Legislator Case Law & Legislation
176/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction rent ruling, rejecting failure to consider private valuation documents.

Case Number 176/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final eviction rent decision by the Third Instance Court of Larissa. The appellant argued the lower court erred by ignoring a private valuation letter and a 1999 rental agreement, claiming these documents were crucial for determining the rent amount. The court rejected these arguments, ruling that the lower court correctly treated the private letter as a valid judicial presumption and properly considered the 1999 agreement as a comparative element alongside other evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; A private valuation letter constitutes a legal presumption of fact and a 1999 rental agreement serves as a comparative element for rent assessment, meaning the appellate court must not dismiss such evidence merely because it differs from the lower court's evaluation.

Keywords

AI generated
eviction rent determination private valuation letter rental agreement evidence appellate review standard judicial presumption of fact failure to consider evidence costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 176 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 176/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. Κ. του Ζ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Φράγγο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Π. του Ν., 2) Τ. Π. του Ν., κατοίκων …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/3/2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 224/2017 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/3/2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 9-9-2019 κλήση των 1) Ε. Π. του Ν. και 2) Τ. Π. του Ν. φέρεται προς συζήτηση, μετά από ματαίωση, η υπό κρίση από 1-3-2018 (4/1-3-2018) αίτηση αναίρεσης της Χ. Κ. κατ' αυτών, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, 224/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Η υπόθεση ακολούθησε την κάτωθι διαδικαστική διαδρομή: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, Χ. Κ., άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Π. και 2) Τ. Π., την από 23-3-2009 (379/1-7-2009) αγωγή, με την οποία ζήτησε, να της επιδικαστεί, νομιμοτόκως, το συνολικό ποσό των 216.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στα ωφελήματα - μισθώματα, που οι εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι θα εισέπρατταν από την εκμίσθωση των επίδικων ακινήτων, στην οποία θα μπορούσαν να έχουν προβεί και δεν προέβησαν από δική τους υπαιτιότητα, κατά το χρονικό διάστημα από 18-1-2001 μέχρι 20-2-2010, ευθυνόμενοι ως κακόπιστοι νομείς.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 175/2011 μη οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία ανέστειλε τη συζήτηση αυτής μέχρις εκδόσεως οριστικής αποφάσεως από τον Άρειο Πάγο, επί της από 5-2-2009 αιτήσεως των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων για την αναίρεση της 567/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που απέρριψε την έφεσή τους κατά της 224/2005 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία αναγνωρίστηκε η ακυρότητα τεσσάρων (4) αγοραπωλητηρίων συμβολαίων, δυνάμει των οποίων η ενάγουσα πώλησε και μεταβίβασε σ' αυτούς την κυριότητα, αντίστοιχα, των τεσσάρων (4) επίδικων οικοπέδων, της αποκλειστικής κυριότητάς της καθώς και κατά της συμπροσβληθείσας 111/2002 μη οριστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου.

Μετά την έκδοση της 1281/2012 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αναίρεση, επαναφέρθηκε προς συζήτηση η ως άνω αγωγή της αναιρεσείουσας και επ' αυτής εκδόθηκε η 26/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως ουσία βάσιμη. Κατά της αποφάσεως αυτής, οι ηττηθέντες εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 20-10-2015 (24227-10-2015) έφεση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Το εν λόγω Δικαστήριο, με τη 224/2017 οριστική απόφασή του, ήδη προσβαλλομένη, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της ως άνω αγωγής, απέρριψε τις αξιώσεις της ενάγουσας, που αφορούσαν στα έτη 2001, 2002 και 2003, ως παραγεγραμμένες και, κατά τα λοιπά, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσία βάσιμη και επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 22.200 ευρώ από κάθε εναγόμενο.

Κατά της αποφάσεως αυτής, η ενάγουσα άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 3 Β' αριθμ. 4, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), η οποία είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβιάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, το οποίο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού, σχετικά με ουσιαστικό πραγματικό ισχυρισμό α) δεν αναφέρει καθόλου πραγματικά περιστατικά (παντελής έλλειψη αιτιολογίας), β) τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), γ) τα περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι, λόγω της πλημμέλειας αυτής, δεν μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο, αν συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν οι όροι εκείνης που εφαρμόστηκε (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ιδρύεται, επίσης, ο λόγος αυτός, όταν η διατύπωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, που ισοδυναμεί με ανεπαρκή. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται α) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε εκ πλαγίου, β) ο ισχυρισμός, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών και η σύνδεσή του με το διατακτικό, αν δεν είναι αυτονόητη, γ) τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δ) οι κρίσιμες πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, πλήρως και όχι αποσπασματικά και επιλεκτικά, ε) εξειδίκευση του σφάλματος, ήτοι αα) αν υποστηρίζεται παντελής έλλειψη αιτιολογικών, το ελάττωμα αυτό, ββ) αν προβάλλεται ανεπάρκεια αιτιολογιών, ποια αναγκαία στοιχεία λείπουν για την πληρότητά τους, δηλαδή, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρει η απόφαση, γγ) αν προβάλλεται αντίφαση αιτιολογιών, ποιες είναι αυτές, γιατί αντιφάσκουν και σε ποια μέρη της απόφασης εντοπίζονται και δδ) αν προβάλλεται ασάφεια ή αντίφαση, από ποιες ακριβώς πραγματικές παραδοχές προκύπτει και σε τι συνίσταται.

Ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση ή στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολογία του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκή αιτιολογία (Ολ.ΑΠ. 861/1984). Πρέπει, δηλαδή, να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς τι αποδείχθηκε ή τι δεν αποδείχθηκε και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων, διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν αιτιολογίες της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19, να δημιουργείται λόγος αναίρεσης και να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων.

Από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της με αριθμό …/…/….5.1998 πράξεως εφαρμογής σχεδίου πόλεως του Δήμου Ν. Ιωνίας Βόλου, που μεταγράφηκε νόμιμα... η ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα των πιο κάτω περιγραφομένων ακινήτων: 1) ενός οικοπέδου, εμβαδού 384,1 τ.μ., που αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης οικοπέδου ευρισκομένου μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης της ......

επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ανωνύμων, στο οικοδομικό τετράγωνο υπ' αριθμ. … ... 2) ενός οικοπέδου εμβαδού 394,11 τ.μ., που αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης οικοπέδου, ευρισκομένου μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης της ...... μεταξύ των παράλληλων οδών ... και ανώνυμης στο οικοδομικό τετράγωνο υπ' αριθμ.

… ... 3) ενός οικοπέδου εμβαδού 325 τ.μ., που αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης οικοπέδου ευρισκομένου μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης της ...... επί της διασταυρώσεως των οδών ... και ανωνύμου, στο οικοδομικό τετράγωνο υπ' αριθμ. … ... 4) ενός οικοπέδου εμβαδού 325 τ.μ., που αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης οικοπέδου ευρισκομένου μέσα στο εγκεκριμένο σχέδιο της πόλης της ......

επί της διασταυρώσεως δύο ανώνυμων οδών στο οικοδομικό τετράγωνο υπ' αριθμ. … ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα πώλησε τα ανωτέρω (άρτια και οικοδομήσιμα) στους εναγομένους, οι οποίοι ήταν πελάτες του μεσιτικού γραφείου του Ε. Τ.. Συγκεκριμένα με το με αριθμό …/….6.2000 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Γαλλέα, νόμιμα μεταγραμμένου...

πώλησε στους εναγομένους σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους το υπό στοιχείο ένα ως άνω οικόπεδο...., αντί του τιμήματος 9.200.000 δρχ. ή 26.999,26 ευρώ (εκτίμηση Δ.Ο.Υ. 9.285.337 δραχμές ή 27.249,71 ευρώ), β) με το …/….6.2000 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Γαλλέα, νόμιμα μεταγραμμένου... πώλησε στους εναγομένους σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους το υπό στοιχείο δύο ως άνω οικόπεδο...

αντί του τιμήματος των 9.500.000 δραχμών ή 27.879,67 ευρώ (εκτίμηση Δ.Ο.Υ. 9.527.073 δραχμές ή 27.959,13 ευρώ), γ) με …/….6.2000 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Γαλλέα, νόμιμα μεταγραμμένου... πώλησε στους εναγομένους σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους το υπό στοιχείο τρία ως άνω οικόπεδο... αντί του τιμήματος των 7.800.000 δραχμών ή 22.890,68 ευρώ (εκτίμηση Δ.Ο.Υ. 7.856.433 δραχμές ή 23.056 ευρώ), δ) με το …/….6.2000 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Γαλλέα, νόμιμα μεταγραμμένου...

πώλησε στους εναγομένους σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους το υπό στοιχείο τέσσερα ως άνω οικόπεδο... αντί του τιμήματος των 7.500.000 δραχμών ή 22.010, 27 ευρώ (εκτίμηση Δ.Ο.Υ. 7.581.600 δραχμές ή 22.249,74 ευρώ). Ακολούθως, η ενάγουσα άσκησε τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 23/18.1.2001 αγωγή της στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου, με την οποία ζήτησε α) την αναγνώριση της ακυρότητας των υπ' αριθμ.

…/….6.2000, …/….6.2000, …/….6.2000 και …/….6.2000 συμβολαίων αγοραπωλησίας οικοπέδων του συμβολαιογράφου Βόλου Ιωάννη Γαλέα, με τα οποία η ενάγουσα πώλησε και μεταβίβασε την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων στους εναγόμενους, για το λόγο ότι αυτές είναι καταπλεονεκτικές, β) επικουρικά, την ακύρωση των εν λόγω συμβάσεων, διότι εξαναγκάστηκε σε δήλωση βούλησης για την κατάρτισή τους με απειλή κατά της ζωής της, που ασκήθηκε από το μεσίτη των εναγομένων Ε.

Τ., γ) εντελώς επικουρικά, την αναγνώριση της ακυρότητάς τους για τον λόγο ότι οι συμβάσεις είναι αντίθετες στα χρηστά ήθη (καταχρηστικές), καθότι ο μεσίτης των εναγομένων γνωρίζοντας και εκμεταλλευόμενος την ως άνω κατάστασή της την οδήγησε στην κατάρτιση των συμβάσεων αυτών και δ) άλλως, την αναγνώριση της ακυρότητάς τους, διότι κατά το χρόνο της καταρτίσεώς τους, αυτή (η ενάγουσα) δεν είχε συνείδηση των πραττομένων, λόγω της ψυχικής παθήσεώς της...

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε... η με αριθμό 224/2005 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, που έκανε δεκτή στην ουσία τη με αριθμ. 23/2001 αγωγή της ενάγουσας κατά την βάση της που στηρίζεται στα άρθρα 131 και 180 του Α.Κ.... αυτή δε η απόφαση επικυρώθηκε από τη με αριθμό 567/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας...

Κατά της απόφασης του Εφετείου οι εναγόμενοι άσκησαν το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Επί της ως άνω αναιρέσεως εκδόθηκε η με αριθμό 1281/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αίτηση των αναιρεσειόντων και ήδη εναγομένων... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από την επίδοση στις 20-1-2001 στους εναγόμενους της με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 23/18.1.2001 αγωγής της ενάγουσας...

οι εναγόμενοι έγιναν νομείς κακής πίστεως, αφού έλαβαν γνώση του ότι δεν είχαν δικαίωμα νομής και κατοχής επί των ακινήτων, καθώς μετά την επίδοσή της όφειλαν να υπολογίζουν το ενδεχόμενο της ήττας τους στη δίκη εκείνη και άρα να προσέχουν και να τα χρησιμοποιούν τα ακίνητα ως ξένα, που πρέπει ενδεχομένως να τα αποδώσουν στην ενάγουσα...

και ως εκ τούτου, έχουν από τότε την ενοχική υποχρέωση, έναντι του κυρίου του ακινήτου, δηλαδή της ενάγουσας, να αποδώσουν σ' αυτήν τα ωφελήματα που μπορούσαν να εισπράξουν κατά τους κανόνες της τακτικής διαχειρίσεως, αλλά δεν τα εισέπραξαν από υπαιτιότητά τους... Πιο συγκεκριμένα, μετά την επίδοση της ως άνω αγωγής...

οι εναγόμενοι δεν εισέπραξαν από δική τους υπαιτιότητα μισθώματα, ενώ μπορούσαν να τα εισπράξουν σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης, εάν προέβαιναν στην εκμίσθωση των επιδίκων, γεγονός, που παρέλειψαν. Ειδικότερα, τα πιο πάνω περιγραφόμενα ακίνητα έχουν πρόσοψη το υπό στοιχ. 1 ως άνω οικόπεδο σε τρεις δρόμους, το υπό στοιχ. 2 ως άνω οικόπεδο σε δύο δρόμους, τα υπό στοιχ. 3 και 4 σε δύο δρόμους το καθένα (γωνιακά) και τα τέσσερα ως συνεχόμενα οικόπεδα έχουν συνολικό εμβαδόν 1.428,22 τ.μ.

Έχουν πραγματοποιηθεί όλα τα έργα υποδομής που είναι απαραίτητα για τη μελλοντική ανέγερση κτισμάτων, υπάρχει δίκτυο ΔΕΗ, ύδρευσης - αποχέτευσης και είχαν στο παρελθόν, προ του 2000, ως ενιαίο ακίνητο εκμισθωθεί από την ενάγουσα. Η άνω περιοχή έχει εμπορική κίνηση. Βέβαια, όπως αναφέρεται στο υπ' αριθμ. …/….10.2015 έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομικού Σχεδιασμού της Διεύθυνσης Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Βόλου, με θέμα:

απάντηση σε αίτηση του Π. Τ...., σύμφωνα με το άρθρο 3 του πδ της 26.9.1994 (ΦΕΚ 1002Δ/26.9.1994) στους οικοδομήσιμους χώρους της πολεοδομικής μελέτης ΠΕ… περιοχή ... της ΔΕ Ν. Ιωνίας του Δήμου Βόλου - όπου βρίσκεται και το ΟΤ 737 (στο οποίο βρίσκονται τα επίδικα οικόπεδα) επιτρέπονται οι χρήσεις γενικής κατοικίας, όπως προσδιορίζονται από το άρθρο 3 του από 23.2.1987 πδ/τος (Δ 166) και ότι στο τελευταίο άρθρο αναφέρεται η χρήση "Εμπορικά καταστήματα, με εξαίρεση, τις υπεραγορές και τα πολυκαταστήματα"...

Στο ίδιο άρθρο (3) του από 23.2.1987 πδ/τος (Δ 166) αναφέρεται ότι στις περιοχές γενικής κατοικίας (όπως στα εν λόγω οικόπεδα) επιτρέπονται, πέραν αυτής που αναγράφεται στο τελευταίο έγγραφο του ΤμΠολΣχεδ του Δήμου Βόλου και οι εξής χρήσεις: κατοικία, ξενοδοχεία μέχρι 100 κλινών και ξενώνες, γραφεία, τράπεζες, ασφάλειες, κοινωφελείς οργανισμοί, κτήρια εκπαίδευσης, εστιατόρια, αναψυκτήρια, θρησκευτικοί χώροι, κτήρια κοινωνικής πρόνοιας, επαγγελματικά κτήρια χαμηλής όχλησης, πρατήρια βενζίνης, αθλητικές εγκαταστάσεις, κτήρια, γήπεδα στάθμευσης, πολιτιστικά κτήρια και εν γένει πολιτιστικές εγκαταστάσεις.

Μάλιστα, ο αδελφός της ενάγουσας εκμίσθωσε στις 14.6.1999 το ακίνητο που βρίσκεται πολύ κοντά με τα επίδικα οικόπεδα, στο ΟΤ … ... στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία LIDL HELLAS, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως υπεραγορά/σούπερ μάρκετ... αντί 710.000 δρχ. ή 2.083,63 ευρώ, το οποίο ανήλθε στο ποσό των 2.650 ευρώ.... Όμως στα γεωτεμάχια αυτά (της ενάγουσας και του αδελφού της), που διαχωρίζονται από την οδό ..., ισχύουν διαφορετικές πολεοδομικές διατάξεις που ρυθμίζουν τις επιτρεπόμενες χρήσεις σ' αυτά, ώστε αν και βρίσκονται σε εγγύτητα τα ακίνητα αυτά τυγχάνουν διαφορετικής μεταχείρισης σε ό,τι αφορά τις δυνατότητες χρήσης τους, αφού στο ακίνητο του αδελφού της ενάγουσας...

επιτρέπεται η ίδρυση και λειτουργία εμπορικών καταστημάτων και δεν εξαιρείται η ανέγερση υπεραγορών και πολυκαταστημάτων, ώστε διαφέρουν οι μισθωτικές αξίες των ακινήτων αυτών. Εξάλλου, από την από 21.9.2009 επιστολή του πληρεξουσίου δικηγόρου των εκκαλούντων προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ενάγουσας, στην οποία προτείνεται, για λογαριασμό των εντολέων του, με μέριμνα της ενάγουσας να βρεθεί μισθωτής (για τα επίδικα οικόπεδα) με μηνιαίο μίσθωμα της τάξεως των 2.000 ευρώ, όπως η ενάγουσα προσδιορίζει τη συνολική μισθωτική αξία των επιδίκων στην κρινόμενη αγωγή της, να συνυπογράψουν τη σύμβαση οι διάδικοι και ο μισθωτής και να παρακατατίθεται το μίσθωμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, με σκοπό να εισπραχθεί μετά την οριστική περάτωση της βασικής υπόθεσης, ήτοι την έκδοση απόφασης επί της αιτήσεως αναιρέσεως σε περίπτωση νίκης της ενάγουσας ή την έκδοση νέας απόφασης από το Εφετείο, ώστε με τον τρόπο αυτό ουδείς θα δικαιούται να αναζητεί αποζημίωση για το διάστημα της μίσθωσης, δεν αποδεικνύεται ότι η μισθωτική αξία για όλα τα επίδικα οικόπεδα ανέρχεται μηνιαίως στο ποσό των 2.000 ευρώ.

Από τα ανωτέρω, αναφορικά με τις αξιώσεις της ενάγουσας που δεν υπέπεσαν στην ως άνω πενταετή παραγραφή αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι από υπαιτιότητά τους δεν προέβησαν στην εκμίσθωση των επίδικων ακινήτων, που ήταν ευχερής, για τις ως άνω επιτρεπόμενες χρήσεις γενικής κατοικίας, δεδομένου ότι βρίσκεται σε περιοχή, που περιβάλλεται από τρεις κύριες οδικές αρτηρίες..., με εύκολη προσβασιμότητα, εξυπηρετείται από το δίκτυο αστικών συγκοινωνιών και γενικά, όπως αναφέρεται στην προσκομιζόμενη από τους εκκαλούντες από 31.1.2016 εκτίμηση μισθωτικής αξίας της Ε.

Α. - αρχιτέκτονος μηχανικού κρίνεται ως συμπέρασμα στη θέση περιγραφής του ακινήτου ότι το εν λόγω ακίνητο (εννοείται τα τέσσερα οικόπεδα ως ενιαίο ακίνητο) βρίσκεται σε καλή θέση ως προς την ευρύτερη περιοχή με εύκολη πρόσβαση από την οδό ... και καλή προβολή... Έτσι λοιπόν απώλεσαν τα μισθώματα που θα μπορούσαν να είχαν εισπράξει κατά μήνα για το χρονικό διάστημα των ετών 2004 έως 20.2.2010, σύμφωνα με τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των 150 ευρώ για κάθε οικόπεδο και συνολικά και για τα τέσσερα οικόπεδα στο ποσό των 600 ευρώ, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής.

Επομένως, για την ως άνω αιτία καθένας εκ των εναγομένων οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 300 ευρώ για κάθε μήνα και συνολικά για το ως άνω χρονικό διάστημα... που δεν υπέπεσε στην πενταετή παραγραφή, το συνολικό ποσό των 22.200 ευρώ (300 ευρώ χ 74 μήνες)....". Με βάση τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της αγωγής της αναιρεσείουσας, απέρριψε τις αξιώσεις της για τα έτη 2001, 2002 και 2003 ως παραγεγραμμένες και έκανε, κατά τα λοιπά, εν μέρει δεκτή την αγωγή της, επιδικάζοντας σ' αυτήν τα ανωτέρω ποσά.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ήτοι ότι έχει αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο, ενώ δέχεται ότι η περιοχή, στην οποία βρίσκονται τα επίδικα, συνεχόμενα ακίνητα, διαθέτει όλα τα έργα υποδομής, που είναι απαραίτητα για τη μελλοντική ανέγερση κτισμάτων, δίκτυο ΔΕΗ, ύδρευσης και αποχέτευσης, έχει εμπορική κίνηση και επιτρέπεται η λειτουργία καταστημάτων και επιχειρήσεων, χαμηλής όχλησης, καθώς επίσης ότι τα επίδικα βρίσκονται σε καλή θέση, στη συνέχεια απαξιώνει τη μισθωτική τους αξία, αφού ακόμη και αν αυτά εκμισθώνονταν ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων, θα μπορούσαν να εξυπηρετήσουν περί τα σαράντα πέντε (45) αυτοκίνητα, με μηνιαίο μίσθωμα 50 ευρώ ανά αυτοκίνητο, με συνέπεια, τα μηνιαία έσοδα από την εκμετάλλευσή τους να ανέρχονται σε 2.250 ευρώ μηνιαίως.

Με το παραπάνω περιεχόμενο οι αιτιάσεις αυτές είναι διττώς απαράδεκτες. Αφενός μεν είναι αόριστες, αφού στο αναιρετήριο δικόγραφο δεν παρατίθενται οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που αφορούν στο κρίσιμο ζήτημα της εκτίμησης της μισθωτικής αξίας των επίδικων ακινήτων, αλλά παρατίθενται μόνον αποσπασματικά και επιλεκτικά τμήματα αυτής και αφετέρου δεν αναφέρεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε εκ πλαγίου.

Επιπροσθέτως, η αναιρεσείουσα, υπό την επίφαση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας και με τα παραπάνω εκτιθέμενα παραθέτει επιχειρήματα και συμπεράσματα, με τα οποία βάλλει κατά της εκτίμησης των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ο λόγος αυτός ως απαράδεκτος.

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, το οποίο προσκομίστηκε νομίμως μετ' επικλήσεως από διάδικο, δέχθηκε, ως περιεχόμενο τούτου, πραγματικά γεγονότα διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.

Ως 'πραγματικά γεγονότα', που δέχθηκε το δικαστήριο, παραμορφώνοντας το έγγραφο, νοούνται εκείνα, που αποτελούν αντικείμενο αποδείξεως, κατ' άρθρο 335 του Κ.Πολ.Δ. και από τα οποία εξαρτάται η απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, που εξετάσθηκε κατ' ουσία. Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, επουσιώδης ή αλυσιτελής (Ολ.Α.Π. 887/2008), αν το παραμορφωθέν μέρος του εγγράφου, δηλαδή, οι λέξεις που διάβασε λανθασμένα ή που παρέλειψε να διαβάσει το δικαστήριο, αναφέρεται σε επουσιώδες, μη κρίσιμο για την απόδειξη του πραγματικού ισχυρισμού περιστατικό ή αν η 'παραμόρφωση' οφείλεται σε προφανή παραδρομή ή γραφικό λάθος του δικαστηρίου.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εξάλλου, όταν το δικαστήριο της ουσίας συνάγει, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο ορθώς ανέγνωσε, αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην αξιολογική κρίση του δικαστηρίου, δηλαδή, στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου παραμορφώθηκε, όχι δε, όταν απλώς το έχει συνεκτιμήσει μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει στο πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π.1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 14-6-1999 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως ακινήτου και δέχθηκε πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από αυτά, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό, με συνέπεια να καταλήξει σε επιζήμιο γι' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, στηριζόμενο κυρίως στο εν λόγω αποδεικτικό μέσο.

Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως παρατίθενται ανωτέρω, προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε εσφαλμένα ότι με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, ο αδελφός της αναιρεσείουσας, Δ. Κ., εκμίσθωσε οικόπεδο, ιδιοκτησίας του, εμβαδού 2.654 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην ίδια με τα επίδικα περιοχή και απέναντι απ' αυτά, στην εταιρεία, με την επωνυμία "LIDL HELLAS", αντί της πράγματι συμβληθείσας μετ' αυτού, ως μισθώτριας, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "DIA HELLAS A.E.", προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή και λειτουργία υπεραγοράς (σούπερ μάρκετ), αντί μηνιαίου μισθώματος 710.000 δρχ.

ή 2.083,63 ευρώ. Η εσφαλμένη αναγραφή στην προσβαλλόμενη απόφαση της επωνυμίας της μισθώτριας εταιρείας του ως άνω ακινήτου του αδελφού της αναιρεσείουσας οφείλεται σε προφανή παραδρομή, στην οποία υπέπεσε το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο και αφορά σε επουσιώδες πραγματικό γεγονός, το οποίο δεν ασκεί επίδραση στο αποδεικτικό της πόρισμα, δοθέντος ότι αμφότερες οι ανωτέρω εταιρείες ασκούν ομοειδείς επιχειρηματικές δραστηριότητες (σούπερ μάρκετ).

Οι στον ίδιο λόγο περιεχόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα απέκλεισε τη δυνατότητα εκμίσθωσης των επιδίκων σε επιχειρήσεις, για την εγκατάσταση σ' αυτά υπεραγορών, παρότι από τα έγγραφα και τις φωτογραφίες, που οι διάδικες πλευρές προσκόμισαν μετ' επικλήσεως στο Εφετείο, προκύπτει ότι, παραπλεύρως των επίδικων ακινήτων, λειτουργούν τέτοιες επιχειρήσεις (σούπερ μάρκετ) και να υποβαθμίσει σοβαρά τη μισθωτική τους αξία είναι απαράδεκτες, καθόσον βάλλουν κατά της αναιρετικώς ανέλεγκτης κρίσης του περί τα πράγματα.

Πρέπει, συνεπώς, ο λόγος αυτός ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Ο αναιρετικός λόγος, που προβλέπεται από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πλήττει την απόφαση για σφάλματα, που αναφέρονται στα αποδεικτικά μέσα, βάσει των οποίων καταρτίζεται η ελάσσων πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το επίμαχο αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού ή γεγονότος, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 42/2002).

Κατά τη διάταξη του αριθμού 11α' του ως άνω άρθρου, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο, που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικώς απαριθμούμενα στο άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δ. και, συνεπώς, επιτρεπόμενα, καταρχήν, αποδεικτικά μέσα ή περιλαμβάνεται μεν σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Εξάλλου, οι αναφερόμενες στο άρθρο 390 του Κ.Πολ.Δ. ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις και συνετάγησαν μετά από αίτηση διαδίκου, δεν καθίστανται εκ του λόγου τούτου ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο, που εκτιμάται ελεύθερα ως δικαστικό τεκμήριο από το δικαστήριο (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1099/2019).

Τέτοια γνωμοδότηση είναι και αυτή που συντάσσεται από αρχιτέκτονα μηχανικό σχετικά με τη θέση του επιδίκου ακινήτου και τη μισθωτική αυτού αξία και δεν αποτελεί απλή βεβαίωση τρίτου (σχ.Α.Π. 406/2006). Για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει να προσδιορίζεται το αποδεικτικό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος, για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη, να αναφέρεται δε στο αναιρετήριο ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

εξαιρετικές περιπτώσεις (Α.Π. 218/2020, Α.Π. 374/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 11γ' του ίδιου άρθρου 559, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ.

προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά.

Δεν απαιτείται, εξάλλου, να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος (Α.Π. 1409/2019, Α.Π. 779/2019, Α.Π. 342/2016, Α.Π. 1633/2009).

Συνακόλουθα, η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του για την απόδειξη των κρίσιμων, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ισχυρισμών των διαδίκων, αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αρκεί για τη θεμελίωση του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, (Ολ.Α.Π. 2/2008).

Προκειμένου περί δικαστικής ή εξώδικης ομολογίας, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ` του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., εφ` όσον ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε νόμιμα με τις προτάσεις του στο δικαστήριο της ουσίας την ομολογία του αντιδίκου του και για την επίκληση αυτή γίνεται ρητή αναφορά στο αναιρετήριο, άλλως ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και απαράδεκτος (Α.Π. 347/2020, Α.Π. 1014/2010, Α.Π. 1573/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων. Συγκεκριμένα, αυτή επικαλείται ότι οι αναιρεσίβλητοι ενσωμάτωσαν στο δικόγραφο της έφεσής τους αλλά και στην προσθήκη των προτάσεών τους την από 21-9-2009 επιστολή του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, όπως αυτή παρατίθεται στο αναιρετήριο, με την οποία καθόρισαν τη μισθωτική αξία των επίδικων ακινήτων στο ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαίως, πλην όμως, το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν την έλαβε υπόψη ούτε την εκτίμησε ως τέτοια (δικαστική ομολογία) και έτσι η προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε σε αναιρετική πλημμέλεια, η οποία, αληθώς, βρίσκει έρεισμα στην προβλεπόμενη από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υπάγοντας ορθώς τα περιστατικά, που επικαλείται η αναιρεσείουσα και όχι, εσφαλμένως, στο άρθρο 561 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., όπως διαλαμβάνεται στην αίτηση αναίρεσης, διάταξη που αφορά στην εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων από τον Άρειο Πάγο.

Από την επισκόπηση των από 6-10-2016 έγγραφων προτάσεων της αναιρεσείουσας στην κατ' έφεση δίκη, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δη του ενδιαφέροντος τον αναιρετικό έλεγχο τμήματος αυτών, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε δικαστική ομολογία των αντιδίκων της, συναγόμενη εκ της ως άνω επιστολής του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, τότε εκκαλούντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, αλλά επικαλέστηκε και προσκόμισε το εν λόγω έγγραφο, ως αποδεικτικό στοιχείο, για τη συναγωγή δικαστικού τεκμηρίου ως προς τη μισθωτική αξία των επιδίκων.

Ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί.

Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ήτοι ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε παράνομο αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την από 31-1-2016 έγγραφη εκτίμηση μισθωτικής αξίας της αρχιτέκτονος - μηχανικού Ε. Α., παρότι πρόκειται για μία απλή επιστολή, που δεν θεωρείται αποδεικτικό μέσο, αφού συνετάγη από πρόσωπο που δεν είχε ειδικές γνώσεις ως προς τη μισθωτική αξία των ακινήτων με συνέπεια το ως άνω Δικαστήριο να αχθεί σε λανθασμένη, δυσμενή σε βάρος της αναιρεσείουσας κρίση. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον το Εφετείο ορθώς έλαβε υπόψη ως νόμιμο αποδεικτικό μέσο το ως άνω έγγραφο, που συνιστά ιδιωτική γνωμοδότηση σχετικά με τη θέση και τη μισθωτική αξία των επίδικων ακινήτων και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο ως δικαστικό τεκμήριο συνετάγη δε, μετά από αίτηση των αναιρεσιβλήτων.

Με τον πέμπτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη έγγραφο, κρίσιμο για την απόδειξη ζητήματος, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, ήτοι, ότι αγνόησε και δεν εκτίμησε το από 14-6-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό του αδελφού της αναιρεσείουσας, Δ.

Κ., που κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., δυνάμει του οποίου αυτός εκμίσθωσε στην επιχείρηση 'DIA' ακίνητο ιδιοκτησίας του, εκτάσεως 2.654 τ.μ., κειμένου έναντι των επιδίκων, αντί μηνιαίου μισθώματος 2.083,63 ευρώ ούτε μνημόνευσε τούτο, με συνέπεια, σε κάθε περίπτωση, να προκύπτουν αμφιβολίες ως προς την εκτίμησή του.

Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως παρατίθενται ανωτέρω, καταδεικνύεται, πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του το ως άνω έγγραφο, το οποίο ρητά μνημόνευσε, το συνεκτίμησε δε, ως συγκριτικό στοιχείο, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, σχετικά με τη μισθωτική αξία των επιδίκων, επεσήμανε, όμως, τις διαφορετικές πολεοδομικές διατάξεις, που ίσχυαν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, σχετικά με τις επιτρεπόμενες χρήσεις γης των ως άνω ακινήτων, ως βαρύνουσες για τον καθορισμό της μισθωτικής τους αξίας.

Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ο λόγος αυτός ως αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1-3-2018 (4/1-3-2018) αίτηση της Χ. Κ. του Ζ. για αναίρεση της 224/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα

και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ