Legislator Case Law & Legislation
176/2016 AI generated

176/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 176/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

176/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η ήδη αναιρεσείουσα με την από 12/5/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 176 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 176/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Θ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Μίσκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "..." η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καρούζο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/9/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1864/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 6084/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η ήδη αναιρεσείουσα με την από 12/5/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπαηλιάδης ανέγνωσε την από 10/11/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος και να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης εταιρείας ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση ως προς την βασιμότητα ή μη των προσβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Το δικαστήριο της ουσίας έχει την ευχέρεια να μνημονεύει ειδικώς ή και να εξαιρεί ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας αυτών. Εκ τούτου, δεν έπεται ότι αγνοούνται κάποια άλλα αποδεικτικά μέσα, αρκεί από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως να καθίσταται αδίστακτα βέβαιο ότι έχουν συνεκτιμηθεί όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον αναιρετικό λόγο της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 11, περ. γ του Κ.Πολ.Δ., υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι το αποδεικτικό μέσο, το οποίο προβάλλεται ως μη ληφθέν υπόψη, απέβλεπε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, στην απόδειξη πραγματικού γεγονότος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, διότι μόνο ένα τέτοιο γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως και δημιουργεί στο δικαστήριο της ουσίας την υποχρέωση να αξιολογήσει τα αποδεικτικά μέσα που ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει προς απόδειξή του (Ολ.

Α.Π. 14/2005 και 2/2008). Εξάλλου, από την διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. δ του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η ένορκη βεβαίωση στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα. Γι’ αυτό, όταν προσκομίζεται ένορκη βεβαίωση στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι αυτή αφενός έχει δοθεί ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου και αφετέρου έχει ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 2258/2013, Α.Π. 1009/2010, Α.Π. 605/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και αξιολόγησε εκτός από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στα οικεία πρακτικά της δημοσίας συνεδριάσεως αυτού " όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται " και ουδέν έτερο.

Περί ενόρκων βεβαιώσεων δεν γίνεται μνεία. Όπως, όμως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των προτάσεων της αναιρεσείουσας (ενάγουσας και εκκαλούσας) ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αυτή είχε επικαλεσθεί τις υπ’ αριθμ. .../15-9-2014 και .../15-9-2014 ένορκες βεβαιώσεις των Ε. Κ. και Ε. Ν., αντιστοίχως, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, που είχαν δοθεί ύστερα από προηγούμενη, προ 24 ωρών, κλήτευση της αναιρεσίβλητης (εναγομένης - εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας), για την πιστοποίηση της οποίας η αναιρεσείουσα επικαλούνταν την υπ’ αριθμ. .../11-9-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Ι.

Τ. Από κανένα σημείο της προσβαλλομένης αποφάσεως, λοιπόν, δεν προκύπτει, ότι ελήφθησαν υπόψη και αξιολογήθηκαν οι προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έπρεπε να μνημονεύονται ειδικώς, διότι δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των αποδεικτικών εγγράφων. Και ακόμη, ούτε από τις εν γένει παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει, ακόμη και εμμέσως, ότι συνεκτιμήθηκε το περιεχόμενό τους, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, επρόκειτο να συμβάλει στην απόδειξη ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που θα οδηγούσαν στην ουσιαστική παραδοχή της εφέσεως και μετέπειτα της αγωγής της.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίον προσάπτεται, στην προσβαλλομένη απόφαση, η πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίον προσάπτεται στην ίδια ως άνω απόφαση η πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνη που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθμ. 6084/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Μονομελές Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο χρηματικό ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ΕΥΡΩ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ στην Αθήνα, στις 9 Φεβρουαρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 23 Φεβρουαρίου 2016.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ