176/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated176/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92 και 98 του κατά τον επίδικο χρόνο ισχύοντος Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν. Δ/μα 3026/1954) σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επόμ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 176 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 176/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κλεισούρα, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: σε εκκαθάριση δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή της Γ. Σ., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ι. Σ., με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/6/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 197/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2246/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-6-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 12.6.2017 και με αριθ. κατάθ. …/13.6.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2246/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 23.10.2015 και με αριθ. κατάθ. .../2015 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας με αριθ. 197/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η ανωτέρω έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της προαναφερθείσας οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει στο σύνολό της δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 29.6.2012 και με αριθ.
κατάθ. .../2.7.2012 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης δικηγορικής εταιρείας και είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η με τις πρωτόδικες προτάσεις ασκηθείσα ανταγωγή του εναγομένου - αντενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92 και 98 του κατά τον επίδικο χρόνο ισχύοντος Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν. Δ/μα 3026/1954) σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επόμ.
και 713 επόμ. του ΑΚ συνάγεται ότι ο δικηγόρος, ενεργώντας ελεύθερα έναντι του πελάτη του και μη διατελώντας σε σχέση εξάρτησης, είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενώ η μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του σύμβαση προς διεξαγωγή με αμοιβή υποθέσεων του τελευταίου έχει τον χαρακτήρα της αμειβομένης (έμμισθης) εντολής και ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε δικαστική ή εξώδικη εργασία (ΑΠ 321/2017, ΑΠ 939/2013, ΑΠ 476/2007).
Η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε τη σχετική εντολή στο όνομα και για λογαριασμό του, εάν δε δεν υπάρχει ειδική συμφωνία ως προς την αμοιβή, αυτή καθορίζεται με βάση τα προβλεπόμενα στα άρθρα 99 επ. του ως άνω Κώδικα ελάχιστα όρια.
Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 91 παρ.1 του άνω Ν.Δ/τος 3026/1954 ορίζεται ότι ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη, με τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1 αυτού, όπως ίσχυσε μετά την προσθήκη του εδ.
β` αυτής με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 4272/1962 και την αντικατάσταση του με το άρθρο 8 του Ν. 1093/1980, ορίζεται ότι η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή του αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος της, είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως νομικές εργασίες και ότι σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων, που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επ.
του ως άνω Κώδικα, κάθε δε συμφωνία για λήψη μικρότερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από το χρόνο της σύναψής της και με τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι σε περίπτωση έλλειψης ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τις διατάξεις των επομένων άρθρων, αυξανόμενο κατά την κρίση του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσας υπόθεσης, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών περιστάσεων και των εν γένει δικαστικών ή εξώδικων ενεργειών.
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 161 παρ. 1 του εν λόγω Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 37 του Ν. 2915/2001, ορίζεται (για την περίπτωση έλλειψης σχετικής συμφωνίας) το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου για τη σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων σε ποσοστά επί τοις εκατό αναλόγως της αξίας του αντικειμένου αυτών.
Με τις παρ. 6 και 7 του ιδίου άρθρου, οι οποίες προστέθηκαν με το άρθρο 25 παρ. 2 του Ν. 723/1977, ορίζεται ότι η κατά τις προηγούμενες παραγράφους αμοιβή του δικηγόρου προκαταβάλλεται στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο, ο οποίος εκδίδει τριπλότυπη απόδειξη, από την οποία ένα αντίτυπο προσαρτάται στο συμβόλαιο με απειλή πειθαρχικής ποινής σε βάρος του συμβολαιογράφου (παρ. 6) και ότι εκ της κατά την προηγούμενη παράγραφο παρακρατουμένης αμοιβής, δύναται ο οικείος Δικηγορικός Σύλλογος να παρακρατήσει ποσοστό αυτής, που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, η οποία εκδίδεται κατόπιν απόφασης του διοικητικού συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, που λαμβάνεται με πλειοψηφία των 2/3 των μελών αυτού και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (παρ. 7).
Κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης της παρ. 7 του άρθρου 161 του Κώδικα περί Δικηγόρων, εκδόθηκε η με αριθμό 25189 της 20/29.3.1979 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ Β 314), με την οποία καθορίσθηκε το παρακρατούμενο ποσοστό από το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών από την προκαταβαλλομένη αμοιβή για τη σύνταξη ιδιωτικών εγγράφων ή σχεδίων δημοσίων εγγράφων σε 25%.
Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 13 του Ν. 1512/1985, προστέθηκε παρ. 8 στο άρθρο 10 του Ν. 4114/1960 περί Κώδικα του Ταμείου Νομικών, με την οποία ορίσθηκε ως εισφορά υπέρ του Ταμείου ποσοστό 10% επί της οφειλομένης κατά τις διατάξεις του άρθρου 161 του Κώδικα Δικηγόρων συνολικής αμοιβής, εκ της οποίας μέρος της δίδεται στο Κ.Ε.Α.Δ.
Αντίστοιχη ρύθμιση για παρακράτηση ποσοστού 10% επί της προεισπραττομένης δικηγορικής αμοιβής από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο προβλέπεται και από την επικαλουμένη από τον αναιρεσείοντα διάταξη του άρθρου 96 παρ.7 του Κώδικα Δικηγόρων, η οποία όμως αφορά την παράσταση του δικηγόρου σε ποινικές και πολιτικές δίκες και κατά συνέπεια δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση.
Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η παρακράτηση από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο μέρους της προεισπραττομένης από αυτόν δικηγορικής αμοιβής για την από το δικηγόρο σύνταξη ιδιωτικού εγγράφου ή σχεδίου δημοσίου εγγράφου (ή/και για την παράσταση αυτού σε ποινικές ή πολιτικές δίκες) επιρρίπτεται σε βάρος του δικαιούχου δικηγόρου και όχι σε βάρος του εντολέα πελάτη του, διότι τα ποσά αυτά αφορούν εισφορές του δικηγόρου σε διάφορα ταμεία και συμμετοχή του στην κάλυψη δαπανών προείσπραξης του οικείου δικηγορικού συλλόγου, καθώς και προκαταβολή φόρου εισοδήματος.
Δεν αποκλείεται όμως η κατάρτιση αντίθετης συμφωνίας μεταξύ του δικηγόρου και του εντολέα του, με την οποία συμφωνείται μεταξύ των συμβαλλομένων μερών (άρθ. 361 του ΑΚ) ότι οι ως άνω κρατήσεις θα επιρρίπτονται σε βάρος του εντολέα πελάτη, ενόψει του ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται αντίστοιχη ρύθμιση με εκείνη του άρθρου 25 παρ. 10 του ΑΝ 1846/1951 "Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", η οποία ορίζει επί σχέσεων εξαρτημένης εργασίας ότι είναι άκυρη κάθε συμφωνία με την οποία μετατίθεται το ασφαλιστικό βάρος ή ο τρόπος κατανομής του.
Η ως άνω συμφωνία όμως πρέπει να είναι ρητή ή να συνάγεται σαφώς από τις περιστάσεις, ενώ σε περίπτωση που διαπιστωθεί, έστω και εμμέσως, η ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις περί τούτου δικαιοπρακτικές δηλώσεις των μερών, το Δικαστήριο οφείλει να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 896/2013, ΑΠ 1310/2011, ΑΠ 1462/1998).
Για την διαμόρφωση της σχετικής κρίσης στο πλαίσιο εφαρμογής των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και το πώς η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει τη δήλωση βούλησης, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.
Επίσης, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 220/2016). Ειδικότερα για τη διαμόρφωση της σχετικής του κρίσης αναφορικά με την ερμηνεία του συμφωνηθέντος όρου περί δικηγορικής αμοιβής, οσάκις τοιαύτη ερμηνεία καθίσταται αναγκαία κατά τα ήδη προεκτεθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας, μεταξύ των λοιπών στοιχείων, οφείλει να λάβει υπόψη του και τη ρύθμιση του άρθρου 37 στοιχ.
δ του εγκριθέντος από το διοικητικό συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών κατά τη συνεδρίαση της 4.1.1980 Κώδικα Δεοντολογίας του δικηγορικού λειτουργήματος, όπου ορίζεται ότι η συμφωνία για την αμοιβή και τις δαπάνες πρέπει να γίνεται κατά τρόπο που να την καταλαβαίνει καλά ο πελάτης και να μην έχει καμιά δικαιολογία για αμφισβητήσεις, διαμαρτυρίες, παράπονα και διαπληκτισμούς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1098/2011, ΑΠ 426/2010, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 254/2003, ΑΠ 416/1993).
Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ναι μεν μπορεί να μην αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 220/2016).
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ συνιστά όμως και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 220/2016, ΑΠ 1098/2011, ΑΠ 715/2010, ΑΠ 832/2009, ΑΠ 1580/1995).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).
Ειδικότερα, οι ίδιοι ως άνω κανόνες (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) παραβιάζονται και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 220/2016, ΑΠ 683/2010, ΑΠ 416/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα - αντεναγομένη και ήδη εκκαλούσα [ήδη αναιρεσίβλητη] είναι δικηγορική εταιρεία, εγγεγραμμένη στα τηρούμενα βιβλία των δικηγορικών εταιρειών του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ενώ ο Γ.
Σ. είναι δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (ΔΣΑ) και μέλος του εγκριθέντος με την από ….9.2000 απόφαση του Δ.Σ. καταστατικού σύστασης της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη λυθείσας κατά τη συνεδρίαση της ….7.2015 του Δ.Σ. του Δ.Σ.Α. σύμφωνα με το από ….7.2015 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των εταίρων της ως άνω δικηγορικής εταιρείας (βλ.
το από ….7.2015 πιστοποιητικό του ΔΣΑ). Το καλοκαίρι του έτους 2010 ο εναγόμενος - αντενάγων [ήδη αναιρεσείων] συνάντησε τον παραπάνω εταίρο δικηγόρο της ενάγουσας Γ. Σ., προκειμένου ο τελευταίος του δώσει τις αναγκαίες νομικές συμβουλές, ενόψει ισχύος του προαναφερθέντος Ν. 3842/2010, βάσει του οποίου κατ' άρθρο 57 αυτού ο ειδικός φόρος διατήρησης ακινήτων επ' ονόματι εξωχώριων εταιρειών (off - shore) αυξήθηκε σε 15%, γιατί ο εναγόμενος ήταν κύριος του συνόλου των μετοχών της εξωχώριας εταιρείας ...
S.A., η οποία (εταιρεία) ήταν κυρία ακινήτου στην Εκάλη Αττικής. Τελικά, ενόψει του παραπάνω άρθρου 58 του Ν. 3842/2010, η ενάγουσα δικηγορική εταιρεία δια του ως άνω εταίρου της πρότεινε στον εναγόμενο την πλέον συμφέρουσα λύση για την τακτοποίηση των συγκεκριμένων περιουσιακών του στοιχείων και μάλιστα τη μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας του ανωτέρω ακινήτου στον υιό του Θ.
Π. και την παρακράτηση της επικαρπίας απ' αυτόν και τη σύζυγό του Ζ. Π.. Ως αμοιβή της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας συμφωνήθηκε να λάβει το ποσοστό 1% επί της αντικειμενικής κατ' εκτίμηση αξίας του ακινήτου, αναγραφομένης στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας πλήρους κυριότητας ακινήτου και όχι της πραγματικής, και ως προκαταβολή της αμοιβής αυτής, λόγω και των μέχρι τούδε (Νοέμβριο 2010) απασχολήσεων της (εταιρείας) το ποσό των 20.000 ευρώ.
Ειδικότερα συμφωνήθηκε, όπως η συμφωνηθείσα ανωτέρω αμοιβή να είναι "καθαρή", απαλλαγμένη δηλαδή φόρου και έτσι δεν θα συμπεριλαμβάνεται σε αυτήν (αμοιβή) οποιοσδήποτε φόρος και κρατήσεις υπέρ τρίτων, τα οποία ναι μεν σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη νομική σκέψη της παρούσας γίνονται - επιρρίπτονται νομίμως σε βάρος της δικαιούχου δικηγορικής εταιρείας και όχι σε βάρος του εντολέα της - εναγομένου, πλην όμως στην κρινόμενη υπόθεση δεν μπορεί να εφαρμοσθεί τούτο, καθόσον υπερισχύει και ισχύει η ρητή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων περί απαλλαγής της αμοιβής της δικηγορικής εταιρείας από οποιοδήποτε φόρο ή κρατήσεις υπέρ τρίτων.
Εξάλλου η ενάγουσα γνώριζε περί της παρακράτησης του φόρου και άλλων κρατήσεων υπέρ τρίτων που αναγράφονται επί των γραμματίων και ενταλμάτων πληρωμής του οικείου ΔΣΑ και τα οποία ως περιλαμβανόμενα στην εισπραχθείσα υπ' αυτής δικηγορική αμοιβή αποτελούν ακαθάριστα έσοδα που θα πρέπει στην συνέχεια να εκπέσουν απ' αυτά (ακαθάριστα έσοδα), ώστε να παραμείνει "καθαρή" η συμφωνηθείσα αμοιβή της.
Το γεγονός ότι η ως άνω αμοιβή της ενάγουσας είχε συμφωνηθεί καθαρή ενισχύεται κατ' αρχήν και από την από 4.11.2010 επιστολή της προς τον εναγόμενο και τον ως άνω υιό του, όπου, μεταξύ άλλων, γίνεται αναφορά σε συζήτησή τους "Σας επιβεβαιώσαμε η δια του παρόντος αιτουμένη προκαταβολή θα εκπεσθεί από την τελική αμοιβή μας.
Αυτή καθαρή, απαλλαγμένη δηλαδή φόρου, ανέρχεται σε 1% επί της κατά το συμβόλαιο αξίας (όχι δηλαδή της πραγματικής) της όλης διευθέτησης κατά ψιλή κυριότητα και επικαρπία. Ως προκαταβολή δε ενόψει των μέχρι σήμερα απασχολήσεων μας αιτούμεθα να μας καταβάλετε 20.000 ευρώ". Επιπλέον αποδείχθηκε ότι για την παράσταση κατά την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου απαιτείτο η έκδοση γραμματίων από τον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, που περιελάμβαναν κατά την επίδικη χρονική περίοδο φόρο και κρατήσεις υπέρ τρίτων, οι οποίες επιρρίπτονται νόμιμα μεν στην εισπραττομένη δικηγορική αμοιβή της ενάγουσας, πλην όμως, όπως προαναφέρθηκε, πρέπει ακολούθως το παρακρατηθέν ποσό να καταβληθεί από τον εναγόμενο στην ενάγουσα, εφόσον κατά το ποσό αυτό (παρακρατηθέν) πρέπει να συμπληρωθεί η αιτουμένη συμφωνηθείσα αμοιβή της.
Στη συνέχεια ο εναγόμενος, συμμορφούμενος προς τα ανωτέρω, δια του υιού του Θ. Π., κατέβαλε στην ενάγουσα στις 11.11.2010 το ποσό της προκαταβολής της αμοιβής της από 20.000 ευρώ και συνεπώς, αν δεν είχε αποδεχθεί την προαναφερθείσα συμφωνία και μάλιστα ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή της ενάγουσας θα ήταν "καθαρή", οπωσδήποτε δεν θα είχε καταβάλει ο εναγόμενος το ποσό αυτό ως προκαταβολή της αμοιβής της.
Επί πλέον στην από 21.12.2010 επιστολή της ενάγουσας προς τον εναγόμενο συνεχίζεται να επαναλαμβάνεται το συμφωνηθέν υπό των διαδίκων περί καθαρής αμοιβής, για το οποίο εάν ο εναγόμενος δεν συμφωνούσε, θα είχε προβάλλει αντιρρήσεις προς απάντηση στις παραπάνω επιστολές ή θα αντιπρότεινε κάποιον άλλον τρόπο πληρωμής και θα περιοριζόταν στην καταβολή της προκαταβολής προς εξόφληση των μέχρι εκείνη την περίοδο γενομένων νομικών ενεργειών, πολύ δε περισσότερο δεν θα δεχόταν την συνδρομή της ενάγουσας κατά την υπογραφή του παρακάτω αναφερομένου συμβολαίου προς ολοκλήρωση και υλοποίηση της προταθείσας υπό της τελευταίας συμφέρουσας λύσης, σύμφωνα με τον Ν. 3842/2010, κατά τα προαναφερθέντα.
Πράγματι επακολούθησε, με βάση σχέδιο συνταχθέν από την ενάγουσα και ως τέτοιο νοείται η συνολική ολοκλήρωση - τελική μελέτη και επεξεργασία των στοιχείων της υπόθεσης, ο συνδυασμός τους, η καταγραφή, καθώς και η εξ ολοκλήρου διαμόρφωση του συμβολαίου μεταβίβασης ακινήτου, η κατάρτιση και η υπογραφή στις 27.12.2010 του συμβολαιογραφικού με αριθ. .../2010 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου αξίας, κατά τα αναγραφόμενα στο συμβόλαιο, 5.890.732,22 ευρώ, του συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Αττικής Α.
Δ. Κ., δυνάμει του οποίου η εξωχώρια εταιρεία με την επωνυμία "... S.A.", της οποίας πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και κύριος του συνόλου των μετοχών της ήταν ο εναγόμενος, ενεργώντας για λογαριασμό της, το ακίνητο κυριότητάς της που βρίσκεται στην Εκάλη Αττικής, πώλησε κατά ψιλή κυριότητα στον υιό του εναγομένου Θ.
Π., ενώ την επικαρπία κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον εναγόμενο και τη σύζυγό του Ζ. Π.. Βάσει των ανωτέρω η συμφωνηθείσα αμοιβή της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας ανερχόταν στο καθαρό ποσό των 58.907 ευρώ (1% επί της αξίας του παραπάνω ακινήτου, ύψους 5.890.732,22 ευρώ), πλέον ΦΠΑ 23% ποσού 13.548 ευρώ. Ο εναγόμενος για τη σύνταξη του ως άνω συμβολαίου κατέβαλε στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών με δύο τραπεζικές επιταγές της τράπεζας ..., με αριθμούς ...
και ... τα ποσά των 24.405,79 και 32.337,74 ευρώ αντίστοιχα, με ημερομηνία έκδοσης 27.12.2010, για την έκδοση των απαιτουμένων γραμματίων του ΔΣΑ, που αποτελούσε προϋπόθεση για την υπογραφή του συμβολαίου, ενώ για την πωλήτρια εταιρεία παραστάθηκε η ενάγουσα δικηγορική εταιρεία και για τους λοιπούς συμβαλλομένους η συνεργάτιδα της ενάγουσας Ε.
Σ.. Για την έκδοση όμως των παραπάνω γραμματίων υπολειπόταν το ποσό των 2.983,01 ευρώ, το οποίο για λογαριασμό του εναγομένου κατέβαλε η ενάγουσα, εκδίδοντας ισόποση επιταγή της Τράπεζας ... στις 27.12.2010 σε διαταγή του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, δανείζοντας έτσι το ποσό αυτό στον εναγόμενο, που σημειωτέον συνομολογεί ο εναγόμενος.
Ακολούθως ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών με τις με αριθ. ... και ... τραπεζικές επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς, με ημερομηνία έκδοσης 4.1.2011, ποσού 23.116,63 και 19.600,24 ευρώ κατέβαλε στην ενάγουσα τα ποσά των 23.116,63 και 19.600,24 ευρώ και συνολικά 42.716,87 ευρώ, εκ του οποίου το συνολικό ποσό των 11.164,64 ευρώ, αποτελούσε ΦΠΑ (δηλαδή 5.122,79 και 6.041,85 ευρώ αντίστοιχα - βλ.
τα με αριθ. ... και ... εντάλματα πληρωμής του ΔΣΑ). Σύμφωνα με τα παραπάνω στοιχεία, είχε λάβει συνολικά για την συμφωνηθείσα καθαρή αμοιβή της το συνολικό ποσό των 51.552,25 ευρώ (31.552,25 και 20.000 ευρώ), συνεπώς απομένει οφειλόμενο υπόλοιπο της αμοιβής αυτής, ποσό 7.354,75 (δηλαδή 58.907 - 51.552,25 ευρώ), ενώ αφενός μεν στο ποσό των 7.354,75 ευρώ καταλογίζεται και το ποσό των 1.691,59 ευρώ για ΦΠΑ 23%, και αφετέρου στο παραπάνω ποσό των 20.000 ευρώ αμοιβής καταλογίζεται και το ποσό των 4.600 ευρώ για ΦΠΑ 23%, για τα οποία ποσά (των 20.000 ευρώ και 4.600 ευρώ είχε εκδοθεί ήδη η με αριθ. 2151/11.11.2010 διπλότυπη απόδειξη παροχής υπηρεσιών.
Επομένως η ενάγουσα δικηγορική εταιρεία δικαιούται το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής της από 7.354,75 ευρώ και το συνολικό ποσό των 6.291,59 ευρώ για ΦΠΑ 23%". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στο σύνολό της ως κατ' ουσία αβάσιμη την από 23.10.2015 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της ομοίως αποφανθείσας με αριθ. 197/2015 οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει στο σύνολό της δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 29.6.2012 και με αριθ.
κατάθ. .../2.7.2012 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης δικηγορικής εταιρείας και είχε υποχρεωθεί ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων να καταβάλει σε αυτήν με το νόμιμο τόκο το συνολικό χρηματικό ποσό των 10.337,76 ευρώ [7.354,75 ευρώ υπόλοιπο δικηγορικής αμοιβής και 2.983,01 ευρώ οφειλή από δάνειο] και επί πλέον το ποσό των 6.391,59 ευρώ για οφειλόμενο ΦΠΑ, ενώ είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις ασκηθείσα ανταγωγή του αντενάγοντος - εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος για καταβολή σε αυτόν του χρηματικού ποσού των 4.286,69 ευρώ, το οποίο, κατά την ανταγωγή, εισέπραξε αχρεωστήτως η αντεναγομένη - ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρεία, λαμβάνοντας ως αμοιβή αυτής, πλέον ΦΠΑ 23%, μεγαλύτερο του οφειλομένου ποσού.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αφενός μεν παραβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, τους οποίους παρέλειψε να εφαρμόσει, παρόλο που εμμέσως διαπίστωσε την ύπαρξη ασάφειας ως προς την έννοια συνομολογηθέντος συμβατικού όρου, αφετέρου δε διέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κατάρτιση ή μη σχετικής συμφωνίας και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, υποπίπτοντας έτσι στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ενώ με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχεται ότι η δικηγορική αμοιβή συμφωνήθηκε "να είναι καθαρή, απαλλαγμένη δηλαδή φόρου", με αναφορά μάλιστα στην από 4.11.2010 επιστολή της αναιρεσίβλητης δικηγορικής εταιρείας προς τον αναιρεσείοντα και τον υιό του, την οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, αποδέχθηκε ο αναιρεσείων, όπου μετά τη λέξη "καθαρή" διαλαμβάνεται η επεξηγηματική της λέξης αυτής φράση "απαλλαγμένη δηλαδή φόρου" [και όχι κάποια από τις φράσεις απαλλαγμένη δηλαδή φόρων ή οποιουδήποτε φόρου ή/και λοιπών ή παντός είδους κρατήσεων], με συνέπεια να δέχεται εμμέσως ότι υπάρχει ασάφεια ως προς την έννοια του όρου "καθαρή", αναφορικά με το εάν ο όρος αυτός έχει την έννοια ότι ο αναιρεσείων - εντολέας βαρύνεται ή όχι και με τις αναλογούσες κρατήσεις υπέρ τρίτων και λοιπούς φόρους [πλην του κατά τη σχετική νομοθεσία επιρριπτομένου στον λήπτη των δικηγορικών υπηρεσιών φόρου προστιθέμενης αξίας], καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτή είναι η έννοια του σχετικού όρου, διαλαμβάνοντας "και έτσι δεν θα συμπεριλαμβάνεται σ' αυτήν (αμοιβή) οποιοσδήποτε φόρος και κρατήσεις υπέρ τρίτων", χωρίς όμως να προσφύγει, ως όφειλε, στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, προκειμένου να καταλήξει στην ανωτέρω ερμηνεία του πιο πάνω συμβατικού όρου.
Περαιτέρω στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνονται αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες και συγκεκριμένα α) ενώ αυτή δέχεται στην αρχή και με αναφορά στην πιο πάνω επιστολή ότι η σχετική ρητή συμφωνία περί "καθαρής" αμοιβής αναφερόταν μόνο στην απαλλαγή αυτής φόρου, "καθαρή, απαλλαγμένη δηλαδή φόρου", στη συνέχεια και σε άλλο σημείο της απόφασης δέχεται ότι "υπερισχύει και ισχύει η ρητή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων περί απαλλαγής της αμοιβής της δικηγορικής εταιρείας από οποιοδήποτε φόρο ή κρατήσεις υπέρ τρίτων" (υπερισχύει δηλαδή των διατάξεων που κατ' αρχήν αποκλείουν την επίρριψη των κρατήσεων υπέρ τρίτων σε βάρος του εντολέως, πλην αντιθέτου συμφωνίας), ως δηλαδή η απαλλαγή από οποιοδήποτε φόρο ή κρατήσεις περί τρίτων να είχε συνομολογηθεί μεταξύ των διαδίκων ρητά, διαλαμβάνοντας έτσι αντιφατική αιτιολογία, β) ενώ δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη δικηγορική εταιρεία γνώριζε τα περί παρακράτησης φόρων και λοιπών κρατήσεων από την μέσω του οικείου δικηγορικού συλλόγου εισπραττομένη δικηγορική αμοιβή αυτής, η οποία κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης δεν θα ήταν έτσι "καθαρή", δεν εξηγεί το λόγο για τον οποίο στην διατύπωση του σχετικού όρου στην συμφωνία των διαδίκων, που μάλιστα έλαβε χώρα με πρωτοβουλία της αναιρεσίβλητης, ο όρος "καθαρή" συνομολογήθηκε ως απαλλαγή της συμφωνηθείσας αμοιβής από (τον) φόρο και όχι ως απαλλαγή αυτής από οποιονδήποτε φόρο και κρατήσεις υπέρ τρίτων, διαλαμβάνοντας έτσι ανεπαρκή αιτιολογία στο σημείο αυτό και γ) ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων κατέβαλε μέσω του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών τα ποσά των 24.405,79 και 32.337,74 ευρώ με την έκδοση δύο τραπεζικών επιταγών της Τράπεζας ...
για την έκδοση των γραμματίων προείσπραξης της δικηγορικής αμοιβής που απαιτούνταν για την υπογραφή του σχετικού συμβολαίου και ότι στη συνέχεια η αναιρεσίβλητη δικηγορική εταιρεία εισέπραξε από τον ως άνω Δικηγορικό Σύλλογο με την έκδοση από αυτόν δύο τραπεζικών επιταγών της Τράπεζας … τα ποσά των 23.116,63 και 19.600,24 ευρώ και συνολικά το ποσό των 42.716,87 ευρώ, δεν διαλαμβάνει για την πληρότητα της αιτιολογίας σε τι συνίσταται η επί το έλλατον ως άνω διαφορά και ειδικότερα εάν η διαφορά αυτή συνίσταται τελικά σε κρατήσεις υπέρ τρίτων και παρακρατηθέντες φόρους επί της πιο πάνω αμοιβής στους οποίους προέβη σε βάρος της αναιρεσίβλητης δικηγορικής εταιρείας ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών ή σε άλλους (και ποίους) λόγους.
Επομένως ο περί τούτου υπό στοιχείο (Β) δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όπως συμπληρώνεται με την παρούσα απόφαση κατ' εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά τον Ν, 4335/2015, ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, είναι βάσιμος. Αντιθέτως ο υπό στοιχείο (Α) πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 161 παρ.1 και 7 του Κώδικα περί Δικηγόρων, της κατ' εξουσιοδότηση της τελευταίας υπ' αριθ. 25189/20/29.3.1979 απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης και του άρθρου 10 παρ.8 του Ν. 4114/1960, δυνάμει των οποίων οι υπέρ τρίτων κρατήσεις και ο παρακρατούμενος φόρος εισοδήματος επί της δικηγορικής αμοιβής για τη σύνταξη ιδιωτικού εγγράφου ή σχεδίου δημοσίου εγγράφου βαρύνουν (επιρρίπτονται) τον δικηγόρο και όχι τον εντολέα πελάτη του, δεν είναι βάσιμος, διότι είναι επιτρεπτή η περί του αντιθέτου (άρθ. 361 του ΑΚ) συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, που κατά της παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης (και με τις προεκτεθείσες πλημμέλειες) είχε λάβει χώρα μεταξύ των διαδίκων.
Τέλος ο τέταρτος (υπό στοιχείο Δ) λόγος αναίρεσης, με τον οποίο και σε συνάρτηση με τους λοιπούς λόγους ο αναιρεσείων παραπονείται για την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της ανταγωγής του για καταβολή σε αυτόν του χρηματικού ποσού των 4.286,69 ευρώ, το οποίο, κατά την ανταγωγή, εισέπραξε αχρεωστήτως η αντεναγομένη - ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικηγορική εταιρεία, λαμβάνοντας ως αμοιβή αυτής, πλέον ΦΠΑ 23%, μεγαλύτερο του οφειλομένου ποσού, δεν συνιστά στην πραγματικότητα λόγο αναίρεσης, ήτοι παράπονο κατά της προσβαλλομένης απόφασης για νομικό σφάλμα αυτής συνιστάμενο σε παραβάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή/και σε δικονομικές παραβάσεις, αλλά αίτημα για την ουσία της υπόθεσης κατά την έννοια του άρθρου 566 παρ.1 του ΚΠολΔ, προς απόρριψη της σε βάρος του αναιρεσείοντος αγωγής και παραδοχή της ανταγωγής αυτού.
Με τη διάταξη του άρθρου 261 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι κάθε διάδικος οφείλει να απαντά με σαφήνεια γενικά ή ειδικά για την αλήθεια ή όχι των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου του. Εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει, σε συνδυασμό με τη γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας, από τη γενική άρνηση του διαδίκου και το σύνολο των ισχυρισμών του, ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της αγωγής ή της ένστασης, είναι η μη αμφισβήτηση από αυτόν του πραγματικού αυτού ισχυρισμού.
Επομένως αν δεν υπάρχει η ειδική αυτή αμφισβήτηση, η ύπαρξη της οποίας και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), ο τρόπος άσκησης της διακριτικής αυτής ευχέρειας του δικαστηρίου, δηλαδή της ευχέρειάς του να συναγάγει ομολογία ή άρνηση του συγκεκριμένου ισχυρισμού, δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο, γιατί αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων, ενώ δεν ελέγχεται επίσης αναιρετικά ο λόγος για τον οποίο ο διάδικος δεν μπόρεσε να αρνηθεί ειδικά τον ισχυρισμό (ΑΠ 1207/2014, ΑΠ 1227/2010, ΑΠ 1203/2009).
Κατά συνέπεια, εάν στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο συνάγει ομολογία, δεν ιδρύεται ο από το άρθρο 559 παρ.11 περ. β του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της παρά το νόμο λήψης υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίσθηκαν. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που αφορά την ύπαρξη ή την ανυπαρξία πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή.
Κατά την διάταξη δε του άρθρου 354 του αυτού Κώδικα, όποιος ομολόγησε μπορεί να ανακαλέσει την ομολογία του μόνο αν αυτός αποδείξει ότι δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, η δικαστική ομολογία μπορεί να ανακληθεί σε οποιαδήποτε στάση της δίκης, μη υποκειμένη σε οποιοδήποτε χρονικό περιορισμό, ούτε εκ της ως άνω διάταξης του άρθρου 354, αλλά ούτε και εκ των διατάξεων των άρθρων 269 και 527 του ΚΠολΔ, διότι η ανάκληση της ομολογίας δεν ενέχει προβολή νέου πραγματικού ισχυρισμού με την έννοια των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, ώστε να υπόκειται στους χρονικούς περιορισμούς των άρθρων αυτών.
Επομένως, αυτή μπορεί να ανακληθεί και ενώπιον του Εφετείου, με δήλωση του ομολογήσαντος, η οποία περιέχεται στην έφεση ή στο δικόγραφο προσθέτων λόγων εφέσεως ή στις προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, αδιαφόρως αν έγινε ή όχι επίκληση της ομολογίας από τον αντίδικο του ομολογούντος.
Μετά την ανάκληση της ομολογίας, δηλαδή την απόδειξη εκ μέρους του ομολογήσαντος διαδίκου ότι αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια, παύει να αποτελεί απόδειξη κατά του διαδίκου που προέβη σ` αυτή και κατ' ακολουθίαν να είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, επερχόμενης ανατροπής των δικονομικών συνεπειών της (ΑΠ 265/2017, ΑΠ 319/2015, ΑΠ 1414/2007, ΑΠ 184/2001, ΑΠ 1648/2000).
Εξάλλου, η ανάκληση της δικαστικής ομολογίας επιφέρει την αντιστροφή του βάρους απόδειξης, αφού ο ανακαλέσας είναι πλέον υποχρεωμένος, κατά το άρθρο 354 ΚΠολΔ, να αποδείξει ότι η ομολογία του δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια (ΑΠ 265/2017, ΑΠ 1648/2000). Αν ο ομολογήσας δεν αποδείξει την αναλήθεια του ομολογηθέντος ισχυρισμού, τότε το δικαστήριο δεσμεύεται από την ομολογία, η οποία ως δικαστική αποτελεί πλήρη απόδειξη κατά του ομολογήσαντος (ΑΠ 255/2003).
Στη προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη δικηγορική εταιρεία ισχυρίσθηκε με την ένδικη από 29.6.2012 αγωγή της ότι για την έκδοση των γραμματίων προείσπραξης προς σύνταξη του σχετικού αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, πέραν της έκδοσης δύο επιταγών ποσών 24.405,70 και 32.337,74 ευρώ αντίστοιχα, στην οποία προέβη ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, απαιτήθηκε προς συμπλήρωση το ποσό των 2.983,01 ευρώ, το οποίο κατέβαλε εξ ιδίων η ενάγουσα δικηγορική εταιρεία, με την έκδοση της με αριθ. ...
τραπεζικής επιταγής της τράπεζας ..., δανείζοντας κατόπιν αιτήματός του τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα και προς εξυπηρέτησή του με το ποσό αυτό. Την καταβολή του εν λόγου ποσού από τον εναγόμενο ζήτησε με την αγωγή της η ενάγουσα δικηγορική εταιρεία. Επί του ως άνω πραγματικού ισχυρισμού της ενάγουσας, ως στοιχείου της ιστορικής βάσης της αγωγής, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων με τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου από 16.9.2014 προτάσεις του ουδέν ανέφερε.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι από την έλλειψη οιασδήποτε άρνησης της βασιμότητας του πιο πάνω ισχυρισμού εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος συνάγεται ομολογία αυτού (άρθ. 261 ΚΠολΔ). Στη συνέχεια με την έφεση και με τον τρίτο λόγο αυτής ο εκκαλών - εναγόμενος περιορίσθηκε στο να αποκρούσει την συναγωγή ομολογίας αναφορικά με την κατάρτιση δανείου με βάση τις πρωτόδικες προτάσεις αυτού, χωρίς όμως να προβεί σε ανάκληση αυτής, ούτε να ανταποκριθεί στο βάρος απόδειξης προς ανάκληση της ως άνω ομολογίας.
Κατά συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το συναγάγει, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ομολογία του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος σχετικά με τη βασιμότητα της οφειλής αυτής ύψους 2.983,01 ευρώ, από την παροχή ισόποσου δανείου εκ μέρους της εναγομένης δικηγορικής εταιρείας προς συμπλήρωση του απαιτουμένου ποσού για την έκδοση των γραμματίων προείσπραξης (όπως και το πρωτοβάθμιο), δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.
β του άρθρου 559 (και όχι από τον αριθμό 8 που επικαλείται ο αναιρεσείων) του ΚΠολΔ. Επομένως ο περί του αντιθέτου τρίτος (υπό στοιχείο Γ) λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως συνήγαγε από τις πρωτόδικες προτάσεις του ομολογία και όχι άρνηση της βασιμότητας του σχετικού ισχυρισμού είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει κατά παραδοχή ως βάσιμου του περί τούτου δευτέρου (υπό στοιχείο Β) λόγου αναίρεσης, όπως συμπληρώνεται με την παρούσα απόφαση, κατ' άρθρο 562 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά τον Ν.4335/2015,να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιο που αφορά επιδίκαση του ποσού των 7.354,75 ως υπόλοιπο οφειλομένης δικηγορικής αμοιβής πλέον οφειλής καταβολής ΦΠΑ ύψους 6.291,59 ευρώ, απορριπτομένης της αίτησης αναίρεσης κατά το κεφάλαιο καταβολής οφειλής εκ δανείου ύψους 2.983,01 ευρώ, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη δικηγορική εταιρεία στη μερική πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το μέρος της ήττας της (άρθρ. 178 παρ.1, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της την υπ' αριθ. 2246/9.5.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη δικηγορική εταιρεία στη μερική πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2018.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ