Legislator Case Law & Legislation
176/2019 AI generated

176/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 176/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

176/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ομοίως, δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλομΑΠ 15/2006, ΑΠ 1420/2013).

Keywords

AI generated
terms of sale purchase off-plan advertising of the contract doorstep selling private contract sale public takeover bid
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 176 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 176/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Θ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σαράκη. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Α. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αντωνία Δημητρακοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 14-11-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4048/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 3482/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-6-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ομοίως, δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλομΑΠ 15/2006, ΑΠ 1420/2013).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως απ' αυτήν προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρει, δέχτηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "Στην …, στις 22-7-2005, ύστερα από επαφές και ανταλλαγή απόψεων ανάμεσα στους διαδίκους αναφορικά με την πώληση και μεταβίβαση κατά κυριότητα από τον εναγόμενο (και ήδη αναιρεσείοντα) στον ενάγοντα (και ήδη αναιρεσίβλητο) του με στοιχεία …3α διαμερίσματος, συνολικής επιφάνειας 111 τ.μ., μετά του αντιστοιχούντος χώρου στάθμευσης, που βρίσκεται σε τριώροφο ακίνητο, επί της οδού ..., στο ..., καθώς και για τον καθορισμό των όρων της εν λόγω πώλησης, καταρτίστηκε μεταξύ αυτών το με την αυτή ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα:

Ο εναγόμενος, κύριος του άνω διαμερίσματος, υποσχέθηκε να πωλήσει και μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον ενάγοντα... και ο τελευταίος να αγοράσει το διαμέρισμα αυτό, αντί τιμήματος διακοσίων πενήντα πέντε χιλιάδων (255.000) ευρώ. Η πώληση αυτή του διαμερίσματος θα καταρτιζόταν, με συμβολαιογραφικό έγγραφο, έως τις 30-9-2005, αφού πρώτα ο εναγόμενος θα είχε προβεί σε εξάλειψη και άρση των υποθηκών, κατασχέσεων και κάθε άλλου βάρους.

Ο ενάγων, παραλλήλως, συμφωνήθηκε ότι θα διευκόλυνε τον εναγόμενο ως προς την άρση και εξάλειψη των κατασχέσεων, υποθηκών κλπ., που βάρυναν το διαμέρισμα, καταβάλλοντος προς τούτο χρηματικά ποσά, τα οποία θα εξέπιπταν αυτομάτως από το τίμημα... Ρητώς δε επισημάνθηκε ότι ο εναγόμενος, ως πωλητής, θα ήταν υποχρεωμένος να αναμείνει χρονικά για την διαδικαστική ολοκλήρωση των άρσεων και εξαλείψεων των υποθηκών και κατασχέσεων του ακινήτου, και ιδίως για την εξάλειψη της υποθήκης που είχε εγγραφεί υπέρ της Εμπορικής Τράπεζα της Ελλάδος προς εξασφάλισή της από δάνειο που είχε χορηγήσει σ' αυτόν, καθώς ο ενάγων - αγοραστής, για την αποπληρωμή μέρους του πιο πάνω τιμήματος, θα ελάμβανε αντίστοιχο τραπεζικό δάνειο και, συνακόλουθα, η νομική διευθέτηση και τακτοποίηση των εν λόγω ζητημάτων θα εμφάνιζε προβλήματα ως προς την απαιτούμενη, για την ολοκλήρωση των οικείων διαδικασιών, χρονική διάρκεια.

Εξάλλου, συμφωνήθηκε... η σύσταση αρραβώνα, ποσού δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ για τυχόν αθέτηση των όρων της άνω συμφωνίας για την πώληση και αγορά του διαμερίσματος... Τέλος, όπως στο ίδιο συμφωνητικό καταγράφηκε, ο εναγόμενος παρέδωσε στον ενάγοντα τα κλειδιά του ανωτέρω διαμερίσματος χορηγώντας στον τελευταίο, ο οποίος παραλλήλως εγκαταστάθηκε στην εν λόγω οικία (διαμέρισμα), το δικαίωμα να τακτοποιήσει οικοδομικά το χώρο του λουτρού αυτής, τούτο δε με δαπάνες που θα βάρυναν αποκλειστικά τον ενδιαφερόμενο αγοραστή - ενάγοντα και οι οποίες, ως εκ τούτου, δεν θα περιλαμβάνονταν στο προαναφερόμενο τίμημα ούτε θα συμψηφίζονταν με αυτό.

Εάν, δε, ο εναγόμενος ήταν εκείνος που θα αθετούσε - παραβίαζε τη συμφωνία, τότε οι δαπάνες για το χώρο του λουτρού του διαμερίσματος, στις οποίες θα είχε προβεί, κατά τα ανωτέρω, ο ενάγων και θα αποδεικνύονταν με αποδείξεις, τιμολόγια και λοιπά αρμοδίως θεωρημένα και νόμιμα παραστατικά, θα βάρυναν τον πρώτο (εναγόμενο), ο οποίος και θα είχε υποχρέωση να καταβάλει αυτές στον δεύτερο (ενάγοντα).

Αντιθέτως, αν αθετούσε τη συμφωνία ο ενάγων, τότε οι δαπάνες, τις οποίες ο τελευταίος θα είχε για τον αυτό λόγο (δηλαδή για το χώρο του λουτρού) πραγματοποιήσει, θα βάρυναν τον ίδιο, ο οποίος δεν θα είχε δικαίωμα αναζήτησής τους από τον εναγόμενο. Ο ενάγων, στη συνέχεια, θεωρώντας καλόπιστα και δικαιολογημένα ως επικείμενη την πώληση και μεταβίβαση του διαμερίσματος, πραγματοποίησε σε αυτό τόσο εργασίες για την τακτοποίηση του χώρου του λουτρού, για τις οποίες έγινε μνεία και στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό, όσο και επιπλέον επεμβάσεις και διαμορφώσεις, προκειμένου να καταστεί το διαμέρισμα λειτουργικότερο, για τις οποίες έλαβε την προφορική συναίνεση του εναγομένου και οι οποίες συνίσταντο στο κτίσιμο ενός διαχωριστικού τοίχου και στην αλλαγή μιας πόρτας, σε διάφορες μετατροπές στην υδραυλική εγκατάσταση και το καλοριφέρ, σε ηλεκτρολογικές και υδραυλικές εργασίες, ελαιοχρωματισμό κλπ., ενώ προέβη και στην αγορά υλικών (ξυλείας κ.λπ.) που προορίζονταν να τοποθετηθούν στην κουζίνα, καθώς και διαφόρων εργαλείων τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τη διενέργεια των παραπάνω εργασιών.

Ειδικότερα, ο ενάγων δαπάνησε: 1) 3.213 ευρώ για ηλεκτρολογικές εργασίες και υλικά, και δη για εργασίες επανελέγχου, συμπλήρωση καλωδίων γείωσης, μετατροπή κουζίνας - δωματίου, αντικατάσταση καλωδίων συναγερμού, εξωτερικές γραμμές κεραίας, πρίζες κλιματιστικών, γραμμές εξαεριστικών, ανεξαρτητοποίηση στο διπλανό διαμέρισμα... 2) 3.500 ευρώ για υδραυλικές εργασίες, και συγκεκριμένα για διάφορες μετατροπές στην υδραυλική εγκατάσταση και το καλοριφέρ... 3) 2.975 ευρώ για ελαιοχρωματισμούς, και δη 1.800 ευρώ για τις εν λόγω εργασίες και 700 ευρώ για υλικά (μπογιές), μαζί με τον αναλογούντα Φ.Π.Α., ύψους 475 ευρώ ... 4) 6.017,41 ευρώ, 322,34 ευρώ, 542,52 ευρώ, 211,20 ευρώ, 104 ευρώ και 1.682,28 ευρώ, δηλαδή συνολικά 8.876,75 ευρώ, για την αγορά ειδών υγιεινής - πλακιδίων ….

για το λουτρό... 5) 3.570 ευρώ για την τοποθέτηση των ανωτέρω πλακιδίων, κατά το χρονικό διάστημα από 27-7-2005 έως 28-8-2005... 6) 3.500 ευρώ για προκαταβολή κατασκευής και τοποθέτησης κουζίνας, συνολικής αξίας, με την αγορά ξυλείας από ξύλα δρυός και το σχέδιο, 9.200 ευρώ... 7) 1.300 ευρώ για το κτίσιμο διαχωριστικού τοίχου, και δη για τις εργασίες που πραγματοποιήθηκαν και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν... 8) 150 ευρώ για άνοιγμα και αλλαγή πόρτας....

Επίσης, ο ενάγων προέβη και στην αγορά εργαλείων και υλικών, τα οποία ήταν απαραίτητα για την διενέργεια των πιο πάνω εργασιών... δαπανώντας συνολικώς γι' αυτά, μαζί με τον αναλογούντα (κατά ποσοστό 18%) Φ.Π.Α., 450,22 ευρώ, ακόμη δε και ενός πλυστικού μηχανήματος ….. 615, μιας ηλεκτρικούς σκούπας …. και διαφόρων μικροεργαλείων, κατσαβιδιών, φτυαριών κλπ.

δαπανώντας προς τούτο τα ποσά των 155 ευρώ, 250 ευρώ και 100 ευρώ αντίστοιχα. Συνολικά, δηλαδή, για όλες τις ανωτέρω αιτίες ο ενάγων δαπάνησε το ποσό των είκοσι οκτώ χιλιάδων διακοσίων εννέα ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (28.209,75 ευρώ). Παρά ταύτα, η πώληση και μεταβίβαση του άνω διαμερίσματος από τον εναγόμενο στον ενάγοντα δεν πραγματοποιήθηκε κατά τον άνω χρόνο και ματαιώθηκε οριστικά, υπαίτιος δε της ματαίωσης αυτής είναι ο εναγόμενος.

Πιο αναλυτικά, μολονότι οι διάδικοι, κατόπιν συμφωνίας τους, έδωσαν την εντολή στη συμβολαιογράφο Α. Κ. για τη σύνταξη του συμβολαίου αγοραπωλησίας και μεταβίβασης του συγκεκριμένου διαμερίσματος, ο εναγόμενος δεν προσκόμιζε, καθ' όλο το διάστημα μέχρι την οριστική ματαίωση της σύμβασης, στην εν λόγω συμβολαιογράφο, παρά τις συνεχείς προς τούτο οχλήσεις της τελευταίας και του ενάγοντος, τα απαιτούμενα για τη σύνταξη του συμβολαίου πιστοποιητικά φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητάς του.

Τα πιστοποιητικό δε αυτά, αφορώντας στην προσωπική φορολογική και ασφαλιστική κατάσταση του εναγομένου, δεν ήταν δυνατό να ζητηθούν ούτε από τη συμβολαιογράφο ούτε από τον ενάγοντα. Ο εναγόμενος, επιπροσθέτως, δεν προέβαινε σε ενημέρωση του ενάγοντος περί του ακριβούς ύψους του στεγαστικού δανείου που ο πρώτος είχε λάβει από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος και για την εξασφάλιση του οποίου είχε εγγραφεί υπέρ της τελευταίας υποθήκη σε βάρος του συγκεκριμένου διαμερίσματος.

Η ενημέρωση αυτή, για την οποία ο ενάγων επανειλημμένα όχλησε προφορικώς, πλην όμως χωρίς αποτέλεσμα, τον εναγόμενο, ήταν απαραίτητη, προκειμένου ο πρώτος, κατά τους άνω συμφωνηθέντες όρους, να προβεί στην εξόφληση του δανείου με χρήματα τα οποία θα εξέπιπταν αντιστοίχως από το τίμημα, ενώ μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνον από τον εναγόμενο, καθώς τα στοιχεία της δανειοδότησής του ήταν προσωπικά και δεν μπορούσαν να γνωστοποιηθούν (απευθείας) στον ενάγοντα από την Τράπεζα.

Τέλος, ο εναγόμενος στις 4-11-1005, χωρίς προηγουμένως να ενημερώσει τον ενάγοντα ή συνεννοηθεί μαζί του, άλλαξε την κλειδαριά του διαμερίσματος, αποκλείοντας έκτοτε την πρόσβαση σε αυτό του ενάγοντος ή των τεχνιτών που κατ' εντολή του ενεργούσαν εργασίες, ενώ παράλληλα προέβη σε καταχώριση αγγελίας, περί πώλησης της εν λόγω ιδιοκτησίας του, στην εφημερίδα "...", καταδεικνύοντας έτσι τη θέλησή του για οριστική ματαίωση της πώλησης και μεταβίβασης του διαμερίσματός του στον ενάγοντα.

Ο εναγόμενος, αρνούμενος την αγωγή, ισχυρίζεται, όπως και πρωτοδίκως, ότι η αγοραπωλησία και μεταβίβαση του άνω διαμερίσματος στον ενάγοντα ματαιώθηκε από υπαιτιότητα του ενάγοντος, και δη εξαιτίας της αδυναμίας του τελευταίου να δανειοδοτηθεί από κάποια Τράπεζα και εν γένει να ανεύρει εκείνα τα χρηματικά ποσά που θα του επέτρεπαν την αγορά του εν λόγω ακινήτου και την άρση των επ' αυτού βαρών (υποθηκών, κατασχέσεων κλπ.) μέσω της εξόφλησης από αυτόν ως αγοραστή, όπως είθισται στη συναλλακτική πρακτική, των δικών του, δηλαδή του πωλητή, χρεών προς τρίτους.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ωστόσο, κρίνεται αβάσιμος, καθώς δεν ενισχύεται πειστικά από κάποιο στοιχείο. Τέτοιο στοιχείο, πρέπει να σημειωθεί, δηλαδή στοιχείο που να επιβεβαιώνει ή να ενισχύει τα υποστηριζόμενα από τον εναγόμενο, δεν αποτελεί ούτε το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο από αυτόν από 12-10-2005 έγγραφο του Τομέα Καθυστερήσεων Ιδιωτών της Διεύθυνσης Καθυστερήσεων της …Τράπεζας, με το οποίο βεβαιώνεται ότι, σε απάντηση της από 10-10-2005 αίτησής του για την ολοσχερή εξόφληση των δύο (2) στεγαστικών δανείων που είχε λάβει από την Τράπεζα αυτή, και δη εκείνα με αριθμούς ...94420 και ...79120, παρουσίαζαν υπόλοιπο ύψους 27.953,71 ευρώ και 80.758,03 ευρώ αντίστοιχα, αμφότερα με τόκους μέχρι 12-10-2005.

Και τούτο, διότι το έγγραφο αυτό, με το οποίο ο εναγόμενος ενημερώνεται για το ακριβές ύψος των οφειλών του από τα ανωτέρω δάνεια, δεν προκύπτει ότι περιήλθε και σε γνώση του ενάγοντος, έτσι ώστε αυτός να προβεί στις περαιτέρω ενέργειες για την αποπληρωμή των χρεών αυτών μέσω της λήψης δανείου. Επίσης, ναι μεν, πρέπει επιπροσθέτως να επισημανθεί, από τα υπ' αριθμ. ,,,59/2-8-2005 και ,,,60/2-8-2005 πιστοποιητικά του Υποθηκοφύλακα … αποδεικνύεται ότι οι κατασχέσεις, που ήταν εγγεγραμμένες επί του ακινήτου κατά του εναγομένου, και συγκεκριμένα η κατάσχεση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου (Δ.Ο.Υ.

… για πέντε εκατομμύρια τριακόσιες εξήντα τρεις χιλιάδες δεκαοκτώ (5.363.018) δραχμές, δηλαδή ήδη δεκαπέντε χιλιάδες επτακόσια τριάντα οκτώ ευρώ και ογδόντα έξι λεπτά (15.738,86 ευρώ), και η κατάσχεση υπέρ του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων [Ι.Κ.Α. (.. Ι.Κ.Α. …)] για δύο εκατομμύρια τριακόσιες εβδομήντα εννέα χιλιάδες διακόσιες τριάντα οκτώ (2.379.238) δραχμές, ήτοι ήδη έξι χιλιάδες εννιακόσια ογδόντα δύο ευρώ και τριάντα πέντε λεπτά (6.982,35 ευρώ), ήρθησαν στις 2-8-2005, δυνάμει του υπ' αριθμ.

….51/2005 εγγράφου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. … η πρώτη και του υπ' αριθμ. ..34/1-8-2005 εγγράφου του Διευθυντή του … Ι.Κ.Α. … η δεύτερη. Επίσης, από την υπ' αριθμ. …19/3-8-2005 συναίνεση για άρση κατάσχεσης ενώπιον της συμβολαιογράφου Α. Γ. Π. - Κ., προκύπτει ότι ο Π. Δ. του Θ., ως επισπεύδων αναγκαστική εκτέλεση και έχοντας απαίτηση σε βάρος του εναγομένου από την υπ' αριθμ. ..55/2004 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκου του Ειρηνοδικείου Αθηνών, παραιτήθηκε από την αναγκαστική κατάσχεση που είχε επιβληθεί στο ως άνω διαμέρισμα.

Τόσο από τα έγγραφα αυτά, ωστόσο, όσο και από τα λοιπά προσκομιζόμενα στοιχεία δεν προκύπτει ότι ο εναγόμενος δεν είχε άλλες οφειλές, και δη είτε προς το Δημόσιο είτε προς ασφαλιστικούς Οργανισμούς και, πάντως, δεν αναιρεί τη διαπίστωση ότι αυτός δεν προσκόμισε τα απαιτούμενα για τη σύνταξη του συμβολαίου αγοραπωλησίας και μεταβίβασης του διαμερίσματος πιστοποιητικά της φορολογικής και της ασφαλιστικής ενημερότητάς του.

Τα πιστοποιητικά αυτά, άλλωστε, ο εναγόμενος δεν προσκόμισε ούτε στην προκείμενη δίκη. Και τούτο, πρέπει να παρατηρηθεί, ανεξαρτήτως του ότι για τις ανωτέρω άρσεις των κατασχέσεων, συνακόλουθα και για την απαλλαγή του εναγομένου από τις αντίστοιχες οφειλές του, όπως διατείνεται και ο ίδιος, δαπανήθηκαν τα χρήματα που ο ενάγων του κατέβαλε ως προκαταβολή, δηλαδή το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, που ο ενάγων, δείχνοντας και εμπράκτως το ενδιαφέρον του για την σύναψη της οριστικής σύμβασης, του έδωσε κατά το χρόνο κατάρτισης του προαναφερόμενου ιδιωτικού συμφωνητικού.

Αντιθέτως, η κρίση ότι ο υπαίτιος της ματαίωσης ήταν ο εναγόμενος ενισχύεται, μεταξύ των άλλων, τόσο από όσα κατέθεσε, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο Σ. Κ., και εκείνα που βεβαίωσε στην άνω, υπ' αριθμ. ….41/2010 ένορκη βεβαίωσή του, ο Ι. Α.. Αμφότερα δε τα πρόσωπα αυτά, από τα οποία ο Σ.

Κ. συνδέεται φιλικώς με τον ενάγοντα, και ο Ι. Α., είναι εργατοτεχνίτης που εργαζόταν την επίμαχη περίοδο στο γραφείο του ενάγοντος, πειστικά και με σαφήνεια βεβαιώνουν ότι η σύμβαση αγοραπωλησίας και μεταβίβασης του διαμερίσματος ματαιώθηκε εξαιτίας της κατά τα ανωτέρω συμπεριφοράς του εναγομένου. Η ίδια κρίση, εξάλλου, όπως και το ότι ο ενάγων, σε αντίθεση με όσα ο εναγόμενος υποστηρίζει, είχε τη δυνατότητα δανειοδότησής του από Τράπεζα για την αγορά του διαμερίσματος, ενισχύεται, μεταξύ των άλλων, και από το ότι κατά το έτος 2005 είχε σημαντικού ύψους εισοδήματα, ανερχόμενα συνολικά σε 70.402,24 ευρώ και προερχόμενα από ακίνητα, γεωργικές και εμπορικές επιχειρήσεις...

Λίγους δε μήνες αργότερα, και συγκεκριμένα δυνάμει του υπ' αριθμ. ….94/21-12- 2006 συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, Α. - Α. Κ., ο ενάγων προέβη στην αγορά ενός έτοιμου ισόγειου διαμερίσματος, επιφάνειας 100 τ.μ., και μελλοντικού διαμερίσματος Α' ορόφου (δικαίωμα υψούν) επιφάνειας 125,18 τ.μ., επί της οδού ..., στο …., δηλαδή στην ίδια περιοχή της ….

Για την αποπληρωμή δε του τιμήματος της αγοράς αυτής έλαβε από την Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος στεγαστικό δάνειο ύψους διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250.000) ευρώ... Στο ίδιο συμπέρασμα, τέλος, κατατείνει, ανάμεσα στ' άλλα, και το ότι ο ενάγων, πέραν της προκαταβολής των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ και ακριβώς επειδή προτίθετο πράγματι να προβεί στην αγορά του διαμερίσματος του εναγομένου, διενήργησε εντός αυτού εργασίες, για τις οποίες δαπάνησε σημαντικά χρηματικά ποσά και αφιέρωσε προσωπικό του χρόνο, δηλαδή προέβη σε ενέργειες, στις οποίες, αν δεν είχε την παραπάνω πρόθεση και δεν πίστευε ως επικείμενη τη σύναψη της οριστικής σύμβασης, δεν θα είχε λόγο να προβεί...

Με βάση όλα τα παραπάνω, ανακύπτει ευθύνη του εναγομένου από τις διαπραγματεύσεις να αποκαταστήσει τη θετική ζημία που ο ενάγων, κατά τα ανωτέρω υπέστη, θεωρώντας ευλόγως και καλόπιστα ως επικείμενη την προς αυτόν πώληση και μεταβίβαση του επίμαχου διαμερίσματος. Ειδικότερα, ενώ ήλθε σε διαπραγματεύσεις με τον ενάγοντα για την πώληση και μεταβίβαση κατά κυριότητα σ' αυτόν του άνω διαμερίσματος του, έστω και αν οι διαπραγματεύσεις αυτές ουσιαστικά είχαν, με το άνω, από 22-7-2005, ιδιωτικό συμφωνητικό, τερματιστεί και υπολειπόταν μόνο η τυπική υπογραφή του σχετικού συμβολαίου, ο εναγόμενος, κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, και μη προβαίνοντας στις εκτιθέμενες ανωτέρω ενέργειες, στις οποίες όφειλε να προβεί, με βάση τόσο τις διαβεβαιώσεις του που περιλαμβάνονταν στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, όσο και την απορρέουσα από τις προαναφερόμενες αρχές υποχρέωσή του να διαφωτίσει σχετικώς τον ενάγοντα, ματαίωσε με πρόθεση και, συνεπώς, από υπαιτιότητά του, την οριστική, μεταξύ του ιδίου και του ενάγοντος, σύμβαση.

Για το λόγο αυτό, δηλαδή ως υπαίτιος της ματαίωσης, είναι υπόχρεος να αποζημιώσει τον ενάγοντα, στον οποίο δημιούργησε την άνω εύλογη πεποίθηση περί βεβαίας σύναψης της σύμβασης, για τη θετική ζημία, την οποία ο τελευταίος κατά τα προαναφερόμενα υπέστη. Δηλαδή, οφείλει να τον αποζημιώσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 197 - 198 ΑΚ, κατά το ποσό των είκοσι οκτώ χιλιάδων διακοσίων εννέα ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (28.209,75 ευρώ), το οποίο αντιστοιχεί στις δαπάνες, στις οποίες ο ενάγων προέβη, κατά τα προαναφερόμενα μάλιστα και με τη γραπτή ή προφορική, κατά περίπτωση, συναίνεση του εναγομένου, πιστεύοντας ότι η πώληση και μεταβίβαση προς αυτόν θα καταρτιζόταν..." Ακολούθως, το Εφετείο, δεχόμενο την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το εκποιούμενο μέρος της, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και εν τέλει δέχθηκε εν μέρει την αγωγή επιδικάζοντας στον ενάγοντα την ως άνω αποζημίωση καθώς και το ποσόν του αρραβώνος για το ενιαίο της εκτελέσεως.

Υπό τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με τα κρίσιμα ως άνω για την έκβαση της δίκης ζητήματα, δεχθείσα κατ' εφαρμογή των άρθρων 197, 198, 297, 298 ΑΚ: α) ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρξε στάδιο διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου, το οποίο δεν είχε λήξει με την υπογραφή του (άκυρου) ιδιωτικού συμφωνητικού, αφού υπολείπονταν η τυπική (με συμβόλαιο) κατάρτιση της πωλήσεως, β) παράνομη και υπαίτια (από δόλο) συμπεριφορά κατά το ως άνω στάδιο του εναγομένου με την -κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης και των χρηστών ηθών- ματαίωση της τυπικής σύμβασης πώλησης και γ) επέλευση ζημίας στον ενάγοντα εξ αιτίας της ως άνω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου, συνιστάμενης σε όσα δαπάνησε για βελτιώσεις επί του ενδίκου διαμερίσματος, επειδή πίστεψε ότι η σύμβαση θα καταρτιζόταν.

Επομένως, με το ως άνω σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο το Εφετείο συνήγαγε, εκτός από τα άλλα, και από τα πραγματικά επιχειρήματα που παραθέτει, περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφή, επαρκή πλήρη και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, που δικαιολογούν στην προκείμενη περίπτωση την υπαγωγή του πραγματικού υλικού τις διατάξεις που εφάρμοσε (άρθρων 197, 198, 297, 298 ΑΚ).

Οι σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης, οι οποίες περιέχονται στα κεφάλαια (α) έως (στ) του μοναδικού λόγου τη αίτησης, όλες αναφέρονται στην από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα ως προς το χρόνο για την οριστική ματαίωση πωλήσεως του διαμερίσματος και ως προς το ύψος των δαπανών του αναιρεσβίλητου, περαιτέρω δε, στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση της βασιμότητας των παραπάνω αναφερόμενων πραγματικών επιχειρημάτων.

Σύμφωνα, επομένως, και με τις προπαρατιθέμενες αιτιολογίες, είναι απαράδεκτες. Επίσης, είναι απαράδεκτες και οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, οι οποίες περιέχονται στους ίδιους λόγους αναίρεσης, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη διάφορους ισχυρισμούς του οι οποίοι προβλήθηκαν απ' αυτόν για την αποδυνάμωση των παραπάνω πραγματικών επιχειρημάτων.

Ειδικότερα: Σε επιχειρήματα του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων (που κατά τα προαναφερόμενα δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης), αναφέρονται οι περιπτώσεις που αφορούν στην εκτίμηση του Εφετείου (α) για την άρση των βαρών του διαμερίσματος και την ενδεχόμενη ύπαρξη και άλλων χρεών του εναγομένου, (β) για την πραγματοποίηση εργασιών στο διαμέρισμα ως στοιχείο καλόπιστης αναμονής για την ολοκλήρωση της πωλήσεως, (γ) για την υπαίτια από τον εναγόμενο παράλειψη ενημέρωσης του εναγομένου για την πορεία των δανείων του ως τεκμήριο της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του.

Επίσης, στην εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών αναφέρονται οι περιπτώσεις (δ) και (ε) για την απόδειξη της υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου.

Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2 Ιουνίου 2017 αίτηση του Γ. Θ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3482/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.-

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ