Supreme Court partially allowed appeal on interest calculation error, remanding case for partial annulment of payment order.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially annulled the First Instance Court's payment order and remanded the case for further proceedings. The appellant bank argued that the lower court incorrectly calculated interest using a 365-day year instead of 360 days, leading to an unlawful increase in the debt. The Court found this error substantive but ruled that the payment order was not wholly void, requiring only a partial reduction of the debt rather than total annulment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580, 495, 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: When a payment order contains a calculation error regarding interest that unlawfully increases the debt, the order is not void in its entirety but must be annulled only to the extent of the error, necessitating remittal for partial adjustment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1769 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1769/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Σπυρίδωνα Κουτσοχρήστο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσείουσας Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ... ... ..." και το διακριτικό τίτλο "... ...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Τ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/2/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6490/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2337/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7/2/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ "1. Άν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. 2. Άν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Άν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί".
Στην προκειμένη υπόθεση από την υπ' αριθμ. 6706 ΣΤ'/15-7-2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Εφετείου Λαμίας, με έδρα του Πρωτοδικείο Λιβαδειάς, Δημητρίου Κορδαλή, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινομένης από 7-2-2020 αιτήσεως αναιρέσεως, μετά της σχετικής πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκασή της αλλά και κλήσεως του αναιρεσιβλήτου να παρασταθεί κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο (6-12-2021) επιδόθηκε επιμελεία της αναιρεσείουσας νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσίβλητο (άρθρα 122 § 1, 123, 124, 126 § 1α', γ', 128 παρ. 4 και 498 § 2 ΚΠολΔ), αλλά ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε κατά την συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως. Εφ' όσον λοιπόν, στην δικάσιμο αυτήν κατά την οποίαν εκφωνήθηκε η κρινομένη υπόθεση με την σειρά που είχε αναγραφεί στο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσίβλητος πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του.
Με την κρινόμενη από 7-2-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθμ. 2337/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν έγινε τυπικώς δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 11-7-2016 έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 6490/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την από 17-2-2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου και ακύρωσε την υπ' αριθμ. ... διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η έκδοση της οποίας βασίστηκε σε σύμβαση χορήγησης στον ήδη αναιρεσίβλητο στεγαστικού δανείου, με την οποίαν ο τελευταίος (ανακόπτων και ήδη αναιρεσίβλητος) επιτάχθηκε να καταβάλει στην καθ' ής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρία "το ποσό των σαράντα τεσσάρων χιλιάδων εκατόν επτά ευρώ και είκοσι εννέα λεπτών (44.107,29 €) έντοκα με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, που υπερβαίνει το ενήμερο συμβατικό επιτόκιο (3,12%) κατά 2,5 εκατοστιαίες μονάδες και με εξάμηνο ανατοκισμό των τόκων από τις 18-5-2020 (επομένη της επίδοσης της καταγγελίας της σύμβασης) μέχρις εξοφλήσεως", όπως επί λέξει αναφέρεται σ' αυτήν.
Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνον δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008). Μέσω του παραπάνω από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο, ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, το παραδεκτό των ανακοπών (άρθρ. 583 επ, 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών καθώς και το παραδεκτό της έκδοσης διαταγής πληρωμής με βάση έγγραφο και κατά παράβαση του άρθρου 623 ΚΠολΔ, δεν αποδεικνύει την απαίτηση και το ποσόν αυτής (ΟλΑΠ 43/2005, ΑΠ 498/2017).
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 630 ΚΠολΔ "η διαταγή πληρωμής καταρτίζεται εγγράφως και πρέπει να περιέχει: α) το ονοματεπώνυμο του δικαστή, ο οποίος εκδίδει τη διαταγή πληρωμής, β) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, την διεύθυνση, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου που ζήτησε την έκδοση της διαταγής πληρωμής και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, την διεύθυνση της έδρας του και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου, γ) το ονοματεπώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία, την διεύθυνση, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό φορολογικού μητρώου εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση και αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο την επωνυμία, την διεύθυνση της έδρας του, καθώς και αν αυτό είναι εφικτό τον αριθμό του φορολογικού του μητρώου, δ) την αιτία της πληρωμής, ε) το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων, που πρέπει να καταβληθεί, στ) διαταγή πληρωμής, ζ) υπόμνηση σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται ότι έχει το δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή μέσα στην προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 636 και ζ) την υπογραφή του δικαστή".
Σε ότι αφορά το καταβλητέο ποσό χρημάτων ή χρεογράφων, αυτό είναι αναγκαίο για την πλήρωση της προϋποθέσεως για την αναγκαστική εκτέλεση (άρθρο 916 ΚΠολΔ), καθόσον για να γίνει αυτή πρέπει να προκύπτει από τον εκτελεστό τίτλο το ποσόν και το ποιόν της παροχής. Πρέπει δε, με το ποσό να προστίθενται αν υπάρχει σχετικό αίτημα και οι τόκοι, αλλά όχι με συνυπολογισμό του ορισμένου ποσού αυτών, αλλά με την προσθήκη της λέξεως "νομιμότοκα" και του προσδιορισμού του χρόνου έναρξη αυτών.
Η αναφορά εξάλλου ειδικότερα στην διαταγή πληρωμής του καταβλητέου ποσού χρημάτων απαιτείται προκειμένου η σχετική απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη κατά την έννοια του άρθρου 916 ΚΠολΔ και να μπορεί έτσι η διαταγή πληρωμής να λειτουργήσει πράγματι ως εκτελεστός τίτλος, είναι δε, εκκαθαρισμένη η απαίτηση του τίτλου, όταν από τον τίτλο προκύπτει κατά ποσόν και ποιόν, ενώ είναι επίσης εκκαθαρισμένη η χρηματική απαίτηση, όταν το ποσόν αυτής δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με την διενέργεια μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 1048/2022, ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014) σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως όταν υπάρχει καταδίκη σε τόκους ορισμένου κεφαλαίου, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το νόμο (ΑΠ 1349/2013, ΑΠ 1094/2006).
Ο ειδικότερος προσδιορισμός των κονδυλίων που προσβάλλονται με την ανακοπή είναι απαραίτητος και για τον λόγο ότι η τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου συνεπάγεται ακυρότητα μόνον του αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελείται από περισσότερα επί μέρους κονδύλια, χωρίς να πλήττει αυτήν στο σύνολό της (ΑΠ 1419/2019).
Από την αληθή λοιπόν έννοια του άρθρου 633 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αν η ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νόμιμα και οι λόγοι της είναι νόμιμοι και βάσιμοι, το δικαστήριο ακυρώνει την διαταγή πληρωμής, παρέπεται ότι αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν προσβάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (ΑΠ 1138/2019, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 105/2019, ΑΠ 1349/2013).
Εξάλλου με την ευρωπαϊκή Οδηγία 98/7/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16-2-1998 "σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 87/102/EΟK για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που διέπουν την καταναλωτική πίστη", το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες.
Ο κανόνας αυτός ενσωματώθηκε στην εθνική νομοθεσία με υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα την ΚΥΑ υπ' αριθμ. Ζ1 -178/13.2.2001 των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και της Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 255 Β/9.3.2001) και την ΥΑ υπ' αριθμ. Ζ1-798/25.6.2008 του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 1353 Β/11.7.2008), από τις οποίες η πρώτη δεν αφορά επαγγελματικά αλλά καταναλωτικά δάνεια και ειδικότερα τις συναλλαγές με πιστωτικές κάρτες, ενώ η δεύτερη, στην παρ. 1 περ.
στ' της οποίας ορίζεται ότι απαγορεύεται η αναγραφή σε δανειακές συμβάσεις όρου που προβλέπει υπολογισμό των τόκων με βάση έτος 360 ημερών αντί του ημερολογιακού έτους, αφορά συμβάσεις στεγαστικών δανείων (ΑΠ 1331/2012). Στην συνέχεια εκδόθηκε η Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 23-4-2008 "για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου", με βάση την οποία εκδόθηκε η ΚΥΑ Ζ1-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών - Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017), σκοπός της οποίας είναι, όπως κατά λέξη αναφέρεται στο πρώτο άρθρο της, "η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2008 για την προστασία των καταναλωτών στις συμβάσεις πίστωσης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/EOK του Συμβουλίου".
Όσον αφορά στο πεδίο εφαρμογής της, στο άρθρο 2 της ανωτέρω ΚΥΑ ορίζεται ότι οι διατάξεις αυτής εφαρμόζονται στις συμβάσεις πίστωσης, πλην όμως ρητά εξαιρούνται πολλές συμβάσεις, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3, στο οποίο αναφέρονται οι ορισμοί, που ισχύουν για την εφαρμογή της εν λόγω ΚΥΑ, ως "καταναλωτής" θεωρείται "κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, με τις δικαιοπραξίες που καλύπτει η παρούσα απόφαση, επιδιώκει σκοπούς που δεν σχετίζονται με την εμπορική, επιχειρηματική ή επαγγελματική δραστηριότητά του".
Εξάλλου, με το άρθρο 24 αυτής, καταργήθηκε από την έναρξης ισχύος της η κοινή υπουργική απόφαση Φ1983/1991 (ΦΕΚ 172 Β'), όπως τροποποιήθηκε από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις Φ15353/1994 (ΦΕΚ 947 Β') και Ζ1178/2001 (ΦΕΚ 255 Β'). Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι και η ανωτέρω ΚΥΑ αφορά μόνον καταναλωτικά δάνεια, με την προϋπόθεση μάλιστα οι σχετικές δικαιοπραξίες να καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής αυτής.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994, που έχει τίτλο "προστασία καταναλωτών" όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με τον Ν. 3587/2007, αφού η καταχρηστικότητα ενός Γ.Ο.Σ. κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που γίνεται η χρήση αυτού (OλΑΠ 15/2007), οι όροι που έχουν διαμορφωθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (γενικοί όροι των συναλλαγών) απαγορεύονται και είναι άκυροι αν έχουν ως αποτέλεσμα την σημαντική διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή, ενώ ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά την σύναψη της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της συμβάσεως ή άλλης συμβάσεως από την οποία αυτή εξαρτάται.
Εκτός από την ανωτέρω γενική ρήτρα για την καταχρηστικότητα των ΓΟΣ, συνεπεία διαταράξεως της συμβατικής ισορροπίας, στην παρ. 7 του ιδίου ως άνω όρθρου 2 παρατίθεται ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών ΓΟΣ, θεωρουμένων κατ' αμάχητο τεκμήριο καταχρηστικών (ΑΠ 1463/2017). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 περ.
α' του ιδίου ως άνω Ν. 2251/1994, ως καταναλωτής νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα για τα οποία προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και τα οποία κάνουν χρήση των προϊόντων ή των υπηρεσιών αυτών, εφόσον αποτελούν τον τελικό αποδέκτη τους.
Καταναλωτής είναι επίσης και κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που εγγυάται υπέρ καταναλωτή, εφόσον δεν ενεργεί στο πλαίσιο της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητος του. Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του Ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών, αρκούντος απλώς και μόνον του γεγονότος ότι είναι ο τελικός αποδέκτης τούτων (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 828/2018).
Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και 5εν τη διοχετεύει σε τρίτους.
Η ανωτέρω έννοια του καταναλωτή, κατά το Ν. 2251/1994, αποσκοπεί στην διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος Ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σε αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών.
Στο πλαίσιο της ελληνικής εννόμου τάξεως, δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επεκτάσεως των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια την συνηθέστατη προσχώρηση του ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές.
Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α' του Ν. 2251/1994 δεν συνάγεται πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με την χρήση τους.
Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβαση τους.
Έτσι, υπάγονται στην προστασία του Ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από την φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών.
Περαιτέρω, ο ΓΟΣ που προβλέπει, ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, προσκρούει στην αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωσή του, αλλά διαθέτοντας την μέση αντίληψη κατά το σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις, που αναλαμβάνει, ιδίως, όσον αφορά την σχέση παροχής και αντιπαροχής.
Με το να υπολογίζεται το επιτόκιο σε έτος 360 ημερών, ο καταναλωτής, ο οποίος έχει την δικαιολογημένη προσδοκία ότι το έτος, στο οποίο αναφέρεται η περίοδος εκτοκισμού, θα είναι το ημερολογιακό έτος 365 ημερών, δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα και με την διάταξη του όρθρου 243 παρ. 3 ΑΚ.
Η δανείστρια τράπεζα διασπά με τον εν λόγω όρο, εντελώς τεχνητά και κατ' απόκλιση των δικαιολογημένων προσδοκιών του καταναλωτή, το χρονικό διάστημα (το έτος), στο oποίo όφειλε να αναφέρεται το επιτόκιο, δημιουργώντας έτσι μία πρόσθετη επιβάρυνση του καταναλωτή-δανειολήπτη, ο οποίος πλέον - όταν το επιτόκιο μιας ημέρας προσδιορίζεται με βάση έτος 360 ημερών - για κάθε ημέρα επιβαρύνεται με, κατά 1,3889% περισσότερο, τόκους, καθώς το επιτόκιο υποδιαιρείται για τον προσδιορισμό του τόκου προς 360 ημέρες, χωρίς αυτή, η επιπλέον επιβάρυνση να μπορεί να δικαιολογηθεί με την επίκληση κάποιου σύνθετου χαρακτήρα της παρεχόμενης υπηρεσίας ή από κάποιους εύλογους για τον καταναλωτή λόγους ή από κάποιο δικαιολογημένο ενδιαφέρον της Τράπεζας, ιδίως στην σύγχρονη εποχή, όπου τα ηλεκτρονικά μέσα προσφέρουν, χωρίς καμία πρόσθετη δυσχέρεια, τον επακριβή υπολογισμό των τόκων με έτος 365 ημερών.
Άλλωστε το έτος των 365 ημερών ισχύει και εφαρμόζεται σήμερα, κατ' επιταγή της προαναφερόμενης κοινοτικής οδηγίας 2008/48/ΕΚ, που ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ Ζ1-699/23-6-2010 των Υπουργών Οικονομικών -Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας - Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΦΕΚ Β/23-6-2017) στην καταναλωτική πίστη, με την στενή έννοια, ρύθμιση που δείχνει την σημασία που απονέμει και ο κοινοτικός νομοθέτης για τον, κατ' αυτόν τον τρόπο, ακριβή προσδιορισμό του επιτοκίου (ΑΠ 1138/2020, ΑΠ 368/2019).
Στην κρινομένη υπόθεση από την παραδεκτή επισκόπηση της ως άνω προσβαλλομένης υπ' αριθμ. 2337/2019 αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε αναιρετικώς ανελέγκτως κατ' άρθρον 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία σχετικό μέρος, τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αριθμόν ... σύμβασης στεγαστικού δανείου, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ της καθ' ής και του ανακόπτοντος, χορηγήθηκε στον τελευταίο δάνειο ποσού των 47.000 ευρώ.
Ακολούθως συντάχθηκε το από 1-08-2004 παράρτημα της ανωτέρω σύμβασς. Πλην όμως ο ανακόπτων δεν υπήρξε συνεπής στην αποπληρωμή των οφειλόμενων δόσεων και η ανωτέρω δανείστρια τράπεζα προχώρησε στην καταγγελία της σχετικής σύμβασης. Μετά την καταγγελία της σύμβασης και τη γνωστοποίηση, του καταλοίπου της οφειλής, εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της καθ' ης εναντίον του ανακόπτοντος η υπ' αριθμόν ...
διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο ανακόπτων υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ' ης το ποσό των 44.107,29 ευρώ, εντόκως, με το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας, που ισχύει για τραπεζικές χορηγήσεις αυτού του είδους, από 18-05-2010 πλέον εξόδων έως ολοσχερούς εξοφλήσεως.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η καθ' ης η ανακοπή, κατά τον υπολογισμό των τόκων από την ανωτέρω σύμβαση, έκανε χρήση ημερολογιακού έτους 360 ημερών, με αποτέλεσμα την υπερχρέωση της ένδικης οφειλής του αιτούντος με τόκο προσαυξημένο κατά 1,3889% πέραν των νομίμων. Το ανωτέρω προκύπτει από το κείμενο του από 01-08-2004 παραρτήματος της σχετικής σύμβασης στεγαστικού δανείου και συγκεκριμένα από τον όρο με αριθμό 9 εδ.
β' αυτού. Τον κατά τα ανωτέρω άλλωστε τρόπο υπολογισμού των τόκων δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά η καθ' ης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πράγμα που επιχειρεί στο παρόν Δικαστήριο. Ο όρος όμως αυτός της δανειακής σύμβασης, ο οποίος προβλέπει ότι οι τόκοι υπολογίζονται με βάση έτος 360 ημερών, είναι άκυρος, καταχρηστικός, αδιαφανής και δημιουργεί πρόσθετη επιβάρυνση σε βάρος του καταναλωτή, ενόψει του ότι προσκρούει στην απορρέουσα από το άρθρο 2 παρ. 6 του Ν. 2251/1994 αρχή της διαφάνειας, που επιτάσσει οι όροι να είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή, ώστε ο απρόσεκτος μεν ως προς την ενημέρωση του αλλά διαθέτοντας τη μέση αντίληψη κατά τον σχηματισμό της δικαιοπρακτικής του απόφασης, καταναλωτής να γνωρίζει τις συμβατικές δεσμεύσεις που αναλαμβάνει, ιδίως όσον αφορά στη σχέση παροχής και αντιπαροχής αλλά και στην ενσωματωθείσα στο εθνικό μας δίκαιο με την ΚΥΑ/13.2.2001 (ΦΕΚ Β'/2555/8.3.2001) κοινοτική οδηγία 98/7/ΕΚ, κατ' επιταγή της οποίας εφαρμόζεται στην καταναλωτική πίστη, με τη στενή έννοια, το έτος των 365 ημερών.
Ο ανωτέρω εκτιθέμενος όρος της επίδικης σύμβασης, επιφέρει σημαντική και ουσιώδη διατάραξη της ισορροπίας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών σε βάρος του ανακόπτοντα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται αδιαφάνεια, αφού ο καταναλωτής δεν πληροφορείται το (πραγματικό) ετήσιο επιτόκιο, όπως αυτό θα έπρεπε να προσδιορίζεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 243 παρ. 3 ΑΚ, μη συγκρισιμότητα με αντίστοιχες παροχές άλλων Τραπεζών και μη ομαλή λειτουργία του ανταγωνισμού σε βάρος των καταναλωτών, επιπροσθέτως, δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης και συμφωνίας, η δε καθ' ης ουδέποτε γνωστοποίησε στον ανακόπτοντα τον παραπάνω τρόπο επιβάρυνσής του, αλλά αντιθέτως τον επέβαλε σ' αυτόν ως κάτι δεδομένο και ανεπίδεκτο διαπραγμάτευσης, παρά τη συνδρομή στο πρόσωπο του της ιδιότητας του καταναλωτή κατά την έννοια του Ν. 2251/1994, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη, δεδομένου ότι ο ανακόπτων ήταν ο τελικός αποδέκτης του στεγαστικού δανείου.
Ενόψει των ανωτέρω παραδοχών, η παράνομη και καταχρηστική αυτή χρήση ημερολογιακού έτους 360 ημερών κατ' εφαρμογή του άκυρου αυτού ΓΟΣ της επίμαχης σύμβασης, επέδρασε στη διαμόρφωση του τελικά οφειλόμενου ποσού και συνεπώς η απαίτηση της καθ' ης δεν είναι εκκαθαρισμένη, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 624 ΚΠολΔ, με αποτέλεσμα να είναι ακυρωτέα η προσβαλλομένη διαταγή πληρωμής στο σύνολό της και όχι κατά το άκυρο μόνο μέρος της, καθόσον δεν δύναται ο ανακόπτων να προβεί, κατά τρόπο αναλυτικό, στους ακριβείς υπολογισμούς προς διακρίβωση του τρόπου που η ανωτέρω χρήση ημερολογιακού έτους 360 ημερών επενήργησε στο πληττόμενο με την ανακοπή συνολικό ύψος της αμφισβητούμενης οφειλής, τούτο δε διότι απαιτούνται, λόγω του πλήθους των κονδυλίων και του πολύπλοκου των αριθμητικών και λογιστικών πράξεων, ειδικές γνώσεις της οικονομικής (λογιστικής επιστήμης), επιπλέον δε η απαίτηση είναι ανεκκαθάριστη λόγω της ενσωμάτωσης σε αυτήν των, ως άνω, παρανόμως υπολογιζόμενων επιπλέον τόκων, βάσει της παράνομης και αθέμιτης πρακτικής της καθ' ης σε συνδυασμό και με το ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το ύψος της παράνομης χρέωσης, δεν μπορεί να προσδιορισθεί από τις εγγραφές της καθ' ης η ανακοπή στα αποσπάσματα, με βάση τα οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, καθώς δεν προκύπτει από αυτά, ούτε το επιτόκιο υπολογισμού των συμβατικών τόκων, ούτε των τόκων υπερημερίας που υπολογίσθηκαν οι τόκοι.
Δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, επηρεάζεται η αποδεικτικότητα με έγγραφα του συνόλου της απαίτησης, αφού δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός των επιμέρους παρανόμως υπολογισθέντων ποσών και δεν είναι δυνατόν ο ανακόπτων να υπολογίσει κατά μήνα το ύψος της απαίτησης. Επομένως, αφού δεν είναι ευχερής ο υπολογισμός της παράνομης επιβάρυνσης του ανακόπτοντος και η μερική, ως προς το ποσό αυτό, ακύρωση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, δεν δύναται να αποδειχθεί εν γένει το ακριβές ύψος της απαίτησης αλλά υπάρχει αμφιβολία για αυτήν, καθιστάμενης συνεπώς ανεκκαθάριστης στο σύνολό της.
Με βάση τα παραπάνω ο προαναφερθείς όρος της επίδικης σύμβασης στεγαστικού δανείου είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, άκυρος ως καταχρηστικός και αντίκειται στις διατάξεις των αρ. 200, 281, 288 ΑΚ αλλά και στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 7 του Ν. 2251/1994, ο οποίος εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση του έκρινε: α) ότι ο εφεσίβλητος-οφειλέτης τυγχάνει καταναλωτής και ως εκ τούτου υπάγεται στο προστατευτικό πεδίο του Ν. 2251/1994 και β) ότι ο προεκτεθέν και με αριθμό άρθρου 9 εδ. β' του από 1-8-2004 παραρτήματος της υπ' αριθμ. ... σύμβασης στεγαστικού δανείου, του οποίου έκανε χρήση η εκκαλούσα πιστώτρια τράπεζα για τον καθορισμό του, οφειλόμενου από τον εφεσίβλητο, ποσού είναι άκυρος ως καταχρηστικός και ακολούθως δέχτηκε την ένδικη ανακοπή του εφεσίβλητου και ακύρωσε την προσβαλλομένη διαταγής στο σύνολό της, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και επομένως ο τ' αντίθετα υποστηρίζων λόγος της εφέσεως, ότι η εκκαλουμένη δέχθηκε τ' ανωτέρω κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, τυγχάνει αβάσιμος και συνεπώς απορριπτέος".
Το Εφετείο λοιπόν που δέχθηκε με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του ότι οι οφειλόμενοι εκ μέρους του ήδη αναιρεσιβλήτου τόκοι βάσει ημερολογιακού έτους 365 ημερών και όχι βάσει ημερολογιακού έτους 360 ημερών επακριβώς και κατά ποσό ορισμένο, προς έλεγχο του συννόμου της συνολικής απαίτησης, αφού με τον τρόπον αυτόν καταλογίσθηκε στον ανακόπτοντα παρανόμως προσαυξημένο οφειλομένων εκ μέρους του ποσόν τόκων, δεν είναι εκκαθαρισμένη στο σύνολό της η σχετική απαίτηση της αναιρεσείουσας και μετά ταύτα ακύρωσε (στο σύνολό της) την ως άνω αναφερομένη υπ' αριθμ. ...
διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 και ως εκ τούτου ο μοναδικός αναιρετικός λόγος κρίνεται βάσιμος από ουσιαστικής απόψεως, αφού όπως ήδη αναφέρθηκε στην σχετική προαναφερθείσα νομική σκέψη, ακόμη κι αν ο σχετικός λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν προσβάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής, αυτή (η διαταγή πληρωμής) δεν είναι άκυρη στο σύνολό της και δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η ως άνω προσβαλλομένη απόφαση κατά το προαναφερθέν μέρος της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ως προς το παραπάνω μέρος της στο προαναφερθέν Μονομελές Εφετείο Αθηνών που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Πρέπει ακόμη να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παράβολου που καταβλήθηκε εκ μέρους της για την άσκηση της κρινομένης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και επί πλέον, να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας εις βάρος του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του τελευταίου στην δίκη αυτή (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αμέσως παρακάτω ορίζεται στο διατακτικό αυτής της αποφάσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 2337/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αμέσως παραπάνω στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής μέρος της.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το προαναφερθέν μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παράβολου που καταβλήθηκε εκ μέρους της για την άσκηση της αναίρεσης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο χρηματικό ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00 €).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ