Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding disputed church property ownership and land registry errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the widow and her daughter against the final judgment of the Single Court of Appeal in the Dodecanese. The appellants argued that the lower court erred in rejecting their claim to the disputed monastery property and ignored specific evidence regarding land registry discrepancies and witness testimony. The court held that the final judgment was based on a comprehensive evaluation of all evidence presented, including the sworn affidavit, and thus the appeal lacked legal grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1033 of the Civil Code; The transfer of real property ownership requires a valid agreement between the owner and the transferee, and the court's final decision on ownership disputes is binding unless proven erroneous through proper appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 176 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 176/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Χ. Τ., χήρας Ν., το γένος Λ. Θ., κατοίκου ..., 2) Σ. συζ. L. A. Κ. (Λ. Α. Κ.) το γένος Λ. Θ., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Γιασεμώ Καραγιάννη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΡΟΔΟΥ", που εδρεύει στη Ρόδο (Γραφεία Ιεράς Μητρόπολης Ρόδου), και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΣΥΜΗΣ", που εδρεύει στη Σύμη (Γραφεία Ιεράς Μητρόπολης Σύμης), και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Παπαγεωργίου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών και την από 8-6-2018 κύρια παρέμβαση του ήδη β' αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 145/2021 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 30-9-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 30-09-2021 αίτηση των αναιρεσειουσών προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, με αριθμ. 145/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο απέρριψε την από 01-06-2020 έφεση του αναιρεσειουσών κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 104/2020, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, το οποίο απέρριψε την από 10-04-2018 αγωγή τους και έκανε δεκτή την από 08-06-2018 κύρια παρέμβαση του δεύτερου αναιρεσιβλήτου. Η παραπάνω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. [1] Κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ, προκύπτει ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία και με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (ΑΠ 206/2022, ΑΠ 881/2022, ΑΠ 1296/2020).
Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1045 και 974 ΑΚ επί της έκτακτης χρησικτησίας προκύπτει ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο έκτακτης χρησικτησίας (ΑΠ 121/2022, ΑΠ 238/2021).
Άσκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσίασης τούτου, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου.
Τέτοιες πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση, η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 206/2022, ΑΠ 881/2022, ΑΠ1296/2020). [2] Kατά τη διάταξη του άρθρου 966 ΑΚ πράγματα εκτός συναλλαγής είναι, εκτός των άλλων, και εκείνα που είναι προoρισμένα στην εξυπηρέτηση θρησκευτικού σκοπού.
Πρόκειται δηλαδή για τα πράγματα τα οποία έχουν αφιερωθεί στην άσκηση της θείας λατρείας και των οποίων χαρακτηριστικό και διακριτικό γνώρισμα αποτελεί ο θρησκευτικός σκοπός, τον οποίο εξυπηρετούν, κατά την ενάσκηση του ατομικού δικαιώματος στην ακώλυτη άσκηση της θείας λατρείας, με το οποίο συνδέονται άμεσα.
Αυτά προσλαμβάνουν την ιδιότητα αυτή είτε απ` ευθείας από τον νόμο, είτε με την βούληση του ιδιοκτήτη, εφ` όσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις. Στην κατηγορία, επομένως, των εκτός συναλλαγής πραγμάτων, που είναι προορισμένα για την εξυπηρέτηση θρησκευτικών σκοπών, περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους ναοί, ακόμη και οι ιδιόκτητοι (άρθρα 45 παρ 1 του ν. 590/1977 ``Περί καταστατικού χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος``, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του Κανονισμού 8/1979 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος "Περί Ιερών Ναών και Ενοριών" (Α' 1/1980), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 36 παρ. 6 του ν. 590/1977) καθώς και τα παραρτήματά τους, εφόσον έχουν εγκαινιαστεί και καθιερωθεί στη λατρεία του Θεού, σύμφωνα με τους Θείους και Ιερούς κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (ΑΠ 702/2021, ΑΠ 29/2018, ΑΠ 1178/2006), η οποία γίνεται με ιεροτελεστία για την αφιέρωση του ναού αυτού στην θεία λατρεία (εγκαίνια) και με κατάθεση αγίων λειψάνων στην Αγία Τράπεζα αυτού και χρίση του ναού με άγιο μύρο (καθιέρωση).
Εφόσον το πράγμα κατέστη εκτός συναλλαγής και προορισμένο για την εξυπηρέτηση θρησκευτικού σκοπού, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συναλλαγής και αποκλείεται επ` αυτού κάθε δικαιοπραξία του κυρίου, εφόσον αυτή αντίκειται στον εξυπηρετούμενο πιο πάνω σκοπό (θρησκευτικό) (ΑΠ 29/2018). Δεν είναι όμως, κατά νόμο απαγορευμένη και, συνεπώς, άκυρη, κατά τα άρθρα 174 και 175 ΑΚ, ακόμη και η μεταβίβαση της κυριότητας τέτοιου πράγματος, αν δεν αντιτίθεται στο θεραπευτέο δημοσιολογικό σκοπό του (ΑΠ 1134/2022, ΑΠ 781/2020, ΑΠ 1178/2006, ΑΠ 14/1994), έτσι δεν νοείται η απαγόρευση της απόκτησης της κυριότητας όμοιου πράγματος με έκτακτη χρησικτησία εφόσον δεν οδηγεί στη δημιουργία δικαιώματος με το οποίο αναιρείται ο προορισμός του στην εξυπηρέτηση αυτού του σκοπού (ΑΠ 1134/2022).
Στο άρθρο 13ο του Κανονισμού 8/1980 (ΦΕΚ Α της 05-01-1980), με τον τίτλο "Ιδιόκτητοι και Προσκυνηματικοί Ι. Ναοί", ορίζονται τα εξής: "1. Ιδιόκτητοι Ι. Ναοί ανεγείρονται κατόπιν αδείας του οικείου Μητροπολίτου επί τη βάσει αρχιτεκτονικών σχεδίων κατά τα περί ανεγέρσεως Ενοριακών Ναών ισχύοντα και λειτουργούσιν επίσης κατόπιν ομοίας αδείας. 2.
Οι ιδιόκτητοι Ναοί παραμένουν εις την ιδιοκτησίαν και διαχείρισιν του ιδιοκτήτου, εφ' όσον προορίζονται υπ' αυτού προς εξυπηρέτησιν των θρησκευτικών αναγκών αυτού μόνου και της οικογενείας του. Κλείονται εντολή του οικείου Μητροπολίτου δια της Αστυνομικής Αρχής ή απαλλοτριούνται υπέρ του πλησιεστέρου Ενοριακού ή Προσκυνηματικού Ι.
Ναού αναγκαστικώς κατά τας εκάστοτε ισχυούσας περί απαλλοτριώσεως διατάξεις: (α) αν ανηγέρθησαν ή λειτουργούν άνευ αιτήσεως και χορηγήσεως της σχετικής αδείας υπό του Μητροπολίτου κατά τα υπό της παρ. 1 του παρόντος άρθρου οριζόμενα, (β) εάν τεθώσιν εις δημοσίαν λατρείαν και (γ) εάν παύσωσι εξυπηρετούντες τον προορισμόν των. 3. (α) Δεν θεωρείται απόδοσις εις δημοσίαν λατρείαν ή κατά την πανήγυριν του Ναού προσέλευσις και άλλων πιστών.
Αι κατά την ημέραν ταύτην εισπράξεις αυτού, διενεργούμεναι υπό αντιπροσώπου του Μητροπολίτου και του ιδιοκτήτου κατατίθενται εις την Εθνικήν Τράπεζα επ' ονόματι του Ι. Ναού και εις κοινήν διαταγήν Μητροπολίτου και ιδιοκτήτου και διατίθενται υπό τον έλεγχον του οικείου Μητροπολίτου υπέρ της συντηρήσεως του Ναού τούτου, τα δε περισσεύματα δια τας ανάγκας των ευαγών Ιδρυμάτων της Ιεράς Μητροπόλεως. [...] (β) .... [3] Οι Μητροπόλεις Δωδεκανήσου σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος άρθρ. 22 παρ. 2 του ν. 4301/2014, τελούν σε ιδιαίτερο εκκλησιαστικό καθεστώς υπαγόμενες διοικητικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και διέπονται, κατά τον κρίσιμο χρόνο, από το ισχύον σε αυτό Εκκλησιαστικό Δίκαιο και χωρίς να διαταράσσεται η ανωτέρω οργανωτικά διοικητική υπαγωγή, που ανήκει στο ίδιο κλίμα της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, και αναφορικά με ζητήματα ίδρυσης Ναών και κατά τις ιδιαίτερες διακρίσεις αυτών (σε ενοριακούς, παρεκκλήσια, εξωκλήσια, δημοσίων ιδρυμάτων, ιδιόκτητους, κοιμητηρίων κ.λ.π.), οι διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδας, κατά τον κρίσιμο χρόνο, εισάγονται και εφαρμόζονται αυτοδικαίως ως δημοσίας τάξης διατάξεις (πρβλ ΟλΣτΕ 3768/2009). [4] Κάθε πρόσωπο που αμφισβητεί ολικά ή μερικά το δικαίωμα που εγγράφηκε υπέρ του φερόμενου ως δικαιούχου στο κτηματολογικό φύλλο και το οποίο δικαιολογεί έννομο συμφέρον μπορεί να ασκήσει την αγωγή του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2464/1998, και να ζητήσει την αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής.
Εναγόμενος στο πλαίσιο της δίκης που ανοίγει με την άσκηση της ανωτέρω αγωγής μπορεί να είναι οποιοδήποτε πρόσωπο που αναγράφεται ανακριβώς ως δικαιούχος δικαιώματος στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή, ή οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι αυτού, χωρίς να ενδιαφέρει αν η διαδοχή επήλθε πριν ή μετά την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου στη συγκεκριμένη περιοχή.
Σε περίπτωση ειδικής διαδοχής, στο δικαίωμα στο οποίο αφορά η πρώτη εγγραφή, η αγωγή πρέπει να στραφεί τόσο κατά του φερόμενου με την πρώτη εγγραφή ως δικαιούχου ή των καθολικών του διαδόχων, όσο και κατά των ειδικών διαδόχων αυτού. Στο πλαίσιο της δίκης που ανοίγει με την έγερση της ανωτέρω αγωγής, είναι επιτρεπτή η άσκηση είτε κύριας είτε πρόσθετης παρέμβασης, από οποιονδήποτε δικαιολογεί συμφέρον προς τούτο, σύμφωνα με τους όρους και της προϋποθέσεις των άρθρων 86-88 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές με τις οποίες ορίζεται ότι αν τρίτος αντιποιείται ολόκληρο ή ένα μέρος από το αντικείμενο της δίκης, που εκκρεμεί ανάμεσα σε άλλους, έχει δικαίωμα να παρέμβει κυρίως στον πρώτο βαθμό, και από τις διατάξεις του άρθρου 81 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες ορίζεται ότι η κύρια παρέμβαση έχει τα αποτελέσματα που έχει και η άσκηση της αγωγής, προκύπτει ότι η κύρια παρέμβαση εξομοιούται με αυτοτελή αγωγή (ΑΠ 810/2018, ΑΠ 1822/2017), που ασκείται παρεμπιπτόντως στα πλαίσια εκκρεμούς μεταξύ άλλων δίκης και απλώς συνεκδικάζεται με την κυρία αγωγή, και στρέφεται κατά των αρχικών διαδίκων, χωρίς ο κυρίως παρεμβαίνων να καθίσταται διάδικος στη μεταξύ εκείνων δίκη, ενώ δύναται να εκτιμηθεί ως αυτοτελής αγωγή (ΑΠ 1425/2006). [5] Με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 4 του ν. 4301/2014, όπως ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι "στην περίπτωση της οποτεδήποτε σύστασης νέων Ιερών Μητροπόλεων ή Ενοριών, εκκλησιαστικά ακίνητα που υπάγονται πλέον στην εδαφική περιφέρεια των νέων Ιερών Μητροπόλεων ή Ενοριών, περιέρχονται κατά κυριότητα σε αυτές από τη σύστασή τους, ως οιονεί καθολικούς διαδόχους, χωρίς άλλη πράξη ή συμβόλαιο ή αντάλλαγμα.
Ο Μητροπολίτης της νεοπαγούς Ιεράς Μητροπόλεως ή ο κατά το νόμο προϊστάμενος της νεοπαγούς Ενορίας υποχρεούται σε απογραφή των ακινήτων, που περιέρχονται σε αυτήν και η έκθεση απογραφής που περιγράφει τα ακίνητα, καθώς και τα λοιπά εμπράγματα δικαιώματα επί των ακινήτων, εγκρίνεται από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, περιβάλλεται δε τον συμβολαιογραφικό τύπο και μαζί με την περίληψη, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 9 του β.δ. 533/1963 (Α' 147), καταχωρίζεται στα οικεία βιβλία μεταγραφών του αρμοδίου υποθηκοφυλακείου ή Κτηματολογικού Γραφείου και αναλόγως πραγματοποιούνται και οι απαιτούμενες κτηματολογικές εγγραφές.
Οι ανωτέρω εκθέσεις απογραφής δεν αποτελούν μεταβιβαστικές εμπραγμάτων δικαιωμάτων πράξεις, συντάσσονται και καταχωρίζονται χωρίς φόρους, εισφορές, αμοιβές, δικαιώματα και τέλη". [6] Από τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ με την οποία ορίζεται ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ.1 στοιχ.
α του ιδίου κώδικα, κατά την οποία το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγόμενου, προκύπτει ότι η νομιμοποίηση των διαδίκων, τόσο η ενεργητική, όσο και η παθητική αναφορικά με την επίδικη έννομη σχέση καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο, τόσο ως προς το αντικείμενο αυτής, όσο και ως προς τους φορείς της (δικαιούχο και υπόχρεο).
Κατά συνέπεια, η από το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένη κρίση ότι ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικά και ο εναγόμενος νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της αγωγής ελέγχεται από τον αρ. 1α του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, διότι προϋποθέτει παραβίαση από το ίδιο δικαστήριο κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 27/2023, ΑΠ 152/2022). [7] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 1586/2022, ΑΠ 1542/2022). Στην περίπτωση που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει κύριες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της, και πλεοναστικές που στηρίζουν το ίδιο διατακτικό, εφόσον οι πρώτες δεν πλήττονται τελεσφόρως και λυσιτελώς, με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατά τα άρθρα 566 παρ 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, κατά το μέρος που πλήττει τις πλεοναστικές αιτιολογίες, εφόσον η μη πληττόμενη ή μη πληττόμενη επιτυχώς κύρια αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.
Πλεοναστικές είναι οι αιτιολογίες που δεν ήταν αναγκαίες για την κρίση της διαφοράς, δηλαδή, αυτές που εκφέρθηκαν εκ περισσού και, ως εκ τούτου, στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο (άρθρο 578 του ΚΠολΔ) με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ακόμη και ως προς τυχόν εσφαλμένη σχετική αιτιολογία της (Ολ ΑΠ 13/1995, ΑΠ 173/2023, ΑΠ 1984/2022).
ΙΙΙ. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Το ακίνητο για το οποίο ερίζουν οι διάδικοι είναι ένας αγρός που βρίσκεται στη νήσο Σύμη του Νομού Δωδεκανήσου, στην τοποθεσία "..." και στη θέση "...", έκτασης 458 τ.μ., όπως αυτό απεικονίζεται στο απόσπασμα του κτηματολογικού διαγράμματος του Κτηματολογικού Γραφείου Σύμης.
Με την Υ.Α. ΠΕΧΩΕΔΕ 71155/4394 φ (6) 11/7/95 (ΦΕΚ 635β/18.7.95), η περιοχή της νήσου Σύμης Δωδεκανήσου κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση στα πλαίσια των εργασιών για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με τον Ν. 2308/1995. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ο.Κ.Χ.Ε., η οποία δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθμ. 2220/19-11-2007 ΦΕΚ, ορίσθηκε ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου στην περιοχή της Σύμης η 19η Νοεμβρίου 2007.
Κατά τη διαδικασία της Κτηματογράφησης το ανωτέρω ακίνητο καταχωρήθηκε στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σύμης με Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) ...4021 και φέρεται στα κτηματολογικά βιβλία ως ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 100% με τίτλο κτήσης τη χρησικτησία.
Στο επίδικο αποπερατώθηκε κατόπιν της με αριθμό πρωτ. 1297/11-08-1989 αίτησης που υπέβαλε η δικαιοπάροχος των εκκαλούντων Μ. Π. στην 4η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Ρόδου με συνημμένα αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία εγκρίθηκαν από τον Προϊστάμενο της εν λόγω Υπηρεσίας (...βλ. προσκομισθείσα κάτοψη που φέρει σχετική σφραγίδα), Ναύδριο, με δαπάνες της ίδιας αφιερωμένο στην ...
εις μνήμην των γονέων και αδελφών της (βλ. επιγραφή στην πρόσοψη του Ναϋδρίου). Η τελευταία - μητέρα των εκκαλούντων ακολούθως υπέβαλε την από 16-05-1990 αίτηση προς την Ιερά Μητρόπολη Ρόδου για την χορήγηση σε αυτήν άδειας ανέγερσης ενός κελιού με τουαλέτα εντός του επιδίκου, την οποία ενέκρινε όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ.
πρωτ. 423/16-05-1990 επιστολή της, απευθυνόμενη στη δικαιοπάροχο των εκκαλούντων και κοινοποιούμενη στον Αρχιερατικό Επίτροπο Σύμης. Στο έγγραφο αυτό αναφέρεται ότι η Ιερά Μητρόπολη Ρόδου ευχαρίστως εγκρίνει την ανέγερση ενός κελιού με τουαλέτα εντός του ιδιόκτητου οικοπέδου της αιτούσας, με το ιδιωτικό Ναύδριο της ..., με δικές της δαπάνες (αιτούσας) εκφράζοντάς σε αυτήν παράλληλα τα θερμά της συγχαρητήρια για το ενδιαφέρον και την φροντίδα που δεικνύει υπέρ του άνω Ναϋδρίου.
Το κτίσμα ανεγέρθη (ισόγειο με πατάρι και μια τουαλέτα), στο οποίο και διέμενε η ίδια όποτε επισκεπτόταν τη Σύμη καθώς η κατοικία της βρισκόταν στην Ρόδο. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι η δικαιοπάροχος των εκκαλουσών το 1982, οπότε και θεμελιώθηκε το Ναύδριο (βλ. την με αριθμ. 83/7-06-2018 βεβαίωση υπογεγραμμένη από τον Γενικό Αρχιερατικό Επίτροπο) παρέδωσε την νομή του επιδίκου λόγω άτυπης δωρεάς στην Ιερά Μητρόπολη Ρόδου.
Έκτοτε η Ιερά Μητρόπολη Ρόδου ασκούσε διανοία κυρίας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του ακινήτου πράξεις νομής δια της Μ. Π. που αντιπροσώπευε την Ιερά Μητρόπολη Ρόδου στην νομή αλλά και άλλων προσώπων στους οποίους η τελευταία παρέδιδε τα κλειδιά του Ναϋδρίου ενόσω η ίδια ευρίσκονταν εκτός Σύμης. Ειδικότερα όπως αποδεικνύεται από αντίγραφο του Κώδικα των εν Σύμη Δωδεκανήσου Ιερών Μονυδρίων της είχε ανατεθεί η "επιστασία" (επιτροπεία) του Ναϋδρίου και του αύλειου χώρου αυτού ενώ η ίδια είχε καταβάλει τα ετήσια επιστατικά των ετών 1993 και 1994 εκ διακοσίων δραχμών αντιστοίχως.
Αλλά και πέραν αυτού το ανωτέρω από 16-05- 1990 αίτημα της (κυρίας) Μ. Π. προς την (μη κυρία) Ιερά Μητρόπολη Ρόδου η τελευταία να επιτρέψει στην πρώτη να οικοδομήσει εντός του επιδίκου μη εκκλησιαστικό οικοδόμημα δεν προσιδιάζει σε κυρία ακινήτου. Οι εκκαλούσες υποστηρίζουν ότι το εν λόγω ακίνητο α) περιήλθε σε αυτές εξ ημισείας λόγω γονικής παροχής υπέρ αυτών στην οποία προέβη η μητέρα τους Μ.
Π., χήρα Λ. Θ. δυνάμει του με αριθμό .../22- 6-1990 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου ..., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του Δήμου Σύμης καθώς και ότι στην δικαιοπάροχο μητέρα τους περιήλθε εξ ολοκλήρου κατά πλήρη κυριότητα με το με αριθμό .../20-05-1988 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου, της ίδιας συμβολαιογράφου ..., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου του Δήμου Σύμης λόγω αγοράς από την Κ.
συζ. Ε. Μ., το γένος Μ. και Μ. Λ., στην οποία περιήλθε μετά από άτυπη δωρεά που της έκανε ο πατέρας της, Μ. Λ. του Α., το έτος 1935. Στο μεν συμβόλαιο αγοραπωλησίας το μεταβιβαζόμενο ακίνητο περιγράφεται ως αγρός που βρίσκεται στη Σύμη στη τοποθεσία "...", στη θέση "..." κοντά στο ..., με έκταση 300 τετραγωνικά. Στο δε συμβόλαιο γονικής παροχής το μεταβιβαζόμενο ακίνητο περιγράφεται και πάλι αγρός που βρίσκεται στη Σύμη στη τοποθεσία "...", στη θέση "..." κοντά στο ...., με έκταση 300 τετραγωνικά ενώ τίθεται παραπομπή όπου προστίθεται η φράση "πλέον ή έλαττον".
Με βάση αυτά τα δεδομένα, ήτοι τη διαφορά έκτασης (300 τ.μ - 458 τ.μ.) και φύσης του ακινήτου (αυλή ναϋδρίου) και παντελούς έλλειψης αναφοράς στην ύπαρξη του ναού στο παραπάνω συμβόλαιο δεικνύει ότι εκκαλούσες δεν ανταποκρίθηκαν στο βάρος απόδειξης ότι το συγκεκριμένο συμβόλαιο αφορά το επίδικο. Επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι οι εκκαλούσες απέκτησαν κυριότητα με παράγωγο τρόπο.
Ούτε όμως και με πρωτότυπο τρόπο οι εκκαλούσες απέκτησαν την κυριότητα αφού δεν αποδείχθηκε ότι η Ιερά Μητρόπολη Ρόδου απώλεσε την νομή του ακινήτου στην οποία είχε ήδη εγκατασταθεί από το 1982. Επομένως, το 2002 η Ιερά Μητρόπολη Ρόδου κατέστη κυρία του επιδίκου Ναϋδρίου και αυλείου αυτού χώρου με έκτακτη χρησικτησία.
Περαιτέρω στο άρθρο 22 παρ. 4 του ν 4301/2014 (ΦΕΚ A 234/23.10.2014) ορίζεται ότι "Στην περίπτωση της οποτεδήποτε σύστασης νέων Ιερών Μητροπόλεων ή Ενοριών, εκκλησιαστικά ακίνητα που υπάγονται πλέον στην εδαφική περιφέρεια των νέων Ιερών Μητροπόλεων ή Ενοριών, περιέρχονται κατά κυριότητα σε αυτές από τη σύστασή τους, ως οιονεί καθολικούς διαδόχους, χωρίς άλλη πράξη ή συμβόλαιο ή αντάλλαγμα".
Με την με αριθμό 115730/Α1/12-11-2004 διαπιστωτική απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ Β' 1713/18-11-2004) αναγνωρίστηκε η ίδρυση της Ιεράς Μητρόπολης Σύμης, που πραγματοποιήθηκε με την από 28-04-2004 Απόφαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία καταχωρήθηκε στον Πατριαρχικό Συνοδικό Τόμο με αριθμ. 478/28-04-2004.
Η νεοϊδρυθείσα Μητρόπολη περιλαμβάνει τα νησιά Σύμης, Χάλκης, Τήλου και Καστελλόριζου στα οποία κατέστη διάδοχος της Ιεράς Μητρόπολης Ρόδου και συνεπώς σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 4 εδ α του ν. 4301/2014 από τη σύστασή της υπεισήλθε στην κυριότητα των εκκλησιαστικών ακινήτων που υπάγονται στην εδαφική περιφέρειά της, ως οιονεί καθολική διάδοχος χωρίς άλλη πράξη ή συμβόλαιο ή αντάλλαγμα, μεταξύ των οποίων και το επίδικο.
Επομένως η κυριότητα στο επίδικο δυνάμει της οιονεί καθολικής διαδοχής μεταβιβάστηκε στις 18-11-2004 στην Ιερά Μητρόπολη Σύμης (κυρίως παρεμβαίνουσα).... Εξάλλου οι εκκαλούσες παραπονούνται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και δη της διάταξης του άρθρου 79 ΚΠολΔ δέχθηκε ως δικονομικά παραδεκτή την άσκηση της από 8-6-2018 και υπ' αριθμ.
καταθέσεως 240/8-6-2018 κυρίας παρέμβασης της δεύτερης των εφεσιβλήτων, ενώ θα έπρεπε αυτεπάγγελτα να απορρίψει αυτή ως δικονομικά απαράδεκτη, για τον λόγο ότι, τούτο κατά τον χρόνο της άσκησης της παρέμβασης δεν είχε την ιδιότητα του τρίτου, ήτοι προσώπου που δεν έχει προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου στην αρχική δίκη, ούτε ταυτίζεται με τους αρχικούς διαδίκους, αφού ως οιονεί καθολικός διάδοχος του διαδίκου, δεν θεωρείται τρίτος και ηδύνατο μόνο, να συνεχίσει την δίκη που ανοίχθηκε με την αρχική αγωγή με σχετική δήλωση.
Δεδομένου ότι το φαινόμενο της "οιονεί καθολικής διαδοχής" συναντάται στις διατάξεις του Εμπορικού Δικαίου που προβλέπουν συγχώνευση εταιρειών συνήθως του ίδιου τύπου είτε υπό την μορφή της ενώσεως, είτε της,απορροφήσεως (υπαγωγής) ή της εξαγοράς μίας ή πλειόνων εταιρειών από άλλη (άρθρο 2 παρ. 2 ν 5621/1931, άρθρο 4 ν 2292/1953, άρθρο 55 παρ. 2 ν 3190/1955), ο λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού όπως ήδη προαναφέρθηκε η μεν Ιερά Μητρόπολη Ρόδου δεν καταργήθηκε, η δε Ιερά Μητρόπολη Σύμης μετά τη σύσταση της δεν υπεισήλθε καθ' ολοκληρίαν στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Ιεράς Μητρόπολης Ρόδου, αλλά ex lege μεταβιβάστηκε στην πρώτη η κυριότητα των εκκλησιαστικών ακινήτων που βρίσκονται στα νησιά Σύμη, Χάλκη, Τήλο και Καστελόριζο συντελέστηκε δηλαδή ex lege ειδική διαδοχή χωρίς την αναγκαιότητα άλλης διατύπωσης....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, την έφεση κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή των αναιρεσειουσών ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και είχε γίνει δεκτή η αγωγή της Ιεράς Μητρόπολης Σύμης φερόμενη ως κύρια παρέμβαση ως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνωρίστηκε η κυριότητα της τελευταίας επί του επίδικου ακινήτου και διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής με δικαιούχο την ενάγουσα Ιερά Μητρόπολη Σύμης.
Ειδικότερα, το Εφετείο, με βάση τις παραδοχές έκρινε: 1α) Ότι το επίδικο ακίνητο, αγρός που βρίσκεται στη νήσο Σύμη του Νομού Δωδεκανήσου, στην τοποθεσία "..." και στη θέση "...", έκτασης 458 τ.μ., περιήλθε στην κυριότητα της Ιεράς Μητρόπολης Ρόδου, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας επ' αυτού εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίου, δια των επιστατών αυτής:
α) Μ. Π., που τυγχάνει μητέρα και δικαιοπάροχος των αναιρεσειουσών, από το έτος 1982, οπότε αυτή παρέδωσε το επίδικο ακίνητο, στο οποίο ανεγέρθηκε και αποπερατώθηκε ναΰδριο, με κελί και τουαλέτα, με δαπάνες αυτής, και αφιέρωσε στην ..., εις μνήμην των γονέων και αδελφών της, με καταβολή από την Μ. Π. των επιστατικών, για τα έτη 1993 και 1994, στην Ιερά Μητρόπολη Ρόδου, και φροντίδα και επιμέλεια και β) τρίτων επιστατών με παράδοση των κλειδιών από την επιστάτρια Μ.
Π. σε τρίτους όταν η ίδια βρισκόταν εκτός Σύμης, μέχρι το έτος 2002, 1β) ότι δεν απώλεσε την ανωτέρω νομή η Ιερά Μητρόπολη Ρόδου μέχρι την έναρξη της λειτουργίας του Κτηματολογικού Γραφείου στις 19-11-2007, κατά την οποία ασκούσε συνεχώς και αδιαλείπτως, και ότι περιήλθε αυτό, δυνάμει του άρθρου 22 παρ. 4 του ν. 4301/2014, στην Ιερά Μητρόπολη Σύμης, από τη σύστασή της στις 18-11-2024, ήτοι πριν την έναρξη ισχύος, στις 20-11-2007 του Κτηματολογίου στη Σύμη, ως οιονεί καθολική διάδοχος της Ιεράς Μητρόπολης Ρόδου. 2) Ότι οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες δεν κατέστησαν (συγ)κυρίες του επίδικου ακινήτου, δυνάμει του με αριθμ. .../22-6-1990 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβ/φου ..., που μεταγράφτηκε νόμιμα, με το οποίο φέρεται να μεταβιβάστηκε, λόγω γονικής παροχής, από τη φερόμενη δικαιοπάροχο μητέρα τους Μ.
Π., ούτε η τελευταία κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου, με το με αριθμ. .../20-05-1988 συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου, της συμβολαιογράφου ..., που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω φερόμενης αγοράς από την Κ. συζ. Ε. Μ., το γένος Μ. και Μ. Λ., διότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους εν λόγω τίτλους των αναιρεσειουσών και της δικαιοπαρόχου τους. 3) Ότι οι αναιρεσείουσες δεν κατέστησαν (συγ)κυρίες του επίδικου ακινήτου ούτε με πρωτότυπο τρόπο, διότι επ' αυτού άσκησε πράξεις νομής διανοία κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως η Ιερά Μητρόπολη Ρόδου, για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας έως και την έναρξη ισχύος του Κτηματολογίου Σύμης.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο και με αυτά που δέχθηκε ότι η Ιερά Μητρόπολη Σύμης νομιμοποιείται ενεργητικά, ως κυρία του επίδικου ακινήτου, να ζητήσει την αναγνώριση της κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο, και τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής, με άσκηση του ένδικου αυτοτελούς δικογράφου, που φέρει τον τίτλο κύρια παρέμβαση, ενώ εξομοιούται και έχει πραγματικά το χαρακτήρα της κύριας αγωγής, αν και με εσφαλμένη αιτιολογία αποδόθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στο δικόγραφο ο χαρακτηρισμός αυτού ως κύριας παρέμβασης, που αντικαθίσταται, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ, με την παρούσα απόφαση, ορθά τις διατάξεις των άρθρων με το άρθρο 22 παρ. 4 εδ α του ν. 4301/2014, 1000 ΑΚ, 68 ΚΠολΔ, ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα θεμελιώνουν την άσκηση της ένδικης αγωγής από την Ιερά Μητρόπολη Σύμης, ως ενάγουσας, και, ο, από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμος, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ.
Παράλληλα, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση νόμιμης βάσης, αλλά διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, για την ορθή εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 22 παρ. 4 του ν. 4301/2014, 13 αποφ. 8/1980 "Περί Ιερών Ναών και Ενοριών", 1045 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης από την ενάγουσα Ιερά Μητρόπολη Σύμης, από την από 18-11-2004 σύστασή της, της κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, ως οιονεί καθολική διάδοχος της Ιεράς Μητρόπολης Ρόδου, στην οποία είχε περιέλθει το παραπάνω ακίνητο, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας και για την ορθή μη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1033, 1192, 1045 AK της μη κτήσης από τις αναιρεσείουσες κυριότητας επ' αυτού με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο.
Επομένως, ο, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, καθόσον στο αναιρετήριο διαλαμβάνονται αποσπασματικές και κατ' επιλογή των αναιρεσειουσών παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.
Λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειουσών, με τον αυτό παραπάνω λόγο αναίρεσης: 1) ότι δεν αιτιολογείται πως και πότε απέκτησε η Μ. Π. την κυριότητα και νομή του επίδικου ακινήτου, ώστε να παραδώσει αυτό, το έτος 1982, με άτυπη δωρεά, στην Ιερά Μητρόπολη Ρόδου, 2) δέχθηκε ως νόμιμα και γνήσια τα αρχιτεκτονικά σχέδια που η άνω δικαιοπάροχός τους, Μ.
Π., υπέβαλε, με τη με αριθμ. 1297/11-08-1989 αίτησή της, προς την 4η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Ρόδου, σχετικά με το επίδικο Ναΰδριο, τα οποία εγκρίθηκαν από τον Προϊστάμενο της εν λόγω Υπηρεσίας, πλην όμως, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτά αφορούσαν την αποπεράτωση του Ναϋδρίου, μολονότι, σύμφωνα με το άρθρ. 13 αποφ. 8/1980 "Περί Ιερών Ναών και Ενοριών", οι ιδιόκτητοι ναοί ανεγείρονται κατόπιν αδείας του οικείου Μητροπολίτη, επί τη βάσει αρχιτεκτονικών σχεδίων, δηλαδή τα άνω σχέδια αφορούσαν τη χορήγηση άδειας ανέγερσης ιδιόκτητου ναού και όχι αποπεράτωσης αυτού, 3) παρόλο που διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το επίδικο ακίνητο δεν ταυτοποιείται στα επικαλούμενα από τις αναιρεσείουσες με αριθμ. .../22-06-1990 και συμβόλαια γονικής παροχής και αγοραπωλησίας, αντίστοιχα, της συμβ/φου ..., που επικαλούνται ως τίτλους κυριότητας, λόγω διαφοράς της έκτασης του ακινήτου, που αναγράφεται στα συμβόλαια (300 τ.μ.) και αυτής του επιδίκου ακινήτου που αναγράφεται στο Εθνικό Κτηματολόγιο (458 τ.μ.), της φύσης και της έλλειψης αναφοράς, δεν αιτιολογείται γιατί το Εθνικό Κτηματολόγιο απέδωσε το επίδικο ακίνητο, με Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ ...4021), του οποίου η έκταση, σύμφωνα με την εμβαδομέτρησή του, είναι 458 τ.μ., στην Ιερά Μητρόπολη Ρόδου, αν και η τελευταία δεν είχε δηλώσει αυτό στο υπό σύσταση Εθνικό Κτηματολόγιο, εκλαμβάνοντας ότι η με αριθμ.
πρωτ. 8268/14-06-1997 δήλωση του ν. 2308/1995, αφορούσε το επίδικο Ναΰδριο του Αγίου Ιωάννη ... και είχε δηλωθεί από την Ιερά Μητρόπολη Ρόδου, ως εμβαδόν της έκτασης του αγροτεμαχίου μόνο 309 τ.μ., είναι απαράδεκτοι, καθόσον αποτελούν επιχειρήματα των αναιρεσειουσών, προς ενίσχυση των αντίθετων προς το αποδεικτικό πόρισμα απόψεων αυτών, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, και υπό την επίφαση του ανωτέρω αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 770/2023, ΑΠ 1933/2022, ΑΠ 1097/2021).
Περαιτέρω, η αιτίαση, με τον αυτό παραπάνω λόγο αναίρεσης, ότι ενώ η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ως νόμιμη και γνήσια τη με αριθμ. πρωτ. 423/16-051990 επιστολή της Ιεράς Μητρόπολης Ρόδου προς την δικαιοπάροχό τους, Μ. Π., μετά την από 16-05-1990 αίτηση της τελευταίας, για τη χορήγηση από την αρμόδια αρχή Ιερά Μητρόπολη Ρόδου άδειας ανέγερσης ενός κελίου με τουαλέτα (ως εκκλησιαστικού ενδιαφέροντος) εντός επιδίκου, στην οποία (επιστολή) αναφέρεται ότι η Ιερά Μητρόπολη Ρόδου "ευχαρίστως εγκρίνει την ανέγερση ενός κελιού με τουαλέτα εντός του ιδιόκτητου οικοπέδου της αιτούσας, με το ιδιωτικό Ναύδριο της ..., με δικές της δαπάνες (αιτούσας) εκφράζοντάς σε αυτήν παράλληλα τα θερμά της συγχαρητήρια για το ενδιαφέρον και την φροντίδα που δεικνύει υπέρ του άνω Ναϋδρίου", παραταύτα η προσβαλλόμενη εξέλαβε το αίτημα αυτό να επιτρέψει η Ιερά Μητρόπολη Ρόδου να οικοδομήσει μέσα στο επίδικο ακίνητο μη εκκλησιαστικό οικοδόμημα, δεν προσιδιάζει σε κυρία ακινήτου είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής, διότι εξέφρασε την πλεοναστική αιτιολογία "...
Αλλά και πέραν αυτού το ανωτέρω από 16-05-1990 αίτημα της (κυρίας) Μ. Π. προς την (μη κυρία) Ιερά Μητρόπολη Ρόδου η τελευταία να επιτρέψει στην πρώτη να οικοδομήσει εντός του επιδίκου μη εκκλησιαστικό οικοδόμημα δεν προσιδιάζει σε κυρία ακινήτου.....", η οποία δεν στηρίζει αυτοτελώς το καταληκτικό της απόφασης πόρισμα και σε κάθε περίπτωση, χωρίς να πλήττεται επιτυχώς η κύρια αιτιολογία της άσκησης πράξεων νομής διανοία κυρίου από την Ιερά Μητρόπολη Ρόδου, το διάστημα από το 1982 έως το 2002, στο επίδικο ακίνητο και τη μη απώλεια της νομής αυτού μέχρι την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου Σύμης, που στηρίζει αυτοτελώς το καταληκτικό πόρισμα της αγωγής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί για αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για τα "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά (ΑΠ 274/2021, ΑΠ 1058/2020, ΑΠ 1597/2018).
Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 1284/2022, ΑΠ 255/2020, ΑΠ1078/2019). Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, ποια πράγματα δέχθηκε το δικαστήριο ως αληθινά, καθώς και ότι τα δέχθηκε, χωρίς να αναφέρει στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε την απόδειξή τους, καθώς και ποια ήταν η επίδρασή τους στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 1144/2021, ΑΠ 24/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση, ότι, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη, και ειδικότερα, ότι η δικαιοπάροχός τους, παρέδωσε άτυπα, το έτος 1982, τη νομή του επίδικου ακινήτου, στην δικαιοπάροχο της δεύτερης αναιρεσίβλητης, Ιερά Μητρόπολη Ρόδου, γεγονός το οποίο δεν προτάθηκε ούτε από τις αναιρεσείουσες, οι οποίες είχαν ισχυριστεί, με την αγωγή τους, ότι για το επίδικο ακίνητο, του οποίου έγινε κυρία η δικαιοπάροχός τους, με το με αριθμ. .../20-05-1988 συμβόλαιο, είχε υποβάλλει την από 11-08-1989 αίτηση για έγκριση ιδιωτικού ναϋδρίου και την από 16-05-1990 αίτηση στην Μητρόπολη Ρόδου για άδεια ανέγερσης κελιού και τουαλέτας στο ιδιόκτητο οικόπεδό της, και η δεύτερη αναιρεσίβλητη είχε ισχυριστεί, με την αγωγή (και όχι κύρια παρέμβαση), ότι η επίδικη έκταση αφιερώθηκε, ατύπως, στην Ιερά Μητρόπολη Ρόδου από τους πέριξ θρησκευτικούς ιδιοκτήτες ακινήτων του οικισμού τουλάχιστον προ 45ετίας και ότι σ' αυτό θεμελιώθηκε, από το έτος 1982, το Ιερό Μονύδριο της Παναγίας ...
είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας. Και, τούτο, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα επικαλούμενα από τις αναιρεσείουσες χωρίς να αναφέρει σ' αυτήν καθόλου αποδεικτικά μέσα. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11α ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Με την προκείμενη διάταξη που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζήτησης διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 επ. ΚΠολΔ. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 340 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός, λαμβάνει, επίσης, υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα.
Ειδικότερα, λαμβάνονται παραδεκτά υπόψη, αδιακρίτως, και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, αχαρτοσήμαντα, άκυρα και μη συντεταγμένα κατ' αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, και γενικά κάθε είδους έγγραφα και φωτοτυπίες εγγράφων των οποίων δεν βεβαιώνεται η ακρίβειά τους από αρμόδιο για το σκοπό αυτό πρόσωπο χωρίς να ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αρ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης.
Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνον τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων (ΟλΑΠ 15/2003), καθώς και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νομική διαδικασία, επειδή είναι ανυπόστατο έγγραφο (ΑΠ 1342/2022, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 218/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την, από τον αρ. 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, και ειδικότερα, οι αναιρεσείουσες ισχυρίζονται, ότι το εφετείο, για το καταληκτικό πόρισμα απόρριψης ως αβάσιμης της αγωγής τους, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτα αποδεικτικά μέσα, και, μη συντεταγμένα κατά το άρθρο 432 νόμιμα, και συγκεκριμένα: 1) την από 07-06-2018 βεβαίωση της Ιεράς Μητρόπολης Σύμης, η οποία συντάχθηκε και υπογράφεται από τον σημερινό Γενικό Αρχιερατικό Επίτροπο Σύμης, Στέφανο Μακρή, και όχι από τον Μητροπολίτη Σύμης, με την οποία βεβαιώνεται ότι το Ιερό Ναϋδριο των Εισοδίων της ..., κείμενο σε ιδιόκτητο ακίνητο της τότε Ιεράς Μητρόπολης Ρόδου, θεμελιώθηκε το έτος 1982 και τον εγκαινιασμό τέλεσε ο τότε Αρχιερατικός Επίτροπος Σύμης, μακαριστός σήμερα Αρχιμανδρίτης, Αρσένιος Κλαδάκης, διότι αφενός την ως άνω βεβαίωση θα έπρεπε να είχε χορηγήσει η Ιερά Μητρόπολη Ρόδου, στην οποία ανήκε τότε η Εκκλησιαστική Περιουσία της νήσου Σύμης, αφ' ετέρου γιατί, από τη με αριθμ.
πρωτ. 435/16-5-1990 έγγραφη απάντηση της Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου, την οποία υπογράφει ο ίδιος ο τότε Μητροπολίτης Ρόδου, Απόστολος, στην από 16-5-1990 αίτηση της ως άνω δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών, Μ. θυγ. Ι. Π. συζ. Λ. Θ., για την χορήγηση σ' αυτήν άδειας ανέγερσης κελίου μετά τουαλέτας, εμβαδού 35 τ.μ., αποδεικνυόταν με πλήρη σαφήνεια ότι η Ιερά Μητρόπολη Ρόδου αναγνώριζε το επίδικο Ναΰδριο της ...
ως ιδιωτικό, και επέτρεπε στην μητέρα τους να ανεγείρει κελί στο ιδιόκτητο οικόπεδό της (μητέρας), με δικές της δαπάνες και 2) δέχθηκε, ως νόμιμο και έγκυρο, ένα ανυπόγραφο και χωρίς σφραγίδα της τότε Ιεράς Μητροπόλεως Ρόδου ή της Αρχιερατικής Επιτροπής Σύμης, έγγραφο, το οποίο οι ανερεσίβλητοι αποκαλούν "Κώδικα των εν Σύμη Δωδεκάνησου Ιερών Μονυδρίων", όπου, στη σελ. 212 αυτού, αναγράφεται Παναγία ..., και δύο (2) μόνο χρηματικά ποσά, των 200 δραχμών έκαστο, καταβληθέντα στις 20-2-1993 και 20-2-1994 αντίστοιχα, χωρίς, όμως, αυτό να αποδεικνύει ότι η αναγραφόμενη στην άνω σελίδα Παναγία ...
αφορά το επίδικο Ναΰδριο, αφού υπάρχουν στη νήσο Σύμη και άλλα μοναστήρια ή εκκλησίες αφιερωμένες στη Παναγία την ..., ούτε προκύπτει από πουθενά ότι τα αναγραφόμενα σ' αυτό χρηματικά ποσά είχαν καταβληθεί από την άνω δικαιοπάροχό τους, Μ. Π., είναι απαράδεκτοι: 1) λόγω αοριστίας, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι το επικαλούμενο ανεπίτρεπτο είχε προτείνει, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, στο δικαστήριο ουσίας, ούτε επικαλείται ότι συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 156/2023, ΑΠ 34/2023, ΑΠ 873/2019) και 2) ως αλυσιτελείς, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, καθώς οι αναιρεσείουσες δεν επικαλούνται ότι δεν είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη.
Λοιπές αιτιάσεις, με τον αυτό παραπάνω λόγο αναίρεσης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι στα κτηματολογικά βιβλία το επίδικο ακίνητο φέρεται ως ιδιοκτησία Ελληνικού Δημοσίου, μολονότι από το αντίγραφο του οικείου κτηματολογικού φύλλου προκύπτει ότι αυτό φέρεται ότι καταχωρίστηκε στο όνομα της πρώτης αναιρεσίβλητης, δικαιοπαρόχου της Ιεράς Μητρόπολης Σύμης, είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής, διότι οφείλεται σε προφανή παραδρομή καθώς κατά το νοηματικό περιεχόμενο της προσβαλλόμενης το επίδικο ακίνητο καταχωρίστηκε στο όνομα της Ιεράς Μητρόπολης Ρόδου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 111/2023, ΑΠ 1530/2022).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες προσάπτουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω αποδεικτικά μέσα, τα οποία, ως εκκαλούσες, επικαλέστηκαν νόμιμα, με τις προτάσεις τους, και προσκόμισαν στο Εφετείο, για την απόδειξη αντίστοιχου λόγου έφεσής της, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και δη ως προς την ύπαρξη κυριότητας της δικαιοπαρόχου αυτών, Μ.
Π. στο επίδικο ακίνητο και την ανυπαρξία κυριότητας της δικαιοπαρόχου της Ιεράς Μητρόπολης Σύμης σ' αυτό, και, ειδικότερα: 1) τη με αριθμ. πρωτ. 8268/14-06-1997 δήλωση του ν. 2308/1995, με την οποία η Ιερά Μητρόπολη Ρόδου δήλωσε στο υπό σύσταση Εθνικό Κτηματολόγιο, το Μονύδριο του Αγίου Ιωάννη ..., με δηλωθείσα έκταση 309 τ.μ., 2) το Αριθμητικό Ευρετήριο Δηλώσεων (ανά Κ.Α.Ε.Κ.) του Εθνικού Κτηματολογίου, όπου στη σελίδα 311 αυτού φαίνεται ότι με την υποβληθείσα ως άνω υπ' αριθμ.
πρωτ. 8268/14-6-1997 δήλωση, αποδίδεται στην Ιερά Μητρόπολη Ρόδου, αντί του Ιερού Μονυδρίου του Αγίου Ιωάννη ..., το επίδικο Μονύδριο της ..., με τον Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (Κ.Α.Ε.Κ.) ...402, και έκταση 458 τ.μ., το οποίο ουδέποτε δηλώθηκε από την Ιερά Μητρόπολη Ρόδου στο υπό σύσταση Εθνικό Κτηματολόγιο, 3) το ίδιο ως άνω Αριθμητικό Ευρετήριο Δηλώσεων (ανά Κ.Α.Ε.Κ.) του Εθνικού Κτηματολογίου, όπου στη σελίδα 696 αυτού φαίνεται ότι το Εθνικό Κτηματολόγιο έδωσε αυθαίρετα νέο αριθμό πρωτ.
στην υποβληθείσα από την Ιερά Μητρόπολη Ρόδου δήλωση του Μονυδρίου του Αγίου Ιωάννη ... και ειδικότερα το υπ' αριθμ. 100336 πρωτόκολλο και τον Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (Κ.Α.Ε.Κ.) ...01147, και έκταση 687 τ.μ, αντί της δηλωθείσας έκτασης των 309 τ.μ. και 4) τη με αριθμ. 5.463/20-7-2018 νόμιμα ληφθείσα ένορκη κατάθεση της μάρτυρος, Ε.
χήρας Ν. Σ. το γένος Μ. Μ., ενώπιον της συμ/φου ..., η οποία κατέθεσε ότι ήτο επίδικο Μοναστήρι της ... κτίστηκε από την μητέρα μας, Μ. ή ..., όπως ήταν κοινώς γνωστή, θυγατέρα Ι. Π. συζ. Λ. Θ., περί τα τέλη του 1988, σε ένα χωράφι που αγόρασε, στο ... Σύμης, στη θέση "...", γύρω στα 400 τ.μ, εις μνήμην των γονέων της, Ι. και Χ. Π., των αδελφών της, Γ., Φ., Μ.
και Ν., και των παππούδων της, ότι είχε παραδώσει σ' αυτή τα κλειδιά του Μοναστηριού για να ανάβει τα καντήλια του, και ότι εμείς φτιάξαμε ένα μικρό περίβολο γύρω από το Μοναστηράκι, περιφραγμένο με κολωνάκια, που το ξεχωρίζει από το υπόλοιπο χωράφι" είναι αβάσιμος. Και, τούτο, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και το περιεχόμενό της προκύπτει ότι το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε ύστερα από εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, και, επομένως, και των φερόμενων από τις αναιρεσείουσες ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα, ενώ μνημονεύεται και ρητά η λήψη υπόψη της ανωτέρω ένορκης βεβαίωσης ως αυτοτελούς αποδεικτικού μέσου.
IV. Κατ' ακολουθίαν, επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείου του προκαταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), και, τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν στις αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-09-2021 αίτηση της Χ. Τ., χήρας Ν., για αναίρεση της με αριθμ. 145/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ