Legislator Case Law & Legislation
1769/2008 AI generated

Supreme Court dismisses divorce appeal as inadmissible due to lack of legal interest when both parties won.

Case Number 1769/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the wife's appeal against the final divorce judgment, ruling it inadmissible due to a lack of legal interest. Both spouses had successfully claimed divorce based on the breakdown of the marital relationship, meaning the dissolution of the marriage was already final and binding. Consequently, the appellant could not challenge the part of the decision accepting her husband's claim without violating the principle of legal certainty.

Legislator headnote

AI generated

Articles 516, 556, 68, 73, 566, 322, 324, 325 of the Code of Civil Procedure; When both spouses in a divorce suit win their respective claims, neither has legal interest to appeal the final judgment, rendering the appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
divorce appeal lack of legal interest final judgment mutual divorce legal certainty inadmissible appeal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 516 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 556 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 73 of the Code of Civil Procedure
Article 566 paragraph 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 322 of the Code of Civil Procedure
Article 324 of the Code of Civil Procedure
Article 325 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1769 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1769/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Βαβούρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28-4-2004 και 15-10-2003 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18013/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2841/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 29-12-2006 αίτησή της,( αριθ. καταθ. 23/17-1-2007). Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 17-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ....., επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την στο τέλος αυτής διαλαμβανόμενη πράξη, με την οποία ορίσθηκε ως ημέρα για συζήτηση αυτής η φερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμος, καθώς και κλήση για συζήτηση, κατόπιν παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα, η οποία δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλε την από το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο. Επομένως πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ να συζητηθεί η υπόθέση σαν να ήταν παρούσα η διάδικος αυτής.

ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 1439 παρ. 1 ΑΚ, καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει διαζύγιο, όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσης χωρίς να απαιτείται το στοιχείο της υπαιτιότητας για να δύναται να ζητηθεί το διαζύγιο.

Έτσι ο ενάγων για τη θεμελίωση και παραδοχή της αγωγής του θα πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο γάμος έχει κλονισθεί από ορισμένα γεγονότα που αναφέρονται στο πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων με την έννοια της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου ανάμεσα στα αντικειμενικώς πρόσφορα κλονιστικά της έγγαμης σχέσεως γεγονότα αυτά και στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου του ή και των δύο οπότε ο κλονισμός είναι τόσο ισχυρός ώστε βασίμως η εξακολούθηση της συμβιώσεως έχει καταστεί γι' αυτόν αφόρητη.

Αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το της διάζευξης δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως από το ποιόν από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξή του και από το αν υπάρχει ή όχι υπαιτιότητα προς τούτο. Αν το κλονιστικό γεγονός συνδέεται αποκλειστικά με το πρόσωπο του ενάγοντα δεν γεννιέται υπέρ αυτού δικαίωμα διαζεύξεως με βάση την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 Α.Κ.

Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός σημαίνει ότι στη δίκη διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, το δε δεδικασμένο της διαπλαστικής απόφασης του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμία περίπτωση ούτε και στη δίκη διατροφής μετά το διαζύγιο που προβλέπει το άρθρο 1492 ΑΚ ενόψει της διατάξεως του άρθρου 1444 παρ. 1 Α.Κ.

Αντικείμενο δε της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου διαζυγίου, που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου. Συνακόλουθα, αν ασκηθούν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου για ισχυρό κλονισμό από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου και το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε και τις δύο, τότε ενόψει του, κατά τα προεκτεθέντα, αντικειμένου της δίκης περί διαζυγίου και του δεδικασμένου που παράγεται από την απόφαση αυτή, καθένας από τους συζύγους θεωρείται ότι νίκησε, διότι με την παραδοχή των δύο αγωγών επήλθε η έννομη συνέπεια που αμφότεροι οι διάδικοι επιδίωκαν με το αίτημα των αγωγών τους.

Το γεγονός ότι η απόφαση περιέχει δυσμενείς για τον καθένα αιτιολογίες, δέχεται δηλαδή, ότι ο ισχυρός κλονισμός της έγγαμης σχέσης επήλθε εξαιτίας γεγονότων που αφορούν το πρόσωπό τους, δεν ασκεί δυσμενή επιρροή στις έννομες σχέσεις τους, αφού από τις αιτιολογίες αυτές, που δεν έχουν προσόντα διατακτικού, δεν ιδρύεται δεδικασμένο για ζητήματα υπαιτιότητας, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιείται κατά τα προεκτεθέντα σε άλλη δίκη.

Συνεπώς ουδείς από τους διαδίκους συζύγους έχει στην περίπτωση αυτή, αν και νίκησε, έννομο συμφέρον να ασκήσει αναλόγως είτε, κατ' άρθρο 516 παρ. 2 ΚΠολΔ, έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, είτε, κατ' άρθρο 556 παρ. 2 ίδιου Κώδικα, τον ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της τελεσίδικης απόφασης. Κατά μείζονα δε λόγο έννομο συμφέρον δεν υπάρχει σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως από τον ένα μόνο διάδικο κατά της τελεσίδικης απόφασης και δη κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του αντιδίκου του (συζύγου), διότι με την παραδοχή της δίκής του αγωγής (του ασκήσαντα την αναίρεση διαδίκου) επήλθε, λόγω του αμετακλήτου της αποφάσεως ως προς την αγωγή του αυτή, το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου και δεν υπάρχει πλέον ένδικο αντικείμενο. Το έννομο συμφέρον σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73 και 566 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, αποτελεί την προϋπόθεση του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, η έλλειψη του οποίου ερευνάται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο και πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση. Πρέπει δηλαδή να κρίνεται πρωταρχικά αν ο διάδικος που ασκεί την αναίρεση έχει ηττηθεί εν όλω ή εν μέρει ή έχει νικήσει με την προσβαλλόμενη απόφαση και αν στην τελευταία περίπτωση βλάπτεται από τις αιτιολογίες της απόφασης, από τις οποίες δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του για άλλη δίκη, υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 322, 324 και 325 ΚΠολΔ.

Εν προκειμένω ασκήθηκαν δύο αντίθετες αγωγές διαζυγίου εκ μέρους των αναιρεσείουσας και αναιρεσιβλήτου για ισχυρό κλονισμό, από λόγο που αφορά στο πρόσωπο του άλλου συζύγου και το δικαστήριο της ουσίας (εφετείο) με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε και τις δύο. Επομένως, σύμφωνα με τα προλεχθέντα, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον στην αναιρεσείουσα για την άσκηση της κρινομένης αίτησης αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, και δη κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή του αντιδίκου αναιρεσίβλητου συζύγου της, διότι με την παραδοχή της δικής της αγωγής επήλθε λόγω του αμετακλήτου της αποφάσεως ως προς την αγωγή αυτή το διαπλαστικό αποτέλεσμα της λύσης του γάμου και δεν υπάρχει πλέον ένδικο αντικείμενο και συνακόλουθα η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-1-07 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 2841/06 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ