176/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑ. Της αναιρεσείουσας: της εδρευούσης ήδη στην οδό ... και πρότερον, κατά την άσκηση και συζήτηση της αγωγής, στον ..., ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " AMBER, ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΟΙΚΙΑΚΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΞΟΠΛΙΣΜΩΝ", νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Διακόπουλο.
Legislator headnote
AI generated176/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): VI.- Κατά την προϊσχύουσα του ν. 2842/2000 εξαιρετική νομισματική νομοθεσία (άρθρα 4 § 1, 11 § 2 του ν. 5422/1932, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. της 14-7-1932, που κυρώθηκε με το ν. 5665/1932, 6 του α.ν. 800/1937, 4 του α.ν. 362/1945 και 1 του α.ν. 33/1936) κάθε δικαιοπραξία υπέρ προσώπου διαμένοντος στην Ελλάδα συνομολογείται μόνο σε δραχμές.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 176 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 176/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Της αναιρεσείουσας: της εδρευούσης ήδη στην οδό ... και πρότερον, κατά την άσκηση και συζήτηση της αγωγής, στον ..., ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " AMBER, ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΟΙΚΙΑΚΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΞΟΠΛΙΣΜΩΝ", νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Διακόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. της εδρευούσης στη ... της ... ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία CALOR SA, νόμιμα εκπροσωπούμενης και 2. της εδρευούσης στο ... της ... ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία SEB DEVELOPPEMENT SA, νόμιμα εκπροσωπούμενης, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Χατζηϊωάννου. Β. της αναιρεσείουσας: της εδρευούσης στη ... της ... αλλοδαπής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία CALOR SA, νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρίας με την επωνυμία SEB DEVELOPPEMENT SA, νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χατζηϊωάννου. Της αναιρεσιβλήτου: της εδρευούσης ήδη στην οδό ... και πρότερον, κατά την άσκηση και συζήτηση της αγωγής, στον ..., ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " AMBER, ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΟΙΚΙΑΚΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΩΝ ΕΞΟΠΛΙΣΜΩΝ", νόμιμα εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Διακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις α) από 29-7-1997 κύρια και β)23-3-1998 παρεπίμπουσα αγωγές της ήδη με στοιχεία Α αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 311/1999 προδικαστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, 1291/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 177/2008 του Εφετείου Πειραιώς.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 12 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την συνεκδίκαση των χαρακτηριζομένων στο σκεπτικό της παρούσης με στοιχ. Α. (118/17-7-2008) και Β. (155/4-11-2008) αιτήσεων για αναίρεση της 177/6-3-2008 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς και την απόρριψή τους. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Στο Δικαστήριο αυτό εκκρεμούν οι Α 118/17-7-2008 και Β, 155/4-11-2008 αιτήσεις για αναίρεση της αυτής, 177/6-3-2008, αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Προφανές είναι ότι οι εν λόγω και με στοιχ. Α' και Β' χαρακτηριζόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να συνεκδικασθούν (Κ.Πολ.Δ 573 § 1, 246) και ερευνηθεί στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπουμένων δι' αυτών λόγων αναιρέσεως με βάση τις νομικές και ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης δι' αυτών αποφάσεως, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 § 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα με τις (α) 8629/29-7-1997 κύρια και (β) 3074/23-3-1998 παρεμπίπτουσα αγωγές εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις της δι' αυτής ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΜΒΕΡ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΟΙΚΙΑΚΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ ΚΑΙ ΒΙΟΧΗΜΑΝΙΚΩΝ ΕΞΟΠΛΙΣΜΩΝ" κατά των εναγομένων ανωνύμων εταιρειών με την επωνυμία (1) "CALOR S.A" και (2) "SEB DEVELOPPEMENT S.A" απορρέουσες, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, από τη συνδέουσα τις διαδίκους σύμβαση αποκλειστικής διανομής και την από 26-6-1996 καταγγελία αυτής από τις εναγόμενες.
Επί των εν λόγω αγωγών, συνεκδικασθεισών, εκδόθηκε αρχικά η 311/1999 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και στη συνέχεια, μετά την διεξαγωγή των διαταχθεισών δι' αυτής αποδείξεων, η 1291/2006 οριστική αυτού απόφαση, κατά μερική παραδοχή της με στοιχ. (α) κύριας αγωγής κατά την απεύθυνσή της κατά της πρώτης των εναγομένων και απόρριψη τους κατά τα λοιπά και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από τις (i) 789/21-7-2006 και (ii) 235/8-3-2007 εφέσεις της ενάγουσας και της πρώτης των εναγομένων, συνεκδικασθεισών, η 177/2008 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Με την εν λόγω απόφαση απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν η με στοιχ. (i) έφεση της ενάγουσας κατά την απεύθυνσή της κατά της δεύτερης των εφεσιβλήτων (εναγομένων) και η με στοιχ. (ii) έφεση της πρώτης των εναγομένων. Αντίθετα κατ' αποδοχή της με στοιχ. (i) εφέσεως κατά την απεύθυνσή της κατά της πρώτης των εφεσιβλήτων (εναγομένων), εξαφάνιση κατά τούτο της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, έγιναν δεκτές κατά ένα μέρος οι με στοιχ. (α) κύρια και (β) παρεμπίπτουσα αγωγές, κρίση της την οποία στήριξε στις ακόλουθες νομικές και αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή τους: "Στην προκείμενη περίπτωση από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν ενώπιον του Εισηγητή-Δικαστή και του Προξένου της Ελλάδας στη ...
της ... ως εντεταλμένου Δικαστή, όπως ορίστηκε με την υπ' αριθ. 311/1999 προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στις υπ' αριθ. 136/2004 και 168/2001 εισηγητικές εκθέσεις αντίστοιχα και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η πρώτη εναγομένη εταιρία "CALOR SA" παράγει από το έτος 1917 στη ... της ... ηλεκτρικές συσκευές οικιακής χρήσεως, τις οποίες για πολλές δεκαετίες διοχέτευε στην ελληνική και διεθνή αγορά με το σήμα "CALOR". Από το έτος 1973 κυριότερη μέτοχός της είναι η εταιρία "SEB SA", η οποία συνέστησε τον όμιλο εταιριών SEB (Group SEB), στον οποίο ανήκει μαζί με άλλες εταιρίες (ROWENTA, SEB, TEFAL) και η πρώτη εναγομένη.
Η ενάγουσα είναι ελληνική εμπορική εταιρία οικιακών συσκευών, η οποία προήλθε από τη συγχώνευση των εταιριών "AMBER ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΟΙΚΙΑΚΩΝ ΣΥΣΚΕΥΩΝ" και "ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", από τις οποίες η πρώτη από το έτος 1985 είχε στην ελληνική αγορά την αποκλειστική διάθεση (διανομή) των προϊόντων CALOR, συνεργασία την οποία συνέχισε με συμφωνία της πρώτης εναγομένης και η ενάγουσα.
Η διάθεση των προϊόντων CALOR στην Ελλάδα άρχισε το έτος 1957 με την ατομική επιχείρηση του ... και συνεχίστηκε από τις μετέπειτα ιδρυθείσες από αυτόν εταιρίες με τελευταία την ενάγουσα, η οποία κατέστη διάδοχος όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων από την εν λόγω σύμβαση αποκλειστικής διανομής. Ειδικότερα, κατά τη συγκεκριμένη σύμβαση, όπως διαμορφώθηκε και λειτούργησε καθόλη τη μακρόχρονη διάρκεια της, η πρώτη εναγομένη προμήθευε αποκλειστικά την ενάγουσα και τις προηγούμενες από αυτή εταιρίες με τα προϊόντα της, δηλαδή ηλεκτρικές μικροσυσκευές CALOR, τα οποία η ενάγουσα μεταπωλούσε σε τρίτους στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό με τιμές που καθόριζε η ίδια διατηρώντας δίκτυο καταστημάτων πελατών σ' όλη την Ελλάδα.
Για την εκπλήρωση της διανομής και την προώθηση των προϊόντων της πρώτης εναγομένης, η ενάγουσα είχε υποχρέωση να διατηρεί με δικά της έξοδα την κατάλληλη οργάνωση και υλικοτεχνική υποδομή (κτιριακές εγκαταστάσεις, ειδικευμένο προσωπικό κλπ), να προβαίνει με δικές της δαπάνες σε διαφήμιση των πωλουμένων προϊόντων, να διαθέτει επαρκές απόθεμα προϊόντων και ανταλλακτικών, να μην πωλεί ανταγωνιστικά προϊόντα και γενικά να προστατεύει τη φήμη και τα συμφέροντα της αντισυμβαλλόμενης παραγωγού εταιρίας.
Η ανωτέρω διαρκής σύμβαση αποκλειστικής διανομής, η οποία ίσχυσε και λειτούργησε μεταξύ των συμβαλλομένων εταιριών απρόσκοπτα καθόλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, καταγγέλθηκε εγγράφως από την πρώτη εναγομένη με την από 26/6/1996 συστημένη επιστολή, γραμμένη με επιστολόχαρτο του Ομίλου της Group SEB, στην οποία αναφέρεται ότι έχουν αποφασίσει να σταματήσουν τη χρήση του σήματος CALOR στην Ελλάδα και να χρησιμοποιήσουν στο άμεσο μέλλον το σήμα TEFAL.
Να πάρουν οι ίδιοι (Group SEB) τον έλεγχο της διανομής των προϊόντων τους στην Ελλάδα και να διακόψουν τη συνεργασία με την AMBER μετά από προθεσμία εννέα (9) μηνών, δηλαδή το Μάρτιο 1997. Με την ίδια επιστολή προτείνεται για αποζημίωση ποσό 800.000 γαλ. φράγκων υπό τον όρο εξόφλησης όλων των τιμολογίων και αφήνουν ανοιχτό προς συζήτηση το θέμα των αποθεμάτων προϊόντων και ανταλλακτικών στο τέλος της περιόδου προμήνυσης.
Η καταγγελία αυτή έγινε στα πλαίσια ενάσκησης του σχετικού δικαιώματος που είχε η πρώτη εναγομένη, αφού η επίδικη διαρκής σύμβαση αποκλειστικής διανομής μπορούσε να καταγγελθεί οποτεδήποτε χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, υπαιτιότητας ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς της ενάγουσας διανομέως. Ωστόσο, η πρώτη εναγομένη επικαλέστηκε πρωτοδίκως ότι συνέτρεξε σπουδαίος λόγος για την καταγγελία και ειδικότερα ότι η ενάγουσα εναντιώθηκε στην απόφασή της για αλλαγή του σήματος των προϊόντων της δημιουργώντας προβλήματα στη συνεργασία τους, ότι καθυστερούσε την πληρωμή των τιμολογίων και ότι αντισυμβατικά προέβαινε στην πώληση ανταγωνιστικών προϊόντων.
Από κανένα, όμως, αποδεικτικό στοιχείο, μάρτυρες ή έγγραφα, αποδείχθηκαν οι ανωτέρω επικαλούμενοι σπουδαίοι λόγοι, οι οποίοι, άλλωστε, εάν συνέτρεχαν οπωσδήποτε θα γινόταν αναφορά τους στο έγγραφο της καταγγελίας, αλλά και στην προηγηθείσα της λύσης της σύμβασης αλληλογραφία μεταξύ των συμβαλλομένων μερών κανένα παράπονο δεν διατυπώνεται για αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας.
Η συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, όπως το περιεχόμενό της προσδιορίστηκε και οριοθετήθηκε παραπάνω, προσομοιάζει και κατά τα ουσιώδη (κρίσιμα) σημεία της ταυτίζεται με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, εφόσον και στην προκειμένη διαμεσολαβητική σύμβαση η ενάγουσα διανομέας είναι κατά τον ίδιο με τον εμπορικό αντιπρόσωπο τρόπο ενταγμένη στο σύστημα διάθεσης των προϊόντων του παραγωγού, συμβάλλει στην προώθηση των προϊόντων του και στην επέκταση της πελατείας, έχει υποχρέωση να προστατεύει τη φήμη και τα συμφέροντά του, να μην τον ανταγωνίζεται και γενικά από τη φύση της σύμβασης προκύπτει ομοιότητα καταστάσεων και οικονομικών συμφερόντων με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, άσχετα από το χαρακτηρισμό της αμοιβής, η οποία στην προκειμένη περίπτωση συνίσταται όχι σε προμήθεια, αλλά στο μικτό κέρδος από τη μεταπώληση των προϊόντων της πρώτης εναγομένης.
Με τα δεδομένα αυτά έχουν και στην επίδικη σύμβαση αναλογική εφαρμογή οι προστατευτικές για τον εμπορικό αντιπρόσωπο προαναφερόμενες διατάξεις του π.δ. 219/1991 και ιδίως των άρθρων 8 και 9 αυτού σε συνδυασμό με τις διατάξεις περί εντολής (αρθρ. 713 επ. ΑΚ). Μετά τη λύση της επίδικης σύμβασης τη διανομή των προϊόντων της πρώτης εναγομένης με το νέο σήμα TEFAL ανέλαβε η ιδρυθείσα για το σκοπό αυτό εταιρία "SEB ΕΛΛΑΣ ΑΕ", στην οποία συμμετείχαν το Group SEB και η ελληνική εταιρία "..." κατά 50% καθένας των μετόχων.
Τα προϊόντα CALOR έγιναν γνωστά στην ελληνική αγορά μετά από τη μακρόχρονη και επιτυχή διαμεσολαβητική δραστηριότητα της ενάγουσας και των εταιριών που διαδέχθηκε, οι οποίες δημιούργησαν ένα αξιόλογο πελατολόγιο καταστημάτων σ' όλη την Ελλάδα, στα οποία προμήθευαν τα προϊόντα της πρώτης εναγομένης και αναγκαίως όλη αυτή η πελατεία περιήλθε μετά τη λύση της σύμβασης στο νέο αποκλειστικό διανομέα, διατηρώντας έτσι η πρώτη εναγομένη όλα τα ουσιαστικά οφέλη, τα οποία της προσπόρισε με τη διαμεσολάβησή της η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της σύμβασης.
Υπό το πρίσμα αυτό η ενάγουσα δικαιούται να λάβει κατ' ανάλογη εφαρμογή την προβλεπόμενη από το άρθρο 9 παρ. 1α' του π.δ. 219/1991 αποζημίωση πελατείας, η οποία θα προσδιοριστεί κατά δίκαιη κρίση με βάση το μέσο ετήσιο όριο αμοιβών (μικτού κέρδους) που εισέπραξε η ενάγουσα κατά τα πέντε τελευταία έτη της σύμβασης.
Αποδείχθηκε ότι ο τζίρος της ενάγουσας από την πώληση των προϊόντων CALOR το έτος 1992 ήταν 582.000.000 δραχμές, το έτος 1993 590.000.000 δραχμές, το έτος 1994 563.000.000 δραχμές, το έτος 1995 754.000.000 δραχμές και το έτος 1996 865.000.000 δραχμές. Επομένως, ο μέσος ετήσιος τζίρος των τελευταίων πέντε ετών ανέρχεται σε (3.354.000.000: 5) 670.800.000 δραχμές και δεδομένου ότι το μικτό κέρδος της ενάγουσας από την πώληση των προϊόντων CALOR ανερχόταν σε 40%, ο μέσος ετήσιος όρος των αμοιβών της κατά την τελευταία πενταετία ανέρχεται σε 268.320.000 δραχμές.
Ενόψει των ανωτέρω περιστάσεων, της διακύμανσης του τζίρου και του κέρδους που αποκόμιζε η ενάγουσα από τη διάθεση των προϊόντων CALOR και το οποίο κέρδος έχασε μετά τη λύση της σύμβασης, λαμβανομένου υπόψη ότι τα ωφελήματα από τους πελάτες της ενάγουσας διατήρησε η πρώτη εναγομένη, αφού οι ίδιοι πελάτες συνέχισαν να συναλλάσσονται με το νέο διανομέα, η δίκαιη αποζημίωση (πελατείας), που δικαιούται η ενάγουσα, πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 150.000.000 δραχμών, το οποίο δεν υπερβαίνει το μέσο ετήσιο όρο αμοιβών που εισέπραξε αυτή (ενάγουσα) κατά τα πέντε τελευταία έτη.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε το πιο πάνω κονδύλιο της αποζημίωσης πελατείας ως αόριστο με την αιτιολογία ότι η ενάγουσα δεν ανέφερε στην αγωγή ονομαστικά τους πελάτες που "κέρδισε" η εναγομένη μετά τη λύση της σύμβασης και τα ποσά που εισέπραξε από καθένα από αυτούς την τελευταία πενταετία.
Η κρίση αυτή της εκκαλουμένης είναι εσφαλμένη, διότι για την κατά το άρθρο 9 του π.δ. 219/1991 θεμελίωση του αιτήματος της αποζημίωσης πελατείας γινόταν αναφορά στην (πρόσθετη) αγωγή ότι η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της σύμβασης αποκλειστικής διανομής έφερε νέους πελάτες, ότι ουσιαστικά αυτή και οι άλλες εταιρίες που προηγήθηκαν στη συνεργασία με την πρώτη εναγομένη δημιούργησαν το δίκτυο πελατών των προϊόντων CALOR στην Ελλάδα και ότι μετά τη λύση της σύμβασης η πρώτη εναγομένη καρπώθηκε τα ωφελήματα από την πελατεία που η ενάγουσα είχε προσελκύσει και ακόμη η ενάγουσα ανέφερε στην αγωγή αναλυτικά κατ' έτος το τζίρο των τελευταίων πέντε ετών και το μικτό περιθώριο κέρδους που εισέπραττε από τις υποθέσεις με τους πελάτες και με βάση τα στοιχεία αυτά υπολογίζει το εύλογο κατ' αυτήν ποσό της αποζημίωσης.
Δεν ήταν δηλαδή αναγκαίο για το ορισμένο του άνω αιτήματος να αναφέρονται ονομαστικά οι πελάτες που έφερε η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της σύμβασης και το ποσό που εισέπραξε από καθένα από αυτούς. Επομένως, ο πρώτος λόγος έφεσης της ενάγουσας με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη απόφαση για την απόρριψη ως αορίστου του αιτήματος αποζημίωσης πελατείας είναι κατ' ουσίαν βάσιμος και πρέπει το αίτημα αυτό, το οποίο είναι νόμιμο (αρθρ. 9 παρ. 1α π.δ. 219/1991), να γίνει εν μέρει δεκτό ως βάσιμο κατ' ουσίαν για το προαναφερόμενο ποσό των 150.000.000 δραχμών.
Όπως προαναφέρθηκε κατά το άρθρο 8 παρ. 3 και 4 του π.δ. 219/1991, η εφαρμογή του οποίου προσήκει στη φύση της επίδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου μπορεί να γίνει με τήρηση ορισμένης προθεσμίας, η οποία είναι έξι μήνες από την αρχή του έκτου έτους της σύμβασης και τα επόμενα έτη.
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα ζητεί περαιτέρω αποζημίωση κατ' άρθρο 9 παρ. 1γ' του π.δ. 219/1991 ύψους 2.040.000.000 δραχμών, επικαλούμενη ότι η καταγγελία της σύμβασης ήταν άκαιρη με την προθεσμία των εννέα (9) μηνών που της όρισε η αντισυμβαλλόμενή της εταιρία, διότι ενόψει της επί 40 έτη συνεργασίας, των προσπαθειών που κατέβαλε και του αυξημένου τζίρου της επιχείρησής της από τη διάθεση των προϊόντων CALOR, συνέτρεχαν ιδιαίτεροι λόγοι, οι οποίοι επέβαλαν πενταετή τουλάχιστον περίοδο προειδοποίησης για να εξισορροπήσει τις απώλειες των κερδών της μετά τη λύση της σύμβασης και ότι από την αντικειμένη στην καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας υπέστη την αναφερόμενη ζημία, συνισταμένη στην απώλεια των κερδών της για τα επόμενα πέντε έτη αφαιρουμένων των 9 μηνών της προμήνυσης.
Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα περιστατικά η συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης να καταγγείλει την αορίστου χρόνου σύμβαση αποκλειστικής διανομής ορίζοντας προθεσμία για τη λύση της εννέα (9) μηνών δεν παρίσταται καταχρηστική, αντίθετα εντάσσεται στα πλαίσια της καλόπιστης εκτέλεσης της σύμβασης (αρθρ. 288 ΑΚ), αφού η ταχθείσα προθεσμία είναι ακόμη μεγαλύτερη από αυτή των έξι (6) μηνών που ορίζει ο νόμος (αρθρ. 8 παρ. 3, 4 π.δ. 219/91) για την καταγγελία των συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας που διήρκεσαν περισσότερο από έξι έτη, δεδομένου ότι ο νομοθέτης ορίζοντας διαβαθμίσεις στην προθεσμία για την καταγγελία ανάλογα με τα έτη της σύμβασης, προφανώς ήθελε να καλύψει όλες τις παραμέτρους των ζημιών που μπορούσε να υποστεί το διαμεσολαβητικό πρόσωπο του εμπορικού αντιπροσώπου, στην προστασία του οποίου κυρίως απέβλεψε, από την άκαιρη καταγγελία της σύμβασης.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος έφεσης της ενάγουσας, με τον οποίο αποδίδεται σφάλμα στην εκκαλουμένη απόφαση για την απόρριψη ως μη νομίμου του πιο πάνω κονδυλίου της αποζημίωσης για περαιτέρω ζημία, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος. Εξάλλου, και το επικουρικώς προβαλλόμενο αίτημα της αποζημίωσης των 2.000.000.000 δραχμών, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας συνιστά το αναπόσβεστο τμήμα των δαπανών της και αντιστοίχως το ουσιαστικό όφελος των εναγομένων από την περιέλευση σ' αυτές του άϋλου αγαθού της "φήμης και πελατείας", που αυτή δημιούργησε κατά την επί 40 έτη εκτέλεση της εντολής για την ανάπτυξη των πωλήσεων των προϊόντων CALOR, είναι μη νόμιμο και απορριπτέο, διότι οι επικαλούμενες αναπόσβεστες δαπάνες της διατήρησης υλικοτεχνικής υποδομής, απασχόλησης εξειδικευμένου προσωπικού και Δ/ντος Συμβούλου, διαφημιστικής προβολής των προϊόντων CALOR, δεν αποτελούν ζημία συνδεόμενη αιτιωδώς με την καταγγελία, αλλά οι δαπάνες αυτές εντάσσονται στις συμβατικές υποχρεώσεις του αποκλειστικού διανομέα, ο οποίος ενεργεί για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρηματικό κίνδυνο, είναι υποχρεωμένος να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των προϊόντων του παραγωγού, να διατηρεί με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή και έχει την ευθύνη της διαφήμισης των προϊόντων με αντιστάθμισμα (αντάλλαγμα) το προσδοκώμενο από τη μεταπώληση των προϊόντων κέρδος και πάντως από τις εν λόγω δαπάνες κανένα ουσιαστικό όφελος δεν περιήλθε μετά τη λύση της σύμβασης στην παραγωγό εταιρία ως "άϋλο αγαθό της φήμης και πελατείας", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα.
Επομένως, και ο τρίτος λόγος έφεσης της ενάγουσας, με τον οποίο αυτή παραπονείται για εσφαλμένη απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του ανωτέρω κονδυλίου ως μη νομίμου, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος. Όσον αφορά το κονδύλιο των 127.596.800 δραχμών, το οποίο αξιώνει η ενάγουσα για δαπάνες διαφήμισης, στις οποίες κατά τους ισχυρισμούς της προέβη το έτος 1995 κατ' εντολήν των εναγομένων και δεν είχαν αποσβεστεί μέχρι την καταγγελία της σύμβασης, είναι προέχοντος αόριστο διότι δεν αναφέρεται ο τρόπος που έγινε η διαφήμιση των προϊόντων της πρώτης εναγομένης (έντυπη, ηλεκτρονική ή άλλου είδους διαφήμιση) και σε ποιους καταβλήθηκε το ποσό αυτό, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η ενάγουσα με τον τέταρτο λόγο έφεσης είναι κατ' ουσίαν αβάσιμα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη στα πλαίσια της ισχύουσας στις εμπορικές συναλλαγές επιχειρηματικής ελευθερίας και του δικαιώματος που είχε ως παραγωγός και προμηθευτής να καθορίζει τη στρατηγική και να επιχειρεί συνδυασμούς για τη βελτίωση του συστήματος διανομής των προϊόντων της, αποφάσισε να σταματήσει τη χρήση του σήματος GALOR στην ελληνική αγορά και από το έτος 1997 να διαθέτει τα νέα μοντέλλα των προϊόντων της με το σήμα TEFAL, απόφαση την οποία ανακοίνωσε και στην ενάγουσα με το έγγραφο της καταγγελίας, όπως και ότι αποφάσισε λόγω της εξέλιξης της ελληνικής αγοράς και της διεθνοποίησης της διανομής να αναλάβει το Group της SEB τον έλεγχο της διανομής των προϊόντων της στην Ελλάδα και σε υλοποίηση των ανωτέρω αποφάσεων συστήθηκε με τη συμμετοχή των εταιριών του ομίλου SEB και της ελληνικής εταιρίας "..." η εταιρία "SEB ΕΛΛΑΣ ΑΕ", η οποία μετά τη λήξη της συνεργασίας με την ενάγουσα, τέλος Μαρτίου 1997, ανέλαβε την αποκλειστική αντιπροσώπευση και διανομή των προϊόντων της πρώτης εναγομένης στην Ελλάδα με το νέο σήμα TEFAL.
Νέα μοντέλλα με το σήμα CALOR δεν κυκλοφόρησαν στην ελληνική αγορά κατά το δεύτερο εξάμηνο του 1996 και δικαιολογημένα ενόψει της παραγωγής νέων προϊόντων που θα κυκλοφορούσαν σύντομα στην Ελλάδα με το σήμα TEFAL. Δεν αποτελεί παράνομη και αντίθετη στα χρηστά ήθη συμπεριφορά, κατά τη γενική αντίληψη του χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου στο σχετικό τομέα των συναλλαγών, η ενέργεια της πρώτης εναγομένης να πληροφορήσει τους καταναλωτές των προϊόντων της ότι κατήγγειλε τη συνεργασία με την ενάγουσα και ότι τα προϊόντα της θα κυκλοφορούν πλέον με το σήμα TEFAL από το νέο αποκλειστικό διανομέα, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι οι πωλητές της εταιρίας ... "εισέβαλαν" στα καταστήματα των πελατών της και αθέμιτα τους προέτρεπαν να μην αγοράζουν τα παρωχημένα μοντέλλα CALOR που διέθετε η ενάγουσα.
Εξάλλου, η παραπάνω καθόλα νόμιμη ενέργεια της πρώτης εναγομένης να πληροφορήσει τους πελάτες της ενάγουσας περί της διακοπής της συνεργασίας από το έτος 1997 και της αλλαγής του σήματος των προϊόντων της δεν επηρέασε αρνητικά τις πωλήσεις της ενάγουσας κατά το έτος 1996, καθόσον ο τζίρος που επιτεύχθηκε από τα προϊόντα CALOR την περίοδο αυτή (έτος 1996) ανήλθε σε 865.000.000 δραχμές έναντι 754.000.000 δραχμών του έτους 1995 και η αυξητική του πορεία ήταν ανάλογη των προηγουμένων πέντε ετών.
Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι οι πωλήσεις των προϊόντων CALOR το έτος 1996 ήταν δυνατόν να ανέλθουν σε 1.200.000.000 δραχμές. Το αίτημα, επομένως, της αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη λόγω της επικαλούμενης με τα παραπάνω στοιχεία παράνομης και αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης είναι κατ' ουσίαν αβάσιμο και ορθά απορρίφθηκε για τον ίδιο λόγο με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτόμενου ως αβασίμου και του πέμπτου λόγου έφεσης της ενάγουσας με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας η ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη σε εκτέλεση των όρων της σύμβασης να διατηρεί επαρκές απόθεμα ετοίμων προϊόντων και ανταλλακτικών για την καλύτερη εξυπηρέτηση του δικτύου διανομής, δηλαδή την έγκαιρη παράδοση των συμβατικών εμπορευμάτων και την εξασφάλιση ικανοποιητικού επιπέδου συντήρησης και επισκευής (service).
Μετά τη λήξη της περιόδου προμήνυσης και τη λύση της σύμβασης το Μάρτιο 1997 παρέμειναν στις αποθήκες της ενάγουσας αδιάθετα εμπορεύματα και ανταλλακτικά, των οποίων στην πλειονότητα τους η οικονομική αξιοποίηση ήταν πλέον αδύνατη από την ενάγουσα, αφού οι πελάτες της συναλλάσσονταν έκτοτε με το νέο διανομέα και αγόραζαν από αυτόν τα προϊόντα της πρώτης εναγομένης.
Το ζήτημα της τύχης των αποθεμάτων προϊόντων και ανταλλακτικών αφέθηκε ανοιχτό προς συζήτηση με το έγγραφο της καταγγελίας και στην αλληλογραφία που ακολούθησε μεταξύ των μερών (Βλ. ιδιαίτερα τις από 10/6/1997 και 10/7/1997 επιστολές του Group SEB προς την ενάγουσα) η πρώτη εναγομένη έδειξε διάθεση να επαναγοράσει τα αποθέματα, εκτός από τα προϊόντα που ήταν παλαιότερα των 4 με 5 ετών.
Σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής διατάξεις περί εντολής (αρθρ. 713, 722, 723 ΑΚ) σε συνδυασμό με το άρθρο 9 παρ. 1γ του π.δ. 219/1991, η πρώτη εναγομένη έχει υποχρέωση να αποκαταστήσει τη ζημία της ενάγουσας την οποία υπέστη χωρίς υπαιτιότητα της, συνισταμένη στην αξία των αποθεμάτων προϊόντων, όχι παλαιοτέρων των πέντε ετών και την αξία των ανταλλακτικών, τα οποία εν τέλει αρνήθηκε να επαναγοράσει η πρώτη εναγομένη.
Για τα αδιάθετα προ των πέντε ετών προϊόντα δεν δικαιούται αποζημίωσης η ενάγουσα, καθόσον η αδυναμία διάθεσης των εμπορευμάτων αυτών οφείλεται σε δικό της πταίσμα, διότι δεν φρόντισε να διοχετεύσει εγκαίρως στην αγορά τα παλαιά παρωχημένα και μη εμπορεύσιμα μοντέλλα, η διατήρηση των οποίων δεν ήταν αναγκαία για την εξυπηρέτηση των πελατών, οι οποίοι εύλογο ήταν να προτιμούν τα νεότερα μοντέλλα.
Τα αδιάθετα προϊόντα και ανταλλακτικά είναι αυτά που αναφέρονται αναλυτικά κατ' είδος, ποσότητα και αξία στις ενσωματωμένες στην πρώτη αγωγή καταστάσεις, οι οποίες παρατίθενται αυτούσιες στην εκκαλουμένη απόφαση και η συνολική τους αξία κατά τη λύση της σύμβασης ανερχόταν των μεν αποθεμάτων προϊόντων σε 32.048.467 δραχμές, των δε ανταλλακτικών σε 3.821.307 δραχμές.
Από την πιο πάνω όμως αξία των αποθεμάτων προϊόντων πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 8.270.173 δραχμών, το οποίο αντιστοιχεί σε εμπορεύματα παλαιότερα των πέντε ετών, τα οποία δεν υποχρεούται να δεχθεί η πρώτη εναγομένη, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση και δεν προβάλλεται ειδικό παράπονο για το ύψος του αφαιρουμένου ποσού.
Επομένως, οι επαναπροβαλλόμενοι με τον πρώτο και δεύτερο λόγους έφεσης της πρώτης εναγομένης ισχυρισμοί της περί αοριστίας, νόμω και ουσία αβασίμων των σχετικών αξιώσεων της ενάγουσας είναι κατ' ουσίαν αβάσιμοι, καθώς και ο έκτος λόγος έφεσης της ενάγουσας, με τον οποίο πλήττεται η κρίση της εκκαλουμένης απόφασης για τη μη αναγνώριση δικαιώματος αποζημίωσης για το σύνολο των αποθεμάτων.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι ορθά με την εκκαλουμένη απόφαση δεν διατάχθηκε η ταυτόχρονη με την αναγνώριση αποζημίωσης απόδοση των αποθεμάτων, αφού δεν είχε υποβληθεί πρωτοδίκως σχετικό αίτημα από την πρώτη εναγομένη. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη είχε συμβατική υποχρέωση να χορηγεί στην ενάγουσα έκπτωση 6% επί της αξίας των τιμολογίων έναντι της προώθησης των πωλήσεων και 1% επί των αυτών ποσών για το μετά την πώληση service, πλην όμως για τα τιμολόγια της περιόδου από 1/1/1997 μέχρι 31/3/1997 δεν εξέπεσε τις συμφωνημένες εκπτώσεις ανερχόμενες σε 65.510 γαλ.
φράγκα, τα οποία κατά το χρόνο έκδοσης των τιμολογίων αντιστοιχούσαν σε 3.052.759 δραχμές (1 γαλ. φράγκο ίσον 46,6 δρχ.), ποσό κατά το οποίο ζημιώθηκε χωρίς πταίσμα της η ενάγουσα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' ορθή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε εν μέρει για το άνω ποσό τη σχετική αξίωση της ενάγουσας, την οποία νομίμως είχε ζητήσει σε δραχμές κατά μετατροπή του γαλλικού φράγκου με την ισοτιμία κατά το χρόνο έκδοσης των τιμολογίων και ο τρίτος λόγος έφεσης της πρώτης εναγομένης είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος.
Τέλος, αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη με την επωνυμία "SEB DEVELOPPMENT S.A είναι εταιρία παροχής υπηρεσιών (service company) μέσα στο Group της SEB και ασχολείται κυρίως με ζητήματα οργάνωσης και διοίκησης των λοιπών εταιριών του Ομίλου, είναι άλλη διαφορετική από τη μητρική εταιρία του Ομίλου "SEB SA" και καμμία συμβατική σχέση δεν τη συνέδεε με την ενάγουσα, το γεγονός δε ότι μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της αλληλογραφούσε με την ενάγουσα εκφράζοντας τη βούληση της πρώτης εναγομένης για λογαριασμό της οποίας ενεργούσε, δεν την καθιστά συνυπεύθυνη για τις απορρέουσες από τη συνεργασία με την ενάγουσα υποχρεώσεις, οι οποίες αφορούν μόνο την πρώτη εναγομένη, η οποία ανήκει στον όμιλο εταιριών της SEB, διατηρεί όμως τη νομική της προσωπικότητα και ευθύνεται για τις συναφθείσες από αυτή συμβάσεις.
Επομένως, και ο έβδομος (τελευταίος) λόγος έφεσης της ενάγουσας, με τον οποίο παραπονείται για την κατ' ουσίαν απόρριψη των αγωγών ως προς τη δεύτερη εναγομένη είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος. Το προβαλλόμενο με τον τέταρτο λόγο έφεσης της πρώτης εναγομένης αίτημα αντικατάστασης των αιτιολογιών ως προς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου για την καταγγελία, είναι απαράδεκτο ως λόγος έφεσης, διότι οι προσβαλλόμενες ως εσφαλμένες αιτιολογίες της εκκαλουμένης απόφασης δεν δημιουργούν δεδικασμένο σε βάρος της εναγομένης, εφόσον δεν περιέχονται στο διατακτικό της και επομένως δεν υφίσταται έννομο συμφέρον για την προσβολή της πρωτοβάθμιας απόφασης για τις αιτιολογίες της".
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθείσες εκκαλούσες (ενάγουσα και πρώτη των εναγομένων) με τις χαρακτηριζόμενες με στοιχ. Α και Β αιτήσεις αναιρέσεως, σειρά και αρίθμηση με την οποία και ερευνώνται στη συνέχεια. (i).- Με στοιχ. Α αίτηση αναιρέσεως με αναιρεσείουσα τη με στοιχ. (ι) εκκαλούσα (ενάγουσα) και αναιρεσίβλητες τις δι' αυτής εφεσίβλητες (εναγόμενες).
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Κατά το επόμενο εδάφιο της αυτής διατάξεως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας στοιχειοθετεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή εις αυτούς πραγματικών περιστατικών δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει, όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και τείνουν στην θεμελίωση κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού, όταν ο ισχυρισμός είναι απαράδεκτος ή μη νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως και αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό.
Απαραδέκτως προβάλλονται οι ισχυρισμοί, που αποτελούν θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά και δικαιολογούν την ιστορική βάση αυτής, οι οποίοι το πρώτον διατυπώνονται με τις προτάσεις ή την έφεση (Κ.Πολ.Δ 223, 224), χωρίς το δικονομικό αυτό ελάττωμα να θεραπεύεται με τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 269, 527 Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του πδ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών -μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες) όπως τροποποιήθηκε με τα πδ 249/1993, 88/1994 και 312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του πδ αυτού -οι οποίες για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από συμβάσεις, που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του, εφαρμόζονται από την 1 Ιανουαρίου 1994 (αρθρ. 11 παρ. 2)- εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου, μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος" την πώληση ή .
την αγορά εμπορευμάτων είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου. Η σχετική σύμβαση καταρτίζεται εγγράφως (άρθρο 8 παρ. 1α πδ 219/1991) και με αυτήν, όπως προκύπτει από την άνω διάταξη του αρ. 1 παρ. 2 του πδ 219/1991, ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.
Περαιτέρω, κατά την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος. Έτσι, δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας και μόρφωμα, που εξυπηρετεί τις συναλλακτικές ανάγκες της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, ως απόρροια της άνω αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Και ενώ, κατ' αρχήν, σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, τελικά δεν αποκλείεται μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) να προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη μέρη.
Επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, εφόσον ελλείπουν διατάξεις στον Εμπ.Ν. που να τη ρυθμίζουν και εν προκειμένω υφίσταται ακούσιο (γνήσιο) νομοθετικό κενό, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ (ΕμπΝ 91, ΕισΑΚ 3). σε συνδυασμό, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, με αυτές του π.δ/τος 219/1991 (ιδίως των άρθρων 8 και 9 αυτού), κατά το μέρος τους, εκείνες του π.δ/τος 219/1991, που προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία ομοιάζει, κατά τα ουσιώδη (κρίσιμα) σημεία της, με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας.
Όλα δε αυτά υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος θεμελιώδους αρχής της ισότητας και της αρχής της καλής πίστης, που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ, ιδίως α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας, β) εάν αυτός συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενος με το δίκτυο πωλήσεων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου όπως ο αντιπρόσωπος, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται τον αντισυμβαλλόμενό του, δ) εάν το πελατολόγιό του, κατά τη σύμβαση, είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, περιέρχονται οι πελάτες του στον τελευταίο και ε) εάν γενικώς η οικονομική δράση του διανομέως και τα οικονομικά του οφέλη (ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό τους) είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου.
Στα πλαίσια δε του κοινοτικού δικαίου ο παραγγελιοδόχος αντιπρόσωπος καθώς και άλλα πρόσωπα, που διαμεσολαβούν στο εμπόριο κατά την πώληση προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών (όπως είναι και ο διανομέας), δεν εμπίπτουν ευθέως στο πεδίο εφαρμογής των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, ούτε είναι δυνατόν να επιβληθεί στα κράτη μέλη η αναλογική εφαρμογή της ως άνω Οδηγίας στα λοιπά πρόσωπα αυτά μέσω της νομολογίας του ΔΕΚ.
Εφόσον, όμως, δεν ανιχνεύεται, ούτε εξ αντιδιαστολής, στην Οδηγία 86/653/ΕΟΚ, βούληση του κοινοτικού νομοθέτη να απαγορεύσει στα κράτη μέλη να θεσπίσουν παρόμοιους εθνικούς προστατευτικούς κανόνες και για τα λοιπά διαμεσολαβούντα στο εμπόριο πρόσωπα, δεν μπορεί να συναχθεί, ούτε από το εθνικό νομοθέτημα που ενσωμάτωσε την Οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο (ΠΔ 219/1991), αντιστοίχου περιεχομένου βούληση του εθνικού νομοθέτη, για τη μη παροχή ανάλογης προστασίας στα πρόσωπα αυτά, Ούτε, βεβαίως, μπορεί να συναχθεί από μια απλή πράξη συμμόρφωσης προς την Οδηγία, σε εκπλήρωση κοινοτικής υποχρέωσης, παρόμοια βούληση του εθνικού νομοθέτη, με επίκληση του επιχειρήματος από τη σιωπή του νομοθετήματος, με το οποίο έγινε η ως άνω συμμόρφωση.
Είναι, λοιπόν, φανερό, ότι η νομοθετική αυτή κατάσταση σε κοινοτικό επίπεδο (που δημιουργήθηκε με την άνω Οδηγία) δεν εμποδίζει τον εθνικό νομοθέτη να προβλέψει, για την προστασία των λοιπών διαμεσολαβούντων στο εμπόριο προσώπων (επομένως και για τον διανομέα), πρόσφορους κανόνες, εμπνεόμενος από τις διατάξεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, εφόσον τούτο είναι προφανώς χρήσιμο και καθόσον καμία άλλη διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν το εμποδίζει.
Εντεύθεν έπεται, ότι και από πλευράς κοινοτικού δικαίου είναι επιτρεπτή η, μέσω της διαπλαστικής εξουσίας του εθνικού δικαστή, ad hoc αναλογική εφαρμογή του πδ 219/1991 για τους εμπορικούς αντιπροσώπους σε άλλες διαρκείς συμβάσεις διαμεσολάβησης στο εμπόριο, βεβαίως υπό προϋποθέσεις και με τρόπο που προσήκει στην ίδια τη φύση της αναλογικής εφαρμογής, με κύρια κριτήρια την ομοιότητα (όχι ταυτότητα) των καταστάσεων, την ύπαρξη παρόμοιας κατάστασης συμφερόντων και, ενόψει του κατεξοχήν προστατευτικού για τον εμπορικό αντιπρόσωπο χαρακτήρα των περισσοτέρων διατάξεων του πδ 219/1991 τη διαπίστωση ανάλογης ανάγκης προστασίας. (,ΔΕΚ Υποθ.
C-85/2003, αποφ. της 10.2.2004, Μαυρωνά και Σια Ο.Ε. κατά Δέλτα Εταιρία Συμμετοχών Α.Ε.). Ακόμη, το άρθρο 9 του πδ 219/1991 (άρθρα 17, 18 και 19 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ), όπως διαμορφώθηκε με το πδ 312/1995, ορίζει τα εξής "1 α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνονται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας, την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα.....".
Με το άρθρο 9 παρέχεται το δικαίωμα στον εμπορικό αντιπρόσωπο και κατ' ανάλογη αυτού εφαρμογή στον αποκλειστικό διανομέα να αξιώσει, με τη συνδρομή των διαλαμβανομένων εις αυτό προϋποθέσεων, αποζημίωση, ισοδύναμη κατ' ανώτατο όριο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε κατά τα πέντε τελευταία έτη επί ισόχρονης τουλάχιστον διάρκειας της συμβάσεως, την οποία κυριαρχικώς καθορίζει το δικαστήριο της ουσίας, με την παράλληλη αιτιολόγηση ότι η καταβολή αυτής είναι δίκαιη, κρίση του, η οποία, αναγομένη σε εκτίμηση πραγμάτων, διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Κ.Πολ.Δ 561 § 1).
Και τούτο για τον λόγο ότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο προσδιορίζει την αποζημίωση με την παράλληλη αξιολόγησή της ως δίκαιης, χωρίς να θέτει γενικής φύσεως νομικές κατευθύνσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν σημασία και σε άλλες περιπτώσεις και επομένως η ενέργειά του αυτή προσδιορισμού της αποζημιώσεως κατά δίκαιη κρίση περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και στην ερευνώμενη διαφορά χωρίς να μπορεί να αναφερθεί σε επανάληψη καταστάσεως όμοιων πραγμάτων.
Υπό τις προϋποθέσεις αυτές δεν λαμβάνει χώρα υπαγωγή του πορίσματος σε κάποια νομική έννοια ή κανόνα δικαίου ώστε να δύναται να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, αλλά το δικαστήριο, με βάση την εκτίμηση πραγμάτων, εκφέρει κρίση, η οποία συμπίπτει προς την εκτίμηση αυτή, δηλαδή η κρίση του ότι η καταβολή της αποζημιώσεως είναι δίκαιη σχηματίζεται αμέσως από την εκτίμηση των γεγονότων συγκεκριμένης καταστάσεως, μη επαναλήψιμης.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με το πρώτο και δεύτερο σκέλος του οποίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991 και επιπρόσθετα των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή τους, με τον καθορισμό της προβλεπομένης από το εν λόγω άρθρο αποζημιώσεως στο ποσό των 150.000.000 δρχ.
αντί εκείνου των 268.320.000 δρχ., το οποίο κατ' ανώτατο όριο προβλέπεται, με βάση τις ουσιαστικές παραδοχές της, για το ισοδύναμο μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών τις αναιρεσείουσες κατά την τελευταία πενταετία, ελέγχεται προεχόντως ως απαράδεκτος. Όμοια αρνητικά αξιολογείται, ως αβάσιμη, η προβαλλόμενη με το τρίτο σκέλος του υπό την αυτή αρίθμηση λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον προσδιορισμό της οφειλόμενης λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως αποζημιώσεως, δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας (α) ότι από την κυκλοφορία των προϊόντων της πρώτης των αναιρεσιβλήτων κατά το έτος 1997 μόνο με την αντικατάσταση του σήματος TEFAL αντί εκείνου CALOR πραγματοποίησαν στην Ελλάδα πωλήσεις ποσού 1.200.000.000 δρχ.
και (β) ότι λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως διανομής η αναιρεσείουσα, ο κύκλος εργασιών της οποίας σε ποσοστό 67/00 αφορούσε προϊόντα CALOR, που δεν μπορούσε εντεύθεν να καλυφθεί με νέα προϊόντα, επήλθε οικονομική αυτής καταστροφή, οι οποίοι, κατά το αναιρετήριο, προβλήθηκαν με τις προτάσεις κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μετ' απόδειξη συζήτηση της υποθέσεως, και εντεύθεν απαραδέκτως, ως θεμελιωτικοί της εν λόγω αγωγικής αξιώσεώς της, και με την έννοια αυτή δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
ΙΙ.- Από την διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, προβλέπεται η δυνατότητα διαμορφώσεως της έννομης σχέσεως, όταν τούτο επιβάλλεται, από την καλή πίστη. Η καλή πίστη επιβάλλει είτε την επιχείρηση θετικών πράξεων, είτε την απαγόρευση ενεργειών τόσο στον οφειλέτη όσο και στον δανειστή.
Με το απομένον προς έρευνα τελευταίο σκέλος του υπό την αυτή αρίθμηση λόγου προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ, αναφορικά με τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων αντισυμβατικά, κατά παραβίαση των αρχών της καλής πίστεως και παράνομα αρνήθηκε να την εφοδιάσει καθόλο το έτος 1996 με τα προϊόντα των νέων μοντέλων της, παροχή της την οποία αν εξεπλήρωνε θα πραγματοποιούσε πωλήσεις κατά το έτος 1996 ποσού 1.200.000.000 δρχ., με βάση το οποίο έπρεπε να προσδιορισθεί η κατά την έννοια του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991 αξίωσή της αποζημιώσεως, αντί εκείνου των 865.000.000 δρχ.
που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό ευθέως το άρθρο 288 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 281, 330, 914 ΑΚ και τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή τους, χωρίς παράλληλα να λάβει υπόψη τον περί τούτου ισχυρισμό της. Από τις σημειούμενες όμως στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι ο ισχυρισμός της αυτός λήφθηκε υπόψη και αρνητικά αξιολογήθηκε ως αβάσιμος, με την περί πραγμάτων κρίση της "Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι οι πωλήσεις των προϊόντων CALOR το έτος 1996 ήταν δυνατόν να ανέλθουν σε 1.200.000.000 δραχμές", επάλληλη κύρια αιτιολογία, η οποία μη πληττομένη επιτυχώς κατά τα αμέσως παρακάτω σημειούμενα, στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, με άμεση δικονομική συνέπεια οι εν λόγω αναιρετικές αιτιάσεις να ελέγχονται ως αλυσιτελείς.
Η αιτιολογία αυτή της προσβαλλόμενης αποφάσεως διατυπώνεται κατά την αξιολόγηση ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της κατά τις κοινές διατάξεις αξιώσεως αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας απορρέουσας, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, από την αποδιδόμενη στην πρώτη των αναιρεσίβλητων άρνηση εφοδιασμού της κατά το έτος 1996 με τα νέα μοντέλα των προϊόντων της.
Κατά του κεφαλαίου αυτού της αποφάσεως προβάλλονται με τον τέταρτο κατά σειρά λόγο οι αυτές αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ, η πρώτη από τις οποίες πλήττει αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση της αιτιολογία, από την οποία παράλληλα προκύπτει ότι λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο περί τούτου αγωγικός ισχυρισμός.
Επομένως οι διατυπούμενες με το λόγο αυτό αναιρετικές αιτιάσεις ελέγχονται η πρώτη ως απαράδεκτη και η άλλη ως αβάσιμη.
ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 8 §§ 3, 4 του π.δ. 219/1991, όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, καθένας από τους συμβαλλομένους μπορεί να την καταγγείλει, με τήρηση ορισμένης προθεσμίας, η οποία ορίζεται σε έξη (6) μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη της συμβάσεως. Προφανές είναι ότι ο νομοθέτης, έχοντας υπόψη τις συνέπειες της καταγγελίας της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπείας, για τον εμπορικό αντιπρόσωπο, διαβάθμισε την προθεσμία αυτή ανάλογα με την διάρκειά της αξιολογώντας ότι η κατ' ανώτατο όριο προθεσμία των έξη (6) μηνών είναι ικανή να προστατεύσει τα συμφέροντα του εμπορικού αντιπροσώπου και με την έννοια αυτή δεν καταλείπονται περιθώρια παρεκκλίσεως από την νομοθετική αυτή ρύθμιση με βάση τις αρχές της καλής πίστεως.
Επομένως, κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 8 §§ 3, 4, 9 § 1 εδ. γ' του π.δ. 219/1991, 288, 330, 281, 914 επ. ΑΚ η προσβαλλόμενη απόφαση αξιολόγησε ως μη νόμιμη την αξίωση αποζημιώσεως της αναιρεσείουσας, ερειδόμενη στον κύριο αγωγικό ισχυρισμό ότι ήταν άκαιρη η καταγγελία της συμβάσεως με τον ορισμό προθεσμίας εννέα (9) μηνών, ισχύουσα, με βάση τις αρχές της καλής πίστεως, μετά πενταετία, τον οποίο έλαβε υπόψη, ως κατά τα λοιπά θεμελιωτικά της αγωγής πραγματικά περιστατικά, με άμεση δικονομική συνέπεια οι διατυπούμενες με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων και μη λήψεως υπόψη των θεμελιωτικών της εν λόγω αξιώσεως της αναιρεσείουσας αγωγικών ισχυρισμών, να ελέγχονται ως αβάσιμες.
IV.- Η ενδιαφέρουσα τον ερευνώμενο στη συνέχεια τρίτο κατά σειρά λόγο ανέλεγκτη ουσιαστική παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως έχει ως εξής : "και πάντως από τις εν λόγω δαπάνες κανένα ουσιαστικό όφελος δεν περιήλθε μετά τη λύση της συμβάσεως στην παραγωγό εταιρεία ως "άϋλο αγαθό της φήμης και πελατείας".
Με την πλήρη κατά τούτο επάλληλη επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως απορρίφθηκε η επικουρικώς προβαλλόμενη αξίωση, αποζημιώσεως ποσού 2.000.000.000 δρχ., το οποίο, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, συνιστά το αναπόσβεστο τμήμα των δαπανών της και αντιστοίχως το ουσιαστικό όφελος των εναγομένων από την περιέλευση εις αυτές του άϋλου αγαθού της φήμης και πελατείας, που αυτή δημιούργησε κατά την επί 40 έτη εκτέλεση της εντολής για την ανάπτυξη των πωλήσεων των προϊόντων CALOR.
Η κατά τούτο πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης αποφάσεως αξιολογεί ως αβάσιμη την προσβαλλόμενη κατ' αυτής αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ και αλυσιτελή εκείνη από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ της κύριας αιτιολογίας, με την οποία η εν λόγω αξίωση της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.
V.- Με την προσβαλλόμενη απόφαση οι αγωγές της αναιρεσείουσας απορρίφθηκαν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες κατά την απεύθυνσή τους κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων σε συνέπεια με την παραδοχή της ότι "είναι εταιρεία παροχής υπηρεσιών (service company) μέσα στο Group της SEB και ασχολείται κυρίως με ζητήματα οργάνωσης και διοίκησης των λοιπών εταιρειών του Ομίλου, είναι άλλη διαφορετική από τη μητρική εταιρεία του Ομίλου "SEB S.A" και καμμία συμβατική σχέση δεν την συνέδεε με την ενάγουσα, το γεγονός δε ότι μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της αλληλογραφούσε με την ενάγουσα, εκφράζοντας τη βούληση της πρώτης εναγομένης για λογαριασμό της οποίας ενεργούσε, δεν την καθιστά συνυπεύθυνη για τις απορρέουσες από την ενάγουσα υποχρεώσεις, οι οποίες αφορούν μόνο την πρώτη εναγομένη, η οποία ανήκει στον όμιλο εταιρειών της SEB, διατηρεί όμως την νομική της προσωπικότητα και ευθύνεται για τις συναφθείσες από αυτή συμβάσεις", αποκλείοντας παράλληλα με τις λοιπές αιτιολογίες της οποιασδήποτε μορφής αδικοπρακτική συμπεριφορά αυτής και της συνεναγομένης της.
Επομένως η προσβαλλόμενη με τον απομένοντα προς έρευνα πέμπτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, με την έννοια της μη λήψεως υπόψη των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας των θεμελιωτικών της αποδιδόμενης στην δεύτερη των αναιρεσίβλητων αδικοπραξίας, ελέγχεται ως αβάσιμη.
Όμοια αρνητικά αξιολογείται, προεχόντως ως απαράδεκτη, η υπό την αυτή αρίθμηση αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των άρθρων 288, 330, 281, 914, 919, 226 ΑΚ, διατυπούμενη κατά τρόπο γενικό και αόριστο και παράλληλα ευθέως και χωρίς την διατύπωση επικουρικότητας σε σχέση με την αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, και επομένως κατά τρόπο αντιφατικό, σε κάθε δε περίπτωση οι σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως δικαιολογούν την κατ' ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων απόρριψη των αγωγών κατά την κατεύθυνσή τους κατά της δεύτερης των αναιρεσίβλητων κατά την θεμελίωσή της στις περί αδικοπραξιών διατάξεις. (ii).- Με στοιχ.
Β' αίτηση αναιρέσεως με αναιρεσείουσα τη με στοιχ. (ιι) εκκαλούσα (πρώτη των εναγομένων) και αναιρεσίβλητη την δι' αυτής εφεσίβλητη (ενάγουσα). Ι.- Με τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνεται (α) ότι σε εκτέλεση της συνδέουσας τις διαδίκους συμβάσεως, όπως διαμορφώθηκε και λειτούργησε καθόλη τη μακρόχρονη διάρκειά της, η αναιρεσείουσα προμήθευε αποκλειστικά την αναιρεσίβλητη και τις προηγούμενες αυτής εταιρείες με τα προϊόντα της (ηλεκτρικές μικροσυσκευές CALOR), τα οποία η τελευταία μεταπωλούσε σε τρίτους και για δικό της λογαριασμό με τιμές που καθόριζε η ίδια, διατηρώντας δίκτυο καταστημάτων πελατών σε όλη την Ελλάδα, και (β) ότι για την εκπλήρωση της διανομής και την προώθηση των προϊόντων της αναιρεσείουσας η αναιρεσίβλητη είχε υποχρέωση να διατηρεί με δικά της έξοδα την κατάλληλη οργάνωση και υλικοτεχνική υποδοχή (κτιριακές εγκαταστάσεις ειδικευμένο προσωπικό), να προβαίνει με δικές της δαπάνες σε διαφήμιση των προς πώληση προϊόντων, να διαθέτει επαρκές απόθεμα προϊόντων και ανταλλακτικών, να μην πωλεί ανταγωνιστικά προϊόντα και γενικά να προστατεύει την φήμη και τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας παραγωγού εταιρείας, με καταληκτικό αυτής αποδεικτικό πόρισμα ότι η εν λόγω σύμβαση προσομοιάζει κατά τα ουσιώδη (κρίσιμα) σημεία αυτής με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας, εφόσον η αναιρεσίβλητη διανομέας είναι κατά τον ίδιο με τον εμπορικό αντιπρόσωπο τρόπο ενταγμένη στο σύστημα διαθέσεως των προϊόντων της παραγώγου αναιρεσείουσας, συμβάλλει στην προώθηση των προϊόντων της και στην επέκταση της πελατείας, έχει υποχρέωση να προστατεύει τη φήμη και τα συμφέροντά της να μην προβαίνει σε ανταγωνιστικές ενέργειες και γενικά από τη φύση αυτής προκύπτει ομοιότητα καταστάσεων και οικονομικών συμφερόντων με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, άσχετα από τον χαρακτηρισμό της αμοιβής, η οποία, στην ερευνώμενη περίπτωση, συνίσταται όχι σε προμήθεια, αλλά στο μικτό κέρδος από τη μεταπώληση των προϊόντων της αναιρεσείουσας.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 219/1991 αναλογική αυτών εφαρμογή και επί της συνδέουσας τις διαδίκους συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, χωρίς η κρίση αυτή να διαφοροποιείται από το γεγονός ότι ο διανομέας δεν προωθεί αποκλειστικά και μόνο προϊόντα του παραγωγού αλλά και άλλα, μη ανταγωνιστικά προς αυτά προϊόντα.
Επομένως οι διατυπούμενες με το πρώτο σκέλος του πρώτου κατά σειρά λόγου αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων του άρθρου 9 παρ. 1 π.δ. 219/1991, ελέγχονται ως αβάσιμες.
ΙΙ.- Κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. α' και β' του π.δ. 219/1991 το ποσό της προβλεπομένης από την προηγούμενη παράγραφο αποζημιώσεως δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με τον μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα τελευταία πέντε έτη. Ως αμοιβή επί εμπορικής αντιπροσωπείας νοείται η προμήθεια, την οποία εισπράττει ο εμπορικός αντιπρόσωπος από τον αντιπροσωπευόμενο, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό του τελευταίου.
Ως προμήθεια θεωρείται η μικτή προμήθεια, χωρίς την αφαίρεση των οργανωτικών και διοικητικών δαπανών λειτουργίας της επιχειρήσεως του εμπορικού αντιπροσώπου. Την έννοια της αμοιβής στην σύμβαση αποκλειστικής διανομής, στην οποία ο διανομέας ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του, καταλαμβάνει το κέρδος το οποίο εισπράττει ο τελευταίος από την μεταπώληση του προϊόντος στο όνομα και για λογαριασμό του, και ως τέτοιο θεωρείται, σε περίπτωση ανάλογης εφαρμογής των περί εμπορικής αντιπροσωπείας διατάξεων του π.δ. 219/1991 και επί συμβάσεως διανομής, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, το μικτό κέρδος, ως συνολικό οικονομικό αποτέλεσμα από την εκτέλεση της συμβάσεως, με βάση το οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση προσδιόρισε την αξιούμενη από την αιτία αυτή αποζημίωση από την αναιρεσίβλητη.
Κατά συνέπεια οι προσβαλλόμενες με το δεύτερο σκέλος του υπό την αυτή αρίθμηση λόγου αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως της εν λόγω διατάξεως του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991, ελέγχονται ως αβάσιμες.
ΙΙΙ.- Κατά τους ορισμούς του άρθρου 10 του π.δ. 219/1991 η υποχρέωση μη ανταγωνισμού του εμπορικού αντιπροσώπου μετά τη λήξη της συμβάσεως είναι ισχυρά, εφόσον η σχετική περί τούτου, συμφωνία έχει συνομολογηθεί εγγράφως, με κατ' ανώτατο χρονικό όριο ισχύος της ένα έτος από τη λήξη της συμβάσεως και με την επιφύλαξη περαιτέρω περιορισμού ως προς το κύρος ή την εφαρμογή ρητρών που περιέχουν υποχρέωση μη ανταγωνισμού, οι οποίοι τίθενται από λοιπές διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας.
Εκτιμάται ότι ο νομοθέτης, γνωρίζοντας ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται, σε περίπτωση μη συνομολογήσεως σχετικής συμφωνίας να ασκεί ανταγωνιστική δραστηριότητα μετά τη λήξη της συμβάσεως, την δυνατότητα αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου δεν ανήγαγε σε αυτοτελή "περίσταση" ως προσδιοριστικό στοιχείο της, κατά την έννοια του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991, αποζημιώσεως.
Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι προϋπόθεση της εν λόγω αποζημιώσεως είναι ότι ο εμπορικός αντιπρόσωπος έφερε κατά την διάρκεια της συμβάσεως νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Κατά την αξιολόγηση του κυρίαρχου αυτού στοιχείου της διατηρήσεως των ουσιαστικών αυτών ωφελειών του εντολέως από τους νέους πελάτες ή την αναβάθμιση των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες (προμήθειες από τους πελάτες αυτούς), με βάση τα οποία προσδιορίζεται ιδία η αποζημίωση του εμπορικού αντιπροσώπου, θα ληφθεί υπόψη και θα συνεκτιμηθεί η διενέργεια ανταγωνιστικών πράξεων από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά παράβαση της σχετικής υποχρέωσής του, που θα είχε ως συνέπεια την μείωση ή τον εκμηδενισμό της διατηρήσεως της ωφέλειας του εντολέως.
Η αναιρεσείουσα υποστήριξε ότι η αναιρεσίβλητη διενεργούσε ανταγωνιστικές πράξεις, με την πώληση ανταγωνιστικών προϊόντων άλλων παραγωγών τόσο κατά την διάρκεια της συμβάσεως όσο και μετά τη λήξη αυτής. Ο ισχυρισμός αυτός κατά το πρώτο σκέλος αυτού λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, κατά δε την αναφορά του μετά τη λήξη της συμβάσεως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καλυπτόμενος από την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως "κέρδη που αποκόμιζε η ενάγουσα από τη διάθεση των προϊόντων CALOR και το οποίο κέρδος έχασε μετά τη λύση της σύμβασης, λαμβανομένου υπόψη ότι τα ωφελήματα από τους πελάτες της ενάγουσας διατήρησε η πρώτη εναγομένη, αφού οι ίδιοι πελάτες συνέχισαν να συναλλάσσονται με τον νέο διανομέα".
Επομένως η προβαλλόμενη με το τρίτο σκέλος του υπό την αυτή αρίθμηση λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ, με την έννοια της μη λήψεως υπόψη του εν λόγω ισχυρισμού, ελέγχεται ως αβάσιμη. IV.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 713, 722, 723, 297 ΑΚ, που εφαρμόζονται και επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής και του άρθρου 9 § 1γ' του π.δ. 219/1991, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, ως εντολέας, έχει υποχρέωση να αποδώσει στην εντολοδόχο αναιρεσίβλητη οτιδήποτε η τελευταία εδαπάνησε για την κανονική εκτέλεση της εντολής και να ανορθώσει κάθε ζημία που υπέστη χωρίς υπαιτιότητά της κατά την εκτέλεση αυτής.
Στην έννοια της αξιώσεως αυτής της αναιρεσίβλητης εμπίπτει η απόδοση της δαπάνης στην οποία υποβλήθηκε για την προμήθεια προϊόντων της παραγωγού αναιρεσείουσας και ανταλλακτικών αυτών, τα οποία ήταν αναγκαίο να διατηρεί για την κανονική εκτέλεση της εντολής και έμειναν αδιάθετα μετά την καταγγελία της συνδέουσας τις διαδίκους συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, με ισόποση προς την αξία αυτών ζημία της.
Η εν λόγω απαίτηση της αναιρεσίβλητης έγινε δεκτή κατά ένα μέρος με την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' ορθή εφαρμογή των. εν λόγω διατάξεων και ειδικότερα για τα πενταετίας αδιάθετα προϊόντα, χωρίς παράλληλα να διατάξει την αυτούσια στην αναιρεσείουσα απόδοση αυτών, εφόσον δεν διατυπώθηκε σχετικό αίτημα από την τελευταία.
Επομένως η διατυπούμενη με το απομένον προς έρευνα τέταρτο σκέλος του υπό την αυτή αρίθμηση λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, με την έννοια της ευθείας παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, ελέγχεται ως αβάσιμη. V.- Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεως του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Εξάλλου, από τις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης διατάξεις και τις κατά την ερμηνεία αυτών εκτεθείσες νομικές παραδοχές συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας είναι μία ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδυνάμων πόλεων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας οι οποίοι δικαιολογούν και τον χαρακτηρισμό της καταβολής της αποζημιώσεως ως δίκαιης.
Το πραγματικό του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991 θέτει τρεις ισοδύναμες προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά. Ειδικότερα (α) η εισφορά νέων πελατών ή η προαγωγή σημαντικά των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά την διάρκεια της συμβάσεως, (β) η διατήρηση ουσιαστικών ωφελειών από τον εντολέα αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά τη λύση της συμβάσεως και (γ) η καταβολή της αποζημιώσεως να είναι δίκαιη, αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις καθεμιάς συγκεκριμένης περιστάσεως και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Τις εν λόγω ουσιαστικές προϋποθέσεις γέννησης της απαιτήσεώς του οφείλει να επικαλεσθεί για το ορισμένο της αγωγής ο εμπορικός αντιπρόσωπος και για την ταυτότητα του νομικού λόγου και ο αποκλειστικός διανομέας, σε περίπτωση αναλογικής εφαρμογής των περί εμπορικής αντιπροσωπείας διατάξεων του π.δ. 219/1991.
Αντίθετα δεν είναι αναγκαία για την δικονομική πληρότητα της αγωγής, με την έννοια του ποσοτικώς ή ποιοτικώς ορισμένου αυτής, ο προσδιορισμός των νέων πελατών ή των παλαιών, οι μετά των οποίων υποθέσεις σημαντικά αναβαθμίσθηκαν με την διαμεσολαβητική δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου ή εκείνη του διανομέα και το ποσό που εισέπραξε και διατήρησε ως όφελος ο αντιπροσωπευόμενος από έκαστο τούτων.
Κατά την από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κυριαρχική εκτίμηση της αγωγής στο δικόγραφο αυτής διαλαμβάνεται ιδία (α) ότι η αναιρεσίβλητη κατά την διάρκεια της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής έφερε νέους πελάτες και ότι ουσιαστικά εκείνη και οι προηγηθείσες αυτής εταιρείες, που προηγήθηκαν στη συνεργασία με την αναιρεσείουσα, δημιούργησαν το δίκτυο πελατών των προϊόντων CALOR στην Ελλάδα και (β) ότι η αναιρεσείουσα καρπώθηκε τα ωφελήματα από την πελατεία που η αναιρεσίβλητη είχε προσελκύσει, προσδιορίζοντας παράλληλα αναλυτικά κατ' έτος το σύνολο των πωλήσεων κατά τα τελευταία πέντε έτη και το μικτό περιθώριο κέρδους που εισέπραττε από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, με βάση το οποίο υπολογίζει το ποσό της δίκαιης κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς αποζημιώσεις του άρθρου 9 του π.δ. 219/1991.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούν την εκτίμηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την πληρότητα της αγωγής από άποψη νομικής και ποιοτικής επάρκειας αυτής, χωρίς να είναι αναγκαία, για το ορισμένο κατά τούτο της αγωγής, η ονομαστική αναφορά, στο δικόγραφο αυτής, των πελατών που έφερε η αναιρεσίβλητη κατά την διάρκεια της συμβάσεως και το ποσό που εισέπραξε από καθένα από αυτούς, απορρίπτοντας αντίθετο περί τούτου ισχυρισμό της αναιρεσείουσας.
Κατά συνέπεια η προσβαλλόμενη με το πρώτο σκέλος του δεύτερου κατά σειρά λόγου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο παρέλειψε να απορρίψει την αγωγή κατά την εν λόγω αξίωση αποζημιώσεως ως αόριστη και άρα απαράδεκτη, αξιολογείται ως αβάσιμη.
Όμοια ελέγχεται ως αβάσιμη η διατυπούμενη με το επόμενο σκέλος του από την αυτή αρίθμηση λόγου όμοιου περιεχομένου ανατρεπτική αιτίαση αναφορικά με την αξίωση της αναιρεσίβλητης για τα προϊόντα της αναιρεσείουσας και τα ανταλλακτικά αυτών, τα οποία είχε υποχρέωση να διατηρεί για την κανονική εκτέλεση των απορρεουσών από τη συνδέουσα τις διαδίκους σύμβαση αποκλειστικής διανομής υποχρεώσεων της και έμειναν αδιάθετα, όπως ειδικότερα προσδιορίζονται στη συνημμένη στην αγωγή και αποτελούσα περιεχόμενο αυτής κατάσταση, χωρίς συμβατική της υποχρέωση και δυνατότητα διαθέσεώς τους μετά τη λήξη της.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας της αγωγής ως ορισμένης κατά την εν λόγω αξίωση της αναιρεσίβλητης, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, έγινε δεκτή για τα αδιάθετα αποθέματα της τελευταίας πενταετίας, χωρίς να απαιτείται για τη νομική επάρκεια αυτής, η αναφορά ότι πρόκειται για απόθεμα άχρηστων προϊόντων και ανταλλακτικών, όπως υποστηρίζεται αβασίμως με τον ερευνώμενο λόγο αναιρέσεως.
VI.- Κατά την προϊσχύουσα του ν. 2842/2000 εξαιρετική νομισματική νομοθεσία (άρθρα 4 § 1, 11 § 2 του ν. 5422/1932, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. της 14-7-1932, που κυρώθηκε με το ν. 5665/1932, 6 του α.ν. 800/1937, 4 του α.ν. 362/1945 και 1 του α.ν. 33/1936) κάθε δικαιοπραξία υπέρ προσώπου διαμένοντος στην Ελλάδα συνομολογείται μόνο σε δραχμές.
Επομένως στις εσωτερικές συναλλαγές απαγορεύεται η συνομολόγηση υποχρεώσεων σε ξένο νόμισμα, η δε ρήτρα σε δικαιοπραξία με την οποία συνομολογείται αξίωση ή υποχρέωση σε ξένο νόμισμα, είναι άκυρη (ΑΚ 174). Κατ' εξαίρεση, η συνομολόγηση αυτή είναι ισχυρή επί διεθνούς συναλλαγής και επομένως και στην περίπτωση συμβάσεως εισαγωγής εμπορευμάτων από το εξωτερικό στην Ελλάδα επιτρεπτώς το οφειλόμενο τίμημα εκφράζεται σε αλλοδαπό νόμισμα.
Με την ενδιαφέρουσα τον ερευνώμενο στη συνέχεια λόγο αναιρέσεως αξίωση της αναιρεσίβλητης η τελευταία εδίωκε την διάγνωση της κατά της αναιρεσείουσας και στην ... της ... εδρεύουσας ανώνυμης εταιρείας απαιτήσεώς της, την απορρέουσα από την παράλειψη της συμβατικής υποχρεώσεως της τελευταίας ποσοστιαίας εκπτώσεως επί των εκδιδομένων από εκείνη σε γαλλικά φράγκα τιμολογίων.
Προφανές είναι ότι τα αποτελούντα περιεχόμενο της αγωγής πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούν την εκτίμηση ότι πρόκειται περί διεθνούς συναλλαγής, χωρίς να είναι αναγκαία, για τη νομική επάρκεια κατά τούτο της αγωγής, η δι' αυτής επίκληση της νομικής αυτής έννοιας. Επομένως επιτρεπτώς και εγκύρως συνομολογήθηκε και διατυπώθηκε στα εκδοθέντα από την αναιρεσείουσα τιμολόγια το οφειλόμενο τίμημα σε γαλλικά φράγκα, του οποίου η προς την δραχμή ισοτιμία κατά τον χρόνον εκδόσεως τους αποτέλεσε την βάση υπολογισμού από την αναιρεσίβλητη και την προσβαλλόμενη απόφαση της κατά της αναιρεσείουσας αξιώσεως της από τη συνομολογηθείσα ποσοστιαία επί του ποσού των τιμολογίων έκπτωση, ως προσδιοριστικό στοιχείο της εν λόγω απαιτήσεώς της.
Επομένως ο τρίτος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως με τον οποίο, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση ότι παρά το νόμο παρέλειψε το δικαστήριο της ουσίας να απορρίψει κατά τούτο την αγωγή ως αόριστη και άρα ως απαράδεκτη, αρνητικά αξιολογείται, ως αβάσιμος.
VII.- Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 γ' Κ.Πολ.Δ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για την στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 Κ.Πολ.Δ (Β' Ολ.
ΑΠ 2/2008). Μη λήψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας.
Με τον απομένοντα προς έρευνα τρίτο και τελευταίο κατά σειρά λόγο προβάλλεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό της περί πραγμάτων κρίσεώς του δεν έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων της ... και ... και (β) τα αναφερόμενα τιμολόγια και επιστολές της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη, ως και τον εκδοθέντα από εκείνη κατά τον Δεκέμβριο του έτους 1995 τιμοκατάλογο ανταγωνιστικών προϊόντων αποδεικτικά μέσα τα οποία η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε προσήγαγε και προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί της συνδρομής σπουδαίου λόγου καταγγελίας της συνδέουσας τις διαδίκους συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, συνισταμένου (1) στην άρνηση - εναντίωση της αναιρεσίβλητης να αποδεχθεί την μεταβολή του σήματος των προϊόντων της από "CALOR" σε "TEFAL" (2) στην εκπρόθεσμη πληρωμή τιμολογίων από την αναιρεσίβλητη και (3) στην πώληση ανταγωνιστικών προϊόντων κατά την διάρκεια της συμβάσεως.
Από τη διαλαμβανόμενη στις αιτιολογίες της αποφάσεως βεβαίωση ότι για το σχηματισμό της περί πραγμάτων κρίσεώς της στηρίχθηκε στις καταθέσεις των μαρτύρων και όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, αξιολογούμενη σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι και τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία αναφέρεται η ερευνώμενη αναιρετική αιτίαση, λήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν, με άμεση δικονομική συνέπεια ο λόγος αυτός αναιρέσεως να ελέγχεται κατά τούτο ως αβάσιμος.
Αναφορικά δε με την επικληθείσα ομολογία της αναιρεσίβλητης συνισταμένη στην ύπαρξη οφειλής της προς την αναιρεσείουσα ποσού 578.506,37 γαλλικών φράγκων ή 26.958.397 δρχ., χρεωστικό υπόλοιπο του τηρούμενου μεταξύ των διαδίκων αλληλόχρεου λογαριασμού, την οποία με το δικόγραφο της με στοιχ. (α) κύριας αγωγής αφαιρεί (συμψηφιστά) από την κατά της τελευταίας (επίδικη) αξίωσή της, μόνη όμως η επικαλούμενη με το προδιαληφθέν περιεχόμενο ομολογία της αναιρεσίβλητης για την ύπαρξη της εν λόγω οφειλής ως χρεωστικό υπόλοιπο αλληλόχρεου λογαριασμού, δεν σημαίνει και εκπρόθεσμη πληρωμή από εκείνη των τιμολογίων, ώστε με την έννοια αυτή να ελεγχθεί αν δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας κατά την απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβασίμου του με αρ. (2) σχετικού ισχυρισμού της αναιρεσείουσας.
Επομένως και κατά τούτο ο λόγος αυτός αναιρέσεως αρνητικά αξιολογείται ως αβάσιμος.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ι. Συνεκδικάζει τις χαρακτηριζόμενες στο σκεπτικό με στοιχ. Α (118/17-7-2008) και Β (155/4-11-2008) αιτήσεις για αναίρεση της αυτής, 177/6-3-2008, αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς.
ΙΙ.
Απορρίπτει τις Α (118/17-7-2008) και Β (155/4-11-2008) αιτήσεις για αναίρεση της αυτής, 177/6-3-2008, αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
ΙΙΙ.
Καταδικάζει: α) την αναιρεσείουσα της με στοιχ. Α (118/17-7-2008) αιτήσεως στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ και β) την αναιρεσείουσα της με στοιχ. Β (155/4-11-2008) αιτήσεως στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ