Legislator Case Law & Legislation
176/2011 AI generated

176/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 176/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιουλίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1835/2006 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 7756/2007 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 Μαΐου 2009 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

176/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή είναι απαράδεκτος διότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου καθόσον ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δικάστηκε ερήμην.

Keywords

AI generated
lack of standing of association commercial general liability insurance accident insurance body financing of accident insurance unitary enterprise in accident insurance shareholder liability
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 176 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 176/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Ρήγο.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΛΛΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ Α.Ε", όπως αντικαταστάθηκε με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ", όπως εν συνεχεία βάσει του υπ' αριθμ. 6351/1.7.02 ΦΕΚ συγχωνεύτηκε με απορρόφηση από την ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ - ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", όπως μετονομάσθηκε σε "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΖΩΗΣ", και όπως μετονομάσθηκε τελικά σε "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γαλάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιουλίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1835/2006 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 7756/2007 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7 Μαΐου 2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης ανέγνωσε την από 26 Νοεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί και, μάλιστα, νομίμως, στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στη διάταξη αυτή εξαιρέσεις. Πρόταση του ισχυρισμού στο δικαστήριο της ουσίας δεν υπάρχει, όταν ο διάδικος που παραπονείται δεν εμφανίσθηκε στη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και δικάστηκε ερήμην.

Εξάλλου η αοριστία της αγωγής εξετάζεται μεν και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, για να δημιουργηθεί όμως λόγος ακυρότητας του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγω της μη απόρριψης της αγωγής ως αόριστης, πρέπει ο ισχυρισμός περί αοριστίας να έχει προταθεί στο δικαστήριο κατά το άνω άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν είναι από τους ισχυρισμούς εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή είναι απαράδεκτος διότι τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου καθόσον ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων δικάστηκε ερήμην.

Η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες βρίσκει έρεισμα το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Τούτο δε, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των αποφάσεων ( άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο.

Ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ). Ως "αιτιολογίες, όμως, στη διάταξη αυτή νοούνται μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, των οποίων η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου.

Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, οπότε ο Άρειος Πάγος μπορεί να τις συμπληρώσει, κατά το άρθρο 578 του ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το σχετικό του δεύτερο και τρίτο μέρος με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβίασης του άρθρου 93 παρ. 3 του συντάγματος διότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται μείζονος πρότασης και σχετικής αιτιολογίας είναι απαράδεκτος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι’ αυτά.

Κατ' ακολουθίαν ο τέταρτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή χωρίς απόδειξη είναι αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση μνημονεύονται σ` αυτή όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρας , έγγραφα) που το Δικαστήριο έλαβε υπόψη για την συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.

Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή χωρίς να διατάξει αποδείξεις για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είναι απαράδεκτος διότι μετά την τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ.

που έγινε με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν.2915/2001 και ισχύει από 1-1-2002 σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν.2943/2001, τέτοιος λόγος αναίρεσης δεν προβλέπεται . Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.12 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι` αυτό, καθορίζει ο νόμος και δε στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αυτά.

Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων διότι προσέδωσε, χωρίς να έχουν τέτοια κατά νόμο, πλήρη αποδεικτική δύναμη στα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα από την ενάγουσα έγγραφα (τηρούμενους από αυτή λογαριασμούς που ενσωματώθηκαν στην αγωγή και παρατέθηκαν αυτούσιοι και στην απόφαση).

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος διότι από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα (κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας και τα έγγραφα) και δεν προσέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη στους τηρούμενους από την ενάγουσα έγγραφους λογαριασμούς για τη μεταξύ τους συναλλαγή ούτε δε και συνάγεται κάτι τέτοιο από την παράθεση αυτούσιου του περιεχομένου τους στην απόφαση.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν, μολονότι διαπιστώνει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας.

Οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Το Δικαστήριο όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων που διαλαμβάνεται στην από 1-8--1991 έγγραφη σύμβαση και τον ειδικότερο όρο 5 αυτής.

Επομένως ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.(κατά το σχετικό του μέρος ) με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβίασης των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 Α.Κ.) δια της μη εφαρμογής τους είναι αβάσιμος.

Κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτήν πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.

Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο σχετικό μέρος που προβάλλεται παραβίαση των εις το λόγο αυτό διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη παραβίαση δεν αφορά την ερμηνεία κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών σχετικά με τη φύση της μεταξύ των διαδίκων υφισταμένης συμβάσεως.

Κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία (τελευταία) υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή, αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ιδίου άρθρου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).

Στη προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αυτού κρίση τα εξής: «Την 1-8-1991 μεταξύ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΡΟΛΑΪΦ ΕΛΛΑΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΑΕ", στη θέση της οποίας υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ ΜΕΤΡΟΑΑΪΦ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ" (αναιρεσίβλητη) και του εναγομένου (αναιρεσείοντος) καταρτίστηκε σύμβαση, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος υπό την ιδιότητα του συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων ανέλαβε έναντι προμήθειας κατά κλάδο ασφάλισης να διαμεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων μεταξύ της ως άνω εταιρείας και τρίτων ασφαλιζομένων διαμέσου ομάδας ασφαλιστικών συμβούλων τους οποίους επιλέγει, εκπαιδεύει και εποπτεύει.

Βάσει του υπ' αριθ.5 όρου της σύμβασης αυτής ο εναγόμενος ευθύνεται για την πληρωμή προς την ενάγουσα οιουδήποτε ποσού εισπράττεται απ' αυτόν για λογαριασμό της, καθώς και για το 30% τυχόν ληξιπροθέσμων χρεωστικών υπολοίπων των συνεργατών του προς αυτήν που προέρχονται από προκαταβολές έναντι προμηθειών ή μη εμπρόθεσμη επιστροφή ανείσπρακτων αποδείξεων ασφαλίστρων προς ακύρωση.

Στα πλαίσια της εν λόγω σύμβασης ο εναγόμενος είχε μεσολαβήσει για την κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων εκδοθέντων προς τούτο των κάτωθι ασφαλιστηρίων και εισπραχθέντων απ' αυτόν των παρακάτω ποσών, όπως απεικονίζονται στον τηρούμενο από την ενάγουσα δοσοληπτικό λογαριασμό του (εναγομένου) που εμφάνισε χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο ανήλθε μέχρι το Σεπτέμβριο του 2003 στο ποσό των 100.190,65 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει απ' την κατωτέρω κίνηση του λογαριασμού προμηθειών του σε συνδυασμό με την κατάθεση του εξετασθέντος από την πλευρά της ενάγουσας μάρτυρα».

Στη συνέχεια παρατίθεται στην απόφαση η κίνηση του λογαριασμού που τηρούσε η ενάγουσα για τον εναγόμενο κατά τα επί μέρους χρεωπιστωτικά κονδύλια με βάση τα οποία προκύπτει το ανωτέρω χρεωστικό υπόλοιπο των 100.190,65 ευρώ . Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 100.190,65 ευρώ με το νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.

Έτσι που έκρινε το Δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 90,91 Εμπ. Ν., 713 επ. 346 Α,Κ,1,2,4 και 20 του ν.1569/ 1985 και 36 ν.2496/1997 που εφάρμοσε ούτε και άλλες δια της μη εφαρμογής τους αλλά ούτε και εκ πλαγίου καθόσον περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων τούτων .

Ειδικότερα με βάση τα γενόμενα δεκτά ως άνω πραγματικά περιστατικά καταφάσκεται η συμβατική ευθύνη του εναγομένου για την καταβολή του ως άνω χρηματικού ποσού στην ενάγουσα.

Συνεπώς οι λόγοι της αναίρεσης δεύτερος , τρίτος και έκτος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ κατά το μέρος που υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης και έκτος κατά το λοιπό τους μέρος από τους ίδιους αριθμούς 1 και 19 είναι απαράδεκτοι διότι οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις ανάγονται σε ισχυρισμούς (περί εικονικότητας της ένδικης συμβάσεως και καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής) που δεν προτάθηκαν στο δικαστήριο που εξέδωσε τη προσβαλλόμενη απόφαση ούτε και απετέλεσαν αντικείμενο ερεύνης της απόφασης προτείνονται δε απαραδέκτως κατά πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου. Κατά τα λοιπά οι ερευνώμενοι ως άνω λόγοι της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι διότι οι σχετικές αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο( άρθρο 561 παρ. 1. Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7 Μαΐου 2009 αίτηση του Θ. Π. για αναίρεση της υπ'αριθ.1835/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όπως διορθώθηκε με την υπ'αριθ.7756/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700)ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ