Supreme Court quashes appeal decision and stops prosecution due to statute of limitations and more lenient law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court granted the appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ordering a final cessation of criminal proceedings. The court found that the alleged embezzlement had expired under the statute of limitations and that the new Penal Code applied was more lenient for the defendant. Consequently, the prosecution was terminated without further trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510 §1 E' and 511 of the Penal Code; The court must apply the more lenient law if it was in force from the time of the act until the final judgment, and must dismiss the prosecution if the statute of limitations has expired.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1769 / 2019 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1769/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρτεμισία Παναγιώτου, Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου και Σταματική Μιχαλέτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 9 Απριλίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Ν. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λαφαζάνο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2020/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 2664/27.2.2019 αίτησή της, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 399/2019.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη υπ' αριθμ.2664/2019 από 27-2-2019 αίτηση της Ε. Ν. του Β., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμόν 2020/2018 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία καταχωρήθηκε στο κατά το άρθρο 473§§1 και 3, εδ.α ΚΠΔ, βιβλίο, στις 7-2-2019, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, με δήλωση ενώπιον της Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την οποία κατέθεσε αυτοπροσώπως η ίδια η αναιρεσείουσα.
Η ως άνω αίτηση αναίρεσης, ασκηθείσα από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον, στρέφεται κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο και περιλαμβάνει ως λόγο αναίρεσης την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης που θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 510§1 στοιχ.Ε'του ΚΠΔ.
Επομένως, είναι παραδεκτή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 462§1, 464, 466 και 474§§1 και 4 του ίδιου Κώδικα και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Με το άρθρο Πρώτο του Ν.4619/2019 (νέος ΠΚ), που ισχύει κατά το άρθρο Δεύτερο του ίδιου νόμου και τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 460 αυτού, από 1-7-2019, τέθηκαν σε ισχύ οι διατάξεις του νέου Ποινικού Κώδικα, στην διάταξη του άρθρου 2§1 του οποίου ορίζεται (όπως και στην ταυτάριθμη διάταξη του προϊσχύσαντος ΠΚ), ότι ''αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις".
Από τη διάταξη αυτή, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, κατά την οποία, αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, προδήλως δε είναι ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο ο μεταγενέστερος της τέλεσης της πράξης νόμος, ο οποίος με την εφαρμογή του, δηλαδή, με βάση τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, επιφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση, όπως όταν με την απειλή μικρότερης ποινής για την πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, μεταβάλλεται ο χαρακτήρας αυτής από κακούργημα σε πλημμέλημα ή και εξαλείφεται έτσι το αξιόποινο λόγω παραγραφής.
Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 511 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ (με το Ν. 462012019) η οποία εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 590§1 του ίδιου ως άνω (νέου ΚΠΔ) ορίζεται ότι "Αν εμφανιστεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους αναίρεσης που αναφέρονται στην §1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ.
Β. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο'Αρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επίσης, αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει τον επιεικέστερο νόμο που ισχύει μετά τη δημοσίευσή της απόφασης.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 111, 112 και 113 του ΠΚ που ισχύει από 1-7-2019 (Ν.4619/2019),το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη, η δε προθεσμία αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, πάντως, δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από πέντε έτη για τα κακουργήματα και τρία έτη για τα πλημμελήματα.
Από όλες τις προαναφερόμενες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 368 στοιχ. β' και 511 του ΚΠΔ (Ν. 4620/2019 που κατ' άρθρο 585 αυτού ισχύει από 1-7-2019), συνάγεται ότι αν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης ή την άσκηση της αναίρεσης, τεθεί σε ισχύ νέος νόμος ο οποίος απειλεί μικρότερη ποινή για την πράξη για την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, μεταβάλλοντας έτσι το χαρακτήρα της πράξης από κακούργημα σε πλημμέλημα, τότε ο Άρειος Πάγος, εφόσον η αίτηση αναίρεσης κατά της καταδικαστικής απόφασης είναι παραδεκτή, εφαρμόζει αυτεπαγγέλτως το νέο επιεικέστερο νόμο και επίσης αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη την παραγραφή, που αποτελεί θεσμό δημόσιας τάξης και διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής οφείλει να αναιρέσει την απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής, εφ' όσον η αίτηση αναίρεσης είναι τυπικά παραδεκτή και ο αναιρεσείων εμφανίστηκε νομίμως στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου.
Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης υπ' αριθμόν 2020/2018 καταδικαστικής απόφασης του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δημοσιεύθηκε στις 13-7-2018 και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο που τηρείται στη γραμματεία του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στις 7-2-2019, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο (άρθρο 375§§1εδ.α-2εδ.α του προϊσχύσαντος ΠΚ) και της επιβλήθηκε μετά την αναγνώριση ελαφρυντικών ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, την οποία ανέστειλε επί τριετία και συγκεκριμένα, κατά τα αναγραφόμενα στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχη του ότι: "Στην ....
στις 7 Απριλίου 2002, από πρόθεση ιδιοποιήθηκε ξένο κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή της και της το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας της ως εντολοδόχου, το δε αντικείμενο ήταν ιδιαίτερα μεγάλης α¬ξίας και ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο, αν και είχε λάβει εντολή από τον αντισυμβαλλόμενο της "...", δυ¬νάμει της από 5-3-1998 σύμβασης που είχαν συνάψει με αντικείμενο την ανάθεση σε αυτήν για αόριστο χρόνο της πώλησης στο ...
όλων των εφημερίδων, περιοδικών και λοιπών εντύπων, τα οποία διακινούνταν από το ανωτέρω Πρακτορείο και όφειλε να αποδίδει στο τελευταίο κάθε μήνα τα ποσά που εισέπραττε, αφού αφαιρούσε πριν την αμοιβή της που ανερχόταν σε ποσοστό 20% μείον ΦΠΑ επί των εκάστοτε αναγραφόμενων επί των πωλούμε¬νων εντύπων τιμών, αυτή, αν και είχε εισπράξει ποσό 57.309 ευρώ μέχρι τέλος Δεκεμβρίου 1999, οπότε και έγινε η οριστική εκκαθάριση των μεταξύ τους λογαριασμών, ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, δεν το απέδωσε ως όφειλε στο εγκαλούν, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα, παρακρατώντας το και ενσωματώνοντας το στην περιουσία της.
Τη βούληση της αυτή εξωτερίκευσε την 7-4-2002 οπότε παρήλθε άπρακτη η δεκαήμερη προθεσμία που της τάχθηκε με το από 2-3-2002 εξώδικο του εγκαλούντος, το οποίο της επιδόθηκε στις 28-3-2002.
Κατά τον ισχύοντα κατά το χρόνο τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης για την οποία κηρύχθηκε ένοχη η κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα Ποινικό Κώδικα, η πράξη τιμωρείτο σε βαθμό κακουργήματος, ενόψει του ότι στη διάταξη της παραγράφου 2α του άρθρου 375§2 α-1 του ισχύοντος μέχρι 1-7-2019 ΠΚ οριζόταν: "Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επίτροπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών".
Μετά την ισχύ όμως του νέου Ποινικού Κώδικα (από 1-7-2019 με το Ν.4619/2019), η παραπάνω αξιόποινη πράξη προβλέπεται πλέον και τιμωρείται από τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του ίδιου ως άνω άρθρου 375 ΠΚ, σύμφωνα με την οποία: ''Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή'', δηλαδή, πρόκειται πλέον περί πλημμελήματος, ενώ κακουργηματικό χαρακτήρα αποκτά η συγκεκριμένη αξιόποινη πράξη, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν η αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, οπότε ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή.
Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (13-7-2018) και μετά την άσκηση (27-2-2019) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αλλά και της εκδίκασης αυτής ενώπιον του Αρείου Πάγου(9-4-2019) τέθηκε σε ισχύ (από 1-7-2019) ο νόμος 4619/2019, ο οποίος, σύμφωνα με όσα αναγράφονται παραπάνω, είναι ευμενέστερος για την αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, αφού η παραπάνω πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από εντολοδόχο και συγκεκριμένα ποσού 57.309 ευρώ, για την οποία αυτή καταδικάστηκε, τιμωρείται πλέον σε βαθμό πλημμελήματος.
Με βάση τα προαναφερόμενα, κρίνεται αυτεπαγγέλτως ότι συντρέχει περίπτωση νεώτερου επιεικέστερου νόμου, αφού, όπως προκύπτει από τη σύγκριση των ως άνω διατάξεων του ΠΚ (προισχύσασας και ήδη ισχύουσας) είναι φανερό ότι η ευμενέστερη για την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα εφαρμοστέα διάταξη (κατ' άρθρο 2εδ.α'ΠΚ) είναι εκείνη που προβλέπει κύρωση σε βαθμό πλημμελήματος (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή), το αξιόποινο όμως της οποίας έχει πλέον εξαλειφθεί λόγω παραγραφής, καθόσον από το χρόνο τέλεσης της ως άνω αξιόποινης πράξης (7-4-2002) και μέχρι το χρόνο της διάσκεψης (29-8-2019) έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του προβλεπόμενου (άρθρα 111 παρ.3, 112, 113 παρ.1, 2ΠΚ) χρόνου παραγραφής για τα πλημμελήματα, δηλαδή, της οκταετίας (συνυπολογιζομένης στην πενταετή παραγραφή και της τριετούς αναστολής της κατά τη διάρκεια της κυρίας διαδικασίας).
Κατόπιν τούτων και σύμφωνα με όσα αναγράφονται στις παρατεθείσες στην αρχή της παρούσας νομικές σκέψεις και ενόψει του ότι η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και η αναιρεσείουσα παραστάθηκε νομοτύπως στην παρούσα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίκη, πρέπει αυτεπαγγέλτως λαμβανομένης υπόψη της παραγραφής και αυτεπαγγέλτως εφαρμοζομένου του επιεικεστέρου νόμου (άρθρο 511 ΚΠΔ), να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και παρελκούσης της έρευνας των προβαλλόμενων με την κρινόμενη αίτηση λόγων αναίρεσης, να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη (άρθρο 368 περ. β του ΚΠΔ), που ασκήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας για την ανωτέρω πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας από εντολοδόχο, που δεν υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ (άρθρο 375 §1,εδαφ. β ΠΚ του ΠΚ), κατά τα οριζόμενα, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμόν 2020/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΥΕΙ ΟΡΙΣΤΙΚΑ λόγω παραγραφής, την ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ε. Ν. του Β., κατοίκου ...,για την αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, από εντολοδόχο και συγκεκριμένα του ότι: ""Στην …. στις 7 Απριλίου 2002, από πρόθεση ιδιοποιήθηκε ξένο κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή της και της το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας της ως εντολοδόχου, το δε αντικείμενο ήταν ιδιαίτερα μεγάλης α¬ξίας και ειδικότερα στον ως άνω τόπο και χρόνο, αν και είχε λάβει εντολή από τον αντισυμβαλλόμενο της "...", δυ¬νάμει της από 5-3-1998 σύμβασης που είχαν συνάψει με αντικείμενο την ανάθεση σε αυτήν για αόριστο χρόνο της πώλησης στο ...
όλων των εφημερίδων, περιοδικών και λοιπών εντύπων, τα οποία διακινούνταν από το ανωτέρω Πρακτορείο και όφειλε να αποδίδει στο τελευταίο κάθε μήνα τα ποσά που εισέπραττε, αφού αφαιρούσε πριν την αμοιβή της που ανερχόταν σε ποσοστό 20% μείον ΦΠΑ επί των εκάστοτε αναγραφόμενων επί των πωλούμε¬νων εντύπων τιμών, αυτή, αν και είχε εισπράξει ποσό 57.309 ευρώ μέχρι τέλος Δεκεμβρίου 1999, οπότε και έγινε η οριστική εκκαθάριση των μεταξύ τους λογαριασμών, ποσό ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, δεν το απέδωσε ως όφειλε στο εγκαλούν, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα, παρακρατώντας το και ενσωματώνοντας το στην περιουσία της.
Τη βούληση της αυτή εξωτερίκευσε την 7-4-2002 οπότε παρήλθε άπρακτη η δεκαήμερη προθεσμία που της τάχθηκε με το από 2-3-2002 εξώδικο του εγκαλούντος, το οποίο της επιδόθηκε στις 28-3-2002."
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ