Legislator Case Law & Legislation
176/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal regarding medical expense damages, overturning lower court's premature dismissal due to lack of surgery proof.

Case Number 176/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens, specifically regarding the fourth ground of appeal. The lower court had dismissed the claim for plastic surgery expenses as premature because the surgery had not yet occurred, despite the four-year statute of limitations having passed. The Court ruled that the lower court erred in requiring proof of the surgery's actual performance, as the law only demands evidence of the plaintiff's intent to undergo the procedure. Consequently, the appeal was accepted, the lower judgment was annulled, and the case was remitted for further trial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 929 of the Civil Code: Liability for damages requires fault and causation, but for future medical expenses, the plaintiff need only prove the intent to undergo the procedure, not its actual performance, to avoid premature dismissal.

Keywords

AI generated
tort liability medical expenses plastic surgery premature claim statute of limitations fault requirement causation

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code
Article 929 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Law 4335/2015

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 176 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 176/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Α. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νικολιδάκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας ζημιών με την επωνυμία "…." και ήδη "….. Ανώνυμη Εταιρεία", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κρεμεζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 30-9-2021 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσίβλητης εταιρείας.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και της Π. Κ. του Γ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 13-11-2015 και 17-3-2016 ανακοινώσεις δίκης - προσεπικλήσεις - παρεμπίπτουσες αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, καθώς και με την από 23-12-2015 αγωγή του Ι. Β. του Γ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2014/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5502/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-11-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

.Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρα 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το ανωτέρω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, κατά το οποίο, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, στην οποία μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρ. 4 ν.

ΓΠΝ/1911 (ΑΠ 551/2020, ΑΠ 1037/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο απέρριψε, με ελλιπείς αιτιολογίες, τον ισχυρισμό του ότι ο τραυματισμός του κατά το ένδικο ατύχημα θα επερχόταν και αν ακόμη φορούσε ζώνη ασφαλείας, τον οποίο είχε παραδεκτά προτείνει προς αντίκρουση της, προβληθείσας εκ μέρους της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας, ενστάσεως συντρέχοντος πταίσματος στην έκταση του τραυματισμού του, και έτσι παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ και στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Aπό την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), τα ακόλουθα, κρίσιμα για την έρευνα του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: "....... Ο επικουρικός ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι σε κάθε περίπτωση τα τραύματα που υπέστη δεν θα είχαν αποφευχθεί ακόμη κι' αν γίνονταν χρήση της ζώνης, δεν είναι πειστικός.

Από τις προσαγόμενες φωτογραφίες προκύπτει ότι από την σύγκρουση καταστράφηκε το καπό και ο κινητήρας του αυτοκινήτου αλλά η καμπίνα του οχήματος δεν υπέστη σημαντικές βλάβες.

Συνεπώς η χρήση της ζώνης ασφαλείας είναι βέβαιο ότι θα μείωνε την έκταση των σωματικών βλαβών που υπέστη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του κατέληξε στην ίδια κρίση και έκρινε ότι υφίσταται συνυπαιτιότητα του εκκαλούντος για το μέγεθος του τραυματισμού του κατά ποσοστό 30%, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και συνεπώς θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο πρώτος λόγος της έφεσης".

Από τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου συνάγεται ότι τα περιστατικά, που αυτό ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα, παρατίθενται με επάρκεια και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, ήταν δε επαρκή για την επιστήριξη του πορίσματός του, ότι ο ενάγων- ήδη αναιρεσείων συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στην έκταση του τραυματισμού του, λόγω του ότι δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας, και την εκ του λόγου τούτου απόρριψη ως αβάσιμου του ισχυρισμού του τελευταίου ότι ο τραυματισμός του θα επερχόταν και αν φορούσε ζώνη ασφαλείας.

Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αιτιολογίας, η παράθεση άλλων περιστατικών, και δη της, επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα ως ελλείπουσας, περιγραφής των βλαβών που είχαν προκληθεί στην καμπίνα του οχήματός του, στην οποία ο ίδιος επιστηρίζει το επιχείρημά του ότι η χρήση ζώνης ασφαλείας δεν ήταν επαρκής για την αποτροπή του τραυματισμού του, αιτίαση άλλωστε που απαραδέκτως προβάλλεται, αφού ανάγεται σε εκτίμηση επιχειρήματος του αναιρεσείοντος και αιτιολόγηση της απόρριψής του, και, συνεπώς, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Διαφορετικά, με αυτεπάγγελτη έρευνα του Αρείου Πάγου, ο λόγος αναιρέσεως κρίνεται αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος. Η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα δεν είναι επιτρεπτή. Γενικά, για να είναι ορισμένος ένας λόγος αναιρέσεως, δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού της περιπτώσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διατάξεως, αλλά πρέπει να προσδιορίζονται τα αναγκαία στοιχεία, που απαιτούνται σύμφωνα με αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος.

Κατά το άρθρο δε 559 αριθμ. 8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

Α.Π. 11/1996 ΑΠ 559/2020, ΑΠ 59/2020).

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ουσιώδη αγωγικό του ισχυρισμό περί του μεγέθους και της σοβαρότητας του τραυματισμού του κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, που θεμελιώνει το αίτημά του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τον οποίο επανέφερε νομίμως ενώπιόν του με λόγο εφέσεως.

Όμως, στο αναιρετήριο, ενώ παρατίθεται αυτολεξεί ο τραυματισμός του αναιρεσείοντος, όπως αυτός περιγράφεται στο δικόγραφο της αγωγής του και επαναφέρθηκε με λόγο εφέσεως, και προβάλλεται η αιτίαση ότι αν το Εφετείο είχε λάβει υπόψη του τον εν λόγω ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό, θα είχε επιδικάσει το αιτηθέν για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ποσό των 200.000 ευρώ, δεν αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ώστε να ελεγχθεί εάν πράγματι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό αυτό, ή τον έλαβε υπόψη του και τον έκανε εν μέρει δεκτό ή τον απέρριψε, ρητά ή με την παραδοχή ως αποδειχθέντων αντίθετων γεγονότων.

Επομένως, ο με το παραπάνω περιεχόμενο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Κατά την έννοια αυτή, ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη.

Δεν αποκλείεται, βέβαια, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1183/2020, ΑΠ 1454/2017).

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που ο ίδιος επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη ισχυρισμών του που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και δη 1) την από 10-4-2015 βεβαίωση της φαρμακοποιού Λ.

Κ.- Π. και τις συνημμένες σ' αυτή εννέα αποδείξεις λιανικής πωλήσεως (ταμειακής μηχανής), από τις οποίες αποδεικνύεται η βασιμότητα του αγωγικού κονδυλίου των 239,70 ευρώ για αγορά φαρμάκων και υγειονομικού υλικού, και 2) την από 26-6-2015 ιατρική βεβαίωση του Ορθοπεδικού - Χειρουργού Θ. Κ., την από 15-6-2016 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Δ/νσης Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας της Διοίκησης του Ι.Κ.Α -Ε.Τ.Α.Μ και την από 24-4-2017 γνωστοποίηση αποτελέσματος πιστοποίησης αναπηρίας της Δ/νσης Ιατρικής Αξιολόγησης του Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, έγγραφα από τα οποία προκύπτει η πορεία και η εξέλιξη της υγείας του μετά τον τραυματισμό του κατά το ένδικο ατύχημα.

Όπως όμως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο βεβαιώνει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη "όλα τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα της ποινικής δικογραφίας που εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων".

Από την ρητή αυτή διαβεβαίωση, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και εκτίμησε και τα παραπάνω νομίμως προσκομισθέντα από τον ήδη αναιρεσείοντα, μετ' επικλήσεως, έγγραφα, τα οποία περιλαμβάνονται στην κατηγορία των εγγράφων και δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ώστε να χρήζουν ιδιαίτερης μνείας, με την επιπλέον επισήμανση ότι, των ανωτέρω υπό τον αριθμό 1 αποδείξεων, καθώς και της από 26-6-2015 ιατρικής βεβαίωσης του Ορθοπεδικού - Χειρουργού Θ.

Κ., γίνεται και ρητή αναφορά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (βλ. αντιστοίχως πρόσθια όψη του 5ου φύλλου και οπίσθια όψη 4ου φύλλου προσβαλλομένης αποφάσεως). Επομένως, ο με το παραπάνω περιεχόμενο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος δε λόγος, όσον αφορά στην προβαλλομένη αιτίαση ότι από τα προαναφερόμενα έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των εγγράφων αυτών, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Από την διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., η οποία αναφέρεται στην έκταση και το περιεχόμενο της ευθύνης σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, προσδιορίζοντας τις αξιώσεις αποζημιώσεως του αμέσως παθόντος, συνάγεται, ότι, όταν επέρχεται βλάβη στην υγεία ενός προσώπου, συνεπεία αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, ο παθών έχει αξίωση αποζημιώσεως για τα νοσήλια.

Στον όρο "νοσήλια" περιλαμβάνεται κάθε δαπάνη που έγινε ή κρίθηκε αναγκαία να γίνει προς αποκατάσταση της υγείας του παθόντος. Κριτήριο, δηλαδή, για το "τι είναι νοσήλια", που αποκαθίστανται, δυνάμει της ανωτέρω διατάξεως, αποτελεί η ανάγκη για πραγματοποίηση της δαπάνης και όχι η πραγματοποίησή της (ΑΠ 567/2018, ΑΠ 601/2009).

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή η ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή, ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, εν σχέσει προς την αξίωση της αναιρεσείοντος - ενάγοντος, που αφορά σε αποζημίωσή του για την πραγματοποίηση μελλοντικής πλαστικής χειρουργικής επεμβάσεως, προς αποκατάσταση των επικαλούμενων δύσμορφων ουλών αυτού, το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως τα κατωτέρω: ".............Το γεγονός της μη ύπαρξης αληθινής πρόθεσης για πλαστική χειρουργική επέμβαση συνάγεται εύκολα από το ότι ακόμα και σήμερα, ήτοι 4 έτη μετά το ατύχημα, ο εκκαλών δεν ισχυρίζεται ότι υποβλήθηκε σε τέτοια χειρουργική αποκατάσταση............Ο εκκαλών επίσης δήλωσε και επαναλαμβάνει την πρόθεσή του να πραγματοποιήσει πλαστική χειρουργική επέμβαση για την αποκατάσταση των δύσμορφων ουλών μετά το ατύχημα, τις οποίες δεν έχει πραγματοποιήσει μέχρι σήμερα λόγω οικονομικής δυσπραγίας.

Όπως όμως ελέχθη και ανωτέρω η μη πραγματοποίηση αυτής της χειρουργικής επέμβασης 4 έτη μετά το ατύχημα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται αληθινή πρόθεση πραγματοποίησης της επέμβασης και σε κάθε περίπτωση το αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί ως πρόωρα ασκηθέν. Εφόσον ο εκκαλών αποδείξει στο μέλλον την πραγματοποίηση τέτοιας επέμβασης που συνδέεται με το ένδικο ατύχημα έχει τη νομική δυνατότητα να αξιώσει την καταβολή της αντίστοιχης δαπάνης.

Τα ίδια συνεπώς αφού δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού ένατου λόγου της έφεσης". Το Εφετείο δηλαδή έκρινε ότι το αγωγικό κονδύλιο της πλαστικής χειρουργικής επεμβάσεως είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, σε κάθε δε περίπτωση ως προώρως ασκηθέν, όχι γιατί αποδείχθηκε ότι δεν υπάρχει ανάγκη για πραγματοποίηση της επεμβάσεως, αλλά γιατί αυτή δεν πραγματοποιήθηκε, παρότι παρήλθε ήδη τετραετία από την ημέρα του ατυχήματος.

Έτσι που έκρινε όμως το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 929 του Α.Κ., διότι αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται για την εφαρμογή της και συγκεκριμένα απαίτησε το μη αναγκαίο στοιχείο ότι πραγματοποιήθηκε η δαπάνη αυτή.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πρέπει να γίνει δεκτός, ως κατ' ουσίαν βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής στο οποίο αναφέρεται ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, που αφορά στην αποζημίωση του αναιρεσείοντος για την δαπάνη χειρουργικής επεμβάσεως προς αισθητική αποκατάσταση των προαναφερόμενων δύσμορφων ουλών του, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο, κατά τα άνω, μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα, ενόψει της νίκης του (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη διάδικος, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 5502/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.0 00) ευρώ. Και Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ