1769/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1769/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρόνιου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν αυτός (εργοδότης) κατά την έναρξη της χορήγησής τους ή έστω πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε (Α.Π. 147/2017).
Full text
Απόφαση 1769 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1769/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βλαστό και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών της Ελλάδος Α.Ε." (Ο.Τ.Ε.) που εδρεύει στο Αμαρούσιο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Θεοδόση και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1206/2007 του ίδιου δικαστηρίου και 7226/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-10-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 20-10-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης και να απορριφθεί ο πρώτος.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 652, 653 και 659 Α.Κ. προκύπτει ότι αν κατά τη διάρκεια της σύμβασης εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων, είτε με την αρχική είτε με μεταγενέστερη συμφωνία, η παροχή από το μισθωτό εντός του νομίμου ωραρίου πρόσθετης εργασίας διαρκούς φύσεως, η οποία σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής δεν είναι συναφής με τη συμφωνηθείσα αρχικώς κύρια απασχόλησή του ούτε περιλαμβάνεται μεταξύ των καθηκόντων του μισθωτού που προβλέπονται από κανόνα δικαίου και κατά τις συνήθεις περιστάσεις παρέχεται μόνο με μισθό, χωρίς συγχρόνως να καθορισθεί και ο πρόσθετος αυτός μισθός ή ο τρόπος προσδιορισμού του και χωρίς να συμφωνηθεί ότι δεν θα καταβληθεί πρόσθετος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει στο μισθωτό το συνηθισμένο για τέτοια εργασία μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται σε άλλους μισθωτούς που παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες (Α.Π. 270/2017).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 371 Α.Κ. "Αν ο προσδιορισμός της παροχής ανατέθηκε σε έναν από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται ότι ο προσδιορισμός πρέπει να γίνει με δίκαιη κρίση. Αν δεν έγινε με δίκαιη κρίση ή βραδύνει γίνεται από το δικαστήριο". Με τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του εν λόγω άρθρου, που αποτελεί ειδική έκφραση των αρχών της καλής πίστης, παρέχεται η δυνατότητα, η οποία απορρέει από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 Α.Κ.), ανάθεσης του προσδιορισμού της παροχής σε κάποιον από τους συμβαλλομένους ή σε τρίτον, ο οποίος υποχρεούται να προβεί στον προσδιορισμό της παροχής εν αμφιβολία με δίκαιη κρίση.
Από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου του ως άνω άρθρου προκύπτει ότι η εφαρμογή του εκτείνεται στις συμβατικές ενοχές, ενώ επίσης είναι δυνατή η εφαρμογή του και στην περίπτωση που στη σύμβαση ορίζεται ότι η παροχή θα προσδιοριστεί από τα μέρη με μεταγενέστερη συμφωνία. Προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω άρθρου είναι η ύπαρξη αοριστίας της παροχής, η οποία πρέπει να είναι ηθελημένη και υφίσταται υπό την έννοια ότι κατά την κατάρτιση της σύμβασης και μετά τη σύσταση της ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση κατ? έκταση, χρόνο, τόπο και τρόπο καταβολής, είδος, βάρος ή κατ? άλλα στοιχεία και δεν είναι δυνατή η αναπλήρωση της αοριστίας αυτής με την ερμηνεία κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ.
Όρος εφαρμογής του πιο πάνω άρθρου είναι όχι μόνο η ύπαρξη της ως άνω αοριστίας της παροχής, αλλά και η ανάθεση με τη σύμβαση της συμπλήρωσής της δια του προσδιορισμού της παροχής σε έναν από τους συμβαλλόμενους ή σε τρίτο, σε έναν ή περισσότερους (Α.Π. 650/2016). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 653 και 361 Α.Κ., 3 παρ. 2 ν. 2112/1920, 5 παρ. 1 ν. 3198/1955 και 1 της 95/1949 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας "περί προστασίας του ημερομισθίου" που κυρώθηκε με το νόμο 3248/1955 προκύπτει ότι ως μισθός στη σύμβαση εργασίας θεωρείται κάθε παροχή την οποία με βάση το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης στον εργαζόμενο ως αντάλλαγμα της παρεχόμενης εργασίας.
Επομένως δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού οι πρόσθετες παροχές που δίδονται από τον εργοδότη στον εργαζόμενο εκουσίως από ελευθεριότητα και όχι από νόμιμη υποχρέωση ή με πρόθεση, εκδηλούμενη και από τα δύο μέρη, να αποτελέσουν αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία και ως εκ τούτου δεν ιδρύονται υποχρέωση και αντίστοιχο δικαίωμα αναφορικά με τις παροχές αυτές, με αποτέλεσμα ο εργοδότης να έχει τη δυνατότητα να τις ανακαλέσει οποτεδήποτε και να παύσει τη χορήγησή τους.
Οι οικειοθελείς αυτές παροχές δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν σε συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη, ανεξαρτήτως του μακροχρόνιου, του αδιάλειπτου ή του γενικευμένου της καταβολής τους, ιδίως αν αυτός (εργοδότης) κατά την έναρξη της χορήγησής τους ή έστω πριν δημιουργηθούν οι συνθήκες της δεσμευτικότητάς τους, επιφύλαξε για τον εαυτό του το δικαίωμα να τις διακόψει ελευθέρως και μονομερώς οποτεδήποτε (Α.Π. 147/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Ο ενάγων [ήδη αναιρεσείων] προσλήφθηκε από την εναγομένη [ήδη αναιρεσίβλητη] με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στις 22-1-1970 ως υπάλληλός της και ειδικότερα ως αναλυτής - προγραμματιστής Η/Υ και εντάχθηκε στο προσωπικό ειδικής μονιμότητας, στην ειδικότητα αναλυτών - προγραμματιστών στις 29-12-1972.
Με απόφαση του κεντρικού συμβουλίου της εναγομένης, κατά τη συνεδρίασή του... ./27-9-1999, εντάχθηκε στον κλάδο διοικητικού εκμετάλλευσης προσωπικού, κατ' εφαρμογή των άρθρων 41 παρ. 4 και 43 του ισχύοντος από 10-6-1999 Γενικού Κανονισμού Προσωπικού - Ο.Τ.Ε. Με τις αποφάσεις που πήρε το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης κατά τις... 2371/11-10-1994, 2385/5-1-1995, 2411/25-7-1995, 2412/1-8-1995, 2413/22-8-1995, 2419/2-10-1995 και 2428/28-11-1995 συνεδριάσεις του ενέκρινε την εφαρμογή σχεδίου οργανωτικού και διοικητικού εκσυγχρονισμού (Σ.Ο.Δ.Ε.) του Ο.Τ.Ε.
και καθόρισε τον πελάτη, το διευθυντή του προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε., καθώς και τις διαδικασίες υλοποίησης του εν λόγω προγράμματος. Ειδικότερα το πρόγραμμα Σ.Ο.Δ.Ε. είχε ως κύριο αντικειμενικό στόχο τη μετατροπή του Ο.Τ.Ε. από κρατικό μονοπωλιακό οργανισμό συνδρομητών σταθερής τηλεφωνίας σε μια σύγχρονη και ανταγωνιστική τηλεπικοινωνιακή επιχείρηση, η οποία θα ήταν απόλυτα ανθεκτική στον επερχόμενο ανταγωνισμό λόγω της απελευθέρωσης των τηλεπικοινωνιών, ώστε να κατορθώσει να κυριαρχήσει ανταγωνιστικά και οικονομικά τόσο στην Ελλάδα, όσο και στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων, μέσω της προσφοράς υψηλής ποιότητας τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και προϊόντων σε χαμηλό κόστος.
Για την εκτέλεση του εν λόγω προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε. το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης, με την ... 2385/5-1-1995 απόφασή του, ενέκρινε την εφαρμογή της μεθοδολογίας "Διοίκηση Έργου", όπως αυτή εξειδικεύθηκε στο έγγραφο "Καθορισμός Απαιτήσεων Προγράμματος" (PRD) και καθορίστηκαν οι διαδικασίες εφαρμογής της μεθοδολογίας αυτής, η οποία συνίσταται σε μια τυποποιημένη διαδικασία ανάλυσης, προγραμματισμού και εκτέλεσης έργων που πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, με την οποία καθίσταται δυνατή η αριστοποίηση της εκμετάλλευσης του χρόνου και των πόρων του οργανισμού, ενώ παράλληλα παρέχεται συνεχής πληροφόρηση της εξέλιξης του έργου, ώστε να καθίσταται ευχερής ο έλεγχος και η αποτελεσματική παρέμβαση στα ενδιάμεσα στάδια υλοποίησης του έργου.
Σύμφωνα με τον Κανονισμό Εφαρμογής των Αρχών Διοίκησης Έργου στον Ο.Τ.Ε. όταν ένα έργο εκτελείται με τη μεθοδολογία αυτή της "Διοίκησης Έργου" χορηγείται ειδική αμοιβή στους διευθυντές των έργων, οι οποίοι απασχολούνται στο έργο και επιλέγονται από τον πελάτη (Ο.Τ.Ε.) με συγκεκριμένη διαδικασία και κριτήρια.
Επίσης στην... 2385/5-1-1995 συνεδρίασή του το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης ενέκρινε το κατά προσέγγιση προϋπολογιζόμενο κόστος για την υλοποίηση του προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε., το οποίο ανερχόταν σε 88 δισεκατομμύρια δραχμές, από τα οποία ειδικότερα προϋπολογίστηκε δαπάνη 2,85 δισ. δραχμές για τη συμβουλευτική υποστήριξη του έργου, ήτοι για αμοιβές συμβούλων, και 1,70 δισ.
δραχμές για τις αμοιβές του προσωπικού, ήτοι των υπαλλήλων και στελεχών της εναγομένης που θα απασχολούνταν στο εν λόγω πρόγραμμα. Περαιτέρω το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης κατά την... 2413/22-8-1995 συνεδρίασή του εξουσιοδότησε το διευθύνοντα σύμβουλο αυτής να αποφασίσει τον τρόπο και το ύψος της αμοιβής των εμπλεκομένων στο Σ.Ο.Δ.Ε. (μελών διοικητικού συμβουλίου Ο.Τ.Ε., διευθυντών έργων, καθώς και απλών μελών ομάδων).
Ειδικότερα ο διευθύνων σύμβουλος, με βάση την ανωτέρω εξουσιοδότηση, είχε την ευχέρεια να καθορίσει τον τρόπο και το ύψος της αμοιβής των υπαλλήλων και στελεχών της εναγομένης που θα εμπλέκονταν στο εν λόγω πρόγραμμα Σ.Ο.Δ.Ε., δεσμευόμενος ως προς το ύψος του ποσού (πλαφόν) που είχε προϋπολογιστεί για την αιτία αυτή από το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης, χωρίς όμως υποχρέωση να προβεί στην πλήρη ανάλωση του ως άνω ποσού για την εν λόγω αιτία.
Ακολούθως, επειδή το πρόγραμμα Σ.Ο.Δ.Ε. κρίθηκε υψίστης σημασίας για την εναγομένη, με την... 1/Δ.1999/4-9-1997 απόφαση του διευθύνοντα συμβούλου αυτής, διαχωρίστηκε το έργο του προγράμματος αυτού από το έργο της διεύθυνσης οργάνωσης της εναγομένης, συστάθηκε προσωρινή υπηρεσιακή λειτουργία με τον τίτλο Γραφείο Προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε.
και ορίστηκαν τα βασικά υπηρεσιακά στελέχη του γραφείου αυτού. Ως χρόνος περάτωσης για τα περισσότερα επιμέρους έργα του προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε. είχε οριστεί το τέλος του έτους 1996. Όμως δεν περατώθηκαν όλα τα έργα στην προθεσμία αυτή και τελικά το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης κατά την... 2627/19-12-2000 συνεδρίασή του αποφάσισε την περάτωση του προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε.
κατά την ημερομηνία της συνεδρίασης αυτής (19-12-2000) και επίσης αποφάσισε να εισαχθεί ο απολογισμός του εν λόγω έργου για έγκριση στο διοικητικό συμβούλιο σε προσεχή συνεδρίασή του, με εισήγηση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου. Μέχρι σήμερα όμως, όπως συνομολογείται από τα διάδικα μέρη, δεν έχει εισαχθεί προς έγκριση στο διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης ο απολογισμός του εν λόγω προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε.
Ας σημειωθεί ότι σύμφωνα με την... 1/2/21-4-2000 εισήγηση της διεύθυνσης οργάνωσης προς το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης περί της έκθεσης απολογισμού του προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε. οι προϋπολογισθείσες δαπάνες για το εν λόγω έργο και δη οι προαναφερόμενες δαπάνες συμβουλευτικής υποστήριξης, ποσού 2,85 δισ. δραχμών και δαπάνες αμοιβών προσωπικού, ποσού 1,70 δισ.
δραχμών, ανήλθαν τελικά σε μικρότερα ποσά των ανωτέρω προϋπολογισθέντων και ειδικότερα ανήλθαν σε 2,072 δισ. δραχμές και 0,162 δισ. δραχμές αντίστοιχα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ασκούσε από 1-8-1994 έως 31-12-1994 καθήκοντα αναπληρωτή προϊσταμένου της διεύθυνσης οργάνωσης της εναγομένης λόγω υφισταμένης κενής θέσης και από 1-1-1995 έως 24-7-1997 ασκούσε καθήκοντα προϊσταμένου της ίδιας αυτής διεύθυνσης οργάνωσης, υπαγόμενος ιεραρχικά άμεσα στο διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης.
Με την... 101.3/Δ1058/1-8-1994 απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης, συστάθηκε στη διεύθυνση οργάνωσης υπηρεσιακή λειτουργία με τον τίτλο "Γραφείο Συντονισμού και Υποστήριξης ΑΟΜ", δηλαδή του προγράμματος αναδιοργάνωσης του Ο.Τ.Ε. - Σ.Ο.Δ.Ε. και τοποθετήθηκε ο ενάγων ως προϊστάμενος του γραφείου αυτού, υπαγόμενος και ως προς τα καθήκοντά του αυτά (δηλαδή συντονιστή-διευθυντή του άνω προγράμματος αναδιοργάνωσης του Ο.Τ.Ε. - Σ.Ο.Δ.Ε.) ιεραρχικά και άμεσα στο διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης.
Τα συμβατικά του καθήκοντα ως προϊσταμένου της διεύθυνσης οργάνωσης της εναγομένης, ο ενάγων τα ασκούσε παράλληλα έως 24-7-1997 με αυτά του προϊσταμένου του γραφείου συντονισμού και υποστήριξης - Α.Ο.Μ. Μετά τον κατά τα προαναφερόμενα διαχωρισμό του έργου του προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε. από το έργο της διεύθυνσης οργάνωσης και τη σύσταση της προσωρινής υπηρεσιακής λειτουργίας με τον τίτλο "Γραφείο Προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε.", στον ενάγοντα ανατέθηκαν από 25-7-1997 από την εναγομένη εργοδότριά του, τα καθήκοντα του διευθυντή του προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε., καθώς και του προϊσταμένου του γραφείου προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε., τα οποία ασκούσε έως και την κατάργηση από 10-1-2000 της εν λόγω υπηρεσιακής λειτουργίας με τον τίτλο "Γραφείο Προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε.".
Τα καθήκοντα τα οποία άσκησε ο ενάγων κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα ως προϊστάμενος του γραφείου συντονισμού και υποστήριξης Α.Ο.Μ., ως διευθυντής του προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε. και ως προϊστάμενος του γραφείου προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε., ήταν πέραν από τα συμφωνημένα και συνηθισμένα καθήκοντά του, τα οποία ασκούσε ως προϊστάμενος της διεύθυνσης οργάνωσης κατά το επίσης προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, με βάση τη σύμβαση εργασίας του.
Ειδικότερα, επειδή η εναγομένη-εργοδότρια του ενάγοντος αποφάσισε να πραγματοποιήσει τον υψίστης σημασίας και μείζονος ενδιαφέροντος στόχο της μετατροπής του Ο.Τ.Ε. σε σύγχρονη και ανταγωνιστική τηλεπικοινωνιακή επιχείρηση, ανέκυψε ανάγκη από πλευράς της ως εργοδότριας για παροχή εργασίας πέραν από την κατά τα άνω συμφωνημένη και συνηθισμένη με βάση τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος (ως προϊσταμένου της διεύθυνσης οργάνωσης) και προς κάλυψη των ανακυψασών αναγκών της αυτών ανέθεσε στον ενάγοντα - εργαζόμενό της πρόσθετη εργασία και συγκεκριμένα τα πρόσθετα καθήκοντα των ανωτέρω αρμοδιοτήτων ως προϊσταμένου του γραφείου συντονισμού και υποστήριξης Α.Ο.Μ., ως διευθυντή του προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε.
και ως προϊσταμένου του γραφείου προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε., τα οποία ο ενάγων άσκησε μέσα στα νόμιμα χρονικά όρια της εργασίας του αλλά και εκτός των ορίων αυτών... και στα πλαίσια των οποίων πρόσθετων καθηκόντων του κατά την έννοια του άρθρου 659 του Α.Κ., ο ενάγων: α) πρωτοστάτησε στην εκπόνηση του επιχειρησιακού σχεδίου 1996-2000 καθώς και στην εκπόνηση των ετησίων λειτουργικών προγραμμάτων για την εξειδίκευσή του, β) εργάστηκε για την εφαρμογή ενός νέου συστήματος διοίκησης της εναγομένης, γ) καθοδηγούσε, συντόνιζε, επόπτευε και έλεγχε τις ενέργειες για την εφαρμογή των περιφερειακών υπηρεσιακών λειτουργιών, οι οποίες εγκρίθηκαν από το διοικητικό συμβούλιο της εναγόμενης κατά την... 2463/11-7-1996 συνεδρίασή του, δ) ορίσθηκε και διετέλεσε μέλος του συμβουλίου ελέγχου προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε., του οποίου ήταν και ο εισηγητής των θεμάτων και ε) διετέλεσε μέλος του συμβουλίου ελέγχου για την παρακολούθηση της χρηματοδότησης του Β' Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης σε ό,τι αφορούσε το εν λόγω πρόγραμμα Σ.Ο.Δ.Ε., το οποίο χρηματοδοτήθηκε από το Β' Κ.Π.Σ.
μετά από δικές του προσπάθειες και ενέργειες, δεδομένου ότι υπήρχε δεσμευτικός για τον ενάγοντα όρος, ως διευθυντή του έργου Σ.Ο.Δ.Ε., να καταβάλει κάθε προσπάθεια ένταξης του Σ.Ο.Δ.Ε. στο Β' Κ.Π.Σ. της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για την ως άνω εργασία του, την οποία προσέφερε ως προϊστάμενος του γραφείου συντονισμού και υποστήριξης Α.Ο.Μ., ως διευθυντής του Προγράμματος ΣΟΔΕ και ως προϊστάμενος του Γραφείου Προγράμματος ΣΟΔΕ, η οποία ήταν σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, πρόσθετη κατά την έννοια του άρθρου 659 του Α.Κ., ο ενάγων εδικαιούτο πρόσθετης αμοιβής σύμφωνα με τη διάταξη αυτή και πράγματι έλαβε τέτοια πρόσθετη-συμπληρωματική αμοιβή, η οποία ήταν πέραν και εκτός από την τακτική μισθοδοσία του, την οποία (τακτική μισθοδοσία) ελάμβανε εξ ολοκλήρου κατά το άνω χρονικό διάστημα που προσέφερε πρόσθετη εργασία.
Ειδικότερα για πρόσθετη-συμπληρωματική αμοιβή, καθορισθείσα ανάλογα με το είδος, τη διάρκεια και τις συντρέχουσες ειδικές περιστάσεις της ως άνω πρόσθετης εργασίας του, ο ενάγων έλαβε... τα ακόλουθα ποσά: α) Ως ειδική αμοιβή διευθυντή έργου Σ.Ο.Δ.Ε.: 1) το έτος 1997 1.103.667 δραχμές, 2) το έτος 1998 2.580.000 δραχμές, 3) το έτος 1999 3.414.110 δραχμές, 4) το έτος 2000 178.995 δραχμές και 5) το έτος 2001 3.873.766 δραχμές.
β) Ως ειδική αμοιβή προϊσταμένου γραφείου προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε.: 1) το έτος 1997 468.000 δραχμές, 2) το έτος 1998 1.080.000 δραχμές, 3) το έτος 1999 990.000 δραχμές και 4) το έτος 2000 45.000 δραχμές. γ) Ως μέλος του συμβουλίου ελέγχου προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε.: 1) το έτος 1996 980.994 δραχμές, 2) το έτος 1997 1.993.152 δραχμές και 3) το έτος 1998 124.572 δραχμές.
δ) Ως πρόσθετες αμοιβές: 1) το έτος 1996 1.900.000 δραχμές, 2) το έτος 1997 1.100.000 δραχμές και 3) το έτος 1998 300.000 δραχμές και ε) Ως αμοιβή για απασχόληση εξαιρέσιμων ημερών: 1) το έτος 1995 1.406.055 δραχμές, 2) το έτος 1996 1.542.571 δραχμές, 3) το έτος 1997 1.424.877 δραχμές, 4) το έτος 1998 1.773.443 δραχμές, 5) το έτος 1999 720.340 δραχμές και 6) το έτος 2000 45.603 δραχμές.
Δηλαδή συνολικά ως πρόσθετες αμοιβές και πέραν των τακτικών αποδοχών του ο ενάγων έλαβε το ποσό των 27.045.146 δραχμών ή 79.369,46 ευρώ. Έτσι ο ενάγων για την παρασχεθείσα ως άνω πρόσθετη εργασία του έχει λάβει τα δικαιούμενα για την αιτία αυτή χρηματικά ποσά της πρόσθετης αμοιβής, η οποία καθορίστηκε σύμφωνα με τα προαναφερόμενα από το διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης, ο οποίος ήταν εξουσιοδοτημένος προς τούτο από το διοικητικό συμβούλιο της τελευταίας και η οποία (πρόσθετη αμοιβή) έγινε αποδεκτή από τον ενάγοντα χωρίς επιφύλαξη, κατά συνέπεια δε ο τελευταίος δεν δικαιούται κανενός άλλου ποσού για την αιτία αυτή.
Εκτός όμως της ανωτέρω πρόσθετης αμοιβής για την ως άνω πρόσθετη εργασία που προσέφερε κατά τα προαναφερόμενα ο ενάγων, η εναγομένη είχε υποσχεθεί την καταβολή ειδικής αμοιβής - χρηματικής παροχής ως μπόνους (bonus) υπερπροσπάθειας - υπεραπόδοσης στους εμπλεκόμενους στην υλοποίηση του προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε.
υπαλλήλους και στελέχη της. Μάλιστα με την... 1/Δ.2167/8-10-1996 απόφαση του διευθύνοντος συμβούλου της εναγόμενης... είχε αποφασιστεί ο τρόπος και η διαδικασία χορήγησης της υλικής αυτής αμοιβής για τα έργα του προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε., ενώ με την εν λόγω απόφαση είχε σαφώς και αναμφιβόλως καθοριστεί ρητά ότι η χωριστή αυτή χρηματική παροχή θα διατίθεται εφόσον υπερκαλυφθούν οι χρονικοί, ποιοτικοί ή ποσοτικοί στόχοι που είχαν τεθεί κατά τη σύνταξη του αντίστοιχου εγγράφου καθορισμού απαιτήσεων προγράμματος (PRD) του έργου.
Τέτοια υπόσχεση από πλευράς της εναγόμενης περί χορήγησης ειδικής αμοιβής - χρηματικής παροχής ως μπόνους υπεραπόδοσης για όλη την εν γένει προσφορά του ενάγοντος στη σχεδίαση και υλοποίηση του προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε. είχε δοθεί και προς τον τελευταίο με βάση και τις προαναφερόμενες σημαντικές αρμοδιότητές του ως προϊσταμένου του γραφείου συντονισμού και υποστήριξης ΑΟΜ, ως διευθυντή του προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε.
και ως προϊσταμένου του γραφείου προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε., ως προς τον οποίο (ενάγοντα) ειδικότερα υπήρχε η υπόσχεση ότι θα προσδιοριζόταν το ύψος του ποσού της ειδικής αυτής αμοιβής... με την έγκριση του απολογισμού του εν λόγω προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε. από το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης, η οποία όμως (έγκριση), όπως προαναφέρθηκε, δεν έχει μέχρι σήμερα πραγματοποιηθεί.
Με την ... 26/21837/3-3-2003 αίτηση - αναφορά προς το γενικό διευθυντή διοίκησης και ανάπτυξης ανθρωπίνου δυναμικού της εναγομένης, ο ενάγων, αναφερόμενος στην εν λόγω υπόσχεση της διοίκησης της εναγομένης ότι με την έγκριση του απολογισμού του Σ.Ο.Δ.Ε. θα του καταβαλλόταν η ανωτέρω ειδική αμοιβή και επικαλούμενος την πρόθεσή του να αποχωρήσει λόγω συνταξιοδότησης από την υπηρεσία του, ζήτησε τα ακόλουθα (όπως κατά λέξη αναφέρεται στην εν λόγω αίτηση - αναφορά): "παρακαλώ όπως, αν είναι δυνατό, μέχρι την ημερομηνία αποχώρησής μου από την Υπηρεσία, να τακτοποιηθεί το θέμα της έγκρισης του απολογισμού του Προγράμματος ΣΟΔΕ και να μου καταβληθεί η ανάλογη αμοιβή για το τεράστιο, κατά γενική εκτίμηση, έργο που προσέφερα στον Οργανισμό μέσω του Προγράμματος ΣΟΔΕ.
Στις περιπτώσεις αυτές η Διοίκηση εκδίδει σχετικές αποφάσεις για ηθική και υλική αμοιβή των εμπλεκομένων". Επί της αιτήσεως-αναφοράς αυτής του ενάγοντος εκδόθηκε το... 26/2/13-3-2002 ενημερωτικό σημείωμα του προϊσταμένου της διεύθυνσης οργανωτικής ανάπτυξης και ποιότητας της εναγομένης, στο οποίο αναφέρεται ότι "η άποψη της Δ/νσης μας είναι ότι η χορήγηση bonus απόδοσης στο παραπάνω στέλεχος είναι στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης, εκτιμώντας το έργο του καθ' όλη τη διάρκεια του προγράμματος ΣΟΔΕ".
Πράγματι η ως άνω υπόσχεση της εναγόμενης περί χορηγήσεως ειδικής αμοιβής ως πριμ-μπόνους απόδοσης στον ενάγοντα ανάγεται αποκλειστικά στη διακριτική της ευχέρεια, καθόσον η εν λόγω υπόσχεση είχε δοθεί εκουσίως και από ελευθεριότητα από πλευράς της ως εργοδότριας, χωρίς την ύπαρξη νόμιμης υποχρέωσης και χωρίς πρόθεση να αποτελέσει η εν λόγω υποσχεθείσα αμοιβή αντάλλαγμα για την παρασχεθείσα εργασία του και ως εκ τούτου χωρίς πρόθεση συμβατικής της δέσμευσης έναντι του ενάγοντος περί καταβολής της αμοιβής αυτής, με συνέπεια έτσι να μη δημιουργηθεί υποχρέωση της εναγομένης και αντίστοιχο δικαίωμα του ενάγοντος αναφορικά με την εν λόγω χρηματική παροχή.
Συμβατική δέσμευση της εναγομένης είχε δημιουργηθεί μόνο ως προς την καταβολή της ως άνω πρόσθετης αμοιβής, την οποία κατά τα προαναφερόμενα του έχει καταβάλει. Αντίθετα μάλιστα η εναγομένη, όσον αφορά την χορήγηση των ως άνω ειδικών αμοιβών πριμ απόδοσης, είχε επιφυλάξει το δικαίωμα ανάκλησης της υπόσχεσης για χορήγηση τέτοιων αμοιβών-μπόνους και της μη χορήγησης αυτών, ενόψει μάλιστα και του γεγονότος ότι είχε εξαρτήσει τη χορήγηση τέτοιων χρηματικών παροχών από την υπερκάλυψη των χρονικών, ποιοτικών ή ποσοτικών στόχων που είχαν τεθεί κατά τη σύνταξη του καθορισμού απαιτήσεων προγράμματος (PRD) του έργου...
ενώ επιπλέον στην περίπτωση του ενάγοντος είχε διατυπώσει την επιφύλαξη της εγκρίσεως προηγουμένως του απολογισμού του ως άνω προγράμματος Σ.Ο.Δ.Ε.
Συνεπώς η ως άνω υπόσχεση χορήγησης ειδικής αμοιβής - χρηματικής παροχής - μπόνους απόδοσης στον ενάγοντα ανάγεται αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια της εναγομένης-εργοδότριας, αφού κατά τα ττροεκτιθέμενα είχε το χαρακτήρα υπόσχεσης χορήγησης οικειοθελούς παροχής στον ενάγοντα, ελεύθερα ανακλητής από αυτή, χωρίς έτσι να υφίσταται ούτε ρητή αλλά ούτε και σιωπηρή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση της εναγομένης για την καταβολή της ούτε σε κάθε περίπτωση και νόμιμης σχετικής υποχρέωσης αυτής.
Άλλωστε και ο ενάγων, στην προαναφερομένη... 26/21837/3-3-2003 αίτηση-αναφορά του, κάνει λόγο για "υπόσχεση της Διοίκησης, ότι με την έγκριση του απολογισμού του ΣΟΔΕ από το Δ.Σ. - ΟΤΕ", θα καταβαλλόταν η ανωτέρω ειδική αμοιβή και όχι για νόμιμη ούτε και για συμβατική υποχρέωση της εναγομένης περί καταβολής της ανωτέρω αμοιβής, γεγονός που προσεπιβεβαιώνει το χαρακτήρα της ανωτέρω παροχής ως από ελευθεριότητα, εκουσίας, οικειοθελούς, ελεύθερα και μονομερώς από την εναγόμενη ανακλητής παροχής, η οποία ουδέποτε απέκτησε το χαρακτήρα συμβατικής υποχρέωσής της έναντι του ενάγοντος.
Ας σημειωθεί ότι η... 415.2/8/24-7-2003 βασική εγκύκλιος της εναγομένης για το "σύστημα κινήτρων και επιβράβευσης ανθρωπίνου δυναμικού", την οποία ο ενάγων επικαλείται για να θεμελιώσει την αξίωσή του για καταβολή του "10-11% της συνολικής εγκεκριμένης αμοιβής ως δαπάνες προσωπικού", άρχισε να ισχύει σε χρόνο μεταγενέστερο του επίδικου χρονικού διαστήματος και ως εκ τούτου δεν τυγχάνει εφαρμογής στην επίμαχη αξίωση του ενάγοντος.
Εξάλλου ο ενάγων δεν επικαλείται στην αγωγή του τα στοιχεία της ύπαρξης επιχειρησιακής συνήθειας-πρακτικής στην επιχείρηση της εναγομένης περί χορηγήσεως τέτοιων αμοιβών, ώστε να πηγάζει από αυτή συμβατική δέσμευση της εναγομένης περί καταβολής της ένδικης αμοιβής. Επίσης ο ενάγων, αν και αναφέρει ότι άλλα στελέχη της εναγομένης έλαβαν για τη συμμετοχή τους στο εν λόγω πρόγραμμα Σ.Ο.Δ.Ε.
τέτοιες ειδικές αμοιβές (bonus απόδοσης), ενώ ο ίδιος δεν έλαβε, δεν θεμελιώνει την αγωγή στην παραβίαση από πλευράς της εναγομένης ως προς το πρόσωπό του της αρχής της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων της. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω δεν υφίσταται ούτε εκ του νόμου αλλά ούτε εκ της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος υποχρέωση της εναγομένης προς καταβολή της ένδικης ειδικής αμοιβής, ενώ ούτε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 371 του Α.Κ.
συντρέχει, αφού προϋπόθεση για την εφαρμογή της τελευταίας διάταξης είναι η ύπαρξη συμβατικής ενοχής, το περιεχόμενο της παροχής της οποίας δεν προσδιορίστηκε πλήρως στη σύμβαση, ενώ στην ένδικη περίπτωση σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα δεν υφίσταται συμβατική ενοχή της εναγομένης για την καταβολή της επίμαχης αγωγικής αξιώσεως του ενάγοντος".
Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο [που προηγουμένως είχε δεχθεί την έφεση του ενάγοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της ως αόριστη), είχε εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει την κύρια και τις δύο πρώτες επικουρικές βάσεις της αγωγής και είχε κρατήσει την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό] απέρριψε την αγωγή κατά τις ανωτέρω βάσεις της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της έλλειψης υποχρέωσης της εναγομένης για καταβολή της οφειλόμενης επίδικης ειδικής παροχής (bonus) λόγω της φύσεως αυτής ως οικειοθελούς παροχής.
Ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ειδικότερες αιτιάσεις: 1) ότι με αυτήν δεν αιτιολογείται επαρκώς: α) αν τα πρόσθετα καθήκοντα τα οποία του ανατέθηκαν ήταν συναφή προς τα κύρια καθήκοντά του, β) αν η πρόσθετη αμοιβή που του κατέβαλε η εναγομένη για τις πρόσθετες εργασίες ταυτιζόταν με την επίδικη ειδική χρηματική παροχή του (bonus) και γ) αν η πρόσθετη αυτή αμοιβή συμψηφίσθηκε με την επίδικη (πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναίρεσης), 2) α) ότι δέχεται ότι αυτός εισέπραξε την καταβληθείσα πρόσθετη αμοιβή του χωρίς επιφύλαξη, ενώ τούτο δεν του στερεί το δικαίωμα να επιδιώξει την επίδικη ειδική χρηματική παροχή του, β) ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες διότι αφενός μεν δέχεται ότι για την παρασχεθείσα πρόσθετη εργασία του έχει λάβει τη δικαιούμενη για την αιτία αυτή πρόσθετη αμοιβή του, η οποία καθορίσθηκε από τον προς τούτο εξουσιοδοτηθέντα διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης, αφετέρου δε ότι δεν υφίστατο ούτε ρητή ούτε σιωπηρή συμφωνία ούτε και συμβατική δέσμευση της εναγομένης να του καταβάλει πρόσθετη αμοιβή, δηλαδή ότι επρόκειτο για οικειοθελή παροχή (δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναίρεσης) και 3) ότι περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες διότι αφενός μεν δέχεται ότι δεν υφίσταται συμβατική ενοχή-δέσμευση της εναγομένης για την καταβολή στον ενάγοντα της επίδικης ειδικής χρηματικής παροχής, αφετέρου δε ότι υπήρξε υπόσχεση της εναγομένης προς τον ενάγοντα για προσδιορισμό του ποσού της ειδικής αυτής αμοιβής (τρίτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναίρεσης).
Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες διότι: 1) από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης καθίσταται σαφές ότι: α) τα πρόσθετα καθήκοντα που ανατέθηκαν στον ενάγοντα δεν ήταν συναφή με τα κύρια καθήκοντά του και γι' αυτό του καταβλήθηκε κατά τα έτη 1997-2000 η αναλυτικά αναφερόμενη πρόσθετη αμοιβή για την πρόσθετη εργασία του, β) η πρόσθετη αμοιβή που του κατέβαλε η εναγομένη για την πρόσθετη εργασία του δεν ταυτιζόταν με την επίδικη ειδική χρηματική παροχή του (bonus) και γ) η πρόσθετη αμοιβή που κατέβαλε η εναγομένη στον ενάγοντα δεν συμψηφίσθηκε με την επίδικη, 2) α) το αίτημά του προς επιδίκαση της επίδικης ειδικής χρηματικής παροχής (bonus) δεν απορρίφθηκε για το λόγο ότι αυτός είχε προηγουμένως εισπράξει την αμοιβή για την πρόσθετη εργασία του χωρίς επιφύλαξη αλλά για το λόγο ότι η καταβολή της επίδικης ειδικής χρηματικής παροχής (bonus) αναγόταν αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια της εναγομένης, β) δεν συνιστούν αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης οι παραδοχές αφενός μεν ότι ο ενάγων είχε δικαίωμα σε λήψη πρόσθετης αμοιβής για την πρόσθετη εργασία του, την οποία και έλαβε, αφετέρου δε ότι αυτός δεν είχε δικαίωμα σε λήψη της επίδικης ειδικής χρηματικής παροχής (bonus) και 3) δεν συνιστούν αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης οι παραδοχές αφενός μεν ότι η εναγομένη υποσχέθηκε στον ενάγοντα ότι θα του κατέβαλλε την ένδικη παροχή, αφετέρου δε ότι η καταβολή της παροχής αυτής αναγόταν αποκλειστικά στη διακριτική της ευχέρεια.
Συνεπώς οι ανωτέρω (πρώτος, δεύτερος και τρίτος κατά το δεύτερο σκέλος τους) λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.
Α.Π. 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο κατά το πρώτο σκέλος τους λόγους αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653 και 659 Α.Κ. (πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναίρεσης), 371, 648, 649, 653 και 659 Α.Κ. (δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναίρεσης) και 371 Α.Κ. (τρίτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναίρεσης).
Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι για τη θεμελίωσή τους αναφέρονται μεν οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις, όχι όμως και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή τους.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με τo σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-10-2015 αίτηση για αναίρεση της 7226/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, 3 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ