Legislator Case Law & Legislation
176/2012 AI generated

176/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 176/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 176 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 176/2012

Legislator headnote

AI generated
176/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 176 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 176/2012 «ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.»

Keywords

AI generated
lack of signature deficiency of stamp duty unpaid licensing royalties award of compensation sanction against insured claimant unpaid stamp duty

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 176 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 176/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σταθάρα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Ν. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιορδάνη Προυσανίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-1-2005 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3601/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2008 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-10-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 14-9-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι ως άνω λόγοι αναίρεσης και ν' απορριφθεί ο 4ος λόγος αυτής.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής": "Εάν επιταγή, ατελής κατά την έκδοσιν, συνεπληρώθη εναντίον των γενομένων συμφωνιών, η μη τήρησις των συμφωνιών τούτων δύναται να αντιταχθεί κατά του κομιστού μόνον, εάν ούτος απέκτησε την επιταγήν κακή τη πίστει ή εάν κατά την κτήσιν αυτής διέπραξε βαρύ πταίσμα". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η επιταγή μπορεί να τεθεί σε κυκλοφορία φέρουσα απλή υπογραφή του εκδότη, με την πρόθεση να δημιουργηθεί θεληματικά ατελής επιταγή, η οποία όμως μπορεί να συμπληρωθεί με βάση τη συμφωνία που έγινε με το λήπτη. Η μη τήρηση της συμφωνίας αυτής για συμπλήρωση της λευκής επιταγής δεν αποτελεί πλαστογράφηση αυτής. Τέτοια υπάρχει εάν συμπληρωθεί ατελής επιταγή, για την οποία δεν υπάρχει συμφωνία για τη συμπλήρωσή της (ΑΠ 738/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, τα ακόλουθα: "Με την από 22-12-2004 αίτηση του καθού η ανακοπή Ι. Ν. (σημ. του εδώ αναιρεσιβλήτου), εκδόθηκε η 869/23.12.2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με βάση τη με αριθμό ... επιταγή της "Αγροτικής Τράπεζας Ελλάδος ΑΕ", η οποία είχε εκδοθεί από τον ανακόπτοντα Σ. Τ. και έφερε ως ημερομηνία έκδοσης την 30/6/2004, ως τόπο έκδοσης τον Πειραιά και ως πληρωτέο ποσό εκείνο των 397.637 ευρώ. Ο αιτών... την εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή στις 5-7-2004, χωρίς όμως και πάλι να εξοφληθεί, διότι θεωρήθηκε ότι ήταν πλαστογραφημένη (βλ. την από 5/7/2004 σχετική βεβαίωση της πληρώτριας Τράπεζας στο σώμα της επιταγής). Κι' αυτό, γιατί ο ανακόπτων- καθού η αίτηση είχε καταθέσει στην παραπάνω τράπεζα την από 25/6/2002 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, με την οποία δήλωνε ότι είχε απωλέσει στις 19/6/2002 την επιταγή αυτή, η οποία ήταν "λευκή" και έφερε μόνο την υπογραφή του στη θέση του εκδότη, όπως προέκυπτε από το συνημμένο στην υπεύθυνη δήλωση του σώμα αυτής (βλ. την από 25/6/2002 σχετική δήλωση). Τελικά ο καθ' ού υποχρεώθηκε με την προαναφερθείσα διαταγή πληρωμής να καταβάλει στον αιτούντα το ποσό των 397.637 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την εμφάνιση της επιταγής, μέχρι την ολοσχερή εξόφληση της. Κατά της διαταγής αυτής πληρωμής ο ανακόπτων (καθού η αίτηση) άσκησε στις 19/1/2005 την ένδικη από 18-1-2005 ανακοπή με το μοναδικό λόγο της οποίας ισχυρίσθηκε ειδικότερα ότι "ο καθού Ι. Ν., σε συνεργασία με τον εξάδελφο του Ε. Π. ... πλαστογράφησε την επιταγή ως προς όλα τα στοιχεία της, πλην της υπογραφής του (ανακόπτοντος), την οποία είχε κλέψει στις 19-6-2002 από το γραφείο του ο εξάδελφος του, λευκή ως προς το περιεχόμενο της. την οποία άγνωστο πότε παρέδωσε στον καθού (Ι. Ν.), ο οποίος δύο έτη αργότερα, αφού τη συμπλήρωσε ως προς όλα τα στοιχεία, θέτοντας το εξωφρενικό ποσό των 397.637 ευρώ, την εμφάνισε στις 30/6/2004 για πληρωμή της ... αφού ήταν πλαστογραφημένη ... η τράπεζα τον ειδοποίησε για την εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής και εκείνος με εξώδικο έγγραφο που επιδόθηκε στις 27/9/2004 στον εξάδελφο του Ε. Π. τον κάλεσε να του επιστρέψει την κλαπείσα παρ' αυτού επιταγή, χωρίς ν' απαντήσει. Κατά του καθ' ου η ανακοπή και του Ε. Π. έχει καταθέσει στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 15/12/2005 μήνυση του". Κατόπιν αυτών ζήτησε την ακύρωση της διαταγής πληρωμής, για το λόγο ότι "η επίμαχη επιταγή αποτελεί προϊόν κλοπής και πλαστογράφησης της. Δράστης της κλοπής και συνεργός στην πλαστογράφηση της είναι ο πρώτος εξάδελφος του Ε. Π. και πλαστογράφος ο καθού η ανακοπή ..." Όμως ο παραπάνω λόγος ανακοπής ο οποίος είναι νόμιμος δεν αποδείχθηκε ότι είναι και ουσιαστικά βάσιμος. Η από 25/6/2002 υπεύθυνη δήλωση του ανακόπτοντα περί απωλείας της επιταγής δεν οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η δήλωση αυτή κατατέθηκε πράγματι την ίδια ημερομηνία (25/6/2002) στην πληρώτρια τράπεζα, αφού δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία από την τελευταία ως προς τον ακριβή χρόνο κατάθεσης του πιο πάνω εγγράφου στο υποκατάστημα της στην Καστέλλα ... Η με αριθμό ... "λευκή" επιταγή εκδόσεως του ανακόπτοντα, η οποία κατά τους ισχυρισμούς του τελευταίου κατατέθηκε στην πληρώτρια τράπεζα μαζί με την από 25/6/2002 υπεύθυνη δήλωση του και προσκομίζεται σε ακριβές φωτοαντίγραφο από το πρωτότυπο, δεν φέρει επίσης οποιαδήποτε ένδειξη ως προς τον ακριβή χρόνο κατάθεσης στην πιο πάνω τράπεζα .... Αντίθετα από το σύνολο των αναφερθέντων στην αρχή αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκε ότι ο ανακόπτων Σ. Τ., ο οποίος ασχολούνταν με την κατασκευή διαφημιστικών πινακίδων και διατηρούσε ομοειδή επιχείρηση στον Πειραιά, γνωρίστηκε στις αρχές του έτους 2001 με τον καθ' ου η ανακοπή Ι. Ν., ο οποίος με τον αδελφό του είναι μέτοχος της εταιρείας "ΠΑΤΡΙΔΟΓΕΥΣΙΑ ΑΕ" που διατηρεί αλυσίδα καταστημάτων - εστιατορίων με το διακριτικό τίτλο "ΠΑΤΡΙΔΟΓΕΥΣΙΑ". Ο λόγος που ήρθαν σε επαφή οι διάδικοι ήταν ο δανεισμός χρημάτων του ανακόπτοντα από τον καθ' ου με τη μέθοδο της προεξόφλησης επιταγών του πρώτου από το δεύτερο, για τις ανάγκες της επιχείρησης του. Έτσι κατά το διάστημα των ετών 2001- 2003 ο ανακόπτων άρχισε να δανείζεται από τον καθ' ου διάφορα χρηματικά ποσά, των οποίων το ύψος κυμαινόνταν από 600.000 - 2.400.000 δρχ. κατά το έτος 2001, από 3.200 - 19.300 ευρώ κατά το έτος 2002 και από 3.200 - 13.000 ευρώ κατά το έτος 2003. Για τη λήψη των παραπάνω δανείων ο ανακόπτων ισχυρίστηκε για πρώτη φορά στις πρωτόδικες προτάσεις του ότι κατέβαλε στον καθού τοκογλυφικούς τόκους (ποσοστού 4% μηνιαίως) ισχυρισμός, που και να ακόμη αληθεύει, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην παρούσα δίκη, αφού δεν προβλήθηκε παραδεκτά με λόγο ανακοπής. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ο ανακόπτων γνώρισε στον καθ' ου, στις αρχές του έτους 2001 τον κουμπάρο του Ν. Μ., έμπορο φωτιστικών και ηλεκτρικών ειδών από τη Ρόδο, προκειμένου και αυτός να δανείζεται χρήματα από τον Ι. Ν., με την ίδια μέθοδο της προεξόφλησης επιταγών. Επειδή όμως ο Ι. Ν. (καθού) δεν δεχόταν να εμφανίζεται ο ίδιος στη διαδικασία αυτή, απαιτούσε οι επιταγές που εξέδιδε ο Ν. Μ. να "κόβονται" σε διαταγή του Σ. Τ. (ανακόπτοντα), ο οποίος στη συνέχεια για να διευκολύνει τον κουμπάρο του τις οπισθογραφούσε στον καθού ή όταν οι επιταγές ήταν πελατών του Ν. Μ., ο τελευταίος τις οπισθογραφούσε στον ανακόπτοντα και εκείνος με τη σειρά του τις οπισθογραφούσε στον καθού. Στα πλαίσια λοιπόν των πιο πάνω οικονομικών συναλλαγών ο Ν. Μ., προκειμένου να δανειστεί χρήματα από τον Ι. Ν. παρέδωσε στον τελευταίο περί το Δεκέμβριο του έτους 2002 πέντε μεταχρονολογημένες επιταγές εκδόσεως του ίδιου και πελατών του, με τόπο έκδοσης τη Ρόδο... Όλες οι παραπάνω επιταγές οπισθογραφήθηκαν από τον ανακόπτοντα και στη συνέχεια παραδόθηκαν στον καθ' ού, ο οποίος για μεγαλύτερη εξασφάλιση του, λόγω και του μεγάλου ύψους του συνολικού ποσού των επιταγών (397.637 ευρώ), απαίτησε και έλαβε από τον ανακόπτοντα, τον οποίο γνώριζε και εμπιστευόταν περισσότερο από τον κουμπάρο του Ν. Μ., τη με αριθμό ... μεταχρονολογημένη επιταγή, η οποία εκδόθηκε από τον ανακόπτοντα στον Πειραιά, με χρόνο έκδοσης την 30/6/2004, σε διαταγή του Ι. Ν., πληρωτέα στην "Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος ΑΕ" ποσού 397.637 ευρώ, όσο δηλαδή ήταν και το σύνολο των επιμέρους ποσών των επιταγών που είχε παραδώσει ο Ν. Μ. στον καθού για τη λήψη απ' αυτόν του αντιστοίχου δανείου, το οποίο και του καταβλήθηκε τμηματικά, κατά το διάστημα Δεκεμβρίου 2002- Φεβρουαρίου 2003 ... όπως αποδείχθηκε παραπάνω, ο καθού απαίτησε την παράδοση και της επιταγής αυτής, προκειμένου να δανειοδοτήσει το Ν. Μ. μ' ένα τόσο σημαντικό ποσό, το οποίο αυτός είχε άμεση ανάγκη να λάβει λόγω των οικονομικών του δυσχερειών. Περαιτέρω δε λόγω των σχέσεων εμπιστοσύνης και της μακράς, χωρίς προβλήματα, οικονομικής συναλλαγής που υπήρχαν μεταξύ του ανακόπτοντος και του καθ' ου, μέχρι τότε, ο τελευταίος έδωσε ιδιαίτερη σημασία στην επιπρόσθετη εξασφάλιση των χρημάτων του με την παράδοση από τον ανακόπτοντα και της δικής του επιταγής, για την οποία άλλωστε είχε συμφωνηθεί να εμφανιστεί προς πληρωμή μόνο στην περίπτωση που ο καθ' ου αδυνατούσε να εισπράξει από το Ν. Μ. τα αντίστοιχα ποσά των 5 επιταγών του, όπως και πράγματι έγινε. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο Ν. Μ. έναντι του πιο πάνω οφειλόμενου ποσού των επιταγών αυτών κατάβαλε τμηματικά στον καθ' ου, κατά το διάστημα από 31/3/2003 μέχρι 22/8/2003, 55.000 ευρώ περίπου, αδυνατώντας στη συνέχεια να καταβάλει το υπόλοιπο. Ο καθ' ου, από την πλευρά του, δεν επεδίωξε την εμφάνιση και τη σφράγιση των 5 επιταγών του Ν. Μ., αφενός διότι μέχρι τις 22/8/2003 ο τελευταίος του κατέβαλε μέρος της οφειλής του, ενώ στη συνέχεια διαπίστωσε ότι η επιδίωξη είσπραξης των επιταγών αυτών θα ήταν αδύνατη, επειδή η ακίνητη περιουσία του Ν. Μ. ήταν υποθηκευμένη στις τράπεζες (όπως τουλάχιστον ισχυρίζεται ο ανακόπτων), αφετέρου διότι θεωρούσε ότι είχε εξασφαλίσει την είσπραξη του οφειλόμενου από το Ν. Μ. ποσού των 397.637 ευρώ (μείον των 55.000 ευρώ που είχε λάβει από αυτόν) με την εμφάνιση προς πληρωμή της 6ης επιταγής, εκδόσεως του ανακόπτοντος, που ο ίδιος του είχε παραδώσει κάτω από τις συνθήκες που προαναφέρθηκαν. Στη συνέχεια ο καθ' ου, ένα περίπου έτος μετά την τελευταία καταβολή του Ν. Μ., εμφάνισε την επίδικη επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα, στις 5/7/2004, χωρίς όμως να εξοφληθεί κατά τα προεκτεθέντα, οπότε αυτός πέτυχε την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, με βάση την εν λόγω επιταγή , ποσού 397.637 ευρώ. Ο ισχυρισμός του καθ' ου ότι όλες οι παραπάνω επιταγές δόθηκαν από το Ν. Μ. και τον ανακόπτοντα στα πλαίσια συνεργασίας τους, κατά το διάστημα Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 2002, για την ίδρυση διαφημιστικής εταιρίας τη χρηματοδότηση της οποίας ανέλαβε ο ίδιος με την τμηματική καταβολή του ποσού των 397.637 ευρώ στον ανακόπτοντα και στο Ν. Μ., δεν αποδείχθηκε. Και τούτο, διότι εάν υπήρξε πράγματι μια τέτοια συνεργασία που κατέληξε στη σύσταση της εκκαλουμένης εταιρίας θα είχε ακολουθηθεί διαφορετική διαδικασία (υπογραφή συμφωνητικού, κατάρτιση εταιρικού και καταστατικού με τα στοιχεία της εταιρίας, τις υποχρεώσεις των εταίρων, το ύψος του κεφαλαίου της και το μερίδιο συμμετοχής κάθε εταίρου σ' αυτό, σύνταξη εγγράφων αποδείξεων καταβολής χρημάτων κ.λ.π.) από αυτή που τηρήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Μετά από όλα όσα αποδείχθηκαν παραπάνω έπρεπε ν' απορριφθεί η ένδικη ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη".

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο διέλαβε στην απόφαση του ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με το αν η επίμαχη επιταγή ήταν "λευκή", ως προς όλα τα στοιχεία της, πλην της υπογραφής στη θέση του εκδότη, και εάν στη συνέχεια πλαστογραφήθηκε ή όχι, ως προς τα ασυμπλήρωτα στοιχεία της, (τόπο, χρόνο εκδόσεως, πρόσωπο σε διαταγή του οποίου εκδόθηκε και ιδίως ως προς το ποσό αυτής), από τον αναιρεσίβλητο, δηλαδή για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα: α) Ενώ αρχικώς δέχεται ότι, "... ο ανακόπτων (ήδη αναιρεσείων) ... είχε καταθέσει στην παραπάνω τράπεζα την από 25-6-2002 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, με την οποία δήλωνε ότι είχε απωλέσει στις 19-6-2002 την επιταγή αυτή, η οποία ήταν "λευκή" ως προς όλα τα στοιχεία της και έφερε μόνο την υπογραφή στη θέση του εκδότη, όπως προέκυπτε από το συνημμένο στην υπεύθυνη δήλωση του σώμα αυτής ..." στη συνέχεια, δέχεται ότι "η από 25-6-2002 υπεύθυνη δήλωση του ανακόπτοντα περί απώλειας της επιταγής δεν οδηγεί αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η δήλωση αυτή κατατέθηκε πράγματι την ίδια ημερομηνία (25-6-2002) στην πληρώτρια τράπεζα", καθώς και ότι "η με αριθμό ... "λευκή" επιταγή, εκδόσεως του ανακόπτοντα η οποία κατά τους ισχυρισμούς του τελευταίου κατατέθηκε μαζί με την από 25-6-2002 υπεύθυνη δήλωση του και προσκομίζεται σε ακριβές φωτοαντίγραφο από το πρωτότυπο, δεν φέρει επίσης οποιαδήποτε ένδειξη ως προς τον ακριβή χρόνο κατάθεσης στην πιο πάνω τράπεζα" χωρίς να διευκρινίζει, με βάση ποιές παραδοχές προέκυπτε τυχόν διαφορετικός, από εκείνον που αναφερόταν στην εν λόγω Υπεύθυνη Δήλωση (25-6-2002)], χρόνος καταθέσεως αυτής, στην πληρώτρια τράπεζα, το οποίο πρέπει να σημειωθεί δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι αμφισβητήθηκε ειδικά και σε κάθε περίπτωση, ποιός ήταν ο διαφορετικός αυτός χρόνος και κυρίως αν η περί απωλείας της επιταγής δήλωση, είχε κατατεθεί σε χρόνο που είχε ήδη δημιουργηθεί το ως άνω χρέος του Ν. Μ.. Το ζήτημα αυτό ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον, κατά τις παραδοχές της εκκαλουμένης, το χρέος των 397.637 ευρώ, στο οποίο ανέρχονταν οι προαναφερθείσες πέντε επιταγές, εκδόσεως Ν. Μ. και πελατών του, (που επίσης γίνεται δεκτό ότι οπισθογραφήθηκαν από τον ανακόπτοντα -αναιρεσείοντα- και παραδόθηκαν στον καθού και ήδη αναιρεσίβλητο) και προς μεγαλύτερη εξασφάλιση του ζήτησε και έλαβε, επί πλέον, από τον ανακόπτοντα και ήδη αναιρεσείοντα και την επίμαχη επιταγή, δημιουργήθηκε στα πλαίσια οικονομικών συναλλαγών (ισόποσου δανεισμού) του Ν. Μ. από τον Ι. Ν., που έγινε "τμηματικά κατά το διάστημα από Δεκεμβρίου 2002 - Φεβρουάριο 2003", (δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της 25-6-2002). β) Δεν είναι σαφές ποιά ήταν, κατά το Εφετείο, η συναλλακτική σχέση που είχε προβάλει ο αναιρεσίβλητος ως συνδέουσα αυτόν και τον αναιρεσείοντα και η οποία δικαιολογούσε την εκ μέρους του τελευταίου ανάληψη του ενδίκου χρέους (καθιστώντας αβάσιμο τον περί πλαστότητος ισχυρισμό). Τούτο δε, διότι, ενώ δέχεται ότι η επίμαχη επιταγή εκδόθηκε από τον αναιρεσείοντα για "επιπρόσθετη εξασφάλιση" απαίτησης που ο αναιρεσίβλητος είχε κατά τρίτου προσώπου, ήτοι του Ν. Μ. από "δανειοδότηση", προσθέτει ότι ο αναιρεσίβλητος προέβαλε ισχυρισμό, σύμφωνα με τον οποίο το χρέος προέκυψε στα πλαίσια συνεργασίας των τριών αυτών προσώπων "για την ίδρυση διαφημιστικής εταιρείας" Ενόψει τούτων, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο σκέλος του, ο τρίτος λόγος και ο πέμπτος λόγος αυτού κατά το δεύτερο σκέλος του, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία τις άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Κατά συνέπεια, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ παρέλκει, κατόπιν αυτών, η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 10/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2011.Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ