1768/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4990/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 797/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/12/2014 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1768/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Δημόσιο, η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας, αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξόφλησης του δανείου από τον οφειλέτη.
Full text
Απόφαση 1768 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1768/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Α' Πειραιά, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σταυρούλα Καλαμπαλίκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Σ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Μιχαήλ Χουστουλάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/7/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4990/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 797/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 23/12/2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 10/3/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αλτάνας Κοκκοβού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 23/12/2014 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθ. 797/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία 797/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, η οποία δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 12-6-2013 έφεση και τους από 14-1-2014 πρόσθετους αυτής λόγους του αναιρεσίβλητου κατά της 4.990/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που είχε απορρίψει την από 11-7-2011 ανακοπή του τελευταίου κατά της από 1-6-2011 ατομικής ειδοποίησης ληξιπροθέσμων χρεών της Α' ΔΟΥ Πειραιά, καθώς και των …/1997, …/1997, …/1998 και …/1999 Πράξεων Ταμειακής Βεβαίωσης επίσης της Α' ΔΟΥ Πειραιά, που αφορούσαν οφειλές συνολικού ποσού 50.338,36 ευρώ της ομόρρυθμης εταιρείας "Ε.
Σ. και Σια ΟΕ", τις οποίες αυτός (αναιρεσίβλητος) κλήθηκε να καταβάλει ως ομόρρυθμος εταίρος της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 ΚΕΔΕ (ν.δ. 356/1974), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται και κατά του νόμιμου τίτλου, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ` αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθ` ου η ανακοπή (Δημόσιο) θέση ενάγοντος και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 ΚΕΔΕ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 4224/2013, νόμιμο τίτλο αποτελούν α) η βεβαίωση κατά το νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα που αποδεικνύουν οφειλή και γ) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα από τα οποία μπορεί να πιθανολογηθεί η ύπαρξη και το ποσό οφειλής.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει από τον τίτλο, δηλαδή από το σύνολο των εγγράφων που τον συγκροτούν, να προκύπτει βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση, το είδος αυτής και η ακριβής αιτία της αντίστοιχης οφειλής, δηλαδή ανάλυση της κίνησης του λογαριασμού της, ώστε, αν αμφισβητηθεί, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος, αφού με βάση το νόμιμο τίτλο είναι δυνατόν να επισπευστεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφή την αιτία του χρέους.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Δημόσιο, η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας, αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξόφλησης του δανείου από τον οφειλέτη.
Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο είσπραξης (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαίτησης του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά τίτλο εκτέλεσης. Στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαίωσης στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο ή να παρατίθενται αναλυτικά σ` αυτή τα μερικότερα ποσά της οφειλής ή η αιτιολογία τους, αλλά αρκεί με βάση τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου, τα οποία το Δημόσιο υποχρεούται να προσκομίσει προς απόδειξη της απαίτησης του, να παρέχεται στον μεν οφειλέτη η δυνατότητα αμφισβήτησης της οφειλής του στη σχετική δίκη, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητάς της (ΑΠ 273/2016).
Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα (ΑΠ 1898/2014). Εξάλλου, κατά την παράγραφο η του άρθρου μόνου του Α.Ν. 9/1967 "Επιτρέπεται εις τον Υπουργόν των Οικονομικών όπως μετά σύμφωνον γνώμην του συμφώνως τω παρόντι συνιστώμενου Εθνικού Συμβουλίου Οικονομικής πολιτικής παρέχη την εγγύησιν του Ελληνικού Δημοσίου πέραν των εν τω Α.Ν. 747Λ945 αναφερομένων περιπτώσεων και υπέρ ημεδαπών τραπεζών.
Αι αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών περί παροχής της εγγυήσεως δημοσιεύονται εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Σε εκτέλεση και κατ' εξουσιοδότηση από τη διάταξη αυτή και τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν.Δ. 1/1968 εκδόθηκε η 67651/2142/1978 απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 681 Β και έτσι έχει ισχύ νόμου.
Με την απόφαση αυτή ορίστηκαν οι προϋποθέσεις της διαδικασίας παροχής και καταπτώσεως της εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου προς τις Εμπορικές Τράπεζες για τα παρεχόμενα από 1.5.1978 δάνεια προς χρηματοδότηση της βιοτεχνίας, με τους όρους και τις προϋποθέσεις της 197/1978 απόφασης της Νομισματικής Επιτροπής που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 588/1948 και του Ν. 400/1976 (άρθρο 6 αυτού) και έχει ισχύ νόμου.
Στο κεφάλαιο III αρ. 2 της Υπουργικής απόφασης ορίζεται ότι "Η δανείστρια Τράπεζα, σε περίπτωση καταπτώσεως της εγγυήσεως του Δημοσίου, δικαιούται να ζητήσει, με έγγραφο της, που θα απευθύνεται στο Υπουργείο Οικονομικών - Γενικό Λογιστήριο του Κράτους - Δ/νση 8η εγγυήσεων δανείων και αξιών - Τμήμα Β (ήδη Δ/νση 25η) την εξόφληση του κατά τα ανωτέρω οφειλόμενου...".
Στο ίδιο κεφάλαιο III αριθ. 3 της ίδιας Υπουργικής απόφασης διαλαμβάνονται τα στοιχεία που πρέπει να αναφέρονται στο πιο πάνω έγγραφο το οποίο, όπως ορίζεται στην τελευταία παράγραφο του ίδιου αριθμού, "θα κοινοποιηθεί στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο μετά βεβαιωτικής, σε τρία αντίτυπα, καταστάσεως και θα αποτελεί τίτλο για τη βεβαίωση της εγγυημένης και μη εγγυημένης απαιτήσεως της δανείστριας Τράπεζας", ενώ στον αριθμό 4 ορίζονται τα συναποστελλόμενα με το έγγραφο αυτό λοιπά έγγραφα τόσο στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους όσο και στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο.
Έτσι, στο αρμόδιο Δημόσιο Ταμείο συναποστέλλονται, μεταξύ άλλων, "Βεβαιωτική κατάσταση σε τρία αντίτυπα", καθώς και πλήρης ο φάκελος του δανείου σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση της Νομισματικής Επιτροπής, για τη συνέχιση κάθε νόμιμης ενέργειας κατά της οφειλέτιδας βιοτεχνικής επιχειρήσεως και των λοιπών ενδεχομένως συνυποχρέων προς είσπραξη του ανεξόφλητου υπολοίπου του δανείου (εγγυημένου και μη).
Τα Δημόσια Ταμεία στα οποία κοινοποιείται η απόφαση αυτή, μόλις λάβουν, από τις τράπεζες, την ανωτέρω κατάσταση θα προβαίνουν αμέσως στη βεβαίωση, σε βάρος της οφειλέτιδας βιοτεχνίας, του συνόλου της οφειλής κατά τον εν συνεχεία λεπτομερώς αναφερόμενο τρόπο. Περαιτέρω, στην 2064537/14707/ 0025/25.10.1991 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ 925/τ.
Β/11.11.1991), ορίζεται, ότι με το έγγραφο με το οποίο θα απευθύνεται η Τράπεζα στο Γ.Λ.Κ. θα υποβάλλονται οπωσδήποτε η δανειακή σύμβαση και οι τυχόν πρόσθετες αυτής πράξεις, η πράξη εξειδίκευσης της εγγύησης, το αντίγραφο της τριπλότυπης περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης που επιστρέφεται θεωρημένο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., αναλυτική κατάσταση στην οποία να φαίνεται όλη η κίνηση του δανείου (χρεώσεις πιστώσεις) από τη χορήγηση του δανείου μέχρι την ημέρα αποστολής για βεβαίωση στην αρμόδια Δ.Ο.Υ, καθώς και ανακεφαλαιωτική κατάσταση υπολογισμού των τελικά ανεξόφλητων απαιτήσεών της.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τ` ακόλουθα: "Στις 17-7-2011 ο ανακόπτων έλαβε την με αρ. πρωτ. 11273/5403/2011 προ κατάσχεσης ατομική ειδοποίηση της ΔΟΥ Α' Πειραιώς περί ληξιπροθέσμων χρεών, με την οποία εκαλείτο να τακτοποιήσει οφειλή ύψους 50.338,36 ευρώ, στο καθού Ελληνικό Δημόσιο, συντιθέμενη από κεφάλαιο ύψους 16.780,55 ευρώ και από προσαυξήσεις ποσού 33.557,81 ευρώ.
Ειδικότερα, ο ανακόπτων εκλήθη να καταβάλει το άνω ποσό δυνάμει, α) της 310/1997 πράξης ταμειακής βεβαίωσης, η οποία εκδόθηκε για ποσό 5.710.375 δραχμών (ήδη 16.758,25 ευρώ), βάσει της τριπλότυπης περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης φόρου που κατήρτισαν οι αρμόδιοι υπάλληλοι του Β τμήματος της 25ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους στις 21-3-1997 και απέστειλαν στην αρμόδια ΔΟΥ με συνημμένο χρηματικό κατάλογο, στον οποίο αναφέρονται όλα τα στοιχεία δηλαδή αιτιολογία, ποσά καταβολής, υπόλοιπα προς εξόφληση κλπ, β) της 103/17-2-1998 πράξης ταμειακής βεβαίωσης, η οποία εκδόθηκε για ποσό 253.547 δραχμών (ήδη 744,09 ευρώ), βάσει της από 24-10-1997 τριπλότυπης περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης φόρου μη αναφερομένου οικονομικού έτους, που οι αρμόδιοι υπάλληλοι του Β' τμήματος της 25ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους κατάρτισαν και απέστειλαν προς τη ΔΟΥ Β Πειραιώς, με συνημμένο κατάλογο οικονομικού έτους μη αναφερομένου.
Και στις δύο ως άνω καταστάσεις αναφέρεται ότι ο χρηματικός κατάλογος αφορά την οφειλέτιδα εταιρία με την επωνυμία "Ε. Σ. και ΣΙΑ" και αναγράφονται τα βεβαιωμένα υπέρ Δημοσίου ποσά. Ωστόσο, στην μεν πρώτη από τις ως άνω καταστάσεις, ως ποσά βεβαιούμενα υπέρ Δημοσίου Λογ. Νο 555 (ΚΑΧΚΕΕΔ) αναγράφονται τα εξής σε δραχμές: 1) κεφάλαιο 1.473.927, 2) τόκοι και έξοδα 2.191.587, 3) προμήθεια Υ/Δημοσίου 18.388, 4) 1/2 διαφοράς τόκων Υ/Δημοσίου 5.376 ΣΥΝΟΛΟ 3.689.278 δρχ.
και στις επόμενες στήλες τα βεβαιούμενα υπέρ της Τράπεζας ποσά, ήτοι αυτό του κεφαλαίου από 982.618 δρχ. και των τόκων μετά των εξόδων από 1.038.479 δραχμές, ακολουθούν δε τα γενικά σύνολα. Στη δεύτερη από τις άνω καταστάσεις αναγράφεται το βεβαιούμενο υπέρ της τράπεζας ποσό από 253.547 δραχμές για τόκους και έξοδα.
Στις 17-2-1998 ο αρμόδιος υπάλληλος της ΔΟΥ, συμπλήρωσε και υπέγραψε έντυπη βεβαίωση τυπωμένη στο κάτω μέρος των τριπλοτύπων καταστάσεων, οι οποίες έχουν το εξής περιεχόμενο: "Βεβαιώνουμε την παραλαβή του ανωτέρω χρηματικού καταλόγου και τη βεβαίωσή του με την καταχώρισή του στο βιβλίο βεβαίωσης της ΔΟΥ, με αριθμό 310 η πρώτη και 102 η δεύτερη και για το ποσό των δραχμών 5.710.375 η πρώτη και 253.547.
Ο υπάλληλος που βεβαίωσε...". Οι ανωτέρω τριπλότυπες καταστάσεις φέρουν τον τίτλο περιληπτικές καταστάσεις βεβαιώσεως φόρου, και έχουν αντίστοιχα το εξής περιεχόμενο: 1) Χρηματικός κατάλογος οφειλών με αριθμό 1630/27-2-1997 από δάνειο βιοτεχνικό οικ. έτους 1997 ΕΣΟΔΑ ΕΚΤΟΣ ΠΡΟΥΠΟΑΟΓΙΣΜΟΥ Ποσά για βεβαίωση 2.021.097 δραχμές με ΚΑΕ 42001 και 3.689.278 με ΚΑΕ 43040, τα ίδια δε ποσά αναφέρονται και στη στήλη ποσά που βεβαιώθηκαν και 2) Χρηματικός κατάλογος οφειλών με αριθμό …/22- 12-1997 από δάνειο βιοτεχνικό οικ.
έτους 1998 ΕΣΟΔΑ ΕΚΤΟΣ ΠΡΟΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ Ποσά για βεβαίωση 253.547 δραχμές με ΚΑΕ …. Τέλος, στις προσβαλλόμενες με αριθμούς …/26-11-…και …/22-10-1999 καταλογιστικές πράξεις, που αφορούν, κατά τους ισχυρισμούς του καθού, σε έξοδα διοικητικής εκτέλεσης, που βεβαιώθηκαν ταμειακά οίκοθεν, σύμφωνα με τις συνημμένες στις από 21-11-1997 και από 22-10-1999 τριπλότυπες καταστάσεις βεβαιώσεις εσόδων, τελών και δικαιωμάτων, επίσης δεν εξειδικεύονται ούτε αιτιολογούνται τα οφειλόμενα ποσά, που έχουν βεβαιωθεί με τον ίδιο ως άνω τρόπο.
Έτσι, από το περιεχόμενο όλων των ανωτέρω εγγράφων, τα οποία περιγράφονται ως προς το ουσιώδες τμήμα τους, δεν προκύπτει αναλυτικός προσδιορισμός των εισπρακτέων ποσών και του είδους, ούτε η αιτία για την οποία οφείλεται το κάθε ποσό. Η γενική αναφορά "Χρηματικός κατάλογος οφειλών από δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου" δεν μπορεί να αξιολογηθεί ως ακριβής αναφορά της αιτίας της οφειλής, η οποία να μπορεί να καταστήσει δυνατό το δικαστικό έλεγχο της οφειλής, εφόσον αμφισβητείται εν προκειμένω αυτή.
Συνεπώς, οι προσβαλλόμενες πράξεις περιέχουν ελλιπή αιτιολογία και πάσχουν από αοριστία, όπως παραπονείται βάσιμα ο ανακόπτων με το δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής του... Μόνη η αναγραφή της αιτιολογίας, δάνειο με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, δεν καθιστά πλήρως κατανοητή την αιτία της οφειλής, διότι αποτελεί τυποποιημένο όρο του σχετικού εντύπου, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά σε στοιχεία της ταυτότητας και των ουσιωδών όρων των επίδικων δανειακών συμβάσεων. Η εξειδίκευση των οφειλομένων ποσών, από το τραπεζικό δάνειο, αν αυτή προκύπτει από έγγραφα της δανείστριας τράπεζας, αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της νομιμότητας του τίτλου και τα σχετικά έγγραφα της τράπεζας προφανώς δεν αποτελούν εσωτερικά της Διοίκησης έγγραφα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το καθού.
Συνεπώς, οι προσβαλλόμενες πράξεις, (οι οποίες μάλιστα δεν προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ότι κοινοποιήθηκαν στην οφειλέτιδα) πάσχουν αφενός αοριστίας και αφετέρου ως προς τον χαρακτήρα των οφειλών ως εκκαθαρισμένων, όπως παραπονείται βάσιμα ο ανακόπτων με τον λόγο της ένδικης ανακοπής του...".
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την ανακοπή του τελευταίου και ακύρωσε τις προσβαλλόμενες πράξεις ταμειακής βεβαίωσης ως αόριστες, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 ΚΕΔΕ, αναφορικά με την έννοια του νόμιμου τίτλου, την οποία περιόρισε, αποκλειστικά, στις ταμειακές βεβαιώσεις και τους χρηματικούς καταλόγους, στα οποία και μόνον αναζήτησε, για το ορισμένο του νόμιμου τίτλου, τα προσδιοριστικά της επίδικης οφειλής στοιχεία.
Ειδικότερα, με βάση τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και προκείμενης περιπτώσεως οφειλής από κατάπτωση εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου από βιοτεχνικό δάνειο, που έλαβε από την Εθνική Τράπεζα η εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Σ. και Σια ΟΕ", ομόρρυθμο μέλος της οποίαν ήταν ο αναιρεσίβλητος και υπό την ιδιότητά του αυτή ευθυνόταν στην καταβολή της επίδικης οφειλής, το νόμιμο τίτλο συγκροτούσαν τα αποστελλόμενα στην αρμόδια Δ.Ο.Υ από τους αρμοδίους υπαλλήλους του Β' τμήματος της 25ης Διεύθυνσης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους έγγραφα από το φάκελο δανείων της ως άνω Τράπεζας με τις αναλυτικές καταστάσεις οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, την πράξη εξειδίκευσης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, την ανάλυση της κίνησης του λογαριασμού που τηρήθηκε με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης, με βάση τα οποία ζητήθηκε η βεβαίωση του εισπρακτέου ποσού.
Συνεπώς, βασίμως μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη το αναιρεσείον για την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το σχετικό μέρος του πρώτου λόγου της αιτήσεως. Περαιτέρω, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες, εφόσον δεν προσδιορίζεται στην απόφασή του, αν το αναιρεσείον στην κατ` έφεση δίκη προσκόμισε όλα τα συγκροτούντα, κατά τα ανωτέρω, το νόμιμο τίτλο έγγραφα, ώστε να παρέχεται στον μεν οφειλέτη η δυνατότητα αμφισβήτησης της οφειλής του στη σχετική δίκη, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητάς της. Επομένως, βασίμως επίσης μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη το αναιρεσείον και για την πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το δεύτερο μέρος του αυτού πρώτου λόγου της αιτήσεως, κατ'ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της.
Κατ` ακολουθία των προαναφερομένων και αφού η αναιρετική εμβέλεια των ανωτέρω κριθέντων βασίμων αναιρετικών λόγων καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών λόγων της αιτήσεως, πρέπει, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο ίδιο Εφετείο, εφ` όσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστή άλλον, εκτός εκείνον που δίκασε. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 797/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από δικαστή άλλον, εκτός εκείνον που δίκασε.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, 2 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ