Legislator Case Law & Legislation
176/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance services claim, ruling self-sufficiency negates loss of services.

Case Number 176/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment regarding inheritance and loss of services. The appellant argued the deceased could not afford living expenses, but the court found she was self-sufficient through her own income and contributed to household costs. Consequently, the court held no loss of services occurred, making the appeal inadmissible and ordering the appellant to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1508 and 928 of the Civil Code; If a deceased adult was self-sufficient through their own income and contributed to household expenses, no loss of services exists, and the claim for compensation is inadmissible.

Keywords

AI generated
loss of services inheritance law self-sufficiency household expenses Civil Code 1508 appeal dismissal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 1508 of the Civil Code
Article 928 of the Civil Code
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 176 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 176/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Σ. του Χ., κατοίκου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ελένη Χρυσανθακοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτωνς: 1) Σ. Σ. του Ι., κατοίκου Αθηνών και 2) αλλοδαπής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Σόφια Βουλγαρίας και εκπροσωπείται νόμιμα, αντιπροσωπεύεται δε στην Ελλάδα από την εδρεύουσα στην Αθήνα και νόμιμα εκπροσωπούμενη εταιρεία με την επωνυμία "...", εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Μανωλιό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 12-9-2018 παρεμπίπτουσα αγωγή της 2ης των ήδη αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-5-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την υπό κρίση, από 2-5-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 6 του ΚΠολΔ), με αριθ. ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αυτή είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή, αν και εμφανίστηκε, δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση. Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ειδικότερα από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί αίτησης αναίρεσης στρεφόμενης κατά περισσότερων αναιρεσίβλητων, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση απλής ομοδικίας, εάν κάποιος από τους αναιρεσίβλητους αυτούς, παρότι έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα από το διάδικο που επισπεύδει τη συζήτηση, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους, παρά την απουσία εκείνου που έχει νομίμως κλητευθεί (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1227/2024, ΑΠ 1032/2024).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την με αριθ. 2459/18-6-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών Ζ.-Ε. Κ., την οποία προσκομίζει με επίκληση η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξούσιου δικηγόρου της, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της από 2-5-2023 αίτησης αναίρεσης, με πράξη κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (15-11-2024) και κλήση για να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη των αναιρεσίβλητων της εν λόγω αίτησης αναίρεσης ασφαλιστική εταιρεία.

Η τελευταία όμως, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλά ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 περ. α` και γ` του ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς και από αδικοπραξία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία, που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, προκύπτει, ότι, όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος στη πρόκληση του ατυχήματος ή στην έκταση της σωματικής του βλάβης, να μην επιδικάσει αποζημίωση, ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Η ένσταση συνυπαιτιότητας του ζημιωθέντος δύναται να αφορά είτε στη πρόκληση του ατυχήματος, δηλαδή στην εξ αυτού γένεση της ζημίας του, είτε στην έκταση αυτής. Πρόκειται για δύο διαφορετικές ενστάσεις, κάθε μία των οποίων συντίθεται από διαφορετικά εν όλω ή εν μέρει πραγματικά περιστατικά, αφού η μεν πρώτη αναφέρεται στη γένεση της ζημίας, η δε δεύτερη στην έκτασή της (ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 1223/2021, ΑΠ 448/2018, ΑΠ 766/2007).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 693/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023, ΑΠ 263/2022).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 693/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1195/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 263/2022).

Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ. δεν θεμελιώνει αυτή καθ`εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 12 παρ. 6 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), επιβάλλεται στους οδηγούς και στους επιβάτες μοτοποδηλάτων να φορούν προστατευτικό κράνος. Η παράλειψη χρήσης προστατευτικού κράνους από τέτοιο πρόσωπο σε περίπτωση σύγκρουσης μοτοποδηλάτων και αυτοκινήτων, θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα αυτού κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 300 του ΑΚ, εφόσον η παράλειψη αυτή, ως εκ του είδους των σωματικών κακώσεων, συνδέεται αιτιωδώς με αυτές.

Αν το ίδιο αποτέλεσμα θα είχε επέλθει και με τη χρήση προστατευτικού κράνους, τότε δεν συντρέχει η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και δεν καταλογίζεται συντρέχουσα αμέλεια στο πρόσωπο, που παρέλειψε να το φορέσει (ΑΠ 1708/2024, ΑΠ 803/2023, ΑΠ 1039/2021, ΑΠ 448/2018, ΑΠ 560/2014, ΑΠ 632/2010). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 και 914 του ΑΚ, η προς ίδιο κίνδυνο ενέργεια του προσώπου πληρούται, όταν αυτό συνειδητά εκτίθεται σε κατάσταση αυτοδιακινδύνευσης.

Η περίπτωση αυτή αξιολογείται όχι ως σιωπηρά, εκ των προτέρων, εκφραζόμενη συναίνεση, όπως το πρόσωπο υποστεί ζημία, για την οποία αποκλείεται η ευθύνη τρίτου, λόγω άρσης, εξαιτίας της συναίνεσης, του παράνομου χαρακτήρα της πράξης αυτού, αλλά ως συντρέχουσα αμέλεια του ιδίου του αυτοδιακινδυνεύοντος, ο οποίος, αν υποστεί ζημία από παράνομη πράξη τρίτου, πρέπει να επωμισθεί ένα μέρος αυτής βάσει του άρθρου 300 του ΑΚ.

Τέτοια είναι, πλην άλλων και η περίπτωση του επιβάτη, ο οποίος αποδέχεται να επιβιβασθεί σε όχημα, γνωρίζοντας ότι ο οδηγός του τελεί υπό την επήρεια οινοπνεύματος και ότι, εξαιτίας της κατάστασής του αυτής, βρίσκεται σε μειωμένη ικανότητα να οδηγήσει, κατά τη διάρκεια δε της οδήγησης προκαλείται, από υπαιτιότητα του οδηγού, ατύχημα, με συνέπεια το τραυματισμό του επιβάτη.

Και αυτό, διότι η οδήγηση οχήματος από πρόσωπο το οποίο τελεί υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αποτελεί γενικά πρόσφορη πράξη για την πρόκληση ατυχήματος. Η συμμετοχή δε του επιβάτη σε ένα τέτοιο ταξίδι θέτει από την πλευρά της ένα αίτιο για την πρόκληση ατυχήματος (ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 564/2014, ΑΠ 740/2005). Κατά δε τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ.

όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τη παρ. 2 του άρθρου 43 του ν. 2963/2001, "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.

Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/Ι) και άνω, μετρούμενο με την μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου" (παρ.1) και "σε περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, γίνεται υποχρεωτικά με αιμοληψία από τα θανόντα πρόσωπα, ως και από τους ζώντες.... (παρ. 3) (ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 71/2019, ΑΠ 158/2015).

Επομένως, όταν ο επιβάτης ενός οχήματος βαρύνεται με δύο συντρέχοντα πταίσματα, όπως όταν δεν χρησιμοποιεί προστατευτικό κράνος και παράλληλα δέχεται να επιβιβαστεί σε όχημα γνωρίζοντας ότι ο οδηγός αυτού τελεί σε κατάσταση μέθης και κατ' ακολουθία είναι ανίκανος για ασφαλή οδήγηση, η οποιαδήποτε αποζημίωση που επιδικάζεται στον ενάγοντα, πρέπει να υπολογιστεί με διπλή μείωση, μετά από παραδοχή ως νόμιμων και ουσιαστικά βάσιμων των σχετικών ενστάσεων του εναγόμενου οι οποίες συνδέονται αιτιωδώς με την επελθούσα ζημία, επιμεριζόμενη μία (μείωση) κατά παραδοχή της πρώτης ένστασης και μία κατά παραδοχή της δεύτερης ένστασης (ΑΠ 448/2018, ΑΠ 766/2007).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 1208/2023).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 3/2020, Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1208/2023).

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 549/2022). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 περ.

β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, δηλ.

για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1033/2024). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του περ.

β` του αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στο κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 1942/2024, ΑΠ 224/2023).

Συνεπώς, η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των αποδεδειγμένων πραγματικών γεγονότων σε αυτούς (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 1942/2024, ΑΠ 1519/2023). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1342/2023).

Με το λόγο αυτόν, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 1198/2023, ΑΠ 1230/2023). Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσηςαπό τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1227/2024, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 118/2019).

Η αναιρεσείουσα, με το πρώτο, δεύτερο και τρίτο αναιρετικό λόγο, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 εδ. α', β' και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις, κατ' εκτίμηση τους νοηματικού τους περιεχομένου, ότι παραβίασε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αλλά και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 300, 914 του ΑΚ και 12 παρ. 6 του ν. 2696/1999(Κ.Ο.Κ.), καθώς και ότι στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, εξαιτίας των ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε, που καθιστούν αδύνατο, εν προκειμένω, τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα δε, μέμφεται τη προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυριζόμενη ότι διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες προκειμένου να αιτιολογήσει την ύπαρξη πταίσματος της Χ. Π. (κόρη της αναιρεσείουσας), συνεπιβάτη στη με αριθ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, την οποία οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος και η οποία ήταν ασφαλισμένη, για τις προς τρίτους ζημίες, στη δεύτερη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού της.

Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι, με το να δεχθεί, η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι η ως άνω θανούσα, συνεπιβάτης 1] δεν φορούσε προστατευτικό κράνος και 2] εκτέθηκε σε κατάσταση αυτοδιακινδύνευσης, επιβιβαζόμενη στην ως άνω μοτοσικλέτα, γνωρίζοντας ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός είχε καταναλώσει σημαντική ποσότητα αλκοόλ, διέλαβε ανεπαρκή (ελλιπή) αιτιολογία, όσον αφορά το συντρέχον πταίσμα αυτής στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού της κατά το ένδικο ατύχημα και 3) εσφαλμένα ερμηνεύοντας τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 300 και 914 του ΑΚ, προέβη σε διπλή μείωση της επιδικασθείσας στην ενάγουσα αποζημίωσης (εξόδων κηδείας), λόγω των δύο συντρεχόντων πταισμάτων της θανούσας.

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τους ως άνω αναιρετικούς λόγους και τα συντρέχοντα πταίσματα της Χ.

Π. στο θανάσιμο τραυματισμό της:''.... Στις 26 Σεπτεμβρίου 2017, ημέρα Τρίτη και περί ώρα 7,25 π.μ. περίπου, η εικοσάχρονη Χ. Π. επέβαινε ως συνεπιβάτης στη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας HONDA 650c.c., ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου, την οποία οδηγούσε ο ίδιος και ήταν ασφαλισμένη για τις προς τρίτους προκαλούμενες ζημίες στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία.

Ο πρώτος εναγόμενος κινείτο επί της λεωφόρου Μεσογείων, με κατεύθυνση από Αθήνα προς Αγία Παρασκευή. Η λεωφόρος Μεσογείων, στο σημείο που έλαβε χώρα το παρακάτω περιγραφόμενο ατύχημα, είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με πλάτος οδοστρώματος 7 μέτρα, πλάτος ερείσματος 1,40 μέτρα, δυο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, είναι ευθεία σε ικανή απόσταση με κατωφέρεια με μικρή κλίση.

Κατά τον ανωτέρω χρόνο, το οδόστρωμα ήταν ξηρό, υπήρχε φυσικός φωτισμός ημέρας, επικρατούσε καλοκαιρία, ενώ η κυκλοφορία πεζών και οχημάτων ήταν κανονική. Ο πρώτος εναγόμενος οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, καθώς μετά το ατύχημα διαπιστώθηκε ότι η περιεκτικότητα οινοπνεύματος στο αίμα του ήταν 1,51 εκατοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος κατά την πρώτη μέτρηση και 1,47 εκατοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο αίματος κατά την δεύτερη μέτρηση, ήτοι ποσότητα πολύ μεγαλύτερη από το μέγιστο επιτρεπόμενο όριο, γεγονός που επέδρασε αρνητικά στην αισθητηριακή και κινητική του απόδοση.

Επίσης, ο πρώτος εναγόμενος, όπως προκύπτει από την από 26-9-2017 έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας, στερείτο άδειας ικανότητας οδήγησης. Έτσι, κινούμενος, ο πρώτος εναγόμενος είχε φθάσει στο ύψος περίπου της οδού Κατεχάκη και συγκεκριμένα κινείτο επί της υπόγειας διάβασης [γέφυρας] που ευρίσκεται στο σημείο εκείνο, κατευθυνόμενος προς Αγία Παρασκευή.

Πλην όμως ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του δίχως σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματός του, χωρίς να κατέχει την απαιτούμενη από το νόμο άδεια ικανότητας οδήγησης δίκυκλης μοτοσικλέτας και ευρισκόμενος υπό την επίδραση οινοπνεύματος καθόσον είχε καταναλώσει πριν ποσότητα αλκοολούχων ποτών, γεγονός που επέδρασε αρνητικά στην αισθητηριακή και κινητική του απόδοση, χωρίς να ασκεί τον απαιτούμενο έλεγχο και την εποπτεία, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να πραγματοποιεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και χωρίς να ρυθμίσει κατάλληλα την ταχύτητα της δίκυκλης μοτοσικλέτας του λαμβάνοντας υπόψη του τις συνθήκες που επικρατούσαν, όταν πλησίασε στην κατωφέρεια της λεωφόρου Μεσογείων, προκειμένου να διέλθει κάτωθι της γέφυρας, απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του, με αποτέλεσμα να ανατραπεί και στη συνέχεια να εκτραπεί δεξιά σε σχέση με την πορεία του και να πλαγιολισθήσει επί του οδοστρώματος για ανεξέλεγκτο αριθμό μέτρων........

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μετά το ως άνω ατύχημα η συνεπιβάτης της δίκυκλης μοτοσικλέτας μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο νοσοκομείο "ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ" όπου διαπιστώθηκε ότι υπέστη κάταγμα σπλαχνικού και προσωπικού κρανίου, υποαραχνοειδή αιμορραγία, επισκληρίδιο αιμάτωμα και κάκωση θώρακος.

Με τη μεταφορά της στο ως άνω νοσοκομείο αμέσως διασωληνώθηκε και τέθηκε σε άμεση φροντίδα στη Μονάδα Εντατική Θεραπείας. Εκεί παρέμεινε σε αφασική κατάσταση, χωρίς να επικοινωνεί με το περιβάλλον. Στην ως άνω κατάσταση παρέμεινε μέχρι και τη μεσημβρία της 26ης-10-2017, οπότε απεβίωσε. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε όμοια ως πρό το θέμα της υπαιτιότητας στη πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και τον συνεπεία αυτού θανάσιμο τραυματισμό της Χ.

Π., ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και ο πρώτος λόγος της πρώτης έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του ζημιογόνου οχήματος είχε καταναλώσει πριν από το ένδικο ατύχημα ποσότητα αλκοολούχων ποτών (..), πράγμα που γνώριζε η θανούσα η οποία ήταν φίλη του εναγομένου.

Συγκεκριμένα, η θανούσα στις 25-9-2017, ημέρα Δευτέρα και δη τις βραδυνές ώρες εργαζόταν ως σερβιτόρα στο μπαρ με την επωνυμία "...'' εκμετάλλευσης της εταιρείας με την επωνυμία "....", επί της οδού ..., κατ' εξαίρεση από το σύνηθες πρόγραμμα εργασίας της που ήταν κάθε Παρασκευή από ώρα 17.00' έως ώρα 01.00' [είχε προσληφθεί με την άνω ιδιότητα στις αρχές του ίδιου μήνα και δη στις 8-9-2017] και ειδικότερα λόγω του ότι την ανωτέρω ημέρα το μπαρ διοργάνωνε εκδήλωση της λέσχης των απανταχού Κυπρίων.

Στο ανωτέρω κατάστημα μετέβη ο πρώτος εναγόμενος περί ώρα 1.30' της 26-9-2017, έχοντας τελειώσει την εργασία του ως διανομέας σε σουβλατζίδικο της περιοχής με σκοπό να αναμείνει την Χ. Π. μέχρι το πέρας της εργασίας της και να την μεταφέρει με τη μοτοσυκλέτα του στην οικία της. Κατά την διάρκεια της παραμονής του στο κατάστημα μέχρι τις 05.30 ώρα της 26-9-2017 η Χ.

Π. τον κέρασε τέσσερα ουίσκυ που ο πρώτος εναγόμενος κατανάλωσε. Μετά το κλείσιμο του καταστήματος περί ώρα 05.30 οι δυο νέοι μετέβησαν με φιλικό τους πρόσωπο σε γειτονικό κατάστημα μπαρ με την επωνυμία "..." από το οποίο αποχώρησαν περί ώρα 06.45'και αφού κατανάλωσαν από μια μπύρα ο καθένας. Έτσι, πριν η θανούσα επιβιβασθεί στη δίκυκλη μοτοσυκλέτα γνώριζε ότι ο εναγόμενος είχε καταναλώσει σημαντική ποσότητα αλκοολούχων ποτών αλλά και ότι ήταν κουρασμένος από την προηγηθείσα εργασία του και ότι δεν είχε τη σωματική και διανοητική ικανότητα να οδηγήσει.

Αλλά και από τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο και χωρίς απόδειξη [άρθρο 334 ΚΠολΔ], η κατανάλωση αλκοολούχων ποτών με συνακόλουθο την περιεκτικότητα οινοπνεύματος στο αίμα πολλαπλάσια της μεγίστης επιτρεπομένης, προκαλεί στον άνθρωπο αίσθημα ευφορίας, έλλειψη νηφαλιότητας, ελάττωση των αντανακλαστικών και υπερτίμηση των ικανοτήτων και δυνατοτήτων περί την οδήγηση.

Με τα δεδομένα αυτά, αποδεχόμενη η θανούσα να επιβιβασθεί στην ανωτέρω δίκυ μοτοσυκλέτα και να μεταφερθεί από τον εναγόμενο από λόγο φιλοφροσύνης συντέλεσε η ίδια από δικό της πταίσμα κατά ποσοστό 30% στο επελθόν αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού της κατά την ανατροπή του ως άνω οχήματος καθόσον αν η θανούσα επεδείκνυε την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές σύνεση και επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου, όφειλε να αρνηθεί την επιβίβαση και μεταφορά της από οδηγό ευρισκόμενο σε κατάσταση μέθης.

Έσφαλλε επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ως βαθμό του εν λόγω συντρέχοντος πταίσματος της θανούσας αυτό του 20%, γενομένης έτσι εν μέρει δεκτής της προβαλλόμενης από τους εναγομένους ένστασης συντρέχοντος πταίσματος της θανούσας λόγω αυτοδιακινδύνευσης, την οποία προέβαλαν οι εναγόμενοι στον πρώτο βαθμό και επαναφέρουν με το συναφές σκέλος του δεύτερου λόγου της πρώτης έφεσης και το συναφές σκέλος του πρώτου λόγου της δεύτερης έφεσης, δηλαδή πρέπει να γίνει δεκτός εν μέρει ο δεύτερος λόγος της πρώτης έφεσης ως προς το συναφές σκέλος του και εν μέρει δεκτός ο πρώτος λόγος της δεύτερης έφεσης ως προς συναφές σκέλος του.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η θανούσα κατά την επιβίβασή της στο μοτοσυκλέτα του πρώτου εναγομένου δεν φορούσε, όπως όφειλε, προστατευτικό κράνος. Εάν φορούσε τέτοιο αυτό θα είχε ευρεθεί στον τόπο του ένδικου ατυχήματος και θα αναφερόταν στην έκθεση αυτοψίας ή στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας. Αλλά πέραν τούτου, σύμφωνα με τη με αριθμό ...

ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ιατροδικαστή Σ. Μ., ως αιτία θανάτου της Χ. Π. αναγράφονται "βαρύτατες κακώσεις κεφαλής-εγκεφαλική νέκρωση ", οι οποίες δεν θα είχαν επέλθει ή πάντως θα είχαν μετριασθεί εάν η θανούσα φορούσε προστατευτικό κράνος. Επομένως, η ως άνω παράλειψη της θανούσας να φέρει προστατευτικό κράνος συντέλεσε στην επίταση της βαρύτητας των τραυμάτων που υπέστη στην κεφαλή από την οποία και επήλθε ο θάνατός της, καθότι αν φορούσε κράνος δεν θα είχε τραυματισθεί τόσο σοβαρά με συνέπεια να συμβάλει κατά ποσοστό 30% στην επέλευση αυτού.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε ότι η θανούσα κατά την επιβίβασή της στη μοτοσυκλέτα του πρώτου εναγομένου φορούσε προστατευτικό κράνος έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο το σχετικό σκέλος του δεύτερου λόγου της πρώτης έφεσης και επίσης εν μέρει δεκτό το σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου της δεύτερης εφέσης, με τα οποία [σκέλη των εφέσεων] επαναφέρεται ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου η πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος της θανούσας στον θανάσιμο τραυματισμό της λόγω μη χρήση προστατευτικού κράνους [ο πρώτος εναγόμενος υποστηρίζει ότι η θανούσα έφερε κράνος το οποίο δεν ήταν κανονικά δεμένο, ισχυρισμός που αξιολογείται σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναφέρθηκαν στην δεύτερη μείζονα σκέψη της παρούσας και γίνεται τελικά δεκτός ως έλλειψη χρήσης προστατευτικού κράνους] ........

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα για τα έξοδα κηδείας και ταφής της θυγατέρας της κατέβαλε το συνολικό ποσόν των 1.702,22 ευρώ (...). Η δαπάνη αυτή δεν αμφισβητείται από κανένα διάδικο μέρος. Ωστόσο, το κονδύλιο αυτό δεν θίγεται ειδικώς με λόγο έφεσης. Σύμφωνα, όμως, με όσα αναφέρθηκαν στην έκτη μείζονα σκέψη της παρούσας, στο λόγο της εφέσεως για αναγνώριση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος περιλαμβάνεται αναγκαίως και αίτημα για ανάλογη μείωση των κονδυλίων, τα οποία ως προς το ύψος τους δεν θίγονται ειδικώς.

Υπό αντίθετη εκδοχή θα έπρεπε να μην γίνει τέτοια μείωση παρά την αναγνώριση συνυπαιτιότητας του ενάγοντος.

Εν προκειμένω, οι εναγόμενοι, όπως ήδη ανωτέρω σημειώθηκε επαναφέρουν με λόγους των εφέσεών τους τις ενστάσεις συντρέχοντος πταίσματος της θανούσας και δη οι εκκαλούντες -εναγόμενοι επαναφέρουν με λόγο έφεσής τους την ένσταση συντρέχοντος πταίσματος της παθούσας λόγω μη χρήσης προστατευτικού κράνους, η οποία είχε απορριφθεί στον πρώτο βαθμό ζητώντας να γίνει δεκτή, καθώς και ένσταση συντρέχοντος πταίσματος της παθούσας λόγω αυτοδιακινδύνευσης, η οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ζητώντας την παραδοχή της σε μεγαλύτερο ποσοστό.

Επομένως, πλήσσεται και το κονδύλιο εξόδων κηδείας και ταφής και το συγκεκριμένο κονδύλιο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην τέταρτη σκέψη της παρούσας θα μειωθεί δυο φορές και συγκεκριμένα μια φορά κατά ποσοστό 30% λόγω της εν μέρει παραδοχής της ένστασης συντρέχοντος πταίσματος της θανούσας λόγω αυτοδιακινδύνευσης και μια ακόμη επίσης κατά ποσοστό 30% λόγω της παραδοχής της ένστασης συντρέχοντος πταίσματος της θανούσας λόγω μη χρήσης προστατευτικού κράνους, ήτοι κατά τα ποσά των 510,66 ευρώ+510,66 ευρώ= 1.021,33 ευρώ [1.702,22 ευρώ Χ30% δυο φορές] και συνεπώς επιδικαστέο στην ενάγουσα μητέρα της θανούσας είναι το ποσόν των 680,88 ευρώ [1.702,22 ευρώ -1.021,33 ευρώ].....''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκρινε συνυπαίτια του θανάσιμου τραυματισμού της την Χ. Π. κατά ποσοστό 30% λόγω του ότι δεν φορούσε, ως επιβάτης στη μοτοσικλέτα, προστατευτικό κράνος και κατά ποσοστό 30% λόγω του ότι εκτέθηκε σε κατάσταση αυτοδιακινδύνευσης, επιβιβαζόμενη στην ως άνω μοτοσικλέτα, γνωρίζοντας ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός αυτής είχε καταναλώσει σημαντική ποσότητα αλκοόλ, μειώνοντας, κατά παραδοχή των σχετικών ενστάσεων, την επιδικασθείσα αποζημίωση δύο φορές.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300 του ΑΚ και 12 παρ. 6 του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, στο ζήτημα του συντρέχοντος πταίσματος από μέρους της Χ.

Π. στην έκταση του θανάσιμου τραυματισμού της, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το αν εφαρμόσθηκε ορθά ή όχι ο νόμος (άρθρ. 300 ΑΚ), όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτό και έχουν ουσιώδη επιρροή στο κρίσιμο ζήτημα ότι η ως άνω θανούσα, με το να μην φοράει, ως επιβάτης στη δίκυκλη μοτοσικλέτα, προστατευτικό κράνος, κατά το χρόνο του ατυχήματος και να επιβιβαστεί σε αυτήν γνωρίζοντας ότι ο οδηγός της (μοτοσικλέτας) είχε καταναλώσει σημαντική ποσότητα αλκοόλ, συνετέλεσε στην έκταση του τραυματισμού της που αναφέρθηκε παραπάνω, ενώ ορθά υπήγαγε τα δεκτά γενόμενα από αυτό περιστατικά στην έννοια του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων αυτών και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος.

Ειδικότερα, το ως άνω δικαστήριο δέχθηκε, ότι αποδείχθηκε ότι η θανούσα επιβιβασθείσα στην ως άνω μοτοσικλέτα: α) δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, επιπρόσθετα δε δέχθηκε ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη αυτή (οι οποίες λεπτομερώς αναφέρονται) και ο εξαιτίας αυτών επελθών θάνατός της, δεν θα είχαν επέλθει ή θα είχαν μετριαστεί αν φορούσε προστατευτικό κράνος και β) γνώριζε, λόγω της μεταξύ αυτής και του πρώτου αναιρεσίβλητου-οδηγού φιλικής σχέσης και της προηγηθείσας συναναστροφής τους [κατανάλωση από τον οδηγό τεσσάρων ποτών (ουίσκι), τα οποία η ίδια τον κέρασε και μίας μπύρας], ότι ο εν λόγω οδηγός της μοτοσικλέτας είχε καταναλώσει σημαντική ποσότητα αλκοόλ (περιεκτικότητα οινοπνεύματος στο αίμα του 1,51gr/l η πρώτη μέτρηση και 1,47 gr/l η δεύτερη μέτρηση), καθώς και ότι ήταν κουρασμένος από την προηγηθείσα εργασία του, μη έχοντας τη σωματική και διανοητική ικανότητα να οδηγήσει καθόσον η ως άνω κατανάλωση επέδρασε αρνητικά στην αισθητηριακή και κινητική του απόδοση ως οδηγού.

Με βάση δε τα παραπάνω συντρέχοντα πταίσματα της θανούσας προέβη σε διπλή μείωση της επιδικασθείσας στην αναιρεσείουσα αποζημίωσης (30%+30%).

Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα πλήττει το πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης, ανεξάρτητα αν παραπονείται για δήθεν ασάφεια και ανεπάρκεια αιτιολογίας (δεν επικαλείται έλλειψη αιτιολογιών) και ως εκ τούτου οι προτεινόμενοι λόγοι αναίρεσης αφορούν τη κρίση των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας, δηλ. συνιστούν προβολή ανεπίτρεπτου λόγου αναίρεσης κατ` άρθρο 561 του ΚΠολΔ και ως εκ τούτου είναι απορριπτέοι και ως απαράδεκτοι (ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 1227/2024, ΑΠ 57/2022).

Συνεπώς, οι αιτιάσεις που περιέχονται στους ως άνω αναιρετικούς λόγους κατά το μέρος τους με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1α'και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και απαράδεκτες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.Οι ως άνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας στους οποίους επιχειρεί να θεμελιώσει και την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι αυτοί (ισχυρισμοί) δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και, εκ του πράγματος, απορρίφθηκαν, αφού η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τους ισχυρισμούς αυτούς (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1224/2024, ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021), κατά το σκέλος δε με το οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά έγγραφα που προσκόμισε για την απόρριψη των ως άνω ενστάσεων, κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον η αιτίαση αφορά έγγραφα, δηλαδή αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 του ΚΠολΔ, τα οποία δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό-πράγμα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 1197/2023, ΑΠ 602/2023, ΑΠ 155/2022, ΑΠ 1373/2022).

Το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στις δικαζόμενες, κατά το άρθρο 681 Α' [ήδη 614 αριθ. 6] του ΚΠολΔ, διαφορές, ορίζει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους". Έτσι το Εφετείο κρίνει αν οι πρωτόδικοι δικαστές αποφάνθηκαν ορθώς ή όχι επί τη βάσει των περιεχόμενων στο εφετήριο λόγων έφεσης, δηλαδή των αποδιδόμενων από τον εκκαλούντα στην πρωτόδικη απόφαση σφαλμάτων και παραλείψεων, που συνιστούν τη νομική βάση της έφεσης.

Επομένως σφάλματα ή παραλείψεις που δεν προβλήθηκαν με τους λόγους της έφεσης, δεν μπορούν να εξετασθούν αυτεπαγγέλτως από το εφετείο, ούτε επιτρέπεται σ` αυτό, αν διαπιστώσει τέτοιες πλημμέλειες, να τις εξετάσει αυτεπαγγέλτως και να απαγγείλει την εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της απόφασης που προσβλήθηκε με την έφεση.

Διαφορετικά, συγχωρείται αναίρεση κατά της εφετειακής απόφασης για τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Περαιτέρω, σε απόφαση που εκδίδεται σε αγωγή αποζημίωσης από αυτοκινητικό ατύχημα, που γίνεται δεκτή κατ` ουσία από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά παραδοχή προβληθείσας από τον εναγόμενο ένστασης του άρθρου 300 του ΑΚ μειώνεται ανάλογα κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας το αριθμητικό ποσό ζημίας, ο εναγόμενος δύναται με την έφεσή του να διατυπώσει παράπονο κατά της πρωτόδικης απόφασης ως προς το κεφάλαιο της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος στην έκταση της σωματικής του βλάβης, ζητώντας την παραδοχή της ένστασης του άρθρου 300 του ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή συμπροσβάλλεται αναγκαίως και το κεφάλαιο της αποζημίωσης υπό την έννοια, ότι σε περίπτωση παραδοχής της έφεσης κατά το μνησθέν κεφάλαιο της ένστασης του άρθρου 300 του ΑΚ, θα μειωθεί ανάλογα και το ποσό της αποζημίωσης υπέρ του ενάγοντος. Η συμπροσβολή αυτή του κεφαλαίου της αποζημίωσης είναι αυτονοήτως αναγκαία, παρά την ενίοτε μη ειδική επισήμανσή της για το λόγο, ότι ο εκκαλών, ασκώντας έφεση, επιδιώκει, στην άνω περίπτωση, όχι μόνο την κήρυξη του παθόντος συνυπαίτιου στην έκταση της σωματικής του βλάβης, αλλά συγχρόνως τη μείωση της υπέρ αυτού επιδικαζόμενης αποζημίωσης.

Διαφορετικά, θα προκύπτει το παράδοξο αποτέλεσμα, να αναγνωρίζεται, κατά παραδοχή του σχετικού κεφαλαίου έφεσης, συνυπαίτιος για την έκταση της σωματικής του βλάβης ο ενάγων, όμως παρόλα αυτά να μη θίγεται καθόλου το κεφάλαιο της πρωτοδίκως υπέρ αυτού επιδικασθείσας αποζημίωσης, γιατί θα θεωρείται ότι δεν προσβλήθηκε με την έφεση (ΑΠ 160/2021, ΑΠ 600/2021, ΑΠ 1001/2013, ΑΠ 632/2010, ΑΠ 442/2002).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με την προσβληθείσα, με τις από 12-12-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...) και από 14-12-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), εφέσεις του πρώτου και δεύτερης των αναιρεσίβλητων, ... οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η θανούσα Χ. Π. κρίθηκε ότι με το να επιβιβαστεί στη δίκυκλη μοτοσικλέτα του πρώτου αναιρεσίβλητου και να μεταφερθεί από αυτόν συνετέλεσε η ίδια από δικό της πταίσμα κατά ποσοστό 20% στο επελθόν αποτέλεσμα του θανάσιμου τραυματισμού της κατά την ανατροπή του εν λόγω οχήματος, καθόσον αν η θανούσα επεδείκνυε την επιβαλλόμενη στις συναλλαγές σύνεση και επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου, όφειλε να αρνηθεί την επιβίβαση και μεταφορά της από οδηγό ευρισκόμενο σε κατάσταση μέθης.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε κατά ένα μέρος τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων και ότι η ως άνω θανούσα Χ. Π. συνετέλεσε, κατά ποσοστό 30%, στην έκταση του θανάσιμου τραυματισμού της (επιπρόσθετα του 30% λόγω έλλειψης προστατευτικού κράνους), προχώρησε δε περαιτέρω στην ανάλογη μείωση των επιδικασθέντων αγωγικών κονδυλίων της ενάγουσας-αναιρεσείουσας.

Από τα δικόγραφα των ως άνω εφέσεων των αναιρεσίβλητων, που επισκοπούνται παραδεκτά από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι με τις εφέσεις προβαλλόταν η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος της θανούσας κατ' άρθρο 300 του ΑΚ " .... κατά ποσοστό 90% δεδομένου ότι αφενός δεν είχε προσδέσει προσηκόντως στη κεφαλή της το προστατευτικό κράνος ως της είχα υποδείξει, αιτία για την οποία συνετέλεσε στο θανάσιμο τραυματισμό της κατά ποσοστό 40%, αφετέρου αποδεχόμενη τον κίνδυνο να επιβιβαστεί στη μοτοσικλέτα, ενώ γνώριζε ότι είχα καταναλώσει αλκοόλ, αιτία για την οποία συνετέλεσε στο θανάσιμο τραυματισμό της κατά ποσοστό 50%..." (έφεση πρώτου αναιρεσίβλητου) και " ...γνώριζε πολύ καλά η θανούσα ότι ο σύντροφός της είχε καταναλώσει άφθονή ποσότητα αλκοόλ η οποία επηρέαζε την αντιληπτική και οδηγική του ικανότητα και μολαταύτα επιβιβάστηκε στο δίκυκλο εν γνώσει των παραπάνω επιβαρυντικών για τη πρόκληση ατυχήματος στοιχείων..." (έφεση δεύτερης αναιρεσίβλητης) και ζητείτο το ποσοστό αυτό να ληφθεί υπόψη και να περιοριστούν αναλόγως τα αγωγικά κονδύλια των ζημιών της αναιρεσείουσας-ενάγουσας, υπό την έννοια ότι οι ίδιοι επιθυμούν την αναγνώριση ότι η θανούσα συνετέλεσε στο θανάσιμο τραυματισμό της και συνακολούθα στην επιδίκαση στην αναιρεσείουσα μειωμένης αποζημίωσης για τα έξοδα κηδείας κ.λ.π., ανάλογης του σχετικού ποσοστού που θα καθοριστεί.

Το Εφετείο, επομένως, που δέχθηκε την ένσταση συνυπαιτιότητας (συντρέχουσας αμέλειας) της θανούσας κατά τα παραπάνω, η οποία προβλήθηκε παραδεκτά με το δεύτερο λόγο της από 12-12-2019 (πρώτης) έφεσης και με το πρώτο λόγο της από 14-12-2019 (δεύτερης) έφεσης, δεν υπέπεσε στη πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ο πέμπτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθ. 8, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 380/2023).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, δηλ.

ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2015, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 1545/2024). Και αυτό, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στη πρώτη περίπτωση (όσον αφορά το δικαιούχο-παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1909/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1545/2024).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, η προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με το κεφάλαιο που ενδιαφέρει στη παρούσα δίκη τον τέταρτο αναιρετικό λόγο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, κατ' άρθρο 932 του ΑΚ, που επιδικάστηκε στην αναιρεσείουσα, μητέρα της Χ. Π., δέχθηκε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπησή της, τα εξής: ''......

περαιτέρω, από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι η θανούσα Χ. Π. του Α. και Ε. που γεννήθηκε στις 28-7-1997 κατά το χρόνο του θανάτου της άφησε στη ζωή τη μητέρα της Σ. Ε. του Χ. και Χ., που γεννήθηκε στις 20-2-1956 [..]. Επομένως, η θανούσα κατά το χρόνο του ένδικου συμβάντος ήταν ηλικίας 20 ετών, υγιής, δραστήρια, εργατική και εξαιρετικά κοινωνική και αγαπητή στο περίγυρό της και διέμενε με την ενάγουσα μητέρα της.

Ο αιφνίδιος, απρόσμενος και βίαιος θάνατος της κάτω από τις αποδειχθείσες συνθήκες, προκάλεσε μεγάλη θλίψη στη μητέρα της, η οποία συνδεόταν με αυτήν με απέραντη αγάπη και έντονο ψυχικό δεσμό. Έτσι, με βάση όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και ιδίως τις συνθήκες επέλευσης του ένδικου συμβάντος, την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού της ζημιογόνου δίκυκλης μοτοσικλέτας στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, του βαθμού του συντρέχοντος πταίσματος της θανούσας στο θανάσιμο τραυματισμό της λόγω αυτοδιακινδύνευσης, του βαθμού του συντρέχοντος πταίσματος της ιδίας στο είδος και την έκταση των βλαβών της λόγω μη χρήσης προστατευτικού κράνους, την ηλικία της θανούσας, τις συνθήκες του βίου της, την ηλικία της ενάγουσας, την ένταση του ψυχικού άλγους της τελευταίας, τη σχέση τους και το βαθμό της συναισθηματικής της σύνδεσης με τη θανούσα, την διατάραξη που επέφερε ο θάνατός της στην οικογενειακή της ζωή και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων [όχι όμως και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική], η ενάγουσα υπέστη συνεπεία της θανάτωσης της μονάκριβης θυγατέρας της ψυχική οδύνη, για την αποκατάσταση της οποίας επιδικαστέο είναι ως εύλογο και δίκαιο το ποσόν των 50.000 ευρώ [το οποίο προκύπτει μετά από αφαίρεση ποσού 44 ευρώ για την άσκηση του δικαιώματος παράστασης πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου].

Εξάλλου, το ως άνω ποσόν κρίνεται ως δίκαιο και εύλογο (...), δηλαδή, ανάλογο με τις συγκεκριμένες περιστάσεις της προκείμενης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, εξειδικεύεται με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης (...).

Συνακόλουθα, ο σχετικός τρίτος λόγος της δεύτερης έφεσης και ο τεκμαιρόμενος λόγος της πρώτης έφεσης πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτοί ως βάσιμοι και από ουσιαστική άποψη ενώ ο τρίτος λόγος της τρίτης έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος....''. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας-αναιρεσείουσας λόγω ψυχικής οδύνης την οποία υπέστη από το θανάσιμο τραυματισμό της κόρης της στο πιο πάνω ποσό, αφού εκτίμησε τα υπόψη του τιθέμενα πραγματικά περιστατικά, μεταξύ των οποίων και το βαθμό του συντρέχοντος πταίσματος (συντρέχουσας αμέλειας) της τελευταίας στο θανάσιμο τραυματισμό της λόγω της μη χρήσης προστατευτικού κράνους, αλλά και λόγω αυτοδιακινδύνευσης (επιβιβαζόμενη στην ως άνω μοτοσικλέτα, γνωρίζοντας ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος οδηγός είχε καταναλώσει αλκοόλ), δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά τη κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς από το επιδικαζόμενο σε παρόμοιες περιπτώσεις.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο τέταρτος, βασιζόμενος στον αριθμό 1 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης. Με βάση δε τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, μη απαιτούμενης της παράθεσης και άλλων, αλλά και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή ή μη του πιο πάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 932 του ΑΚ, τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο ίδιος λόγος (τέταρτος) αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 928 εδ. β'του ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, ο υπαίτιος υποχρεούται να αποζημιώσει εκείνον που κατά νόμο είχε δικαίωμα να απαιτήσει από το θύμα διατροφή ή παροχή υπηρεσιών. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1508 του ΑΚ: "Το τέκνο εφόσον αποτελεί μέλος του οίκου των γονέων του και ανατρέφεται ή διατρέφεται από αυτούς υποχρεούται να παρέχει στους γονείς του για τη διοίκηση του οίκου ή την άσκηση του επαγγέλματος τους, υπηρεσίες ανάλογες με τις δυνάμεις του και τις βιοτικές συνθήκες του ίδιου και της οικογένειας του".

Για την εφαρμογή του άρθρου 1508 του ΑΚ, εκτός από την ιδιότητα του μέλους του γονικού οίκου, η διάταξη επιβάλλει και δύο άλλες, διαζευκτικά διατυπωμένες, προϋποθέσεις: το παιδί υπέχει την υποχρέωση παροχής υπηρεσιών στους γονείς, εφόσον ανατρέφεται ή διατρέφεται από αυτούς. Η πρώτη αφορά μόνο τα ανήλικα, η δεύτερη καταλαμβάνει και τα ενήλικα.

Η παροχή διατροφής από τους γονείς ή από τον γονέα με τον οποίο συνοικεί το παιδί, μπορεί να είναι εκούσια ή να επιβάλλεται κατ` άρθρο 1485 επ. του ΑΚ. Έτσι, σε περίπτωση θανάτωσης του τέκνου τους, οι γονείς του μπορούν να απαιτήσουν αποζημίωση είτε για στέρηση διατροφής, είτε για στέρηση παροχής υπηρεσιών, τα δικαιώματα δε, αυτά των γονέων, τελούν μεταξύ τους σε σχέση διαζευκτική και όχι συμπλεκτική.

Πάντως, οι γονείς δεν μπορούν να απαιτήσουν αποζημίωση για στέρηση υπηρεσιών κατά την ΑΚ 1508, αν το τέκνο εργάζεται επαγγελματικά εκτός της οικίας και διατρέφεται στην ουσία μέσω των δικών του εισοδημάτων που εισκομίζει στην οικογένεια των γονέων του, καθόσον στη περίπτωση αυτή δεν συντρέχει μία από τις βασικές προϋποθέσεις της διάταξης του άρθρου 1508 του ΑΚ (ΑΠ 1297/2014, ΑΠ 505/1999, ΑΠ 1447/1983, ΑΠ 121/1979).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον έκτο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, το οποίο απέρριψε το κονδύλιο της αγωγής που αφορά αξίωση αποζημίωσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας (μητέρας της θανούσας) λόγω της στέρησης των υπηρεσιών του θανόντος τέκνου της εξαιτίας του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος, περιέλαβε ασαφείς, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικά με την αγωγική αυτή αξίωση, παραβιάζοντας συγχρόνως με εσφαλμένη κρίση και τα διδάγματα κοινής πείρας.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σε σχέση με το παραπάνω κεφάλαιο της αγωγής, που ενδιαφέρει εδώ ''...... περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η Χ.

Π. κατά το χρόνο του θανάσιμου τραυματισμού της, ήταν ηλικίας 20 ετών, ήταν υγιής, κοινωνική και δραστήρια καθώς είχε πολλά ενδιαφέροντα και χόμπι [χορός, μουσική, κολύμβηση, ξένες γλώσσες, ενώ προσέφερε και εθελοντική εργασία στον Οργανισμό ''Επιμένων Ελληνικά''] Ήταν φοιτήτρια στο Γ' έτος της Σχολής Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών.

Ήδη από το έτος 2015 εργαζόταν σε διάφορα καταστήματα νυχτερινής διασκέδασης. Κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος εργαζόταν, όπως ήδη ανωτέρω σημειώθηκε, ως σερβιτόρα στο μπαρ με την επωνυμία "..." εκμετάλλευσης της εταιρείας με την επωνυμία "....'', επί της οδού ..., κάθε Παρασκευή από ώρα 17.00 έως ώρα Ο1.ΟΟ', ήτοι οκτώ ώρες, με ωρομίσθιο 3,07 ευρώ και μηνιαίες αποδοχές 102,19 ευρώ, έχοντας προσληφθεί στις 8-9-2017.

Παράλληλα, εργαζόταν σε άλλα δυο νυχτερινά καταστήματα και δη στο κατάστημα ... στη ... τα Σάββατα και στο κατάστημα ... τις Κυριακές, όπως, μεταξύ άλλων, προκύπτει από τις σχετικές αναρτήσεις στο διαδίκτυο. Οι αποδοχές της στα άλλα δύο νυκτερινά καταστήματα ήταν αντίστοιχες με αυτές του κέντρου .... Έτσι, η Χ.

Π., κατά το χρόνο του ένδικου ατυχήματος, είχε μηνιαία εισοδήματα ύψους 306 ευρώ. Διέμενε μαζί με τη μητέρα της πρώτη ενάγουσα και με τα εισοδήματά της κάλυπτε πλήρως τις διατροφικές της ανάγκες και συγκεκριμένα τις ανάγκες σίτισης, ένδυσης-υπόδησης, ψυχαγωγίας, ενώ συμμετείχε και στην αναλογία της στις κοινόχρηστες δαπάνες της οικογενειακής οικίας.

Ως εκ τούτου, εφόσον η ενάγουσα αυτοδιατρεφόταν κατά τον χρόνο του θανάσιμου τραυματισμού της, δεν θεμελιώνεται αξίωση της μητέρας της για αποζημίωση λόγω στέρησης παροχής υπηρεσιών, κατ' άρθρον 1508 ΑΚ και το σχετικό κονδύλιο κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμο και απορριπτέο. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε το σχετικό κονδύλιο αποζημίωσης εν μέρει ουσιαστικά βάσιμο και επιδίκασε για την άνω αιτία στην ενάγουσα μητέρα της θανούσας το ποσόν των 96 ευρώ μηνιαίως πληρωτέο εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μήνα για το χρονικό διάστημα από 26-9-2017 έως 26-6-2022 υπό τη μορφή μηνιαίων περιοδικών παροχών, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καθυστέρησης της πληρωμής κάθε μηνιαίας δόσης μέχρι την εξόφληση, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και ο τρίτος λόγος της πρώτης έφεσης καθώς και ο δεύτερος λόγος της δεύτερης έφεσης [η δεύτερη εκκαλούσα παραπονείται για εν γένει κακή εκτίμηση των αποδείξεων], πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι, ενώ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της τρίτης έφεσης .....''.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, στις οποίες στηρίχθηκε, σε σχέση με το ανωτέρω κεφάλαιο, καθόσον αναφέρεται σ` αυτή ότι το ενήλικο τέκνο της αναιρεσείουσας που συνοικούσε μαζί της, δεν διατρέφονταν από την ίδια, αλλά, κατά το χρόνο του θανάτου του, αυτοδιατρεφόταν, αφού, με τα αναλυτικά αναφερόμενα εισοδήματα από την εργασία του, κάλυπτε πλήρως τις διατροφικές του ανάγκες, ενώ συμμετείχε και στην αναλογία του στις κοινόχρηστες δαπάνες της οικογενειακής οικίας και ως εκ τούτου δεν θεμελιώνεται αξίωση της μητέρας της για αποζημίωση λόγω στέρησης παροχής υπηρεσιών, κατ' άρθρον 1508 του ΑΚ.

Η εμπεριεχόμενη δε στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση ότι, με τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο παραβίασε ευθέως το παρακάτω δίδαγμα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στις ως άνω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 1508 και 928 του ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και ειδικότερα το δίδαγμα της κοινής πείρας σύμφωνα με το οποίο "η θανούσα δεν θα μπορούσε με το ποσό των 306,00 ευρώ μηνιαίως δήθεν να αυτοδιατρέφεται και να καλύπτει και τις άμεσες βιοτικές της δαπάνες, αλλά και τη συμμετοχή της στις δαπάνες της οικίας....".

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι το δίδαγμα της κοινής πείρας, το οποίο παραβιάστηκε, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, όπως έχουν εκτεθεί αναλυτικά προηγουμένως, παρεκτός του ότι δεν συγκροτεί την έννοια τέτοιου διδάγματος, δεν αφορά την ερμηνεία ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αλλά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας, ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να απαιτήσει αποζημίωση για στέρηση υπηρεσιών κατά την ΑΚ 1508, εφόσον η ενήλικη θανούσα εργαζόταν επαγγελματικά εκτός της οικίας και διατρέφονταν στην ουσία μέσω των δικών της εισοδημάτων που εισκόμιζε στην οικογενειακή οικία, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Επομένως, ο έκτος αναιρετικός λόγος, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Μετά τα παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει) και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου πρώτου αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, αφού αυτή ερημοδίκησε και δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα, ούτε, φυσικά, υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 2-5-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. ... τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ