Supreme Court dismisses OSDE's appeal against the lower court's liability ruling in a railway accident case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the OSDE's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding liability for a railway accident. The appellants argued that the lower court failed to consider specific police reports and technical findings regarding the collision. The court ruled that the lower court had properly evaluated all evidence, including the police file and expert reports, and correctly applied the principles of contributory negligence. Consequently, the appeal was rejected, the costs were shifted to OSDE, and the original liability finding stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; Article 300 of the Civil Code: An appeal is inadmissible if the lower court has provided sufficient and non-contradictory reasoning regarding the application of substantive law and the assessment of evidence, even when the appellant claims the court overlooked specific documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1768 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1768/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κυπριώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. χήρας Α. Κ., το γένος Δ. Κ., ατομικά και ως έχουσας την γονική μέριμνα της ανήλικης κόρης της Α. Κ. του Α. και 2. Χ. Κ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γιαννήλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-10-2004 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5924/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 3130/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 20-7-2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 5-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α'Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Κατά τον αριθμό 19 του ιδίου άρθρου: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297,298, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία.
Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει καθόλου αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει ιδίως, όταν ο υπαίτιος με ενέργειές του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους.
Ο αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν το επιζήμιο γεγονός, κατά τον χρόνο και με τους όρους που έλαβε χώραν, ήταν ικανό, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και χωρίς την μεσολάβηση άλλου περιστατικού, να επιφέρει τη βλάβη που έγινε. Το αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παραβάσεως ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που διαπιστώθηκαν στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 8 παρ.1 και 2, 10 παρ.1 και 5, 26 παρ.5 περ. δ' του Ν 2094/1992 (ΚΟΚ), που εφαρμόζεται στην συγκεκριμένη περίπτωση, προκύπτει: Ότι στις σιδηροδρομικές διαβάσεις τοποθετούνται, κατά περίπτωση, οι πινακίδες αναγγελίας κινδύνου Κ-31 ή Κ-32, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, ότι στις ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις, χωρίς κινητά φράγματα, η φωτεινή σηματοδότηση τοποθετείται πλησίον και προ της διάβασης και επί του αυτού ιστού η πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας Ρ-2 σε συνδυασμό με τις πινακίδες Κ-36 ή Κ-37, ότι η κατακόρυφη και οριζόντια σήμανση των οδών εκτελείται μόνο κατόπιν σχετικής μελέτης.
Αρμόδιοι φορείς για την εκπόνηση ή έγκριση μελετών εφαρμογής που αφορούν την κατακόρυφη και οριζόντια σήμανση των οδών (πινακίδες και διαγραμμίσεις) και για την εγκατάσταση και συντήρηση της σήμανσης αυτής είναι είτε η Γενική Γραμματεία Δημόσιων Έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, είτε οι δήμοι και κοινότητες που τις συντηρούν, κατά περίπτωση.
Οι αρμόδιες υπηρεσίες των φορέων αυτών έχουν την υποχρέωση της υλοποίησης, σε εύλογο χρονικό διάστημα και των σχετικών αστυνομικών αποφάσεων. Ότι για την μελέτη, εγκατάσταση και συντήρηση των κάθε είδους σηματοδοτών, ηχητικών συσκευών ή κινητών φραγμάτων στις ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις, αρμόδιες είναι οι υπηρεσίες του φορέα εκμετάλλευσης και ότι τα σιδηροδρομικά ή τροχιοδρομικά οχήματα έχουν προτεραιότητα.
Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Ν.ΑΡΟ/1884 "περί ασφαλείας και αστυνομίας των σιδηροδρόμων", "η Κυβέρνησις δικαιούται δια διαταγμάτων ή δια διοικητικών κανονισμών, κεκυρωμένων υπό του υπουργού των Εσωτερικών, να κανονίζη περί πάσης διατάξεως, αφορώσης εις την αστυνομίαν, την ασφάλειαν και την εν γένει χρήσιν και διοίκησιν των σιδηροδρόμων", ενώ κατά το άρθρο 3 του ΒΔ 30 Νοεμ.1911/1 Φεβρ. 1912 "περί ασφαλείας και εκμεταλλεύσεως των σιδηροδρόμων", που εκδόθηκε σε εκτέλεση του προαναφερόμενου νόμου: "Εις πάντα τα μέρη, εις ά ο σιδηρόδρομος διασταυρούται ισοπέδως μετά οδού τίνος, εγκαθίστανται κινητοί φράκται, εκτός των αναγκαίων εξαιρέσεων, ας δι' αποφάσεως δύναται να επιτρέψη ο Υπουργός των Εσωτερικών.
Ο τρόπος, η φύλαξις και αι διατάξεις της υπηρεσίας των κινητών φρακτών κανονίζονται υπό του Υπουργού των Εσωτερικών, τη προτάσει των Εταιρειών. Οπόταν ο Υπουργός των Εσωτερικών επιτρέψη την ισόπεδον διάβασιν δια του σιδηροδρόμου εις τροχιόδρομον, ή ετέραν σιδηροδρομικήν γραμμήν, αποφασίζει αφού ακούση τας περί ων ο λόγος Εταιρείας, περί των εφαρμοστέων τεχνικών διατάξεων δια την εγκατάστασιν και χρήσιν των διατάξεων αυτών".
Κατά το άρθρο 3 του από 19-7-1928 δ/τος περί του ελέγχου επί των ΣΕΚ, "εις άπαντα τα μέρη εις α ο σιδηρόδρομος διασταυρούται ισοπέδως μετά οδού τίνος, εγκαθίστανται κινητοί φράκται, εκτός των αναγκαίων εξαιρέσεων, ας δι' αποφάσεως, μπορεί να επιτρέψη ο Υπουργός των Εσωτερικών. Ο τρόπος, η φύλαξις και αι διατάξεις της υπηρεσίας των κινητών φρακτών κανονίζονται υπό του Υπουργού της Συγκοινωνίας τη προτάσει των ΣΕΚ.
Οπόταν ο Υπουργός της Συγκοινωνίας επιτρέψη την ισόπεδον διάβασιν δια του σιδηροδρόμου εις τροχιόδρομον, ή ετέραν σιδηροδρομικήν γραμμήν, αποφασίζει, αφού ακούσει τους ΣΕΚ περί των εφαρμοστέων τεχνικών διατάξεων δια την εγκατάστασιν και χρήσιν των διαβάσεων αυτών". Κατά το άρθρο 25 § 1 Ν.Δ. 4/1935 "Περί διοικήσεως των Σιδηροδρόμων του Ελληνικού Κράτους": "Οι Σ.Ε.Κ.
ουδεμίαν υπέχουσιν αστικήν ευθύνην, το δε προσωπικόν αυτών ποινικήν τοιαύτην, εν περιπτώσει δυστυχήματος συμβάντος εν τη εκμεταλλεύσει και εις παντός είδους εγκαταστάσεις αυτών ή και επί ελευθέρας γραμμής εις πρόσωπα ή πράγματα εφ'όσον τα γεγονότα τούτα οφείλονται εις υπαιτιότητα των παθόντων ή των κυρίων των πραγμάτων ως και της παραβάσεως των περί ασφαλείας των Σιδηροδρομικών Νόμων ή Διαταγμάτων, ή των εν ισχύϊ παντός είδους Κανονισμών".
Από τις παραπάνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι η Δημόσια Επιχείρηση με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος." (Ο.Σ.Ε) οφείλει να τοποθετήσει σ' όλες τις ισόπεδες σιδηροδρομικές διαβάσεις κινητά φράγματα και επίσης να σημάνει ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση, χωρίς κινητά φράγματα, με φωτεινή σηματοδότηση τοποθετούμενη πλησίον και προ της διάβασης και επί του αυτού ιστού να τοποθετήσει πινακίδα υποχρεωτικής διακοπής πορείας (Ρ-2) σε συνδυασμό με τις πινακίδες Κ-36 ή Κ-37 (Α.Π.35/2010, Α.Π. 427/2008, Α.Π. 219/2006).
Τέλος, κατά το άρθρο 2 Α.Κ.: "Ο νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική δύναμη και διατηρεί την ισχύ του εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά". Παρά ταύτα, δεν υπάρχει στο Σύνταγμα γενική απαγόρευση αναδρομικότητας του νόμου (Ολ ΑΠ 1067/1979), αρκεί να μην παραβιάζονται το άρθρο 4 παρ. 1 περί ισότητας και το άρθρο 17 του Συντάγματος περί προστασίας της ιδιοκτησίας (Ολ.
ΑΠ 4 και 7/90). Κατά την παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος: "Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο ...". Στην έννοια της ιδιοκτησίας, κατά την ορθή ερμηνεία της διάταξης αυτής, σύμφωνη και προς το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, πρέπει να νοηθεί ότι περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Α.Π.541/2011).
Η διάταξη του άρθρου 2 Α.Κ. αναφέρεται στην γνήσια αναδρομή, η οποία συντρέχει όταν ο νόμος ρυθμίζει έννομες σχέσεις ή συνέπειες, που γεννήθηκαν ή επήλθαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής του και δεν αφορά τη μη γνήσια αναδρομή, η οποία υπάρχει όταν ο νέος νόμος ρυθμίζει (τροποποιεί ή καταργεί) έννομες συνέπειες, που γεννήθηκαν μετά την έναρξη της εφαρμογής του, αλλά πηγάζουν από έννομες σχέσεις ή καταστάσεις προϋφιστάμενες του νόμου, οπότε δεν πρόκειται πράγματι για αναδρομή (ΑΠ 562/2009).
Εξάλλου, με το άρθρο 25 § 2 Ν. 3542/2007 προστέθηκε στο άρθρο 27 Ν. 2696/1999 ("ΚΩΔΙΚΑΣ ΟΔΙΚΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ") παράγραφος με τον αριθμό 3, η ισχύς της οποίας αρχίζει τρείς μήνες μετά την δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και η οποία έχει ως εξής: "Η έλλειψη ηχοφωτεινής σηματοδότησης ή κινητών φραγμάτων σε ισόπεδη σιδηροδρομική διάβαση ή προσώπου ρυθμίζοντος της σε αυτήν κυκλοφορία, ουδεμία συνεπάγεται αστική ή ποινική ευθύνη για τις σιδηροδρομικές επιχειρήσεις και το προσωπικό τους, για οποιοδήποτε ατύχημα το οποίο μπορεί να συμβεί στην αφύλακτη σιδηροδρομική διάβαση, εφόσον αυτό οφείλεται στη μη τήρηση των σχετικών διατάξεων του παρόντος Κώδικα ή άλλου νόμου από αυτούς που επιχειρούν να διέλθουν από τη διάβαση αυτή".
Από το κείμενο της διατάξεως προκύπτει, ότι αυτή δεν έχει αναδρομική ισχύ και επομένως οι έννομες σχέσεις ή συνέπειες, οι οποίες αντιστοίχως γεννήθηκαν ή επήλθαν πριν από την έναρξη της ισχύος της, συνεπεία ατυχήματος το οποίο συνέβη σε αφύλακτη σιδηροδρομική διάβαση, δεν ρυθμίζονται από την εν λόγω διάταξη.
Το Εφετείο, το οποίο ερεύνησε την παρούσα υπόθεση, η οποία αφορά αγωγή αποζημιώσεως λόγω θανατηφόρου ατυχήματος το οποίο συνέβη από σύγκρουση αμαξοστοιχίας του Ο.Σ.Ε. με Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, όσον αφορά την υπαιτιότητα για το ατύχημα, η οποία ενδιαφέρει εν προκειμένω, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ηλικίας 42 ετών Α.
Κ., σύζυγος της πρώτης εναγούσης και πατέρας των λοιπών δύο εναγουσών, που γεννήθηκαν αντίστοιχα στις 11-5-1993 και 6-3-1997 και ως ανήλικες εκπροσωπούνται από την μητέρα τους, πρώτη από αυτές που έχει την γονική τους μέριμνα, ήδη εκκαλούσες, στις 20-4-2004 και περί ώρα 20.23', οδηγώντας το με αριθμό ... αυτοκίνητό του εκινείτο σε αγροτική οδό, διπλής κατευθύνσεως με συνολικό πλάτος 7,80 μέτρων και με κατεύθυνση προς τις Φέρες Έβρου όπου κατοικεί.
Η οδός διασταυρώνεται με μονή σιδηροδρομική γραμμή, στο 27+934 χιλιομετρικό σημείο της γραμμής Φερών-Αλεξανδρούπολης, όπου υπάρχει ισόπεδη αφύλακτη διάβαση. Πριν από την διασταύρωση, δεξιά σε σχέση με την πορεία του οδηγού υπάρχει πινακίδα ρυθμιστική της κυκλοφορίας (Ρ-2), δηλαδή πινακίδα περί υποχρεωτικής διακοπής της πορείας (ΣΤΟΠ), η οποία ήταν ξεθωριασμένη αλλά διακριτή, ενώ αριστερά σε σχέση με την πορεία του και σε απόσταση περίπου πέντε μέτρων πριν από την σιδηροδρομική γραμμή, υπάρχουν δύο πινακίδες αναγγελίας κινδύνου Κ-32 και Κ-36, δηλαδή περί κινδύνου λόγω ισόπεδης σιδηροδρομικής διάβασης χωρίς κινητά φράγματα και περί κινδύνου λόγω άμεσης γειτονίας με τέτοια διάβαση χωρίς κινητά φράγματα μονής σιδηροδρομικής γραμμής αντίστοιχα.
Η ορατότητα για τον οδηγό εκατέρωθεν της διασταύρωσης είναι ανεμπόδιστη σε μεγάλη απόσταση. Την ίδια ώρα επί της σιδηροδρομικής γραμμής η οποία ανήκει στην κυριότητα και εκμετάλλευση της εναγομένης εταιρείας ΟΣΕ ΑΕ, ήδη εφεσίβλητης, εκινείτο η με αριθμό 75 επιβατική αμαξοστοιχία INTERCITY, ερχόμενη από δεξιά σε σχέση με την πορεία του οδηγού, εκτελώντας το τακτικό δρομολόγιο Δικαίων Έβρου-Αθηνών, οδηγούμενη από τον μηχανοδηγό, υπάλληλο της εναγομένης Χ.
Δ.. Η αμαξοστοιχία είχε ξεκινήσει, περί ώρα 20.22', από το σταθμό Φερών που απέχει περίπου 566 μέτρα από τη διάβαση και είχε αναπτύξει ταχύτητα 61 χιλιομέτρων ανά ώρα, χωρίς ακόμη να έχει προλάβει να αναπτύξει την μέγιστη δρομολογιακή ταχύτητα των 85 χιλιομέτρων. Πλησιάζοντας την διάβαση ο μηχανοδηγός αντιλαμβάνεται τον οδηγό να επιχειρεί να διασχίσει την διασταύρωση με μεγάλη ταχύτητα.
Αμέσως ενεργεί πέδηση και συγχρόνως χρησιμοποιεί παρατεταμένο σφύριγμα με τα ηχητικά όργανα για να προειδοποιήσει τον οδηγό. Πλην όμως ο τελευταίος, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι προλαβαίνει να περάσει εισήλθε στη διασταύρωση, με αποτέλεσμα η αμαξοστοιχία, η πορεία της οποίας δεν ανακόπηκε με την πέδηση λόγω της μικρής απόστασης που μεσολαβούσε από την έναρξή της μέχρι την διασταύρωση, να κτυπήσει το αυτοκίνητο στη δεξιά πλευρά του και να το παρασύρει σε απόσταση 100 περίπου μέτρων.
Από τα τραύματα που υπέστη κατά την σύγκρουση ο σύζυγος και πατέρας των εναγουσών, επήλθε αμέσως ο θάνατος του. Σύμφωνα με τα περιστατικά αυτά η εναγομένη εταιρεία είναι υπαίτια του αποτελέσματος αυτού επειδή προκειμένης αφύλακτης ισόπεδης σιδηροδρομικής διάβασης στην οποία δεν είχε τοποθετήσει κινητούς φράκτες, κρίνοντας τούτο ως μη αναγκαίο κατά τους ισχυρισμούς της, ενόψει του ότι πρόκειται περί διάβασης διασταυρούμενης με κοινοτική-αγροτική οδό, χωρίς ιδιαίτερα μεγάλη κίνηση, εν τούτοις ως φορέας της εκμετάλλευσης του σιδηροδρόμου, από αμέλεια των αρμοδίων οργάνων της, δεν φρόντισε να λάβει άλλα κατάλληλα τεχνικά μέσα προειδοποίησης των χρησιμοποιούντων την οδό οδηγών ότι πλησιάζει αμαξοστοιχία και δη να τοποθετήσει αυτόματους φωτεινούς και ηχητικούς σηματοδότες προειδοποίησης έλευσης της αμαξοστοιχίας, στον ίδιο ιστό μάλιστα με το σήμα υποχρεωτικής διακοπής της πορείας (ΣΤΟΠ), όπως ήταν υποχρεωμένη να πράξει από τους νομικούς κανόνες που αναφέρθηκαν στην μείζονα σκέψη και όπως θα έπραττε ο μέσος συνετός- και επιμελής συναλλασσόμενος υπό τις ίδιες συνθήκες, ενόψει μάλιστα του ότι είχε και πάλι συμβεί παρόμοιο ατύχημα στο ίδιο σημείο, όπως τόσο ο μάρτυρας απόδειξης όσο και ο μάρτυρας ανταπόδειξης καταθέτουν.
Αν υπήρχαν κινητοί φράκτες που να εμποδίζουν την διέλευση ή έστω επαρκής αποτρεπτικός της διέλευσης μηχανισμός, με το άναμμα των αυτόματων φωτεινών και ηχητικών σηματοδοτών, πλέον της κατά τον ΚΟΚ σήμανσης, ο παθών δεν θα επιχειρούσε να εισέλθει στην διάβαση πιστεύοντας ότι προλαβαίνει να περάσει ασφαλώς και το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί.
Αντίθετα καμία υπαιτιότητα δεν βαρύνει τον προστηθέντα από την εναγομένη μηχανοδηγό ο οποίος οδηγούσε την αμαξοστοιχία με χαμηλή ταχύτητα, έχοντας μόλις ξεκινήσει από τον σταθμό για κανονισμένο δρομολόγιο και προέβη σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες, αφενός για να προειδοποιήσει τον οδηγό ώστε να μην επιχειρήσει να διασχίσει την διάβαση κάνοντας ευρεία χρήση των ηχητικών οργάνων και αφετέρου για να αποτρέψει την σύγκρουση ενεργώντας ακαριαία πέδηση, πλην όμως απέτυχε επειδή ο μεν οδηγός αγνόησε την προειδοποίηση, η αμαξοστοιχία δε δεν σταμάτησε λόγω της μικρής απόστασης που υπήρχε αφότου άρχισε η τροχοπέδηση μέχρι την διάβαση.
Υπαιτιότητα όμως φέρει κυρίως και ο ίδιος ο παθών, ο οποίος από αμέλεια δεν οδηγούσε με σύνεση σταματώντας προ της διάβασης, αναμένοντας την διέλευση της αμαξοστοιχίας και παραχωρώντας σ' αυτή προτεραιότητα, δεδομένου ότι ως μόνιμος κάτοικος της περιοχής, αλλά κυρίως ως μόνιμος υπάλληλος (εργάτης γραμμής Α') της εναγομένης εταιρείας από το έτος 1988, ήταν γνώστης της περιοχής, της οδού όπου εκινείτο και της ισόπεδης αφύλακτης σιδηροδρομικής διάβασης, είχε δε πλήρη ορατότητα προς την πλευρά από όπου ερχόταν η αμαξοστοιχία, την είδε να πλησιάζει και υπολόγισε εσφαλμένα ότι προλαβαίνει να περάσει.
Εκτός όμως από την γνώση του αυτή, είχε την ίδια υποχρέωση συμμορφούμενος στο σήμα ΣΤΟΠ, περί υποχρεωτικής διακοπής της πορείας του, το οποίο σήμα παρότι ξεθωριασμένο ήταν διακριτό και γνωστό σ' αυτόν, αλλά λαβαίνοντας υπόψη του και τα άλλα δύο σήματα προειδοποίησης κινδύνου εν όψει αφύλακτης ισόπεδης διάβασης χωρίς κινητούς φράκτες, τα οποία σήματα παρότι δεν ήταν εγκατεστημένα δεξιά σε σχέση με την πορεία του ήταν πλήρως εμφανή σ' αυτόν, όπως η υποχρέωσή του αυτή επιβάλλεται από τους νομικούς κανόνες που διέπουν την κίνηση οχημάτων στις οδούς (άρθρα 4 παρ.2-3, 12 παρ. 1 και 27 παρ.1α'-β' του ΚΟΚ) και όπως θα έπραττε υπό τις ίδιες συνθήκες ο μέσος συνετός και επιμελής οδηγός.
Το ποσοστό δε συνυπαιτιότητας που τον βαρύνει ανέρχεται σε 70%, κατόπιν αποδοχής ως ουσιαστικά βάσιμης κατά ένα μέρος της ενστάσεως της εναγομένης, από το άρθρο 300 ΑΚ, περί συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος στη ζημία...". Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο: 1) Δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ορθώς, σύμφωνα με όσα εξετέθησαν ανωτέρω, δεν εφάρμοσε το άρθρο 27 § 3 Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), επειδή το ατύχημα συνέβη την 20-4-2003 και από τότε γεννήθηκαν οι συνέπειές του, δηλαδή η αξίωση των εναγουσών για αποζημίωση, ενώ το εν λόγω άρθρο δεν έχει αναδρομική δύναμη και η ισχύς του άρχισε την 2-6-2007.
Και 2) δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. , καθόσον ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις λοιπές αναφερθείσες ανωτέρω διατάξεις, διέλαβε δε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, όσον αφορά ειδικότερα την συνυπαιτιότητα της αναιρεσειούσης στην επέλευση της συγκρούσεως της αμαξοστοιχίας της με το Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο του συζύγου και πατρός των αναιρεσιβλήτων σε αφύλακτη σιδηροδρομική διάβαση. Επομένως, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11γ'Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο έλαβε υπ'όψιν τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, ενώ μόνον το γεγονός ότι δεν έγινε ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάποιου αποδεικτικού μέσου, δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφόσον από το περιεχόμενο της αποφάσεως συνάγεται, ότι έχει ληφθεί τούτο υπ'όψιν από το δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ'Κ.Πολ.Δ., επειδή δεν έλαβε υπ' όψιν του τα με επίκληση προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα έγγραφα και ειδικότερα: α) την υπ' αριθ. ΕΓ 2-03/77 διάταξη του Εισαγγελέως Πρωτ/κών Αλεξανδρουπόλεως και την σύμφωνη γνώμη του Εισαγγελέως Εφετών Θράκης, με τις οποίες τέθηκε στο αρχείο, κατ' άρθρον 43 Κ.Ποιν.Δ., η λόγω του ατυχήματος σχηματισθείσα σχετική ποινική δικογραφία με ΑΒΜ Β03/368 και β) το υπ' αριθ. πρωτ. 1595184/26-6-2003 πόρισμα περί της ερεύνης των συνθηκών και αιτίων του ατυχήματος, το οποίο συνετάγη από τους ειδικούς εμπειρογνώμονες, επιθεωρητές και μηχανικούς του Ο.Σ.Ε. Από την σχετική όμως βεβαίωση του Εφετείου σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι ελήφθησαν υπ' όψιν και συνεκτιμήθηκαν τα ανωτέρω μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση, να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 § 4 Κ.Πολ.Δ. η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-7-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3130/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ