 229/1995 και το τροποποιητικό αυτού Π.Δ. 427/1995, μόνον όμως ως προς την οργάνωση και την άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού πράκτορα και όχι ως προς τη σύμβαση καθ` εαυτή της ναυτικής πρακτορείας.

Σε όλες πάντως τις περιπτώσεις η επιχείρηση πρακτορείας έχει ως αντικείμενο την έναντι ανταλλάγματος παροχή προς το κοινό ιδιωτικών υπηρεσιών κάθε φύσης, ειδικότερα δε πράκτορας είναι ο ανεξάρτητος επιχειρηματίας (φυσικό ή νομικό πρόσωπο), που παρέχει με αμοιβή υπηρεσίες σε τρίτο πρόσωπο, διαθέτοντας προς το σκοπό αυτό πλήρως οργανωμένο γραφείο, στελεχωμένο με πρόσωπα της δικής του επιλογής, τα οποία προσλαμβάνει και απολύει ο ίδιος.

Κατά την έννοια αυτή οι παρεχόμενες προς το κοινό υπηρεσίες του πράκτορα παρέχονται είτε στο όνομά αυτών για λογαριασμό των οποίων ενεργεί, είτε στο δικό του όνομα. Αντίστοιχα η σχέση του πράκτορα μ` αυτούς προσλαμβάνει το χαρακτήρα είτε της εμπορικής αντιπροσωπείας προς παροχή υπηρεσιών είτε της παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, αφού κύριο γνώρισμα του εμπορικού αντιπροσώπου είναι ότι ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ενώ αντίθετα ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί με το δικό του όνομα για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευομένου (άρθρ. 90 ΕμπΝ).

Κατά την αυτή διάκριση και η σχέση των πρακτόρων με τους εντολείς τους ταυτίζεται ή έστω ομοιάζει με αυτή του εμπορικού ή του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου.

Συνεπώς, εφόσον η σύμβαση πρακτορείας έχει σε κάθε περίπτωση τα στοιχεία εντολής και η ρύθμισή της, μολονότι αναγκαία, είναι ελλιπής, καταλείποντας ακούσιο (γνήσιο) κενό, εφαρμόζονται αναλογικά σ` αυτή οι διατάξεις του ΑΚ για την εντολή (άρθρ. 713-729), στις οποίες μάλιστα ρητά ως προς τη σύμβαση παραγγελίας παραπέμπει το άρθρ. 91 του ΕμπΝ σε συνδυασμό με το άρθρ. 3 του ΕισΝΑΚ (ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ 1214/2025, ΑΠ 1660/2024, ΑΠ 159/2018, ΑΠ 1728/2014).

Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 713, 719 και 724 ΑΚ συνάγεται ότι εντολή είναι η σύμβαση, η οποία μπορεί να συναφθεί και σιωπηρώς κατά το άρθρο 158 ΑΚ (ΑΠ 1755/2022, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 2212/2014), με την οποία ο εντολοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας χωρίς αμοιβή (άρθρο 713), ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής (και δεν το χρησιμοποίησε κατά την εκτέλεσή της) καθώς και καθετί που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής ( άρθρο 719) ανεξάρτητα από τον τρόπο κτήσης και την φύση του αντικειμένου, επομένως και χρήματα (ΑΠ 1755/2022, ΑΠ 1132/2019), ότι ο χρόνος απόδοσης από τον εντολοδόχο των ανωτέρω ληφθέντων ή κτηθέντων, αν δεν προκύπτει προγενέστερος χρόνος από το περιεχόμενο της σύμβασης εντολής, είναι ο χρόνος λύσης της σύμβασης αυτής, η οποία μπορεί να επέλθει και με την ανάκληση της εντολής από τον εντολέα (άρθρο 724) οπότε ο εντολέας, αν ο εντολοδόχος αρνείται να του αποδώσει τα ληφθέντα για την εκτέλεση της εντολής και μη αναλωθέντα ή τα κτηθέντα από την εκτέλεση της, έχει ενοχική αξίωση κατά του εντολοδόχου για την απόδοσή τους (ΑΠ 1755/2022, ΑΠ 404/2020, ΑΠ 1569/2012, ΑΠ 1025/2009).

Περαιτέρω, ο Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ) ιδρύθηκε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με το άρθρο 1 του Β.Δ. της 20/29-12-1958 "Περί συστάσεως Οργανισμού Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου", εκδοθέντος κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ.2 του Ν.Δ. 3865/1958, ακολούθως δε, με το Π.Δ. 228/1999, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία.

Το ως άνω Π.Δ. , το οποίο ίσχυε κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο λειτουργίας της ένδικης σύμβασης, στα άρθρα 1, 2 παρ. 1 και 2 και 5 παρ. 1 και 11 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: "Συνιστάται ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε." και σε συντομογραφία και διακριτικό τίτλο "Ο.Π.Α.Π.

Α.Ε."... Η εταιρεία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διεπομένη από τις διατάξεις του Ν. 2414/1996 "Εκσυγχρονισμός Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις" και του Κ.Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν..." (άρθρο 1), ότι "1.

Σκοπός της εταιρείας είναι: α) Η οργάνωση, η λειτουργία και η διεξαγωγή από την εταιρεία ή σε συνεργασία με τρίτους των παιχνιδιών ΠΡΟΠΟ, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΠΡΟΠΟΓΚΟΛ, ΤΖΟΚΕΡ, ΜΠΙΝΓΚΟ, ΚΙΝΟ, ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΛΑΧΕΙΟ, ΑΡΙΘΜΟΛΑΧΕΙΩΝ, ΛΑΧΕΙΩΝ - ΠΑΙΓΝΙΩΝ, καθώς, και κάθε άλλου τυχερού παιχνιδιού, που στο μέλλον ήθελε αποφασίσει το Δ.Σ.

σε ολόκληρη τη χώρα και εκτός αυτής για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και η έκδοση δελτίου "ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΩΝ ΠΡΟΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΗΣ Ή ΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗΣ" στα πάσης φύσεως ατομικά ή ομαδικά παιχνίδια, όπως και γεγονότων η φύση των οποίων προσφέρεται για διεξαγωγή στοιχήματος... β) Η διαχείριση των ανωτέρω παιχνιδιών, αλλά και όσων πρόκειται να διεξαχθούν στο μέλλον, ασκείται κατ` αποκλειστικότητα από την εταιρεία Ο.Π.Α.Π.

Α.Ε. για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου... 2. Για την επίτευξη των σκοπών της ασκούνται από την ΟΠΑΠ Α.Ε. και οι ακόλουθες δραστηριότητες. α)...β)...γ)...δ) Η σύσταση σε όλη τη χώρα πρακτορείων που πρακτορεύονται εν γένει παιχνίδια της εταιρείας κατ` αποκλειστικότητα και η χορήγηση αδειών λειτουργίας πρακτορείων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για ένα ή περισσότερα από τα παιχνίδια της, με τους όρους και τις προϋποθέσεις, που κάθε φορά θέτει, το Δ.Σ.

της εταιρείας" (άρθρο 2 παρ. 1 και 2), και ότι "1. Το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας ανέρχεται σήμερα στο ποσό των τριάντα ενός δισεκατομμυρίων εννεακοσίων εκατομμuρίων (31.900.000.000) δραχμών, διαιρούμενο σε τριακόσια δέκα εννέα εκατομμύρια (319.000.000) ονομαστικές και αδιαίρετες μετοχές, ονομαστικής αξίας εκατό (100) δραχμών η κάθε μία, οι οποίες ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου... 11.

Το Δημόσιο δύναται να διαθέτει σε επενδυτές μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών ποσοστό έως 49% του εκάστοτε μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας" (άρθρο 5 παρ 1 και 11, όπως αντικαταστάθηκε με την ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού υπ' αρ. 34335/2000 ( ΦΕΚ Β' 1622/ 2000). Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι η συνιστώμενη με το ως άνω Π.Δ. 228/1999 ανώνυμη εταιρεία ανήκε, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΑΠ 1356/2023, ΑΠ 414/2021).

Με το άρθρο 27 παρ. 1 του Ν. 2843/2000 η ΟΠΑΠ Α.Ε., εισήχθη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.), με το Δημόσιο να διατηρεί την απόλυτη πλειοψηφία (51%) των μετοχών της, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι, με σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ΟΠΑΠ, παραχωρείται για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών το αποκλειστικό δικαίωμα της διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας από την ΟΠΑΠ Α.Ε.

των παιγνιδιών, που διεξάγονταν τον χρόνο εκείνο από αυτήν, ακολούθως δε, με την από 15-12-2000 σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ΟΠΑΠ Α.Ε., η οποία συνήφθη κατά ρητή πρόβλεψη της προαναφερθείσας διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 27 του Ν. 2843/2000, παραχωρήθηκε στην ΟΠΑΠ Α.Ε. , για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών, το αποκλειστικό δικαίωμα διεξαγωγής, διοργάνωσης και λειτουργίας των τυχερών παιχνιδιών και όχι (όπως υπό το κράτος ισχύος του Π.Δ. 228/1999) απλής διαχείρισής τους για λογαριασμό του Δημοσίου, το δε δικαίωμα αυτό έχει ήδη παραταθεί για άλλα δέκα έτη και λήγει στις 12-10-2030.

Από την έναρξη ισχύος του Ν. 3336/2005, που τροποποίησε το ανωτέρω άρθρο 27 παρ. 1 του Ν. 2843/2000 το Δημόσιο περιορίσθηκε μεν στο μειοψηφικό ποσοστό των μετοχών του 34%, συνέχισε όμως να διορίζει την πλειοψηφία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου(ΔΣ) της, αλλά με το άρθρο 20 του μεταγενέστερου Ν. 3429/2005, το δικαίωμα αυτό του Δημοσίου να διορίζει την πλειοψηφία των μελών του Δ.Σ.

καταργήθηκε, ήδη δε σε χρόνους, που βρίσκονται εκτός του κρίσιμου χρονικού διαστήματος λειτουργίας της ένδικης σύμβασης πρακτορείας, το Ελληνικό Δημόσιο έχει μεταβιβάσει και το ανωτέρω ποσοστό του 34% (ΣτΕ 1601/2019). Για την ρύθμιση της σχέσης της ΟΠΑΠ Α.Ε. με τους πράκτορες, που πρακτορεύονται τα παιχνίδια της κατ` αποκλειστικότητα και για την χορήγηση αδειών λειτουργίας πρακτορείων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ορίσθηκε με το άρθρο 7 παρ. 24 εδ.

γ' του Ν. 2557/1997, ότι "με κοινή απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και του Υφυπουργού Πολιτισμού, αρμόδιου για θέματα αθλητισμού, ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τις προϋποθέσεις χορήγησης και ανάκλησης άδειας σε πράκτορες των παιχνιδιών του Ο.Π.Α.Π. , τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τους όρους λειτουργίας των παιχνιδιών και των επιχειρήσεων των πρακτόρων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια".

Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αρ. ...-1999 (ΦΕΚ .../1999) απόφαση της Υπουργού και του Υφυπουργού Πολιτισμού "Κανονισμός Λειτουργίας Πρακτορείων Υποχρεώσεις και Δικαιώματα Πρακτόρων ΟΠΑΠ" και, στη συνέχεια, η υπ' αρ. ...-2003 (ΦΕΚ .../2003) απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού "Κανονισμός Λειτουργίας Πρακτορείων της "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ Α.Ε.", η οποία ακυρώθηκε με την υπ' αρ. 1776/2007 απόφαση της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθόσον κρίθηκε μη νόμιμη ως αντίθετη στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "2.

Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό", γιατί έγινε δεκτό ότι "η προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 24 περίπτ.

γ' του ν. 2557/1997 δυνατότητα ρυθμίσεως της εν γένει επαγγελματικής καταστάσεως των πρακτόρων των παιχνιδιών της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", των όρων δηλαδή ασκήσεως ενός ελευθερίου επαγγέλματος, με κανονισμούς που εγκρίνονται με κοινή απόφαση του Υπουργού και του Υφυπουργού Πολιτισμού, χωρίς οι όροι αυτοί να διαγράφονται, έστω και σε γενικές γραμμές, στην εξουσιοδοτική ή άλλη σχετική διάταξη, δεν αποτελεί ούτε ειδικότερο θέμα της λειτουργίας των εν λόγω πρακτορείων ή του τρόπου διεξαγωγής των επί μέρους παιχνιδιών, ούτε θέμα τεχνικού χαρακτήρα" (ΟλΣτΕ 1776/2007, ΑΠ 1356/2023).

Ακολούθως, σε συμμόρφωση προς την απόφαση αυτή του ΣτΕ, με την παρ. 1 του άρθρου 47 Ν. 3905/2010, προστέθηκαν νέες παράγραφοι 11 και 12 στο άρθρο 27 του Ν. 2843/2000 και καθορίστηκε με λεπτομέρεια το περιεχόμενο της κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού, με βάση την οποία θα χορηγούνται πλέον στο μέλλον οι άδειες πρακτόρευσης των παιχνιδιών του ΟΠΑΠ και θα συνάπτονται οι συμβάσεις πρακτορείας, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου 47 ορίστηκε ότι "η διάταξη του άρθρου 7 παράγραφος 24 στοιχείο γ` του ν. 2557/1997...

και όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση αυτής καταργούνται. Οι συμβάσεις μεταξύ της ΟΠΑΠ Α.Ε. και των πρακτόρων που υπεγράφησαν επί τη βάσει των ανωτέρω αποφάσεων, καθώς και οι άδειες πρακτόρευσης των παιχνιδιών της ΟΠΑΠ Α.Ε., που εκδόθηκαν επί τη βάσει των ίδιων αποφάσεων έως το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, θεωρούνται νόμιμες και ισχυρές".

Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, η ακυρωθείσα υπ' αρ. ...-2003 απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού, με την οποία εγκρίθηκε ο Κανονισμός λειτουργίας των πρακτορείων της ΟΠΑΠ Α.Ε., όπως και η προγενέστερη υπ' αρ. ...-1999 υπουργική απόφαση, παρότι δημοσιεύτηκαν στο ΦΕΚ, δεν έχουν κανονιστική ισχύ, γιατί εκδόθηκαν κατά νομοθετική εξουσιοδότηση δοθείσα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 24 εδ.

γ' του Ν. 2557/1997, το οποίο όμως είναι αντίθετο στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, γιατί εξουσιοδοτεί τους αρμόδιους υπουργούς για την έκδοση απόφασης, που θα ρυθμίζει τις προϋποθέσεις χορήγησης και ανάκλησης άδειας σε πράκτορες των παιχνιδιών του Ο.Π.Α.Π. , τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και τους όρους λειτουργίας των παιχνιδιών και των επιχειρήσεων των πρακτόρων, χωρίς οι προϋποθέσεις αυτές να διαγράφονται, έστω και σε γενικές γραμμές, στην εξουσιοδοτική ή άλλη σχετική διάταξη, η δε απόφαση δεν ρυθμίζει ούτε ειδικότερο θέμα της λειτουργίας των εν λόγω πρακτορείων ή του τρόπου διεξαγωγής των επί μέρους παιχνιδιών, ούτε θέμα τεχνικού χαρακτήρα.

Ωστόσο, για τις συμβάσεις πρακτορείας, που συνάφθηκαν με βάση την υπ' αρ. 25148/27-10-1999 Κ.Υ.Α, που δεν έχει ακυρωθεί, όπως ρητά το ορίζει και η διάταξη του άρθρου 47 παρ. 2 του Ν. 3905/2010, που την κατήργησε, η απόφαση αυτή εξακολουθεί να ισχύει, αποτελώντας το συμβατικό πλαίσιο σύναψης και λειτουργίας των σχετικών συμβάσεων πρακτορείας μεταξύ της ΟΠΑΠ Α.Ε.

και των πρακτόρων αυτής (ΑΠ 1356/2023, πρβλ. ΑΠ 1127/2018, ΑΠ 666/2002). Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).

Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία (ΑΠ 138/2022, ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 967/2017).

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ(ΑΠ 133/2022).

Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 2095/2022, ΑΠ 2030/2022, ΑΠ 261/2020, ΑΠ 18/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Η αναιρεσίβλητη εταιρεία άσκησε κατά της αναιρεσείουσας στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων την από 9-8-2018 αγωγή της, στην οποία εκθέτει τα ακόλουθα:

Ότι συστάθηκε ως ανώνυμη εταιρεία με το Π.Δ.228/1999, μετά από μετατροπή του Οργανισμού Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ), που ιδρύθηκε με το Β.Δ.20/1959 και ότι από τη δημοσίευση του Ν. 3429/2005, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αθηνών εταιρεία με μέτοχο τότε το Ελληνικό Δημόσιο με ποσοστό 34%, τέθηκε εκτός του ευρύτερου δημοσίου τομέα.

Ότι διατηρεί στην Ελλάδα έως το έτος 2030, για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, το αποκλειστικό δικαίωμα οργάνωσης, λειτουργίας, διαχείρισης και διεξαγωγής των τυχερών παιγνίων ΠΡΟΠΟ, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΤΖΟΚΕΡ, ΣΟΥΠΕΡ 3, ΕΞΤΡΑ 5, ΕΞΤΡΑ ΠΡΟΠΟ, ΣΤΟΙΧΗΜΑ, ΚΙΝΟ, καθώς και στοιχημάτων, δυνάμει της από 15- 12-2000 σύμβασης και της από 12- 12-2011 πρόσθετης πράξης στην ως άνω σύμβαση, που υπεγράφησαν μεταξύ αυτής και του Ελληνικού Δημοσίου κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 27 Ν. 2843/2000.

Ότι για την επίτευξη του σκοπού της διαθέτει δίκτυο πρακτόρων στην Ελλάδα, με τους οποίους οι σχέσεις της κατά τον κρίσιμο χρόνο διέπονταν από τον σχετικό Κανονισμό Λειτουργίας Πρακτορείων ΟΠΑΠ, που περιλαμβάνεται στην δημοσιευθείσα στο ΦΕΚ Β' υπ' αρ. .../1999 Υπουργική Απόφαση των Υπουργού και Υφυπουργού Πολιτισμού, στο άρθρο 3 παρ. 3 της οποίας ορίζεται ότι ο πράκτορας υποχρεούται να καταθέτει χωρίς καμία καθυστέρηση τις εισπράξεις του από την διενέργεια των παιγνιδιών στην τράπεζα, που θα του υποδειχθεί από την ενάγουσα.

Ότι η εναγομένη, κατόπιν απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της και σύμφωνα με τον ανωτέρω Κανονισμό, κατέστη κάτοχος αδείας λειτουργίας πρακτορείου, το οποίο έλαβε κωδικό ... και λειτουργούσε στον Παρακάλαμο Ιωαννίνων. Ότι με την ιδιότητά της αυτή, ήτοι ως πράκτοράς της ενάγουσας, η εναγομένη παρείχε στο κοινό, επ' αμοιβή τις εμπορικές της υπηρεσίες, ήτοι τη διαχείριση των ανατεθειμένων σ' αυτήν υπηρεσιών, οι οποίες συνίσταντο στην παραλαβή από τους παίκτες δελτίων ΠΡΟΠΟ, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΤΖΟΚΕΡ, ΣΟΥΠΕΡ 3, ΕΞΤΡΑ 5, ΕΞΤΡΑ ΠΡΟΠΟ, ΣΤΟΙΧΗΜΑ, ΚΙΝΟ και άλλων παιχνιδιών, που αυτή διεξάγει και διαχειρίζεται, την επισήμανση των δελτίων τούτων, την είσπραξη του αντιτίμου τους από τους παίκτες και την κατά νόμο απόδοσή των εισπραχθέντων στην ίδια εντός προθεσμίας τριών ημερών από την είσπραξή, αφαιρουμένων των ποσών, που κατέβαλε ως κέρδη στους παίκτες και της προμήθειας της για τις από αυτήν πραγματοποιούμενες εργασίες, το ποσοστό της οποίας για κάθε παιγνίδι και την αντίστοιχη περίοδο καθοριζόταν με Υπουργικές αποφάσεις, δημοσιευμένες στο ΦΕΚ, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή.

Ότι η εναγομένη, παρά την υποχρέωσή της αυτή και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της από την ενάγουσα και τις αλλεπάλληλες ρυθμίσεις που πραγματοποιήθηκαν, δεν της απέδωσε, κατά το χρονικό διάστημα από 16-5-2003 έως 22-10-2007, ως όφειλε, εισπραχθέντα για λογαριασμό της από τους παίκτες χρηματικά ποσά, τα οποία αντιστοιχούσαν στην αξία των επισημανθέντων διά του πρακτορείου της και παιχθέντων δελτίων, μετά την αφαίρεση της συμφωνημένης προμήθειας της και των καταβλητέων από αυτήν κερδών στους παίκτες, σύμφωνα με τα αναλυτικά παρατιθέμενα στην αγωγή 40 εκκαθαριστικά σημειώματα και την καρτέλα της ως πράκτορα, τα οποία ποσά όφειλε να της αποδώσει, βάσει της μεταξύ τους σύμβασης, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 84.228,62 ευρώ και για τον λόγο αυτό, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, της αφαίρεσε την άδεια λειτουργίας του πρακτορείου από τις 22-10-2007.

Ότι επικουρικά η εναγομένη με την ως άνω ιδιότητά της της εντολοδόχου ιδιοποιήθηκε το ως άνω συνολικό ποσό των 84.228,62 ευρώ παράνομα και υπαίτια, γιατί αν και οχλήθηκε από την ενάγουσα αρνήθηκε να της το αποδώσει και το ιδιοποιήθηκε, διαπράττοντας το αδίκημα της υπεξαίρεσης. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί, μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, α) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να της καταβάλει το ως άνω ποσό με βάση τη σύμβαση πρακτορείας, επικουρικά ως αποζημίωση για τη θετική ζημιά που υπέστη από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της, που αποτελει αδικοπραξία και επικουρικότερα με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι η εναγομένη έγινε πλουσιότερη κατά το ανωτέρω ποσό σε βάρος της περιουσίας της χωρίς νόμιμη αιτία, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της ημερομηνίας που κάθε επιμέρους ποσό της συνολικής οφειλής ήταν απαιτητό, άλλως από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και β) να απαγγελθεί σε βάρος της εναγόμενης, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, προσωπική κράτηση διάρκειας δώδεκα (12) μηνών.

Το ανωτέρω δικαστήριο με την 64/2021 απόφασή του, αφού απέρριψε τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι η αγωγή είναι αόριστη κατά την κύρια και την πρώτη επικουρική βάση της, που στηρίζεται στην αδικοπραξία, στη συνέχεια απέρριψε ως μη νόμιμη την δεύτερη επικουρική βάση, που στηρίζεται στον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και επίσης ως μη νόμιμο, μετά την τροπή του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, το αίτημα απαγγελίας προσωπικής κράτησης και τελικά, εξετάζοντας κατ' ουσίαν μόνο την κυρία βάση της αγωγής από την σύμβαση, την έκανε δεκτή και αναγνώρισε την υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ανωτέρω ποσό των 84.228,62 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, χωρίς να εξετάσει την πρώτη επικουρική βάση αυτής από την αδικοπραξία, κρίνοντας ότι η εξέτασή της παρέλκει.

Η αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, κατά της απόφασης αυτής, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση που την απέρριψε κατ' ουσίαν επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση. Ειδικότερα το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο έφεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προέβαλε ότι η κυρία βάση της αγωγής από την σύμβαση ήταν αόριστη και γι' αυτό έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η κρινόμενη αγωγή, όπως το ιστορικό της εκτέθηκε ανωτέρω και αναφορικά με την κύρια βάση της, που στηρίζεται στη σύμβαση πρακτορείας, επί της οποίας εφαρμόζονται κυρίως οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ.

ΑΚ, κατά τα εκτιθέμενα στη με αριθμό I νομική σκέψη της παρούσης, είναι ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα από το νόμο αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωσή της στις διατάξεις που εκτίθενται στην ίδια νομική σκέψη και συγκεκριμένα η (ενν. την) καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εντολής, το περιεχόμενο της, δηλαδή το είδος της υπόθεσης που ανατέθηκε στην εναγομένη ως εντολοδόχο να εκτελέσει και το ποσό το οποίο απέκτησε από την περάτωση της.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι η κρινόμενη αγωγή είναι ορισμένη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις που εκτίθενται στη με αριθμό I νομική σκέψη της παρούσας και συνεπώς πρέπει ο σχετικός λόγος της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, να απορριφθεί ως αβάσιμος".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, με αιτιολογίες που παραδεκτά, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, συμπληρώνονται από τις κατωτέρω αιτιολογίες της απόφασης αυτής, δεδομένου ότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον για αποτροπή δεδικασμένου, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτη ως αόριστη την κυρία βάση της αγωγής της αναιρεσίβλητης από την σύμβαση πρακτορείας, καθόσον στην αγωγή αναφέρονται σαφώς όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για να είναι ορισμένη αυτή και συγκεκριμένα:

α) η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πρακτορείας σύμφωνα με την έχουσα συμβατική ισχύ, όπως προαναφέρθηκε, υπ' αρ. 25.148/1999 Κ.Υ.Α. , δυνάμει της οποίας σύμβασης, στην οποία εφαρμόζονται και οι διατάξεις περί εντολής, η αναιρεσείουσα ανέλαβε την υποχρέωση έναντι της αναιρεσίβλητης, (στην οποία έχει παραχωρηθεί από το Ελληνικό Δημόσιο έως το έτος 2030 το αποκλειστικό δικαίωμα της οργάνωσης, λειτουργίας, διαχείρισης και διεξαγωγής των τυχερών παιγνίων ΠΡΟΠΟ, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΤΖΟΚΕΡ, ΣΟΥΠΕΡ 3, ΕΞΤΡΑ 5, ΕΞΤΡΑ ΠΡΟΠΟ, ΣΤΟΙΧΗΜΑ, ΚΙΝΟ, καθώς και στοιχημάτων για λογαριασμό του), να παρέχει στο κοινό, επ' αμοιβή τις εμπορικές της υπηρεσίες ως πράκτορας της αναιρεσίβλητης, οι οποίες συνίσταντο στην παραλαβή από τους παίκτες δελτίων των ανωτέρω τυχερών παιγνίων, στην επισήμανση των δελτίων, στην είσπραξη του αντιτίμου τους από τους παίκτες και στην απόδοσή των εισπραχθέντων στην αναιρεσίβλητη εντός προθεσμίας από την είσπραξή τους, αφαιρουμένων των ποσών, που κατέβαλε η αναιρεσείουσα ως κέρδη στους παίκτες και της προμήθειας της, το ποσοστό της οποίας για κάθε παιγνίδι και την αντίστοιχη περίοδο καθοριζόταν με Υπουργικές αποφάσεις, δημοσιευμένες στο ΦΕΚ, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή και β)η παραβίαση της υποχρέωσης αυτής της αναιρεσείουσας για απόδοση μέρους των εισπραχθέντων στην αναιρεσίβλητη, μετ' αφαίρεση των ανωτέρω ποσών, εξαιτίας της οποίας η αναιρεσίβλητη κατήγγειλε για τον σπουδαίο αυτό λόγο την σύμβαση, προβαίνοντας στην οριστική αφαίρεση της άδειας λειτουργίας του πρακτορείου της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω υπ' αρ. 25.148/1999 Κ.Υ.Α. , αλλά και όπως προβλέπεται από το άρθρο 724 ΑΚ, τα οποία μη καταβληθέντα ποσά αναφέρονται αναλυτικά στα επισυναπτόμενα στην αγωγή 40 εκκαθαριστικά σημειώματα της αναιρεσίβλητης και στην καρτέλα του δοσοληπτικού λογαριασμού, που τηρούσε αυτή και συμποσούμενα ανέρχονται στο αιτούμενο με την αγωγή ποσό των 84.228,62 ευρώ, οι δε προβαλλόμενες με τον λόγο αναίρεσης αιτιάσεις της αναιρεσείουσας πλήττουν κυρίως την ουσιαστική βασιμότητα της οφειλής της, το οποίο όμως δεν είναι ζήτημα αοριστίας της αγωγής, αλλά ζήτημα αποδείξεως.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος (ΑΠ 88/2024) , η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.

Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 88/2024). Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 88/2024, ΑΠ 695/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 88/2024, ΑΠ 1382/2019).

Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 88/2024, ΑΠ 610/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017). 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, καθόσον ο κανόνας αυτός προσδιορίζει το ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 43/2022, ΑΠ 473/2021, ΑΠ 357/2018, ΑΠ 1022/2017) και επίσης σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι ασάφειες ή αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1022/2017, ΑΠ 140/2010), διαφορετικά ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος λόγω της αοριστίας του ως απαράδεκτος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωσή του με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα ή την προσβαλλομένη απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1022/2017, ΑΠ 140/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, εξετάζοντας κατ' ουσίαν την κυρία βάση της αγωγής, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: " Δυνάμει του άρθρου 1 παρ. 1 της με αριθμό ...1999 υπουργικής απόφασης της Υπουργού και του Υφυπουργού Πολιτισμού με τον τίτλο "Κανονισμός Λειτουργίας Πρακτορείων - Υποχρεώσεις και Δικαιώματα Πρακτόρων Ο.Π.Α.Π." (ΦΕΚ ...1999) η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε." χορηγεί ενιαία άδεια πρακτόρευσης των παιχνιδιών της ή οποιουδήποτε άλλου παιχνιδιού θα διοργανώνει ή εποπτεύει ή διαχειρίζεται στο μέλλον κατά την κρίση της σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα με τη μορφή εταιρείας, εφόσον πληρούνται οι ειδικότεροι όροι και οι προϋποθέσεις που θέτει ο Οργανισμός για το κάθε παιχνίδι χωριστά.

Περαιτέρω, το άρθρο 3 παρ. 3 της ίδιας Υπουργικής Απόφασης προβλέπει ότι ο πράκτορας είναι υποχρεωμένος, μεταξύ άλλων, να καταθέτει χωρίς καμία καθυστέρηση τις εισπράξεις των παιχνιδιών στην τράπεζα με την οποία συνεργάζεται ο Οργανισμός και σύμφωνα με τον τρόπο και τον χρόνο που θα του υποδειχθεί από την "Ο.Π.Α.Π.

Α.Ε.", καθώς και να είναι συνεπής προς όλες τις οικονομικές του υποχρεώσεις προς τον Οργανισμό. Σημειώνεται ότι τα συνολικά χρηματικά ποσά που πράκτορας εισπράττει από τους πελάτες του ανά παιχνίδι, η προμήθεια που του αναλογεί, τα κέρδη που τυχόν αποδίδει σε πελάτες για δελτία που έχουν κερδίσει, οι πάσης φύσης χρεοπιστώσεις και το εναπομείναν ποσό που ο πράκτορας οφείλει να αποδώσει στον Οργανισμό προκύπτουν αναλυτικά και με ακρίβεια από τα σχετικά εκκαθαριστικά σημειώματα που εκδίδονται κάθε φορά από τη διασυνδεδεμένη (on line) με το κεντρικό σύστημα της "Ο.Π.Α.Π.

Α.Ε." τερματική μηχανή του πρακτορείου του και εκδίδονται σε δύο λογιστικές περιόδους ανά εβδομάδα. Ειδικότερα: α) η πρώτη λογιστική περίοδος αρχίζει το πρωί της Παρασκευής και λήγει το βράδυ της Δευτέρας, ενώ το μηχανογραφημένο εκκαθαριστικό, που απεικονίζει το σύνολο των συναλλαγών του πρακτορείου αυτής της περιόδου και το ποσό το οποίο πρέπει ο πράκτορας να αποδώσει, μετά την αφαίρεση της αμοιβής του, εκδίδεται από τον τελευταίο το πρωί της Τρίτης και πρέπει να εξοφληθεί έως την Πέμπτη και ώρα 14:30, και β) η δεύτερη λογιστική περίοδος αρχίζει το πρωί της Τρίτης και λήγει το βράδυ της Πέμπτης, ενώ το εκκαθαριστικό που την αφορά εκδίδεται από τον πράκτορα το πρωί της Παρασκευής και πρέπει να εξοφληθεί έως την Δευτέρα και ώρα 14:30...Ακόμα, το άρθρο 3 παρ. 33 της ως άνω υπουργικής απόφασης όριζε (ενν.

ότι)"Δεν επιτρέπεται: α) η με οποιοδήποτε τρόπο μίσθωση- υπενοίκιαση της άδειας, β) η μεταβίβαση της άδειας από πράκτορα σε τρίτο, χωρίς έγκριση του ΟΠΑΠ και γ) η υποπρακτόρευση". Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι δυνάμει απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας χορηγήθηκε στην εναγόμενη άδεια λειτουργίας πρακτορείου Ο.Π.Α.Π., το οποίο έλαβε τον κωδικό αριθμό ....

Με βάση την ως άνω άδεια η εναγόμενη ξεκίνησε να λειτουργεί το ως άνω πρακτορείο σε μισθωμένο κατάστημα στο Δημοτικό Διαμέρισμα Παρακαλάμου του Δήμου Πωγωνίου από τις 15-4-2002, ως πράκτορας του Ο.Π.Α.Π. , παρέχοντας στο κοινό επ' αμοιβή τις εμπορικές της υπηρεσίες, οι οποίες συνίσταντο στην παραλαβή από τους παίκτες δελτίων ΠΡΟΠΟ, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΤΖΟΚΕΡ, ΣΟΥΠΕΡ 3, ΕΞΤΡΑ 5, ΕΞΤΡΑ ΠΡΟΠΟ, ΣΤΟΙΧΗΜΑ, ΚΙΝΟ και άλλων παιχνιδιών που διεξάγει και διαχειρίζεται η ενάγουσα, στην επισήμανση των δελτίων τούτων, στην είσπραξη του αντιτίμου τους από τους παίκτες και στην κατά νόμο απόδοσή του στην ενάγουσα εντός συγκεκριμένης προθεσμίας από την είσπραξή του, ήτοι εντός τριών (3) ημερών, αφαιρουμένης της αποζημίωσης (αμοιβής/προμήθειας) της για τις πραγματοποιούμενες από αυτήν εργασίες.

Σημειώνεται ότι η τιμή στήλης για κάθε ένα από τα παιχνίδια που οργανώνει, λειτουργεί και διεξάγει η "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε." καθορίζεται στους οικείους Κανονισμούς Διεξαγωγής των ανωτέρω παιχνιδιών, όπως αυτοί δημοσιεύονται στο τεύχος Β' του ΦΕΚ. Ειδικότερα, η τιμής στήλης: 1) για το παιχνίδι ΚΙΝΟ ανέρχεται από τις 23-12-2003 στο ποσό των λεπτών πενήντα (0,50 ευρώ), 2) για το παιχνίδι ΕΞΤΡΑ 5 ανέρχεται από τις 22-11-2002 στο ποσό των λεπτών πενήντα (0,50 ευρώ), 3) για το παιχνίδι ΣΟΥΠΕΡ 3 ανέρχεται από τις 22-11-2002 στο ποσό των λεπτών πενήντα (0,50 ευρώ), 4) για το παιχνίδι ΛΟΤΤΟ ανέρχεται από την 1-1- 2002 στο ποσό των λεπτών δεκαπέντε (0,15 ευρώ), 5) για το παιχνίδι ΠΡΟΤΟ ανέρχεται από την 1-1-2002 στο ποσό των λεπτών τριάντα (0,30 ευρώ), 6) για το παιχνίδι ΠΡΟΠΟΓΚΟΛ ανέρχεται από την 1-1- 2002 στο ποσό των λεπτών δέκα (0,10 ευρώ), 7) για το παιχνίδι ΠΡΟΠΟ ανέρχεται από την 1-1-2002 στο ποσό των λεπτών δέκα (0,10 ευρώ), ενώ από τις 9-6-2006 στο ποσό των λεπτών δεκαπέντε (0,15 ευρώ), 8) για το παιχνίδι ΤΖΟΚΕΡ ανέρχεται από την1-1-2002 στο ποσό των λεπτών τριάντα (0,30 ευρώ) και 9) για το παιχνίδι ΣΤΟΙΧΗΜΑ ανέρχεται από την 1-1-2002 στο ποσό των λεπτών τριάντα (0,30 ευρώ) βλ.

σχετικά τα ΦΕΚ με αριθμούς ....2003 , ....2002, ....2000 , ....2000 , ....2006, ....2000 και ....2000. Ομοίως, η προμήθεια που λαμβάνουν οι πράκτορες, μεταξύ των οποίων και η εναγομένη, ως αποζημίωση για τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους, όπως προκύπτει από τους ως άνω Κανονισμούς Διεξαγωγής παιχνιδιών ανέρχεται για τα παιχνίδια ΕΞΤΡΑ 5, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΠΡΟΠΟΓΚΟΛ, ΠΡΟΠΟ και ΤΖΟΚΕΡ σε 12 %, ενώ για το παιχνίδι ΚΙΝΟ σε 7% έως την τις 5-10-2006 και από τις 6-10- 2006 σε 7,5%, για το παιχνίδι ΣΟΥΠΕΡ 3 σε 8% από τις 22-11-2002 και για το παιχνίδι ΣΤΟΙΧΗΜΑ σε 8% από τις 30-5-2000 έως τις 10-8-2008 (βλ.

σχετικώς τα ΦΕΚ με αριθμούς ....2000, ....2002, ....2000, ....2000, ....2000 και ....2000). Η εναγόμενη, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είχε την υποχρέωση να αποδίδει στην ενάγουσα το σύνολο των εισπραχθέντων κάθε λογιστικής περιόδου, μετά την αφαίρεση της αμοιβής της και των κερδών που είχε στο μεταξύ καταβάλει στους πελάτες, μέσα σε δύο ή τρεις ημέρες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, από την έκδοση κάθε εκκαθαριστικού.

Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι ο εναγομένη, κατά το χρονικό διάστημα από την 19-5-2003 έως την 17-12-2007, παρά την κατά τον νόμο και τη σύμβαση πρακτορείας υποχρέωσή της, δεν απέδωσε, ως όφειλε, στην ενάγουσα τα εισπραχθέντα από τους παίκτες χρηματικά ποσά που έλαβε στην κατοχή της και που αντιστοιχούσαν στην αξία των επισημανθέντων διά του πρακτορείου της δελτίων για το προκαθορισμένο ΠΡΟΠΟ, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΤΖΟΚΕΡ, ΣΟΥΠΕΡ 3, ΕΞΤΡΑ 5, ΕΞΤΡΑ ΠΡΟΠΟ, ΣΤΟΙΧΗΜΑ και ΚΙΝΟ, ανερχομένης της μη αποδοθείσας στην ενάγουσα αξίας των δελτίων στο συνολικό ποσό των 84.228,62 ευρώ, όπως αυτή προκύπτει από τη με ημερομηνία εκτύπωσης 30-11-2018 λογιστική καρτέλα πράκτορα σε συνδυασμό με τα εκδοθέντα σχετικά εκκαθαριστικά, ήτοι: 1) το με αριθμό ...-2003 εκκαθαριστικό, αξίας 3.366,15 ευρώ, 2) το με αριθμό ...-2003 εκκαθαριστικό, αξίας 442,17 ευρώ, 3) το με αριθμό ...-2003 εκκαθαριστικό, αξίας 460,33 ευρώ, 4) το με αριθμό ...-2003 εκκαθαριστικό, αξίας 938,65 ευρώ, 5) από το με αριθμό ...-2003 εκκαθαριστικό, αξίας 1.422,93 ευρώ, 6) το με αριθμό ...-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 1.626,76 ευρώ, 7) το με αριθμό ...-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 3.209,78 ευρώ, 8) το με αριθμό ...-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 834,56 ευρώ, 9) το με αριθμό ...-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 1.651,50 ευρώ, 10) το με αριθμό ...-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 1.032,90 ευρώ, 11) το με αριθμό ...-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 1.748,59 ευρώ, 12) το με αριθμό ...-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 1.742,98 ευρώ, 13) το με αριθμό ...-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 256,38 ευρώ, 14) το με αριθμό ...-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 9.174,47 ευρώ, 15) το με αριθμό ...-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 4,469,52 ευρώ, 16) το με αριθμό ...-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 9.379,89, 17) το με αριθμό ...-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 12.127,81 ευρώ, 18) το με αριθμό ...-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 9.401,23 ευρώ, 19) το με αριθμό ...-2004 εκκαθαριστικό, αξίας 1.053,29 ευρώ, 20) το με αριθμό ...-2005 εκκαθαριστικό, αξίας 6.058,49 ευρώ, 21) το με αριθμό ...-2005 εκκαθαριστικό, αξίας 4.887,14 ευρώ, 22) το με αριθμό ...-2005 εκκαθαριστικό, αξίας 6.234,02 ευρώ, 23) το με αριθμό ...-2005 εκκαθαριστικό, αξίας 6.122,35 ευρώ, 24) το με αριθμό ...-2005 εκκαθαριστικό, αξίας 2.670,68 ευρώ, 25) το με αριθμό ...-2005 εκκαθαριστικό, αξίας 5.311,23 ευρώ, 26) το με αριθμό ...-2005 εκκαθαριστικό, αξίας 6.146,59 ευρώ, 27) το με αριθμό ...-2005 εκκαθαριστικό, αξίας 1.994,13 ευρώ, 28) το με αριθμό ...-2005 εκκαθαριστικό, αξίας 1.994,13 ευρώ, 29) το με αριθμό ...-2005 εκκαθαριστικό, αξίας 1.994,13 ευρώ, 30) το με αριθμό ...-2006 εκκαθαριστικό, αξίας ευρώ 6.221,62 ευρώ, 31) το με αριθμό ...-2006 εκκαθαριστικό, αξίας 8.564,85 ευρώ, 32) το με αριθμό ...-2006 εκκαθαριστικό, αξίας 7.293,53 ευρώ, 33) το με αριθμό ...-2006 εκκαθαριστικό, αξίας 12.527,24 ευρώ, 34) το με αριθμό ...-2006 εκκαθαριστικό, αξίας 10.599,06 ευρώ, 35) το με αριθμό ...-2006 εκκαθαριστικό, αξίας 1.529,86 ευρώ, 36) το με αριθμό ...-2006 εκκαθαριστικό, αξίας 1.534,51 ευρώ, 37) το με αριθμό ...-2006 εκκαθαριστικό, αξίας 112,37 ευρώ, 38) το με αριθμό ...-2007 εκκαθαριστικό, αξίας 1.667, 50 ευρώ, 39) το με αριθμό ...-2007 εκκαθαριστικό, αξίας 123,89 ευρώ και 40) το με αριθμό ...-2007 εκκαθαριστικό, αξίας 138,89 ευρώ.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη τον Νοέμβριο του έτους 2004, αφού αιτήθηκε τη ρύθμιση της υφιστάμενης οφειλής της, η οποία εκείνη τη χρονική στιγμή ανερχόταν στο ποσό των 14.890,78 ευρώ, κατέβαλε, όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία εκτύπωσης 30.11.2018 λογιστική καρτέλα πράκτορα, στις 30-11-2004 τα ποσά των 7.000 και 6.000 ευρώ, με συνέπεια το υπόλοιπο της οφειλής της να ανέλθει στο ποσό των 1.190,78 ευρώ.

Ακολούθως, στις 31-12-2004, επειδή το υπόλοιπο της οφειλής της ανήλθε στο ποσό των 29.003,23 ευρώ, η ενάγουσα το μετέφερε στις επισφαλείς απαιτήσεις της. Στη συνέχεια, η εναγομένη αιτήθηκε εκ νέου τη ρύθμιση της οφειλής της και κατέβαλε: α) στις 25-1-2005 το ποσό 5.000 ευρώ, β) στις 22-2-2005 το ποσό των 7.500 ευρώ, γ) στις 11-3-2005 το ποσό 3.000 ευρώ και δ) στις 5-4-2005 το ποσό των 5.500,00 ευρώ, ενώ συγχρόνως κατέβαλε και τις προβλεπόμενες δόσεις της σχετικής ρύθμισης της οφειλής της, ήτοι:

α) στις 27-1-2005 το ποσό των 1.053,29 ευρώ για τη δόση μηνός Ιανουάριου 2005, β) στις 28-2-2005 το ποσό των 1.994,13 ευρώ για τη δόση μηνός Φεβρουάριου 2005, γ) στις 31-3-2005 το ποσό των 1.994,13 ευρώ για τη δόση μηνός Μαρτίου 2005, δ) στις 25-4-2005 το ποσό των 1.994,13 ευρώ για τη δόση μηνός Απριλίου 2005, ε) στις 30-5-2005 το ποσό των 1.994,13 ευρώ για τη δόση μηνός Μαΐου 2005 και στ) στις 29- 12-2005 το ποσό των 1.994,13 ευρώ για τη δόση μηνός Δεκεμβρίου 2005.

Κατόπιν στις 31-12-2005, επειδή το υπόλοιπο της συνολικής οφειλής της ανήλθε στο ποσό 43.864,65 ευρώ, η ενάγουσα το μετέφερε στις επισφαλείς απαιτήσεις της, ενώ η εναγόμενη αιτήθηκε εκ νέου τη ρύθμιση της οφειλής της και κατέβαλε στις 31-1-2006 το ποσό των 5.700 ευρώ, με επακόλουθο το υπόλοιπο της συνολικής οφειλής της να ανέλθει στο ποσό των 38.164,65 ευρώ.

Έπειτα, κατέβαλε δύο δόσεις (Μαρτίου και Απριλίου) της σχετικής ρύθμισης της συνολικής οφειλής της, ήτοι κατέβαλε αντίστοιχα στις 30-3-2006 και στις 27-4-2006 το ποσό των 1.534,51 ευρώ. Ακολούθως, στις 31-12-2006, επειδή το συνολικό υπόλοιπο της οφειλής της ανήλθε στο ποσό 83.823,75 ευρώ, η ενάγουσα το μετέφερε στις επισφαλείς απαιτήσεις της, ενώ στις 4-1-2007 η ενάγουσα κατέβαλε τη δόση μηνός Δεκεμβρίου 2006, ποσού 1.534,51 ευρώ.

Η εναγομένη, δηλαδή, παρά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα και τις διαδοχικές ρυθμίσεις των εκάστοτε οφειλών της εξακολουθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής, να οφείλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό 84.228,62 ευρώ, όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία εκτύπωσης 30.11.2018 λογιστική καρτέλα πράκτορα σε συνδυασμό με τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά.

Ακολούθως, η εναγομένη υπέβαλε στην ενάγουσα την από 24-8-2007 αίτησή της, με την οποία, αφού συνομολόγησε την υφιστάμενη ως άνω οφειλή της, ζήτησε τη μεταβίβαση της άδειας λειτουργίας του πρακτορείου της. Ειδικότερα, αυτή αναφέρει χαρακτηριστικά στην προρρηθείσα αίτησή της ότι: "Στη συνέχεια για οικογενειακούς λόγους και σοβαρούς προσωπικούς που αφορούν στην υγεία μου αδυνατώ να το λειτουργήσω και έτσι το πρακτορείο παραμένει ανενεργές.

Επειδή αδυνατώ να λειτουργήσω το πρακτορείο καθώς επίσης και να ανταποκριθώ στην εξόφληση των οικονομικών μου υποχρεώσεων έναντι του Ο.Π.Α.Π. , οι οποίες ανέρχονται στο ποσό των 82.000 ευρώ περίπου, ζητώ με την παρούσα να μεταβιβαστεί η άδεια λειτουργίας του πρακτορείου στον Ν. Χ. του Μ. , κάτοικο ... , ο οποίος και θα αναλάβει την σχετική υποχρέωση εξόφλησης των οικονομικών μου υποχρεώσεων έναντι του Ο.Π.Α.Π.".

Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου ...-2007 έγγραφο σε συνδυασμό με τη με αριθμό ...-2007 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας, η τελευταία απέρριψε την ως άνω αίτηση της εναγομένης για αλλαγή επωνυμίας σε τρίτο πρόσωπο και αποφάσισε την οριστική αφαίρεση της άδειας λειτουργίας του πρακτορείου της λόγω παράβασης του άρθρου 3 παρ. 3 του Κανονισμού Λειτουργίας Πρακτορείων.

Ακόμη η εναγομένη υπέβαλε σε βάρος της ενάγουσας την από 1-11-2010 έγκλησή της με βάση την οποία ασκήθηκε σε βάρος της ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας το οποίο της το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς της ως εντολοδόχου ξένης περιουσίας, για την οποία αθωώθηκε με την υπ' αριθ. 28/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων.

Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η εναγόμενη, ως πράκτορας, όφειλε με βάση τη σύμβαση πρακτορείας που τη συνέδεε με την ενάγουσα και σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής, οι οποίες εφαρμόζονται λόγω του κανονιστικού πλαισίου που διέπει τις σχέσεις Ο.Π.Α.Π. - πράκτορα, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στις με αριθμούς I και II νομικές σκέψεις της παρούσης να καταθέσει σε τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας το συνολικό ποσό 84.228,62 ευρώ το οποίο απέκτησε από την εκτέλεση της ως άνω εντολής, το οποίο δεν έχει καταβάλει μέχρι σήμερα.

Εξάλλου, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 33 της ως άνω Υπουργικής Απόφασης, απαγορεύεται η με οποιονδήποτε τρόπο μίσθωση - υπενοικίαση της άδειας ή η μεταβίβαση της άδειας από πράκτορα σε τρίτο, χωρίς έγκριση της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης περί "άτυπης" μεταβίβασης της άδειας του πρακτορείου στον Β.

Λ. στις αρχές του έτους 2004 και λειτουργίας έκτοτε του επίδικου πρακτορείου από τον ίδιο ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην ύπαρξη της επίδικης οφειλής της, καθώς δεν προσκομίστηκε σχετική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας περί έγκρισης της επικαλούμενης μεταβίβασης, με συνέπεια η εναγομένη να εξακολουθεί να είναι η μοναδική αντισυμβαλλόμενη της ενάγουσας καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του πρακτορείου μέχρι την οριστική αφαίρεση της σχετικής άδειας.

Ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι όντως έγιναν κάποιες συναντήσεις, προκειμένου να μεταβιβαστεί η άδεια λειτουργίας του επίδικου πρακτορείου, αυτές δεν ασκούν έννομη επιρροή στη συμβατική ευθύνη της εναγομένης. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια και απέρριψε τον πιο πάνω ισχυρισμό της εναγομένης ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και πρέπει συνεπώς ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, να απορριφθεί ως αβάσιμος...".

Με τους δεύτερο και έβδομο κατά το πρώτο σκέλος λόγους αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την, όπως αναφέρει, "ανταποκρινόμενη στα άρθρα 20 παρ. 1 και 93 παρ. 3 του Συντάγματος" από το άρθρο 559 αρ. 1 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου μη κατονομαζόμενη διάταξη ουσιαστικού δικαίου και έτσι έκανε δεκτή την κυρία βάση της αγωγής, προβάλλοντας ότι η απόφαση δεν περιέχει επαρκείς αιτιολογίες α) για τον τρόπο που προέκυψε το ποσό της οφειλής της και με την εκτίμηση ποίων αποδεικτικών μέσων έγινε αυτό δεκτό, β) για τον τρόπο λειτουργίας και εκκαθαρίσεως της έννομης σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους και για το πως ο τρόπος αυτός απέκτησε νομική δεσμευτικότητα, γ) για το ποιος πραγματικά λειτουργούσε το πρακτορείο, ο οποίος από τις αρχές του 2004 και εφεξής δεν ήταν η αναιρεσείουσα, αλλά ο Β.

Λ. και δ) για το εάν εγνώριζε το γεγονός αυτό η αναιρεσίβλητη και σε καταφατική περίπτωση τι ακριβώς έπραξε. Οι λόγοι αυτοί, όπως προαναφέρθηκε, είναι απαράδεκτοι γιατί είναι αόριστοι, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα δεν προσδιορίζει την ουσιαστικού δικαίου διάταξη, που ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε, αλλά και γιατί, υπό την επίκληση της από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλειας, η αναιρεσείουσα πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι αυτή υποχρεούται να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το αιτούμενο με την αγωγή ποσό, από την μεταξύ τους σύμβαση.

Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 1190/1981, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009).

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1256/2020).

Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ` απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019).

Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του. β) Ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας. γ) Ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού.

δ) Το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου. Και, ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 1277/2019, AΠ 1091/2019, ΑΠ 1185/2010). Για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 388/2018, ΑΠ 1037/2010).

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που η ίδια προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της ενώπιον του για την απόδειξη του ισχυρισμού της ότι καμία οφειλή δεν έχει προς την αναιρεσείουσα και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η εναντίον της αγωγή και συγκεκριμένα:

1) την υπ' αριθ. 28/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων, που έχει καταστεί αμετάκλητη, με την οποία κηρύχθηκε ομοφώνως αθώα του αδικήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος, που της αποδόθηκε σε σχέση με την επίδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητη και ιδίως τις περιεχόμενες σε αυτήν ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Σ. Β. , Ν. Μ. , Χ. Ν. και Κ. Μ. αλλά και την απολογία της ιδίας,

2) τις ενώπιον της Ανακρίτριας Ιωαννίνων δοθείσες ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Σ. Β. και Ν. Μ.

και

3) 30 υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/1986 από κατοίκους του χωριού της, όπου λειτουργούσε το πρακτορείο, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής τους, στις οποίες όλοι οι χωριανοί δηλώνουν ότι η αναιρεσείουσα είναι κάτοικος του χωριού, ότι το πρακτορείο από τα μέσα του 2004 έως τις αρχές του 2007 το λειτουργούσε ο Β.

Λ. και ότι όλο το χωριό νόμιζε ότι η αναιρεσείουσα του είχε μεταβιβάσει την άδεια και συγκεκριμένα τις υπεύθυνες δηλώσεις από .../2013 του Β. Γ. , …/2013 του Ν. Μ. , .../2013 του Χ. Γ. , …/2013 του Μ. Γ. , …/2013 του Μ. Σ. , …/2013 του Β. Λ. , .../2013 του Σ. Ν. , .../2013 του Κ. Κ. , .../2013 του Π. Π. , .../2013 του Κ. Μ. , .../2013 του Μ. Μ. , …/2013 του Ι. Ν. , .../2013 του Κ.

Ν. , …/2013 του Κ. Δ. , …/2013 του Μ. Μ. , .../2013 του Μ. Σ., .../2013 του Π. Τ., .../2013 του Ι. Τ., .../2013 του Ι. Ν., .../2013 του Γ. Χ., .../2013 του Κ. Ν., .../2013 του Μ. Ν., .../2013 του Γ. Ζ., .../2013 του Χ. Γ., .../2013 του Γ. Τ., .../2013 του Π. Χ., .../2013 της Κ. Μ., .../2013 του Ν. Ν. και .../2013 της Α. Σ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως προς μεν την υπ' αριθ. 28/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων και τις υπεύθυνες δηλώσεις του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986, γιατί τα αποδεικτικά αυτά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, όπως ρητά αναφέρεται στην απόφαση, αφού μάλιστα ειδικά ως προς τις υπεύθυνες δηλώσεις κρίθηκε ότι δεν δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στην δίκη, ως προς δε τα λοιπά έγγραφα, γιατί, από την αδιάστικτη διατύπωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, ενόψει και του ότι το Εφετείο αναφέρει ότι η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα και απαγορευμένη από την σύμβαση άτυπη μεταβίβαση της άδειας του πρακτορείου από την αναιρεσείουσα στον Β.

Λ. στις αρχές του έτους 2004 και της λειτουργίας έκτοτε του επίδικου πρακτορείου από τον ίδιο, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην ύπαρξη της επίδικης οφειλής της αναιρεσείουσας, με συνέπεια αυτή να εξακολουθεί να είναι η μοναδική αντισυμβαλλόμενη της ενάγουσας καθ' όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του πρακτορείου μέχρι την οριστική αφαίρεση της σχετικής άδειας.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 Ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και για τις εκκρεμείς αναιρέσεις κατά το άρθρο 116 παρ. 2β'του ιδίου νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης. Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και εφόσον γίνεται σχετική σαφής επίκληση στο αναιρετήριο (ΑΠ 1353/2024, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 201/2017,ΑΠ 168/2015).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο. Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, οπότε αυτό πρέπει να αναφέρεται επίσης στην αίτηση αναίρεσης (ειδικότερα δε, αν αφορά τη δημόσια τάξη, που μπορεί να προταθεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την προϋπόθεση πρόσθετης επίκλησης ότι το πραγματικό υλικό στο οποίο στηρίζεται, υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ουσίας, ή ότι προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση) Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1353/2024, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 386/2017).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ, όπως τα άρθρα 520 και 527 ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της ένδικης έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της ανωτέρω πρωτόδικης απόφασης στις 1-7-2021, οι ενστάσεις του εκκαλούντος - εναγομένου, είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει όμως, ως προς αυτές, λόγος, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της εφέσεως ή των προσθέτων λόγων (ΑΠ 268/2021, ΑΠ 678/2018).

Επίσης, από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 520 και 527 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο εναγόμενος ως εκκαλών, δεν μπορεί να προτείνει νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους δεν είχε προτείνει πρωτοδίκως ή δεν είχε προτείνει με πληρότητα, εκτός εάν συντρέχουν οι προυποθέσεις του άρθρου 527, το οποίο όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της άσκησης της έφεσης όριζε ότι " Είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων το πρώτον ενώπιον του εφετείου είναι απαράδεκτη, αν δεν συντρέχουν οι προβλεπόμενες σ' αυτήν εξαιρέσεις, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που προβάλλονται για τη θεμελίωση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι όμως και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 241/2022, ΑΠ 1453/2019, ΑΠ 714/2007).

Τέλος, σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος , που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).

Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποίος ήταν ο ισχυρισμός , που δεν λήφθηκε υπόψη και ο τρόπος που προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο Εφετείο (ΑΠ 555/2019) και αν προτάθηκε για πρώτη φορά από τον εκκαλούντα με λόγο έφεσης, πρέπει να αναφέρεται ότι συνέτρεχε κάποια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 527 αριθμ. 2-6 ΚΠολΔ ( ΑΠ 354/2011).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 8 εδ. β' πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του προβληθέντα για πρώτη φορά ενώπιόν του με λόγο της έφεσής της αυτοτελή ισχυρισμό της, ο οποίος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, γιατί αποτελεί ένσταση, η παραδοχή της οποίας θα οδηγούσε σε απόρριψη της αγωγής ο οποίος έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: " Επιπροσθέτως, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί ο ισχυρισμός της αντιδίκου, περί του ότι δήθεν ο κύριος Χ.

δεν κατείχε θεσμική θέση στην ίδια. Κάθε άλλο, καθώς εν προκειμένω ισχύει η αρχή της "φαινομένης πληρεξουσιότητας", την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παραθεώρησε πλήρως...Ακόμη κι αν ήθελε υποτεθεί ότι ο, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, Διευθύνων Σύμβουλος της αντιδίκου(ενν. ο Κ. Χ.) ενήργησε χωρίς πληρεξουσιότητα της αντιδίκου, όταν σαφώς ενέκρινε τη μεταβίβαση του ανωτέρω πρακτορείου από εμένα στον Β.

Λ. , η αντίδικη τον είχε τοποθετήσει σε τέτοια εξέχουσα και σημαντική θέση στον Οργανισμό της, ώστε εύλογα κάθε τρίτος, που ήλθε σε συναλλακτικής μορφής επαφή με αυτόν, σχημάτισε, με βάση τον κανόνα της καλής πίστεως και τις περιστάσεις, την εύλογη και απολύτως δικαιολογημένη πεποίθηση ότι άνθρωπος με τέτοια θέση και τέτοιο πόστο στην αντίδικη, σαφώς την δεσμεύει, με τις πράξεις και ενέργειές του.

Συνακόλουθα, το ως άνω μεταβιβαστικό αποτέλεσμα (μεταβίβαση του πρακτορείου στον Β. Λ. , ο οποίος και το δούλεψε πραγματικά και μόνος του...), όντως επήλθε εν προκειμένω και όντως είναι αντιτάξιμο και κατά της αντιδίκου και δεσμευτικό, ως έννομο αποτέλεσμα και ως προς αυτήν, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι αυτή δεν είχε παράσχει σε αυτόν πληρεξουσιότητα, για να αποφασίσει και εγκρίνει τη μεταβίβαση αυτή...

λόγος για τον οποίο και όφειλε ευθύς να απορριφθεί η εναντίον μου αγωγή ως αβάσιμη...". Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί η αναιρεσείουσα, η οποία ενώπιον του Εφετείου ήταν εκκαλούσα -εναγομένη, δεν επικαλείται σε αυτόν ότι προέβαλε τον ισχυρισμό της και ενώπιον του πρωτοδίκου δικαστηρίου, ούτε ότι υπάρχει κάποιος λόγος, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο άσκησης της έφεσής της, που δικαιολογεί την βραδεία προβολή του για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, ενώ και ο ισχυρισμός της δεν περιλαμβάνεται στις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρέσεις.

Το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ ορίζει ότι, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, υποχρέωση προς αποζημίωση, η οποία δυνατόν να οφείλεται είτε σε αθέτηση ενοχής που προϋπήρχε, είτε σε αδικοπραξία, είτε σε οποιαδήποτε άλλη αιτία.

Έτσι, η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος (άρθρο 300 του ΑΚ) έχει κατ' αρχάς εφαρμογή προς απόκρουση ή περιστολή της αξιώσεως αποζημιώσεως και δεν προτείνεται εναντίον αξιώσεως για καταδίκη σε παροχή και γενικά σε εκπλήρωση συμβάσεως (ΑΠ 755/2021, ΑΠ 57/2019, ΑΠ 1058/2012, ΑΠ 56/1994), αντίθετο δε συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από την διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, που ορίζει ότι "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτκά ήθη".

Επομένως, η ένσταση αυτή δεν προτείνεται εναντίον αγωγής, με την οποία, όπως στην κρινόμενη περίπτωση, ζητείται η καταβολή των οφειλομένων από πράκτορα και εισπραχθέντων από αυτόν με βάση σύμβαση πρακτορείας χρηματικών ποσών, τα οποία είναι αποδοτέα στην ενάγουσα εντολέα του, με την οποία έχει συνάψει σύμβαση πρακτορείας, γιατί με την αγωγή αυτή δεν αξιώνεται αποζημίωση, αλλά καταδίκη σε παροχή, σε εκπλήρωση συμβάσεως και συνεπώς τέτοια ένσταση δεν είναι νόμιμη.

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα προέβαλε πρωτοδίκως και μετά την απόρριψή της επανέφερε στο Εφετείο με λόγο έφεσης, την εκ του άρθρου 300 ΑΚ ένσταση συνυπαιτιότητας της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της ζημίας της κατά ποσοστό 95%, επειδή η αναιρεσίβλητη α) δεν έκλεισε οριστικά νωρίτερα τη μηχανή του πρακτορείου, όταν το οφειλόμενο ποσό ήταν μικρότερο και β) δεν ενέκρινε, όπως της ζήτησε η αναιρεσείουσα, την μεταβίβαση αυτού στον Χ. Ν. , ο οποίος δεχόταν να εξοφλήσει όλες της οφειλές του πρακτορείου. Το Εφετείο απέρριψε την ένσταση αυτή, καθόσον αφορά την μόνη εξετασθείσα από αυτό κυρία βάση της αγωγής, ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι "η διάταξη του άρθρου 300 εφαρμόζεται μόνο στις ενοχές προς αποζημίωση (ανεξάρτητα από τον λόγο γένεσής τους) και όχι σε αξιώσεις που δεν έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα, όπως η πρωτογενής συμβατική αξίωση για εκπλήρωση παροχής, που συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, είτε μόνη της είτε σε συνδυασμό με την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, δεν ήταν εφαρμοστέες, γιατί με την ένδικη αγωγή δεν αξιώνεται αποζημίωση, αλλά καταδίκη σε παροχή, σε εκπλήρωση συμβάσεως και συνεπώς ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμος.

Επίσης, σχετικά με την ίδια ανωτέρω ένσταση, η αναιρεσείουσα με τον έβδομο κατά το δεύτερο σκέλος λόγο αναίρεσης προβάλλει την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 300 και 288, με την αιτίαση ότι η ένσταση αυτή απορρίφθηκε από το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες και συνεπώς η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, αυτός προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, δεν συνιστά δε τέτοια η πιο πάνω κρίση για απόρριψη της ανωτέρω ένστασης ως μη νόμιμης. Από την διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ που ορίζει ότι "Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια", σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 251 και 277 του ιδίου κώδικα προκύπτει ότι γενικός κανόνας παραγραφής όλων των αξιώσεων, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε άλλη διάταξη, είναι η εικοσαετής παραγραφή (ΑΠ 989/2025), ότι αυτή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη της (άρθρο 251) και ότι το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή, που δεν έχει προταθεί (άρθρο 277), η οποία συνεπώς πρέπει να προταθεί από τον έχοντα έννομο συμφέρον προς τούτο.

Επομένως, αφού δεν ορίζεται διαφορετικά στο νόμο, επί συμβάσεως πρακτορείας στην οποία εφαρμόζονται και οι διατάξεις περί εντολής, η παραγραφή της σύμφωνα με την σύμβαση πρακτορείας αλλά και το άρθρο 719 ΑΚ αξιώσεως του αντιπροσωπευόμενου -εντολέως κατά του πράκτορα-εντολοδόχου για απόδοση των αποκτηθέντων από αυτόν κατά την εκτέλεση της σύμβασης πρακτορείας, υπόκειται στην γενική εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ ( ΑΠ 185/2015, ΑΠ 738/1993- πρβλ ΑΠ 1720/2008 για το αντίστοιχο ζήτημα επί αγωγής του εντολοδόχου για απόδοση δαπανών, κατά το άρθρο 722 ΑΚ), μη εφαρμοζομένων στην συγκεκριμένη περίπτωση των διατάξεων του άρθρου 250 ΑΚ, που προβλέπει δεκαοκτώ περιπτώσεις πενταετούς παραγραφής αξιώσεων, μεταξύ των οποίων, κατά την παρ. 17 αυτού και τις αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, των καθυστερούμενων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής, επαναλαμβάνεται περιοδικά, αφού η υποχρέωση του εντολοδόχου- πράκτορα να αποδώσει στον εντολέα του ότι απέκτησε από την σύμβαση πρακτορείας δεν αποτελεί τέτοια παροχή.

Στην προκειμένη περίπτωση, επί της ένστασης παραγραφής της αξίωσης της αναιρεσείουσας, που προέβαλε η αναιρεσίβλητη, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η εναγομένη πρότεινε παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την ένσταση παραγραφής, ισχυριζόμενη ότι η αξίωση της ενάγουσας, κατά το μέρος που θεμελιώνεται στην πρώτη επικουρική βάση της αδικοπραξίας, έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 του ΑΚ, διότι από το χρόνο τέλεσης κάθε επιμέρους πράξης, όπως αναλυτικά εκτίθεται σ' αυτή, και μέχρι την άσκηση της αγωγής (10-8-2018) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας.

Η ένσταση αυτή παραγραφής κρίθηκε νόμιμη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 277, 937 παρ. 1 ΑΚ και 262 παρ.1 ΚΠολΔ, ενώ το ίδιο Δικαστήριο έκρινε ότι παρέλκει η εξέταση της ουσίας της, διότι με την εκκαλούμενη έγινε δεκτή η αγωγή κατά την κύρια συμβατική της βάση. Η εναγομένη ισχυρίζεται με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσης ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό της περί πενταετούς παραγραφής και κατά ο μέρος που η αξίωση θεμελιώνεται στην κύρια βάση της σύμβασης πρακτορείας κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 250 παρ. 17 του ΑΚ.

Ο λόγος αυτός της έφεσης κατά το μέρος με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται για την ως άνω κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου απορριπτέος κρίνεται γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι από τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτει με σαφήνεια ότι με αυτές πρότεινε την ένσταση της πενταετούς παραγραφής, στηριζόμενη στην επικουρική βάση της αδικοπραξίας και όχι της σύμβασης εντολής.

Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο της έφεσης, όπως αυτός εκτιμάται, προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ότι η αξίωση της ενάγουσας κατά το μέρος που θεμελιώνεται στην κύρια συμβατική βάση έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 17 του ΑΚ. Η ένσταση αυτή απαράδεκτα προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, χωρίς η εκκαλούσα να επικαλείται ότι συντρέχει μια από τις παραπάνω προϋποθέσεις για την καθυστερημένη προβολή της.

Σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός αυτός αλυσιτελώς προβάλλεται, διότι σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην ως άνω νομική σκέψη, η ένδικη αξίωση που πηγάζει από σύμβαση εντολής εμπίπτει στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, η οποία και δεν έχει παρέλθει μέχρι την άσκηση της αγωγής.

Συνεπώς πρέπει ο σχετικός λόγος έφεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος". Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε με επικουρική αιτιολογία του, η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό απόρριψης, την ένσταση της αναιρεσείουσας ότι η επίδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 παρ. 17 ΑΚ, δεχόμενο ότι η παραγραφή είναι εικοσαετής κατά το άρθρο 249 ΑΚ, η οποία δεν είχε παρέλθει κατά την άσκηση της αγωγής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ, η οποία ήταν εφαρμοστέα στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, αφού η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της ζήτησε ότι απέκτησε η αναιρεσείουσα από την μεταξύ τους σύμβαση πρακτορείας και ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 250 παρ. 17 ΑΚ, η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, και συνεπώς ο πέμπτος κατά το πρώτο σκέλος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 249 ΑΚ και της εσφαλμένης μη εφαρμογής του άρθρου 250 παρ. 17 ΑΚ είναι αβάσιμος.

Μετά την απόρριψη του λόγου αυτού καθίσταται αλυσιτελής και συνεπώς είναι αβάσιμος ο ίδιος πέμπτος λόγος αναίρεσης, κατά τα δεύτερο και τρίτο σκέλη αυτού, με τα οποία, κατ' επίκληση πλημμελειών από τους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αντιστοίχως, η αναιρεσείουσα πλήττει τις έτερες αιτιολογίες του Εφετείου, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό απόρριψης της ένστασης παραγραφής της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα αντιστοίχως α) την αιτιολογία ότι "ο τέταρτος λόγος της έφεσης κατά το μέρος με τον οποίο η εκκαλούσα παραπονείται για την ως άνω κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της περί πενταετούς παραγραφής και κατά ο μέρος που η αξίωση θεμελιώνεται στην κύρια βάση της σύμβασης πρακτορείας κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 250 παρ. 17 του ΑΚ απορριπτέος κρίνεται γιατί στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι από τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προκύπτει με σαφήνεια ότι με αυτές πρότεινε την ένσταση της πενταετούς παραγραφής, στηριζόμενη στην επικουρική βάση της αδικοπραξίας και όχι της σύμβασης εντολής", και β) την αιτιολογία ότι " η ένσταση αυτή απαράδεκτα προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, χωρίς η εκκαλούσα να επικαλείται ότι συντρέχει μια από τις παραπάνω προϋποθέσεις για την καθυστερημένη προβολή της".

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-9-2023 αίτηση της Β. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 30/2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ