1768/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1768/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 579 § 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο είτε με τις προτάσεις είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Full text
Απόφαση 1768 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1768/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "JASONPHARM ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΜΠΟΡΙΑ ΦΑΡΜΑΚΩΝ ΒΙΟΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ" και τον διακριτικό τίτλο "JASONPHARM Α.Ε.", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Νικόλαο Ξανάλατο και Χαράλαμπο Δημητρίου.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΗ ΓΡΑΜΜΗ Α.Ε", με έδρα τη Χαλκηδόνα Αττικής, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξουσία δικηγόρο της Βικτωρία Τζαμτζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11 Μαρτίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 990/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2185/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 22 Ιουλίου 2010 αίτησή της, με τους με ιδιαίτερο, από 20-12-2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 10 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου κατά το τρίτο σκέλος αυτού και του τρίτου λόγου κατά το δεύτερο σκέλος αυτού του κυρίου δικογράφου και του δεύτερου λόγου του προσθέτου δικογράφου κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσης περιεχόμενο αυτών και την απόρριψη των λοιπών της 772/22-7-2010 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 240/20-12-2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 2185/29-4-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξουσία της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 772/22.7.2010 αίτηση με τους με ιδιαίτερο, 240/20.12.2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 2185/29.4.2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, Ειδικότερα, με την 34095/2078/12.3.2004 αγωγή της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις αυτής κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, απορρέουσες από τη συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων και χαρακτηριζόμενη ως "σύμβαση παροχής υπηρεσιών". Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, κατά μερική παραδοχή της, η 990/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή των συνεκδικαζομένων (i) 7230/22.7.2008 και (ii) 7056/ 18.7.2008 εφέσεων των διαδίκων, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτών πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 2185/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα-εφεσίβλητη-εναγομένη με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι προβαλλόμενοι με το κύριο και πρόσθετο δικόγραφο αυτής λόγοι αναιρέσεως με βάση τις αμέσως παρακάτω διατυπούμενες κατά κεφάλαιο, για λόγους εξυπηρετικούς της δομής της παρούσης, αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές αυτής.
Α. Κεφάλαιο καταρτίσεως της συμβάσεως:
Οι διάδικες εταιρείες δραστηριοποιούνται, ενεργά και επιχειρηματικά, στον ευρύτερο χώρο της εμπορίας νοσοκομειακών υλικών, φαρμακευτικών σκευασμάτων και συναφών ειδών ιατρικού, παραϊατρικού, νοσοκομειακού και φαρμακευτικού χαρακτήρα, όπως και κάθε, παρεμφερούς είδους και φύσεως, διατιθεμένων στην εγχώρια σχετική αγορά, προϊόντων.
Η ενάγουσα εταιρεία, όμως, είχε μεγαλύτερη, σε σχέση με την εναγομένη, εμπειρία στον χώρο αυτόν, καθώς δραστηριοποιείται σχετικά τουλάχιστον από το έτος 1993 περίπου, ενώ η εναγομένη από το έτος 2003 και εφεξής, η δε, παρακάτω αναφερομένη, άμεση δικαιοπάροχός της από το έτος 1996 περίπου. Επιπλέον, η ενάγουσα εταιρεία, τουλάχιστον κατά το έτος 2000, ήταν εταιρεία κατά πολύ μεγαλύτερου βεληνεκούς, σε σχέση με την εναγομένη, αναφορικά με τις δυνατότητες διεισδύσεως και προωθήσεως στην εγχώρια αγορά νοσοκομειακών υλικών και συναφών φαρμακευτικών προϊόντων, αφού διέθετε όπως και εξακολουθεί να διαθέτει, για τον σκοπό αυτό, εκπαιδευμένο υπαλληλικό προσωπικό, οργανωμένο δίκτυο πωλήσεων σε όλη την Ελλάδα και μεγάλη εμπειρία στην προώθηση των παραπάνω υλικών.
Επίσης, η ενάγουσα, -όπως και η ίδια η εναγομένη όχι μόνο δεν αμφισβητεί, αλλά, ευθέως, παραδέχεται, - διέθετε μεγάλη οικονομική επιφάνεια, μεγαλύτερους τζίρους, περισσότερα κεφάλαια και γι' αυτό αποκόμιζε και μεγάλα κέρδη από την ως άνω επιχειρηματική της δραστηριότητα, που την κατατάσσουν στην ένατη θέση των πιο κερδοφόρων εταιρειών και εμπορικών επιχειρήσεων αυτού του κλάδου.
Η εναγομένη εταιρεία, όπως και η ίδια ουδόλως αμφισβητεί, προήλθε από τη μετατροπή της άμεσης δικαιοπαρόχου της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Χ. και Σία ΟΕ", η οποία ολοκληρώθηκε στις 19-6-2003 και, έκτοτε, λόγω αυτής της μετατροπής, όλο το ενεργητικό, καθώς και όλο το παθητικό της μετατρεπόμενης εταιρείας, μεταφέρθηκαν, συνεπεία εισφοράς, στην εναγομένη εταιρεία, που, χωρίς άλλες, περαιτέρω, διατυπώσεις, ανέλαβε όλες τις έννομες σχέσεις της προαναφερθείσας δικαιοπαρόχου της ομόρρυθμης εταιρείας.
Η εναγομένη, λοιπόν, με τη μορφή της τελευταίας αυτής δικαιοπαρόχου της εταιρείας, δηλαδή της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Χ. Χ. και Σία ΟΕ", είχε την αποκλειστική διανομή, για την Ελλάδα και την Κύπρο, των φαρμακευτικών προϊόντων της αλλοδαπής, εδρεύουσας στις Η.Π.Α. και στην Πολιτεία της Μασαχουσέτης, παραγωγού εταιρείας "GENSYME CORPORATION THERAPEUTICS".
Οι διάδικες, ήδη από το έτος 1997 και, συγκεκριμένα, κυρίως από τον μήνα Νοέμβριο του έτους εκείνου και εφεξής, είχαν συνεργασθεί μεταξύ τους για τα προϊόντα "sepra" της ίδιας παραπάνω παραγωγού αλλοδαπής εταιρείας. Τα προϊόντα αυτά ήσαν τα αναλώσιμα νοσοκομειακά υλικά "Seprafilm" και "Sepramesh". Για τον σκοπό εκείνον, η εναγομένη εταιρεία, ως η μόνη και αποκλειστική για την Ελλάδα διανομέας αμφοτέρων των προαναφερθέντων προϊόντων, αφού στη θέση αυτή είχε περιέλθει με βάση (άτυπη), αρχικά, δηλαδή προφορική και στη συνέχεια (από το έτος 1999) έγγραφη, συμφωνία και σχετική εξουσιοδότηση από την ίδια ως άνω παραγωγό εταιρεία, καθώς και από άλλη αντιπρόσωπό της στην Ευρώπη, τρίτη εταιρεία, προμήθευε στην ενάγουσα και πωλούσε, αποκλειστικά σ' αυτήν, τα παραπάνω προϊόντα.
Η δε ενάγουσα, αφού αγόραζε από την εναγομένη τα προϊόντα αυτά, στη συνέχεια τα μεταπωλούσε, μεριμνώντας, περαιτέρω, με δικές της δαπάνες, έξοδα και χρησιμοποιώντας το δικό της οργανωμένο δίκτυο πωλήσεων, για την προώθηση στην ελληνική επικράτεια των ως άνω νοσοκομειακών υλικών "Seprafilm" και "Sepramesh". Η ενάγουσα, από την αμέσως παραπάνω εμπορική συνεργασία της με την εναγομένη, αποκόμιζε ως κέρδος τη διαφορά της τιμής, που προέκυπτε υπέρ της, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ της τιμής αγοράς των προϊόντων, τα οποία αγόραζε σε χαμηλότερη τιμή από την εναγομένη, και της υψηλότερης τιμής στη μεταπώλησή τους προς τους τρίτους, όπως η τελευταία είχε καθορισθεί από την ίδια.
Έτσι, στα πλαίσια αυτής της ήδη υφισταμένης μεταξύ των διαδίκων εμπορικής συνεργασίας, οι διάδικες ήλθαν σε προφορική μεταξύ τους συμφωνία τον μήνα Μάϊο του έτους 2000 και η ενάγουσα ανέλαβε την προώθηση του απευθυνόμενου για την ίαση νεφροπαθών φαρμάκου "Renagel", του οποίου παραγωγός ήταν η ίδια παραπάνω αλλοδαπή εταιρεία, αποκλειστικός δε διανομέας του, για την Ελλάδα και την Κύπρο, ήταν, κατά παραχώρηση των σχετικών δικαιωμάτων από την παραγωγό εταιρεία, η εναγομένη.
Αυτό το φαρμακευτικό σκεύασμα, μολονότι θεραπευτικά καινοτόμο και με εμπορικό ενδιαφέρον, δεν ήταν, ωστόσο, ευρέως γνωστό στην ελληνική αγορά, καθώς η σχετική με το φάρμακο αυτό κίνηση ήταν μικρή, αφού η συνταγογράφησή του περιοριζόταν, σχεδόν αποκλειστικά, σε ολιγάριθμες ατομικές συνταγές, ενώ δεν είχαν ολοκληρωθεί οι σχετικές διαδικασίες για να δοθεί τιμή διάθεσης του στην Ελλάδα, ούτε είχε κοστολογηθεί από την αρμόδια Επιτροπή Κοστολόγησης Φαρμάκων.
Οι υποχρεώσεις της ενάγουσας για την προώθηση του συγκεκριμένου φαρμάκου ήταν: πραγματοποίηση επισκέψεων σε δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία, κέντρα υγείας και κλινικές, καθώς και, αντίστοιχα, σε ιατρούς, φαρμακαποθήκες, φαρμακοποιούς και φαρμακεία, προκειμένου να ενημερωθούν για το φάρμακο αυτό και τις ιδιότητες του, με την αποστολή σχετικών ενημερωτικών φυλλαδίων, τη σύνταξη μελετών και εντύπων για τη χρήση, τα πλεονεκτήματα και την αποτελεσματικότητα του σκευάσματος σε σχέση με τα ήδη υπάρχοντα σε κυκλοφορία ανταγωνιστικά προϊόντα, την προβολή και διαφήμισή του στα ιατρικά περιοδικά και τις σχετικές ιατρικές εκδόσεις και, τέλος, την εκδήλωση ενδιαφέροντος για ενεργό συμμετοχή σε διοργάνωση και διενέργεια σεμιναρίων, συνεδρίων και συναφών εκδηλώσεων, δια μέσου των, ειδικά προς τούτο, εκπαιδευμένων συνεργατών και υπαλληλικού της προσωπικού, ώστε να προβληθεί, όσο το δυνατόν καλλίτερα, το προϊόν και προωθηθεί αποτελεσματικά στην ελληνική αγορά, με τη διενέργεια και τον συντονισμό ειδικών προγραμμάτων marketing.
Η αμοιβή της ενάγουσας για τις παραπάνω υπηρεσίες της συμφωνήθηκε να καθορισθεί στο ποσό των 43 ευρώ ανά τεμάχιο πωληθέντος από την εναγομένη εταιρεία φαρμάκου της συσκευασίας των 200 καψουλών. Για όσο χρονικό διάστημα το φάρμακο θα συνέχιζε να διατίθεται στην αγορά με ατομικές συνταγές και, εφόσον εξακολουθούσε να μην έχει τιμή διαθέσεως από την Επιτροπή Κοστολόγησης Φαρμάκων, με αναμενόμενη πάντως, τιμή τα 110 ευρώ, η αμοιβή της ενάγουσας θα καθοριζόταν στα 36 ευρώ ανά τεμάχιο, με την αίρεση του οριστικού καθορισμού της τιμής του φαρμάκου από την Επιτροπή Κοστολόγησης Φαρμάκων.
Κατά τον μήνα Ιούλιο του έτους 2000, υπογράφηκε η από 26-7-2000 έγγραφη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία εμπορικής συνεργασίας τους για την "παροχή υπηρεσιών", όπως αναφέρεται στη σύμβαση, που ανέλαβε η ενάγουσα, έναντι της εναγομένης αναφορικά με το ίδιο παραπάνω φάρμακο. Η σύμβαση αυτή των διαδίκων είχε πενταετή χρονική διάρκεια, αφού θα ίσχυε από 26-7-2000 έως 25-7-2005.
Σύμφωνα με την έγγραφη αυτή σύμβαση, η εναγομένη εταιρεία εκχώρησε στην ενάγουσα, κατ' αποκλειστικότητα, το δικαίωμα της προώθησης στην Ελλάδα (αποκλειστικής δηλαδή προώθησης) του φαρμάκου "Renagal", το οποίο παρασκευάζεται από την προαναφερθείσα παραγωγό αλλοδαπή εταιρεία και εφοδιάζεται με το σήμα "Renagal" (άρθρο 1 παρ.1 της παραπάνω συμβάσεως παροχής υπηρεσιών).
Μάλιστα, μεταξύ των διαδίκων, συμφωνήθηκε περαιτέρω ότι η ενάγουσα θα εξακολουθεί να έχει το δικαίωμα προώθησης του φαρμάκου "Renagal" στην Ελλάδα, ακόμη και σε περίπτωση τροποποίησης του ονόματος του σήματος του ανωτέρω φαρμάκου (άρθρο 1 παρ. 2 της παραπάνω συμβάσεως) καθώς και ότι η ενάγουσα έχει το δικαίωμα, όποτε αυτή κρίνει, να αναλάβει η ίδια την αντιπροσώπευση της παρασκευάστριας εταιρείας στην Ελλάδα, ως προς το ίδιο πιο πάνω φάρμακο, με τους ίδιους όρους της παρούσας συμβάσεως, εφόσον η τιμή του φαρμάκου παραμένει σταθερή (άρθρο 2 παρ.3 της παραπάνω συμβάσεως παροχής υπηρεσιών).
Η εναγομένη δεν θα είχε το δικαίωμα να παραχωρήσει ή να εκχωρήσει σε τρίτον το δικαίωμα για διάθεση του φαρμάκου και κάθε μελλοντικής μορφής του, για όσο χρονικό διάστημα ισχύει η παρούσα σύμβαση (άρθρο 3 αρ.1 της παραπάνω συμβάσεως παροχής υπηρεσιών). Σύμφωνα με το άρθρο 4 της ίδιας προαναφερόμενης συμβάσεως, η καταβλητέα από την εναγομένη εταιρεία αμοιβή στην ενάγουσα συμφωνήθηκε, σύμφωνα και με τα προαναφερθέντα, ως εξής:
Όσο το παραπάνω φάρμακο θα διατίθεται στους Έλληνες ασθενείς δια μέσου ατομικών συνταγών ασθενών, η εναγομένη θα καταβάλλει ως αμοιβή στην ενάγουσα το ποσό των 43 ευρώ ανά συσκευασία των 200 κάψουλων που θα πωλείται στην ελληνική επικράτεια. Σε περίπτωση, κατά την οποία το φάρμακο αποκτήσει τιμή διάθεσης από την Επιτροπή Κοστολόγησης Φαρμάκων (αναμενόμενη προς έγκριση τιμή 110 ευρώ), τότε η αμοιβή, που θα καταβάλλεται στην ενάγουσα, θα ανέρχεται στο ποσό των 36 ευρώ ανά συσκευασία των 200 κάψουλων.
Σύμφωνα με το άρθρο 5 της ίδιας, όπως παραπάνω, συμβάσεως, όλες τις απαιτούμενες δαπάνες, για την προώθηση του πιο πάνω φαρμάκου "Renagal", ανέλαβε η ενάγουσα. Κατά το άρθρο 7 της συμβάσεως αυτής, αμφότερα τα συμβληθέντα διάδικα μέρη διατήρησαν το δικαίωμα να καταγγείλουν την ως άνω μεταξύ τους συμβατική σχέση πριν από τη λήξη της, αλλά μόνο για σπουδαίο λόγο.
Τέτοιο σπουδαίο λόγο, όπως προβλέφθηκε από την ίδια τη σύμβαση, θα συνιστούσε η αθέτηση από το έτερο συμβαλλόμενο μέρος ουσιωδών υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη σύμβαση. Στο ίδιο άρθρο σημειώθηκαν, ενδεικτικά, ότι τέτοιος σπουδαίος λόγος για την ενάγουσα ήταν, ιδίως, αθέτηση για τακτική καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής, εκχώρηση του δικαιώματος προώθησης ή διάθεσης του φαρμάκου σε άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο στην Ελλάδα, η διακοπή της παραγωγής του φαρμάκου και λόγοι ανωτέρας βίας, όπως φυσικές καταστροφές κ.λ.π.
Σύμφωνα με το άρθρο 8 της ίδιας παραπάνω συμβάσεως, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως, για οποιονδήποτε λόγο, η εναγομένη δεν θα μπορούσε να προβάλει κάποια απαίτηση αποζημιώσεως, παραιτούμενη από οποιοδήποτε σχετικό δικαίωμα και θα υποχρεούτο να καταβάλει στην ενάγουσα την αμοιβή της για όλες τις υπηρεσίες, τις οποίες η τελευταία παρέσχε στα πλαίσια εκτελέσεως της συμβάσεως πριν από την καταγγελία ή τη, για οποιοδήποτε λόγο, λήξη της.
Σε περίπτωση τακτικής ή έκτακτης καταγγελίας ή λήξης, για οποιοδήποτε λόγο, της ίδιας ως άνω μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, η εναγομένη υποχρεούται να αποζημιώσει την ενάγουσα για όλες τις δαπάνες, στις οποίες η τελευταία προέβη κατά το διάστημα ισχύος της συμβάσεως και οι οποίες έγιναν μέσα στα πλαίσια εκπληρώσεώς της, καθώς, επίσης, να την αποζημιώσει για την πελατεία, που απέκτησε στα πλαίσια εκτελέσεως της συμβάσεως, για τη διεύρυνση των πωλήσεων του φαρμάκου που επέφερε, καθώς και για τη γενικότερη κινητοποίησή της στον ιατρικό χώρο και τη συμβολή της στις πωλήσεις του πιο πάνω φαρμάκου, η οποία (αποζημίωση) ορίστηκε στο ποσό - ποσοστά των 150% επί των πωλήσεων των τελευταίων 12 μηνών, που προηγούνται της λήξεως ή της καταγγελίας της συμβάσεως.
Η ενάγουσα προσκόμισε πρωτόδικα, όπως και τώρα προσκομίζει και επικαλείται, την προαναφερθείσα, από 26-7-2000 έγγραφη σύμβαση, τιτλοφορούμενη "ως σύμβαση παροχής υπηρεσιών", αποτελούμενη από τέσσερα φύλλα και με το προαναφερθέν περιεχόμενο. Αντιθέτως, η εναγόμενη εταιρεία ισχυρίσθηκε πρωτόδικα, όπως και τώρα διατείνεται με τους προβληθέντες ισχυρισμούς της, οι οποίοι περιέχονται στον πρώτο λόγο της εφέσεως της (1α, β, γ, δ, ε, στ, ζ, η, θ και ι), όπως, ήδη, προαναφέρθηκε, ότι, μεταξύ των διαδίκων εταιρειών, υπήρχε, μόνο, προφορική - και όχι γραπτή συμφωνία - για την παραχώρηση στην ενάγουσα του δικαιώματος της αποκλειστικής διάθεσης του φαρμάκου "Renagal", με βάση σχετική, άτυπη, εμπορική, μεταξύ τους, συνεργασία.
Έτσι, η εναγομένη υποστηρίζει, ότι το παραπάνω έγγραφο δεν αποτελεί σύμβαση, αλλά σχέδιο συμβάσεως, επί του οποίου δεν έχει τεθεί η γνήσια υπογραφή του τότε νομίμου εκπροσώπου της, αλλά, ότι αυτή (η υπογραφή) έχει πλαστογραφηθεί από τον τότε νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας Α. Κ.. Η εναγομένη εταιρεία, μάλιστα, πριν από την άσκηση και τη συζήτηση της προαναφερομένης αγωγής, επί της οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, είχε, ήδη, υποβάλει την από 30-12-2003 σχετική μήνυση της σε βάρος του προαναφερθέντος νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας (για πλαστογραφία), καθώς και κατά των Α.
Σ., Μ. Σ. του Λ. και Λ. Κ., προέδρου και μελών, αντίστοιχα, του Δ.Σ. της εναγομένης (για εν γνώσει τους χρήση πλαστού εγγράφου), ενώπιον του αρμόδιου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Για τη μήνυση αυτή σχηματίσθηκε η υπ' αριθμ. Δ 03/5322 σχετική ποινική δικογραφία. Στα πλαίσια, όμως, προκαταρκτικής εξετάσεως, για τη μήνυση αυτή και τη βασιμότητά της, διενεργήθηκε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη από τον γραφολόγο Κ.
Κ., ο οποίος διορίσθηκε για τον σκοπό αυτό από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, δηλαδή προκειμένου να γνωμοδοτήσει, περί του εάν οι υπογραφές του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, Χ. Χ., που υπάρχουν στη σύμβαση και στο πίσω μέρος αυτής, είναι γνήσιες. Ο παραπάνω διορισθείς πραγματογνώμων, αφού προηγουμένως εξήτασε το πρωτότυπο έγγραφο της συμβάσεως και προέβη σε σύγκριση των πέντε συνολικά υπογραφών που είχαν τεθεί στο τέλος του κειμένου της προαναφερομένης συμβάσεως (μία), (μία) στο οπίσθιο μέρος αυτής, καθώς και στα μεσόφυλλα και στο τέλος κάθε φύλλου (τέσσερεις), κατέληξε στο συμπέρασμα, σύμφωνα με την, απόλυτα αιτιολογημένη, από 4-10-2004 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε, ότι οι παραπάνω υπογραφές στη σύμβαση ήσαν οι γνήσιες, πράγματι, υπογραφές του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης Χ.
Χ., "τεθείσες δια χειρός του" και αφού συνέκρινε τις υπογραφές αυτές με άλλες, αναμφισβήτητα γνήσιες, υπογραφές του ιδίου νομίμου εκπροσώπου της. Στο ίδιο, όμως, συμπέρασμα κατέληξε και η γραφολόγος Μ.-Μ. Κ., μετά από ιδιωτική γνωμοδότηση, που διενήργησε για λογαριασμό της ενάγουσας εταιρείας. Κατά τη γραφολόγο αυτή, σύμφωνα με την από 6-11-2003 σχετική έκθεσή της, όλες οι ως άνω (πέντε συν μία στην οπίσθια σελίδα της συμβάσεως) υπογραφές του Χ.
Χ., νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης εταιρείας, στην παραπάνω σύμβαση, είναι γνήσιες και προϊόν αυθόρμητης χάραξης. Η γραφολόγος αυτή εξήτασε και την ιδιόχειρη γραφή και υπογραφή, που είναι στην οπίσθια (τελευταία) σελίδα του τέταρτου και τελευταίου φύλλου της προαναφερομένης συμβάσεως, όπου αναγράφονται τα εξής: "για οποιαδήποτε χονδρική τιμή άνω των 48.500 - θα τ' αποφασίσει ο Χ.
Χ., Αθήνα 19/9/2000 (Υπογραφή), Αποδέχομαι (υπογραφή)". Διαπιστώθηκε, δηλαδή, ότι, όχι μόνο η τελευταία αυτή υπογραφή, αλλά και όλα τα προαναφερθέντα, που έχουν γραφεί ιδιοχείρως στο οπισθόφυλλο της τελευταίας σελίδας της προαναφερομένης συμβάσεως, έχουν γραφεί ιδιοχείρως από τον ίδιο ως άνω νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρείας Χ.
Χ., όπου υπάρχει η υπογραφή αυτού, που καλύπτει το πιο πάνω κείμενο, όπως και η υπογραφή του προαναφερθέντος τότε νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας εταιρείας. Μετά από τις προαναφερθείσες γραφολογικές εκθέσεις, η όλη υπόθεση και η σχετική με αυτή μήνυση τέθηκαν στο αρχείο της Εισαγγελίας με την υπ' αριθμ.
Δ 22/2005 σχετική διάταξη, που εκδόθηκε από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Κατόπιν δε προσφυγής κατ' αυτής της διατάξεως από την εναγομένη εταιρεία και τον προαναφερθέντα διευθύνοντα σύμβουλο, πρόεδρο του Δ.Σ. αυτής και νόμιμο εκπρόσωπό της (Χ. Χ.), εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 349/ 2005 διάταξη του αρμόδιου Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η προσφυγή αυτή.
Εξ άλλου, με πρωτόδικες και τελεσίδικες αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και του Εφετείου Αθηνών, έχουν κριθεί, πρωτόδικα, αλλά και τελεσίδικα, τόσο η γνησιότητα του κειμένου της προαναφερομένης συμβάσεως, όσο και το γεγονός, ότι η σύμβαση αυτή έχει τις γνήσιες υπογραφές του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης εταιρείας Χ.
Χ.. Συγκεκριμένα, επί αγωγής της νυν ενάγουσας κατά της νυν εναγομένης για αδικοπραξία, λόγω συκοφαντικής δυσφήμησης της πρώτης από τη δεύτερη, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3359/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της ενάγουσας και αναγνώρισε, ότι η εναγομένη και ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπός της, ευθυνόμενοι και εις ολόκληρον ο καθένας τους, οφείλουν να καταβάλουν στη μεν ενάγουσα 100.000 ευρώ, στον δε νόμιμο εκπρόσωπό της 30.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Μετά από έφεση, που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως από την εναγομένη εταιρεία και τον ως άνω νόμιμο εκπρόσωπό της, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 505/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε μεν ουσιαστικά την έφεση αυτή και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, επιδικάζοντας μικρότερα ποσά σε βάρος των εναγομένων και υπέρ των εναγόντων, αλλά, αναφορικά με την επίδικη σύμβαση και το κύρος της, αποφάνθηκε, όπως και το πρωτόδικο δικαστήριο είχε, ομοίως, αποφανθεί, ότι ήσαν γνήσιες όλες οι υπογραφές του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης.
Επίσης, στην υπ' αριθμ. 3657/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί αγωγής της νυν ενάγουσας κατά της νυν εναγομένης για την καταγγελία της εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων εταιρειών, σχετικά με τα προαναφερθέντα προϊόντα με την ονομασία "sepra", απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι ισχυρισμοί της εναγομένης περί πλαστογραφημένης υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου της και του κειμένου της ως άνω από 26-7-2000 συμβάσεως παροχής υπηρεσιών.
Μετά από άσκηση αντιθέτων εφέσεων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7281/31-12-2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που, αναφορικά με τους ισχυρισμούς της εναγομένης και του νομίμου εκπροσώπου της, σχετικά με το ζήτημα της πλαστότητας της συμβάσεως και της υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, έκρινε, ομοίως, ότι όλοι οι ισχυρισμοί τους αυτοί είναι ουσιαστικά αβάσιμοι, καθώς και ότι ο σχετικός λόγος καταγγελίας της συμβάσεως, αποδείχθηκε ψευδής και σε γνώση της εναγομένης, κρίνοντας, στη συνέχεια, ότι η ενάγουσα, για την οποία ήταν αυταπόδεικτη η γνώση του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, για το ψεύδος της καταγγελίας, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση.
Εν όψει όλων των προαναφερθέντων, είναι προφανές, ότι, επί της ως άνω από 26-7-2000 μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, τιτλοφορούμενης ως "συμβάσεως παροχής υπηρεσιών", έχουν τεθεί οι γνήσιες υπογραφές του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης Χ. Χ., με την ιδιότητά του ως "νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης εταιρείας", όπως και η γνήσια υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας.
Οι προαναφερθείσες γραφολογικές εκθέσεις και πραγματογνωμοσύνες είναι πλήρως αιτιολογημένες και απόλυτα εμπεριστατωμένες και γι' αυτό δεν καταλείπουν περιθώριο για διαφορετική τοποθέτηση - προσέγγιση και ερμηνεία ως προς το παραπάνω ζήτημα, αρκούν δε προς σχηματισμό πλήρους σχετικής δικανικής πεποιθήσεως.
Επομένως, όλοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εναγομένης, που προβάλλονται με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς της, είναι ουσιαστικά αβάσιμοι και απορριπτέοι. Αβάσιμοι και απορριπτέοι είναι και ο συναφείς με το ζήτημα αυτό ισχυρισμοί της εναγομένης, ότι η σύμβαση πάσχει και από το ότι η αμοιβή της ενάγουσας αναφέρθηκε σε ευρώ και όχι σε δραχμές αφού ήταν γνωστό στους συμβαλλομένους ότι στην Ελλάδα επέκειτο η καθιέρωση του ευρώ, ως του μόνου νομίσματος, που θα ίσχυε επισήμως κατά τον χρόνο που θα διαρκούσε η επίδικη σύμβαση.
Η εγκυρότητα της συμβάσεως, εξ άλλου, μεταξύ των διαδίκων δεν θίγεται από το γεγονός, ότι ακριβές αντίγραφό της δεν προσκομίσθηκε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., αφού η οικεία διάταξη του άρθρου 8 παρ. 16 του Ν. 1882/1990 αφορά τη συλλογή της φορολογητέας ύλης και η ακυρότητα, που απαγγέλλει, έχει ισχύ μόνο έναντι της αρμόδιας Φορολογικής Αρχής, χωρίς να επεκτείνεται μεταξύ των συμβαλλομένων.
Συνεπώς, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται και στο Δικαστήριο αυτό περί του ότι η ως άνω, από 26-7-2000, σύμβαση παροχής υπηρεσιών έχει, πράγματι, υπογραφεί από τον τότε νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης εταιρείας, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου που τότε είχε (και εξακολουθεί να έχει) της (ως άνω άμεσης δικαιοπαρόχου της) εναγομένης και δεν ασκεί αντίθετη έννομη επιρροή το γεγονός, ότι, κάτω από την υπογραφή του, δεν τέθηκε η σφραγίδα της εναγομένης , αφού στο κείμενο της συμβάσεως αναγράφεται ρητά, ότι συμβαλλόμενοι ήσαν η εναγομένη, "η οποία εκπροσωπείται νόμιμα για την υπογραφή της παρούσας συμβάσεως από τον Χ.
Χ.". Επομένως, όχι μόνον η ένσταση πλαστότητας του κειμένου της συμβάσεως και της υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου της, που προέβαλε η εναγομένη με τον πρώτο λόγο εφέσεως της είναι απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη, αλλά και όλοι οι συναφείς, όπως πιο κάτω, ισχυρισμοί της, ως προς το ζήτημα αυτό, που προβάλλονται από την εναγομένη - εκκαλούσα με τα στοιχεία 1 α έως και ι και είναι ενσωματωμένοι στον πρώτο λόγο εφέσεώς της.
Σημειωτέον, ότι, πρωτόδικα, η εναγομένη-εκκαλούσα δεν είχε επικαλεσθεί, περαιτέρω, προς στοιχειοθέτηση ή ενίσχυση των ισχυρισμών της για πλαστότητα της συμβάσεως και για πλαστογραφημένη υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της, άλλα ελαττώματα, αναφορικά με τη βούληση του νομίμου εκπροσώπου της κατά την υπογραφή της ίδιας συμβάσεως, ούτε είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί η ακυρότητά της για τέτοιους λόγους, δηλαδή, ότι έγινε συνεπεία πλάνης, απάτης, απειλής ή άλλης συναφούς αιτίας.
Γι' αυτό και όλοι οι ισχυρισμοί της εναγομένης-εκκαλούσας περί πλάνης του ως άνω νομίμου εκπροσώπου της, αναφορικά με την υπογραφή της προαναφερομένης συμβάσεως, που, για πρώτη φορά, προβάλλει με τις έγγραφες προτάσεις της, τις οποίες έχει καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, αφού δεν είχε προβάλει πρωτόδικα κάποιον από τους ισχυρισμούς αυτούς, τους οποίους, απαραδέκτως, προβάλλει, τώρα, για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου, και μάλιστα, ούτε καν με το δικόγραφο της εφέσεως, αλλά με τις προτάσεις, χωρίς, βέβαια, οι ισχυρισμοί αυτοί να είναι οψιγενείς και χωρίς τη συνδρομή των αναφερομένων στις διατάξεις των άρθρων 269 και 527 αρ. 1,2 και 3 ΚΠολΔ προϋποθέσεων.
Με βάση τα προαναφερθέντα, η εκ μέρους του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης Χ. Χ. υπογραφή του στην παραπάνω σύμβαση εκφράζει έγκυρη, ισχυρή, πραγματική, δηλαδή αληθή και, ως εκ τούτου, δεσμευτική για την εναγομένη, επ' ονόματι και για λογαριασμό της οποίας σημειώθηκε, δήλωση βουλήσεώς της, που επέφερε όλα τα έννομα αποτελέσματά της, αφού ήταν μέσα στα πλαίσια της εξουσίας, που ο νόμιμος εκπρόσωπός της είχε και έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που του είχαν ανατεθεί (άρθρα 68, 70 και 71 Α.Κ.).
Το φάρμακο "Renagal" πρωτοκυκλοφόρησε και εισήλθε, τελικά, στην ευρεία αγορά των φαρμάκων κατά τον μήνα Μάρτιο του έτους 2001 με την τελική τιμή πωλήσεως του φαρμάκου να έχει καθορισθεί από τον Δεκέμβριο του έτους 2000 στην τιμή των 103,97 ευρώ. Η τιμή αυτή ήταν κατώτερη της αναμενόμενης από τις διάδικες τιμής των 110 ευρώ, ενώ μειώθηκε και άλλο ακόμη, αργότερα, αφού έφθασε να πωλείται στην τιμή των 102,22 ευρώ.
Από τον Ιούλιο του 2002 το φάρμακο αυτό άρχισε να κυκλοφορεί και σε μορφή ταμπλετών των 800 m/lgrams (180 Χ 800 mg), η δε αμοιβή της ενάγουσας, για την προώθηση αυτού, καθορίσθηκε από τις διάδικες, προφορικά, στο ποσό των 43 ευρώ ανά τεμάχιο. Κατά τον ως άνω χρόνο, που καταρτίσθηκε η από 26-7-2000 μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, δεν είχε εμφανισθεί η τελευταία μορφή αυτού του φαρμάκου και δεν γίνεται στη σύμβαση μνεία για τη μορφή αυτή, καθώς δεν ήταν δυνατό να προβλεφθεί κάτι τέτοιο.
Με αφετηρία βάση, όμως, τις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173, 200 και 288 Α.Κ. και, όπως εξάγεται από το περιεχόμενο της συμβάσεως, που αναφέρεται γενικώς στο φάρμακο "Renagal", είναι σαφές, ότι οι όροι αυτής της συμβάσεως θα ίσχυαν και για οποιαδήποτε μελλοντική μορφή του φαρμάκου ανεξαρτήτως του ότι δεν είχε αναγραφεί κάτι τέτοιο, ρητά, στην ως άνω σύμβαση.
Η εναγομένη, αντίθετα, υποστηρίζει, ότι η παραπάνω σύμβαση δεν καλύπτει και αυτή τη μορφή του "Renagal", προβάλλοντας ως επιχείρημα, ότι εκτός του ότι το φάρμακο είχε άλλη μορφή (συσκευασία ταμπλέτας και όχι κάψουλας πλέον), άλλο σχήμα και διαφορετική περιεκτικότητα της δραστική ουσίας του, επιπλέον, είχε άλλη τιμή αγοράς από την παραγωγό εταιρεία και άλλη τιμή διάθεσης.
Τα στοιχεία, όμως, αυτά δεν είναι ικανά, από μόνα τους να επιφέρουν τέτοιες και τόσες διαφοροποιήσεις, ώστε να αχθεί κάποιος στο συμπέρασμα, ότι πρόκειται για άλλο φάρμακο. Ενισχυτικό δε αυτής της κρίσεως είναι και το γεγονός, ότι και το νέο αυτό σκεύασμα συνέχισε να κυκλοφορεί και να διατίθεται στην αγορά, απλώς, ως "Renagal", εξακολούθησε δηλαδή να ονομάζεται έτσι, χωρίς άλλες, περαιτέρω, ενδείξεις ή διαφοροποιήσεις για τροποποίηση της ταυτότητάς του.
Ας σημειωθεί, επιπλέον, ότι τυχόν βελτίωση του φαρμάκου από την παραγωγό εταιρεία, δεν παραλλάσσει τα πράγματα ως προς τα στοιχεία της ταυτότητάς του και της ιδιοσυστασίας του, που παρέμειναν τα ίδια με τα αρχικά, όταν το φάρμακο αυτό πρωτοκυκλοφόρησε στην αγορά. Επομένως, όλοι οι, περί του αντιθέτου, ισχυρισμοί της εναγομένης-εκκαλούσας είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Ωστόσο, ως προς το πλαίσιο για την αμοιβή της ενάγουσας, τα παραπάνω συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων, με την έγγραφη σύμβαση, ποσά, δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή, καθώς δεν εφαρμόσθηκαν, αφού, όπως, εκατέρωθεν, συνομολογείται και όπως, ήδη, προαναφέρθηκε, τα ποσά αυτά καθορίσθηκαν με μεταγενέστερες προφορικές συμφωνίες των διαδίκων.
Έτσι και για τους λόγους που προεκτέθηκαν, ως συμφωνημένη αμοιβή της ενάγουσας καθορίσθηκε το ποσό των 32 ευρώ, ανά συσκευασία (σε κάψουλες) των τεμαχίων Renagal BTX 200 και το ποσό των 43 ευρώ, ανά συσκευασία (σε ταμπλέτες) των τεμαχίων Renagal ΒΤ 180 Χ 800. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα, πράγματι, παρείχε τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες της στην εναγομένη εταιρεία, σύμφωνα με τους όρους της ανωτέρω μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, μεριμνώντας για την προώθηση, προβολή και διάδοση του ως άνω προϊόντος στην ελληνική αγορά.
Πάντως, σχετική εμπειρία, δηλαδή προγενέστερη ενασχόλησή της για προώθηση και άλλων φαρμάκων, δεν αποδείχθηκε ότι διέθετε, ούτε ότι είχε πραγματοποιήσει τέτοια προώθηση φαρμάκου κατά το παρελθόν. Άλλωστε, ούτε και η ίδια η ενάγουσα αναφέρει κάτι τέτοιο στην αγωγή της, αλλ' ούτε και αποδεικνύεται από τα υπάρχοντα στοιχεία.
Αντίθετα, μάλιστα, με τις από 10-2-2009 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που έχει καταθέσει για την έφεση της εναγομένης, ευθέως παραδέχεται, ότι "είχε αναλάβει αποκλειστικά την προώθηση ενός μόνο φαρμάκου και δεν είχε προωθήσει ποτέ μέχρι τότε άλλα φάρμακα". Συγκεκριμένα, η ενάγουσα, που ιδρύθηκε τον Ιούλιο μήνα του έτους 1993 από τους Λ.
Σ. (ήδη αποβιώσαντα από τον Αύγουστο του 2003) και τον ως άνω Α. Κ., κατά τα δύο πρώτα έτη της λειτουργίας της ασχολήθηκε με διακίνηση προϊόντων ευρείας ιατρικής, αποβλέποντας σε πωλήσεις χονδρικής. Κατά τον μήνα Μάρτιο του έτους 1995, επιδιώκοντας την επέκταση των δραστηριοτήτων της σε προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, διευρύνθηκε με την είσοδο νέων μετόχων και, σταδιακά, αποφασίσθηκε μεγάλη αύξηση του αρχικού μετοχικού της κεφαλαίου (50.000 ευρώ περίπου), που σε πρώτη φάση οκταπλασιάσθηκε και το έτος 2001 ανήλθε σε 3.000.000 ευρώ.
Παρ' όλα αυτά, όμως, το αντικείμενό της δεν σχετιζόταν με προώθηση φαρμάκων στην αγορά, αλλά η δραστηριότητά της περιοριζόταν στον κλάδο της εμπορίας, αντιπροσωπεύσεως και πωλήσεως νοσοκομειακών και ιατρικών υλικών, καθώς και ιατρικών μηχανημάτων. Γι' αυτήν, ακριβώς, τη δραστηριότητά της επιλέχθηκε από την εναγομένη εταιρεία, προκειμένου να συνεργασθούν ως προς τα προαναφερθέντα προϊόντα (αναλώσιμα νοσοκομειακά υλικά) Sepra ("Seprafilm" και "Sepramesh").
Η ενάγουσα, για να επιτύχει την αποτελεσματικότερη έκβαση των επιχειρηματικών στόχων της, αναφορικά με την πώληση των μηχανημάτων της και των υλικών που αντιπροσωπεύει, καθώς και για την καλλίτερη προώθησή τους στην αγορά, διαθέτει ένα οργανωμένο δίκτυο, απασχολώντας πολυάριθμο προσωπικό, που εκπαιδεύει ανάλογα και ενημερώνει καταλλήλως, διοργανώνει ημερίδες, σεμινάρια, εκδηλώσεις και προβαίνει σε επισκέψεις σε διάφορα νοσοκομεία, ιατρεία και φαρμακεία, διαφημίζοντας, όσο περισσότερο και καλλίτερα μπορεί, τα προϊόντα της.
Επίσης, η ενάγουσα, τουλάχιστον κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ως προμηθεύτρια οίκων του εξωτερικού, πωλούσε και προωθούσε στην εγχώρια αγορά διάφορα άλλα προϊόντα, που αντιπροσώπευε και διακινούσε στην Ελλάδα, τα οποία απευθύνονταν σε νεφροπαθείς, νεφρολόγους ιατρούς και νεφρολογικές κλινικές, όπως τα φίλτρα αιμοκάθαρσης τεχνητών νεφρών του γερμανικού οίκου "Renaselect".
Αποδεικνύεται δε η δραστηριότητά της αυτή, από το υπ' αριθμ. 1952/30-12-2003 Φ.Ε.Κ. τεύχ. Β', που προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αφού σ' αυτό το Φ.Ε.Κ. περιέχεται υπουργική απόφαση "για καθορισμό ανωτάτων τιμών προμήθειας χωρίς διαγωνισμό φίλτρων αιμοκάθαρσης τεχνητών νεφρών μετά των απαραιτήτων αρτηριοφλεβικών γραμμών", όπου, μεταξύ άλλων εταιρειών, αναφέρεται και η ενάγουσα εταιρεία, ως προμηθεύτρια των παραπάνω φίλτρων.
Η εναγομένη, που γνώριζε την παραπάνω δραστηριότητα της ενάγουσας, θεώρησε, ότι, λόγω του προαναφερθέντος οργανωμένου δικτύου πωλήσεων και των διασυνδέσεων της στην αγορά, με τη διείσδυση, την οποία είχε επιτύχει για τις πωλήσεις των προαναφερθέντων προϊόντων, θα είχε, βάσιμα, τη δυνατότητα με μεγάλες πιθανότητες επιτυχούς προωθήσεως του αρχικά άγνωστου στην ελληνική αγορά φαρμακοσκευάσματος "Renagal".
Για τον σκοπό αυτό και μετά από σχετικές συνεννοήσεις μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα σχημάτισε, αρχικά, μία ομάδα, οκτώ έως δέκα 10 πωλητών, τους περισσότερους από τους οποίους, ήδη, χρησιμοποιούσε για την προώθηση των προαναφερθέντων προϊόντων της και, αφού φρόντισε να τους εκπαιδεύσει, όσο καλλίτερα μπορούσε, για να προωθήσουν και το φάρμακο αυτό, ξεκίνησε τις διαδικασίες διάδοσης του φαρμάκου, καλύπτοντας ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, έχοντας εντάξει και ένα άτομο εικονικά στην οργάνωση της εναγομένης ως "Product Specialist".
Η ως άνω σύμβαση μεταξύ των διαδίκων λειτούργησε, χωρίς σοβαρά προβλήματα, έως τον Σεπτέμβριο του 2003". Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση, πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στις αμέσως παραπάνω σημειούμενες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις διαλαμβάνεται ότι εγκύρως καταρτίσθηκε η θεμελιωτική των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης σύμβαση, τη συνομολόγηση της οποίας, κατά τις αιτιολογίες της, αβάσιμα αρνείται η αναιρεσείουσα.
Η κρίση αυτή δεν διαφοροποιείται από τις παραδοχές της αποφάσεως αναφορικά με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας (α)ότι η αμοιβή της αναιρεσίβλητης εκφράσθηκε σε ευρώ, το οποίο τέθηκε ως επίσημο νόμισμα συναλλαγής από 1.1.2002, ενώ επιπρόσθετα το από 19.9.2000 ιδιόγραφο σημείωμα, το οποίο έχει προσαρτηθεί στην από 26.7.2000 σύμβαση, είναι εκπεφρασμένο σε δραχμές, (β) ότι με την απευθυνομένη προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης Α.
Κ. από 26.7.2000 επιστολή του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας γίνεται διακανονισμός των οικονομικών όρων αναφορικά με τη συνεργασία τους για τα προϊόντα "Sepra" σε δραχμές, (γ) ότι η επίμαχη σύμβαση δεν κατατέθηκε στις αρμόδιες ΔΟΥ, (δ) ότι δεν έχουν τεθεί επ' αυτής οι εταιρικές αυτών σφραγίδες, (ε) ότι στις 28.7.2000 ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας απέστειλε στην αναιρεσίβλητη τηλεομοιο τυπικό μήνυμα διαγραφής και παρατηρήσεις στο κείμενο της επίμαχης από 26.7.2000 συμβάσεως και (στ) ότι με τον έκτο όρο αυτής φέρεται η αναιρεσείουσα να εκχωρεί στην αναιρεσίβλητη τα απορρέοντα από την από Ιανουάριο του έτους 1999 σύμβαση με την παρασκευάστρια του φαρμάκου Renegal εταιρεία Gensym Corporation δικαιώματά της, που έληγε τον Δεκέμβριο του έτους 2002, μέχρι και τον Ιούλιο του έτους 2005.
Οι παραδοχές της αποφάσεως αναφορικά με τους με στοιχ. (α)-(δ) και (στ) ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης δεν αποτελούν αιτιολογία, κατά την προδιαληφθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αλλά πραγματικά επιχειρήματα αξιολογήσεως, ενώ παράλληλα δεν διαλαμβάνει στις αιτιολογίες της παραδοχής αντίστοιχη του με στοιχ. (ε) ισχυρισμού της αναιρεσείουσας.
Επομένως, υποστηρίζουσα τα αντίθετα η προσβαλλόμενη με το πρώτο σκέλος του πρώτου κατά σειρά λόγου του κυρίου δικογράφου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, ελέγχεται ως αβάσιμη.
Β. Κεφάλαιο περί συναινετικής λύσεως της συμβάσεως λόγω της υπάρξεως σπουδαίου λόγου.
"Η ως άνω σύμβαση μεταξύ των διαδίκων λειτούργησε, χωρίς σοβαρά πρόβλημα έως τον Σεπτέμβριο του 2003. Τότε, όμως, υπάλληλοι-πωλητές της ενάγουσας αντιλήφθηκαν, ότι διάφορα άτομα, συνεργαζόμενα με την εναγομένη, επισκέπτονταν, με πρωτοβουλία της εναγομένης, ιατρούς σε νοσοκομειακές μονάδες, προωθώντας μόνοι τους το φάρμακο "Renagal", αναφέροντας περαιτέρω, στους ιατρούς και σε τρίτους, ότι την προώθηση του φαρμάκου είχε πλέον, αναλάβει, μόνη της αποκλειστικά, η εναγομένη εταιρεία.
Η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε εγγράφως στην εναγομένη, με την από 1-10-2003 εξώδικη δήλωσή της, επικαλούμενη την από 26-7-2000 έγγραφη σύμβαση των διαδίκων, την οποία είχε θέσει υπόψη και της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "GENSYME CORPORATION", ζητώντας το υπόλοιπο της αμοιβής της, ύψους 944.506,22 ευρώ. Η εναγομένη της απήντησε, με την από 1-10-2003 εξώδικη δήλωσή της, ισχυριζόμενη, για πρώτη φορά, ότι η από 26-7-2000 σύμβαση ήταν πλαστή, αρνούμενη, ακόμη, ότι οφείλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό στην ενάγουσα και αξιώνοντας, αντιθέτως, από αυτήν και από άλλη αιτία, να της καταβάλει το ποσό των 900.000 ευρώ.
Η εναγομένη ισχυρίζεται, όπως, ήδη, έχει προαναφερθεί, ότι η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων (προφορική κατ'αυτήν και για το φάρμακο "Renagal") είχε λυθεί από το τέλος Ιουνίου 2003, όταν έγινε εκκαθάριση των σχέσεών τους αυτών και κατέβαλε το υπόλοιπο της αμοιβής της ενάγουσας, εξοφλώντας τη για όλες τις μέχρι τότε υπηρεσίες της, ολοσχερώς.
Η εναγομένη εταιρεία, όμως, στην παραπάνω από 1-10-2003 εξώδικη δήλωσή της, ουδόλως αναφέρει, ούτε επικαλείται την προγενέστερη, κατ' αυτή, λύση της συμβάσεως. Αντίθετα, μάλιστα - και σε όσα η εναγομένη αναφέρει, τώρα, στη δίκη αυτή, σχετικά με τη μεταξύ των διαδίκων λύση της συμβάσεως, τους λόγους και τον χρόνο που λύθηκε η σύμβαση αυτή, - η μάρτυς της εναγομένης Π.
Σ. σε άλλη κατάθεσή της, σε προγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων διαδίκων (βλ. σχ. τα υπ' αριθμ. 3359/2006 πρακτικά συνεδριάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), ανέφερε, ευθέως, ρητά και κατηγορηματικά, ότι η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων διακόπηκε τον Σεπτέμβριο του 2003, λόγω της προσκόμισης της από 26-7-2000 πλαστής - κατά τους ισχυρισμούς της εναγομένης - σύμβασης στην αλλοδαπή εταιρεία "GENSYME CORPORATION".
Οι ισχυρισμοί, εξ άλλου, της εναγομένης, για συναινετική λύση της μεταξύ των διαδίκων, άτυπης, συνεργασίας τους, από το τέλος Ιουνίου 2003, έρχεται σε αντίθεση και με το γεγονός, ότι τον Ιούλιο του 2003 και, συγκεκριμένα, από 14 έως 17 Ιουλίου, είχε πραγματοποιηθεί στο ξενοδοχείο των Αθηνών "Κάραβελ" ένα "ενδοεταιρικό συνέδριο", στην πραγματικότητα δηλαδή ενημερωτικό σεμινάριο για την προώθηση του φαρμάκου "Renagal", με τη συμμετοχή της ενάγουσας, της εναγομένης, καθώς και της παραγωγού εταιρείας, η οποία και το είχε ζητήσει από την εναγομένη.
Την ευθύνη για τη διοργάνωση είχε, ουσιαστικά, η ενάγουσα, η οποία κάλυψε όλα τα σχετικά με τη διαμονή των προσκεκλημένων και των ομιλητών έξοδα, ενώ την εναρκτήρια ομιλία, καθώς και το κλείσιμο του συνεδρίου κάλυψε υπάλληλος της (Β. Π.). Κύριος ομιλητής στο "συνέδριο" αυτό ήταν ιατρός νεφρολόγος (ονόματι Α.
Π., που ήταν ο πρώτος, ο οποίος εφήρμοσε σε νεφροπαθή ασθενή στην Ελλάδα θεραπεία με το φάρμακο "Renagal", όταν μάλιστα το φάρμακο αυτό δεν είχε καν ακόμη τεθεί σε κυκλοφορία στην ελληνική αγορά). Αυτός δε συνδεόταν (αποκλειστικά) και ήταν προσκεκλημένος της ενάγουσας. Στις εργασίες του συνεδρίου, από πλευράς ενάγουσας, συμμετείχαν, εκτός από τον προαναφερθέντα Β.
Π., ο νυν πρόεδρος της ενάγουσας, ο ιδρυτής της ενάγουσας Λ. Σ., καθώς και οκτώ από τους υπαλλήλους της ενάγουσας - πωλητές του φαρμάκου "Renagal". Από την πλευρά της εναγομένης συμμετείχαν στο συνέδριο αυτό ο ως άνω νόμιμος εκπρόσωπος της Χ. Χ., η γραμματέας του και το μέλος του Δ.Σ. αυτής Τ.. Από την πλευρά, τέλος, της παραγωγού εταιρείας συμμετείχαν οι Y.
W. και A. B., υπεύθυνες της εταιρείας στο Ισραήλ η πρώτη (business development and medical manager), marketing σ' όλη την Ευρώπη η δεύτερη, καθώς και ο M. D. (training manager της αλλοδαπής παραγωγού εταιρείας). Όλοι αυτοί, μετά το πέρας των εργασιών του συνεδρίου, συνδιασκέδασαν σε κέντρο διασκεδάσεως (με την ονομασία "Τράτα"), γεγονότα που δείχνουν, ότι οι σχέσεις των διαδίκων δεν ήσαν, τότε, τεταμένες, καθώς συνέχιζαν την εμπορική τους συνεργασία, διαφορετικά δεν θα είχε νόημα, αν είχε ήδη λυθεί η παραπάνω σύμβαση, η ενάγουσα να προέβαινε σε όλες αυτές τις ενέργειες, επιβαρυνόμενη με δαπάνες και άλλα έξοδα για την προώθηση ενός προϊόντος, από τις πωλήσεις, τη διάθεση και την προώθηση του οποίου δεν θα αποκόμιζε, πλέον, κέρδη.
Αξίζει να σημειωθεί, επίσης, ότι πριν από τα τέλη Αυγούστου 2003, οπότε αποβίωσε ο νόμιμος εκπρόσωπος, μέτοχος και ιδρυτής της ενάγουσας Λ. Σ., με τον οποίον συνδεόταν με φιλικές σχέσεις ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, από κοινού, οι δύο τους, είχαν στενή, σχεδόν καθημερινή, συνεργασία, καθώς προετοίμαζαν την ίδρυση νέας εταιρείας με έδρα την Κύπρο.
Τα περιστατικά αυτά δείχνουν ότι ούτε τον Αύγουστο του 2003 υπήρχαν προβλήματα στη μεταξύ των διαδίκων συνεργασία, αλλά και ότι το γεγονός του θανάτου του Λ. Σ. σαφώς επέδρασε καθοριστικά στην λύση της μεταξύ των διαδίκων -συνεργασίας. Ως εκ τούτου, όλοι οι ως άνω και περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της εναγομένης, για συναινετική, δηλαδή, λύση της μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας από τον Ιούνιο του έτους 2003, είναι απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Είναι φανερό, πάντως, ότι, μόνο, μετά τον, επισυμβάντα κατά τον μήνα Αύγουστο του έτους 2003, θάνατο του ιδρυτή της ενάγουσας Λ. Σ., ο οποίος, όπως ήδη προαναφέρθηκε, συνδεόταν με στενές φιλικές σχέσεις με τον ως άνω νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης Χ. Χ. και σαφώς επέδρασε, καθοριστικά, στην λύση της επίδικης συνεργασίας και της συμβάσεως μεταξύ των διαδίκων, διαπιστώθηκε από την ενάγουσα, από τότε και για πρώτη φορά, η πρόθεση της εναγομένης για την προώθηση του φαρμάκου της.
Έκτοτε, οι σχέσεις μεταξύ των διαδίκων εταιρειών δεν ήσαν, πλέον, καλές, αναφορικά με το επίπεδο της εμπορικής συνεργασίας τους. Σημειωτέον, ότι στο ίδιο παραπάνω χρονικό διάστημα, η ενάγουσα διαπίστωσε, ακόμη, ότι η εναγομένη πουλούσε, δια μέσου της εταιρείας "Clinica" το ως άνω νοσοκομειακό υλικό "Seprafim", για το οποίο, επίσης, διαμαρτυρήθηκε στην εναγομένη (βλ.
σχ. την από 23-9-2003 εξώδικη δήλωση της ενάγουσας). Τα παραπάνω γεγονότα είχαν, ως απότοκο συνέπεια, να διαταραχθούν, περαιτέρω, άμεσα και ραγδαία, οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ των διαδίκων εταιρειών με υπαιτιότητα της εναγομένης εταιρείας, εφόσον ο διατυπωθείς από τον ως άνω νόμιμο εκπρόσωπό της, πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής, ισχυρισμός της, περί πλαστότητας της από 26-7-2000 προαναφερομένης έγγραφης συμβάσεως, δεν αποδείχθηκε.
Ως αποτέλεσμα, περαιτέρω, όλων αυτών των γεγονότων, που προαναφέρθηκαν, υπήρξε η άμεση διακοπή κάθε εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, με συνέπεια, φυσικά, να λυθεί και η επίδικη σύμβαση συνεργασίας τους τον μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2003, με έμμεση-σιωπηρή καταγγελία από την εναγομένη".
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, κατά δε το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου δι' αυτών ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.11β ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδείξεις, των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση.
Στις αμέσως παραπάνω σημειούμενες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνεται ότι η συνδέουσα τις διαδίκους σύμβαση ελειτούργησε μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 2003, όταν λύθηκε με έμμεση, σιωπηρή, καταγγελία της από την αναιρεσείουσα, με την επιδειχθείσα από εκείνη αντισυμβατική συμπεριφορά, συνισταμένη στο γεγονός ότι ανέλαβε μόνη της, κατ' αποκλεισμό της αναιρεσίβλητης, την προώθηση του φαρμάκου.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ουσίαν απόρριψη της επικουρικώς διατυπωθείσης ενστάσεως της αναιρεσείουσας περί λήξεως της συμβάσεως κατά μήνα Ιούνιο του έτους 2003 ύστερα από συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων περί τούτου συμφωνία τους, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενος από το άρθρο 1 (α' σκέλος 2ου λόγου του κυρίου δικογράφου) και 19 (β' σκέλος 2ου λόγου του κυρίου δικογράφου και 3ος λόγος του προσθέτου δικογράφου) ΚΠολΔ αναιρετικές αιτιάσεις αρνητικά να αξιολογούνται, ως αβάσιμες.
Στο καταληκτικό αυτό αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε παράλληλα (α) την περιεχόμενη στα 3359/2006 πρακτικά συνεδριάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της αναιρεσείουσας Π. Σ., μετά από νόμιμη επίκλησή της και την αναιρεσίβλητη, με ειδική αναφορά του περιεχομένου της με τις ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου υποβληθείσες προτάσεις της και (β) το επιβεβαιωτικό αυτού πραγματικό επιχείρημα της πραγματοποιήσεως από 14 έως 17 Ιουλίου 2003 του "ενδοεταιρικού συνεδρίου", το οποίο δεν αποτελεί προφανώς "πράγμα" κατά την προδιαληφθείσα έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ.
Επομένως οι διατυπούμενες με τους τέταρτο και πέμπτο κατά σειρά λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.8 και 11 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι λήφθηκαν υπόψη ι. το με στοιχ. (α) αποδεικτικό μέσο χωρίς νόμιμη επίκλησή του και ιι. τα θεμελιωτικά του με στοιχ. (β) ισχυρισμού πραγματικά περιστατικά χωρίς πρότασή του, των οποίων αντιθέτως γίνεται αναφορά στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης, ελέγχονται, ερειδόμενες επί αναληθούς από ουσιαστική και νομική άποψη, αντίστοιχα, προϋποθέσεως, ως αβάσιμες.
Τέλος, παρά την μη ανταποκρινόμενη στα πράγματα παραπομπή στις προτάσεις της αναιρεσίβλητης (σελ. 7-9 κατά το αναιρετήριο), που υπέβαλε εκείνη ως εφεσίβλητη (ΚΠολΔ 527), από την επιτρεπτή επισκόπηση κατά τούτο αυτών δεν προκύπτει ότι προβλήθηκε από εκείνη ένσταση περί καταγγελίας της συνδέουσας τις διαδίκους συμβάσεις για σπουδαίο λόγο, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες παράλληλα με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 55 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 672, 766 και 588 ΑΚ, αρνητικά να αξιολογούνται, προεχόντως, ως απαράδεκτες (ΚΠολΔ 562§2).
Γ. Κεφάλαιο ενστάσεως περί καταπλεονεκτικής συμβάσεως και μειώσεως συνομολογηθείσης ποινικής ρήτρας.
"Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 12 της προαναφερομένης συμβάσεως, "η παρούσα αποτελεί σύμβαση παροχής υπηρεσιών και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί σύμβαση αντιπροσωπείας". Με τη διάταξη αυτή εκφράσθηκε και ρητά, προς αποφυγή παρερμηνειών, η βούληση των διαδίκων να μην εφαρμοσθούν οι παραπάνω διατάξεις και να αποκλεισθεί, κατ' αποτέλεσμα, η τυχόν ανάλογη εφαρμογή και οι περιορισμοί του άρθρου 9 του Π.Δ/τος 219/1991.
Γι' αυτό, η διάταξη του όρου 8 αρ. 4 της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, έχει μορφή αποζημιώσεως και αποζημιωτικό χαρακτήρα και δεν μπορεί να εκτιμηθεί, ότι αποτελεί ποινική ρήτρα, όπως, εσφαλμένα, κρίθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτόμενων όλων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών και συναφών με μείωση ποινικής ρήτρας στο προσήκον μέτρο αιτημάτων, που, αβάσιμα, προβάλλει η εναγομένη-εκκαλούσα.
Σημειώνεται, επίσης, ότι στο επίδικο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο υπογράφηκε η σύμβαση, η ενάγουσα αποφάσισε να προχωρήσει στην υπογραφή της συμβάσεως αυτής, όχι εκ του ασφαλούς και από θέση ισχύος, αφού, για πρώτη φορά, τότε, -όπως και εκατέρωθεν συνομολογείται-, ανέλαβε, αποκλειστικά την υποχρέωση έναντι της εναγομένης και με την ίδια σύμβαση, να προβεί σε όλες τις δαπάνες και να καταβάλει όλα τα έξοδα για την προώθηση του προαναφερθέντος προϊόντος.
Εξάγεται, άρα, εύλογα, ως συμπέρασμα, ότι η ενάγουσα διακινδύνευσε αρκετά, αφού δεν ήταν σε θέση, εκ των προτέρων, να γνωρίζει, αν το προϊόν αυτό θα είχε επιτυχή εμπορική πορεία. Και τούτο, διότι, παρ'όλο που το φάρμακο ήταν καινοτόμο μεν σε σχέση με τα, μέχρι τότε, χορηγούμενα σε νεφροπαθείς από τους ιατρούς φάρμακα, καθώς οι τελευταίοι προτιμούσαν να χορηγούν σε ασθενείς τους και να συνταγογραφούν άλλα γνωστά, που περιείχαν ασβέστιο, αλλά, όμως, αφού ήταν νέο και άγνωστο, καθώς δεν είχε ξανακυκλοφορήσει στην Ελλάδα, ήταν αμφίβολη, ως εκ τούτου, η επιτυχής προώθησή του, αν δηλαδή θα συνοδευόταν και από εμπορική επιτυχία, γιατί δεν μπορούσε να προβλέψει, αν και πότε θα αποσβέσει τις δαπάνες, στις οποίες προέβαινε και τις προοπτικές των κερδών της, από την προώθηση αυτού του φαρμάκου στην αγορά, ριψοκινδυνεύοντας αρκετά κεφάλαια σε υλικές δαπάνες και επενδύσεις σε ανθρώπινο δυναμικό.
Δηλαδή, η ενάγουσα προχώρησε στην κατάρτιση της συμβάσεως, γνωρίζοντας, εκ των προτέρων, ότι, σε κάθε περίπτωση, ανέλαβε την ευθύνη για τυχόν ζημιές, ίσως και μεγάλες, σε περίπτωση, που το προϊόν δεν θα εύρισκε ανταπόκριση στην ελληνική αγορά και αποτύγχαναν οι προσπάθειες της για προώθηση του προϊόντος.
Στον αντίποδα αυτών και από πλευράς διαπραγματευτικής ισχύος, η εναγομένη εταιρεία, σύμφωνα με την ως άνω σύμβαση, ουδεμία προσπάθεια όφειλε, συμβατικά, να καταβάλει, για την προώθηση και επαύξηση των πωλήσεων του φαρμάκου, ούτε για την εδραίωση αυτού στην αγορά, ούτε για την ανεύρεση πελατών, καθώς όλα αυτά τα ανέλαβε, συμβατικά, η ενάγουσα.
Άρα, η μόνη της μέριμνα, συμβατικά, σε σχέση με το προϊόν, θα ήταν να το αγοράζει από την παραγωγό εταιρεία ή θυγατρικές της εταιρείες, προκειμένου να το διαθέτει - προμηθεύει και μεταπωλεί - σε πελάτες, δηλαδή φαρμακαποθήκες, κέντρα υγείας, κλινικές, νοσοκομεία και ιδιώτες ιατρούς, που θα τους εφοδίαζε και θα το διέθετε, σύμφωνα με τη ζήτηση, που θα δημιουργούσε, για λογαριασμό της και επ' ωφελεία της, χωρίς δικές της ενέργειες και κόπους, η ενάγουσα.
Παρέπεται, συνεπώς, ότι η εναγομένη εταιρεία δεν είχε, κατά τον χρόνο υπογραφής της συμβάσεως, κάποια ιδιαίτερη ανασφάλεια, ως προς την επίτευξη των οικονομικών της στόχων και της οικονομικής της υπόστασης και ρευστότητας, ενώ από το είδος αυτό, της εμπορικής της συνεργασίας με την ενάγουσα, δεν είχε να χάσει κάτι, αλλά, αντίθετα, μόνο να κερδίσει μπορούσε, πολλά ή λίγα, ανάλογα με την επίτευξη των στόχων και την ευόδωση των προσπαθειών της ενάγουσας για την προώθηση του προϊόντος, χωρίς η ίδια να χρειαζόταν να επενδύσει κάτι σε χρήμα, έργο και ανθρώπινο δυναμικό.
Κάτω από αυτό το πρίσμα και τις προαναφερθείσες συνθήκες, είναι κατανοητό, γιατί η εναγομένη δεν αντέδρασε και συμφώνησε στην υπογραφή όρων, που διασφάλιζαν την ενάγουσα, σε περίπτωση πρόωρης και άκαιρης καταγγελίας της μεταξύ τους συμβάσεως από την εναγομένη, δηλαδή πριν από τη λήξη του συμβατικού χρόνου διάρκειάς της, με την προβλεπόμενη προαναφερθείσα αποζημίωση και για όλους τους παραπάνω λόγους.
Η δε εναγομένη, άλλωστε, εξ αρχής, γνώριζε όλα τα παραπάνω και ότι το ελάχιστο, που η ίδια θα αποκόμιζε από τη μεταξύ των διαδίκων εμπορική συνεργασία, με βάση την προαναφερθείσα σύμβαση παροχής υπηρεσιών, θα ήταν απλώς ένα μικρό κέρδος, χωρίς να υπάρξει περίπτωση προκλήσεως ζημίας της. Στο τελευταίο εδάφιο του ως άνω άρθρου καθορίσθηκε ότι η αποζημίωση θα ανέρχεται στο 150% των πωλήσεων των δώδεκα μηνών, που προηγούνται από τη λήξη ή την καταγγελία της συμβάσεως.
Όμως, ακόμη και αν θεωρείται υψηλή, τέτοια αποζημίωση συμφώνησαν οι διάδικοι, η δε συμφωνία τους αυτή έχει υπογραφεί έγκυρα, όπως προαναφέρθηκε, από την εναγομένη. Άρα, αυτή η συμβατική διάταξη είναι δεσμευτική για τις διάδικες και, επομένως, και για την εναγομένη. Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα όπως, εσφαλμένα, κρίθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση που εξέδωσε και ούτε υπάρχει έδαφος για αναγωγή από το δικαστήριο στο προσήκον μέτρο.
Η ενάγουσα, βέβαια, όπως και η μάρτυράς της, υποστηρίζουν, ότι τέτοιες αποζημιώσεις είναι συνηθισμένες σε παρόμοιες συμβάσεις. Ωστόσο, κάποια παρόμοια σύμβαση, με τέτοιους όρους, δεν προσκομίσθηκε από την ενάγουσα. Επίσης, και στην παραπάνω υπ' αριθμ. 16178/2006 ένορκη βεβαίωση, αναφέρεται, ότι οι αποζημιώσεις, που η ενάγουσα ζητεί, είναι εύλογες, καθώς σε άλλες φαρμακοβιομηχανίες έχουν ακουσθεί για πολύ μεγαλύτερες αποζημιώσεις και αυτά τα ποσά συνηθίζονται στην αγορά των φαρμάκων, που τα κέρδη των επιχειρήσεων είναι τεράστια.
Η ενάγουσα, περαιτέρω, υποστηρίζει, ότι η εναγομένη άντλησε σημαντικά οφέλη από τις πωλήσεις του φαρμάκου "Renagal", το οποίο η ίδια καθιέρωσε στην αγορά, αφού οι πωλήσεις του έφθασαν να είναι πάνω από 2.300, δηλαδή στο ένα τρίτο των νεφροπαθών, που υπάρχουν στην ελληνική επικράτεια. Ως εκ τούτου, η παραπάνω αποζημίωση, γι' αυτήν, είναι δίκαιη, εύλογη και ανάλογη της συνεισφοράς και συμμετοχής της στην εδραίωση του φαρμάκου στην Ελλάδα, αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες και ο χρόνος που ανέλαβε την προώθηση του φαρμάκου στην ελληνική αγορά, το οποίο εκτόξευσε, ξεκινώντας από μηδενική, σχεδόν, ζήτηση και πωλήσεις, είναι δε αυτή η αποζημίωση της προϊόν ελεύθερων διαπραγματεύσεων - συζητήσεων και σύμφωνη με τις συνήθεις αποζημιώσεις, που επικρατούν στον κλάδο των φαρμακοβιομηχανιών, λόγω του υψηλού τζίρου που γίνονται στα φάρμακα.
Σημειωτέον, περαιτέρω, ότι, κατά τον χρόνο υπογραφής της επίδικης συμβάσεως, δηλαδή τον μήνα Ιούλιο του έτους 2000, η εναγομένη δεν είχε άμεση ανάγκη για την προώθηση του φαρμάκου, καθώς το έτος 2000 δεν είχε αρχίσει ακόμη ουσιαστικά η κυκλοφορία του, αφού, όπως η ίδια η εναγόμενη εμμέσως συνομολογεί, αυτό τέθηκε ουσιαστικά σε κυκλοφορία, μετά τον Μάρτιο του 2001, καθώς έλαβε τιμή διάθεσης στην ελληνική αγορά, από την Επιτροπή Κοστολόγησης Φαρμάκων, μόλις κατά τον Δεκέμβριο μήνα του έτους 2000.
Επίσης, όπως ήδη σημειώθηκε, η ενάγουσα δεν ήταν εταιρεία, που είχε αναπτύξει επιχειρηματική δραστηριότητα στο χώρο των φαρμακευτικών εταιρειών, ούτε είχε δεσπόζουσα θέση στην αγορά αυτή, αλλά η εναγομένη, αφού είχε τη σχετική ευχέρεια, βολιδοσκόπησε πρώτα την αγορά και, μεταξύ πολλών επιλογών που είχε, κατέληξε και επέλεξε η ίδια την ενάγουσα, ελεύθερα και χωρίς οποιαδήποτε εκ μέρους της τελευταίας πίεση, για όσους λόγους, σε άλλη παράγραφο, προαναφέρθηκαν, δηλαδή καθώς, ήδη, είχαν εμπορική συνεργασία για τα παραπάνω αναλώσιμα νοσοκομειακά υλικά και η ενάγουσα διέθετε στην αγορά δικά της προϊόντα για νεφροπαθείς.
Ακόμη, λόγω και των στενών φιλικών σχέσεων που διατηρούσαν μεταξύ τους οι νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης και ο ως άνω ιδρυτής, μέτοχος και κάποτε νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας Λ. Σ.. Δεν αποδείχθηκε, όμως, ούτε ότι η εναγομένη τελούσε σε σχέση οικονομικής εξάρτησης από την ενάγουσα, ώστε να μη διέθετε ισοδύναμη ή αξιόπιστη εναλλακτική λύση, παρά μόνο την κατάρτιση της συμβάσεως με αυτήν και τους επίδικους συμβατικούς όρους, ούτε ότι εγκλωβίστηκε και έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από την ενάγουσα, όπως, αβάσιμα και ανακριβώς, υποστηρίζει η εναγομένη.
Αντίθετα, η επιλογή της ενάγουσας για την προώθηση του φαρμάκου έγινε, κατά το μάλλον ή ήττον, με κύριο κριτήριο την ήδη υπάρχουσα επιτυχή συνεργασία μεταξύ των διαδίκων για το υλικό "seprafilm", καθώς και για όλους τους προαναφερθέντες λόγους, που, σε κάθε περίπτωση, αφορούν την ίδια την εναγομένη και την ελεύθερη επιλογή της και κανέναν άλλον, αφού δεν αποδείχθηκε από κάποιο στοιχείο, επιβλήθηκε, από άλλους παράγοντες, η υποχρέωση να συνάψει σύμβαση με την ενάγουσα και μάλιστα με τους συμβατικούς όρους, που καταρτίσθηκε η σύμβαση αυτή.
Ούτε, περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης Χ. Χ., που η ίδια η εναγομένη - εκκαλούσα παρουσιάζει ως εξέχουσα προσωπικότητα και πανεπιστημιακού επιπέδου άτομο, είχε κουφότητα ή απειρία στις συναλλαγές, την οποία, δήθεν, εκμεταλλεύθηκε η ενάγουσα, αφού, η μεν εναγομένη είχε πλέον δραστηριοποιηθεί αρκετά χρόνια πριν στον χώρο της εμπορίας φαρμάκων και συνεργαζόταν, ήδη, για τρία συναπτά χρόνια με την ενάγουσα, όταν υπογράφηκε η παραπάνω σύμβαση, ο δε νόμιμος εκπρόσωπός της είχε παραπλήσια επιχειρηματική δραστηριότητα, τουλάχιστον από το έτος 1991, οπότε και είχε ιδρύσει σχετική εταιρεία.
Ο τελευταίος, ειδικότερα όπως η ίδια η εναγομένη αναφέρει, - στις έγγραφες προτάσεις της , που κατέθεσε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, - είναι πτυχιούχος του βιολογικού τμήματος του Πανεπιστήμιου Πατρών και έχει συνεργασθεί με όλα τα δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία, με τα πανεπιστήμια όλης της χώρας, καθώς και με πολλούς καθηγητές πανεπιστημίου, ιατρούς και μη, από τον χώρο της Υγείας, ασχολείται δε ενεργά με τον χώρο του εμπορίου από το έτος 1981.
Αρχικά, απασχολήθηκε ως υπάλληλος σε δύο εταιρείες (Π. Μ. Α.Ε. και Βιοδυναμική Α.Ε.) και από το έτος 1984 συμμετείχε και διηύθυνε διάφορες εταιρείες, όπως την εταιρεία "Χ. - Ε. Α.Ε.", στην οποία ήταν διευθύνων σύμβουλος, την εταιρεία "Τεχνολογία Α.Ε", στην οποία συμμετείχε ως μέτοχος και μέλος του ΔΣ αυτής, την εταιρεία "Β.
Κ. ΑΕ", στην οποία, επίσης, συμμετείχε ως μέτοχος και μέλος στο ΔΣ της, την εταιρεία "BIOTRENDS", στην οποία ήταν ιδρυτής και διαχειριστής της, την εταιρεία "Βιοανάλυση ΑΕ", στην οποία υπήρξε ιδρυτής και μέτοχος και, τέλος, την εταιρεία "Χ. Χ. και Σια ΟΕ", άμεση δικαιοπάροχο και μετατραπείσα στην εναγομένη εταιρεία, που διηύθυνε, όπως και εξακολουθεί να διευθύνει, όντας ιδρυτής και βασικός της μέτοχος, ως διευθύνων σύμβουλος αυτής.
Επομένως, με βάση όλα τα προαναφερθέντα, αποδείχθηκε, ότι η ενάγουσα δεν εκμεταλλεύθηκε, ούτε κάποια αδήριτη οικονομική ανάγκη ή εξάρτηση από αυτήν της εναγομένης, ούτε την απειρία στις συναλλαγές του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, ούτε επέβαλε, ως εκ της θέσεώς της, τους δικούς της όρους στην εναγομένη, ώστε όλοι οι, περί του αντιθέτου, σχετικοί ισχυρισμοί της εναγομένης, ότι, δηλαδή, η επίδικη σύμβαση, ως προς τους παραπάνω όρους ήταν καταπλεονεκτική, αντίθετη στα χρηστά συναλλακτικά ήθη και ότι έγινε κατά κατάχρηση δικαιώματος από την ενάγουσα σε βάρος της, θα πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Για όλους δε τους παραπάνω, αναλυτικά εκτιθέμενους, λόγους πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι και όλοι ο προαναφερθέντες ισχυρισμοί της εναγομένης-εκκαλούσας, αναφορικά με όλες τις προεκτιθέμενες τέσσερεις ενστάσεις της, σχετικά με την επίδικη έγγραφη σύμβαση των διαδίκων, καθώς και τα συναφή με τις ενστάσεις αυτές αιτήματα της εναγομένης περί αναγνωρίσεως ακυρότητας της συμβάσεως, ακυρώσεως αυτής, καθώς και επεμβάσεως του δικαστηρίου για ακύρωση διατάξεων της και μείωση των συμφωνηθέντων προς αποζημίωση της ενάγουσας ποσών".
Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 178 ΑΚ, κατά τους ορισμούς της οποίας δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι περί ηθικής αντιλήψεις του κατά γενική αντίληψη χρηστώς, εμφρόνως και υγιώς σκεπτόμενου, μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη, που δημιουργεί ακυρότητα της δικαιοπραξίας, κρίνεται αντικειμενικώς από το περιεχόμενό της, ενόψει του συνόλου των συνθηκών και περιστάσεων που τη συνοδεύουν, σε αντιδιαστολή με τη μεμονωμένη αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή του σκοπού στον οποίο αποβλέπουν.
Περαιτέρω η καθιερούμενη από το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων ελέγχεται με βάση και το άρθρο 281 ΑΚ, με την έννοια ότι η δυνατότητα χρήσεως του συμβατικού μηχανισμού για την διάπλαση εννόμων σχέσεων δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα όρια της συμβατικής ελευθερίας που τίθενται από τον σκοπό και την κοινωνική νομική της λειτουργία στα πλαίσια της έννομης τάξεως.
Η σε αμφετεροβαρή σύμβαση ύπαρξης προφανούς δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής δεν επιφέρει καθεαυτή ακυρότητα της δικαιοπραξίας, εκτός αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 179 ΑΚ. Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 179 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 174, 178 και 180 ΑΚ, είναι άκυρη, ως αντικείμενη στα χρηστά ήθη, η σύμβαση με την οποία το ένα από τα συμβαλλόμενη μέρη, εκμεταλλευόμενο την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του άλλου συνομολογεί ή λαμβάνει για τον εαυτό του ωφελήματα που κατά το χρόνο της συνομολογήσεώς τους βρίσκονται σε προφανή δυσαναλογία προς την παροχή.
Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές. Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η κατάσταση που συνεπάγεται κίνδυνο της ζωής, της υγείας και της ελευθερίας, καθώς και η οικονομική του συμβαλλομένου, αρκεί να είναι επιτακτική.
Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εξάλλου, εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση, από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ' αυτόν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου.
Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.
Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισης της, αποτελεί νομική έννοια και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Εξάλλου κατά το άρθρο 67 Α.Κ. αυτός που έχει τη διοίκηση του νομικού προσώπου επιμελείται των υποθέσεων αυτού και το αντιπροσωπεύει δικαστικώς και εξωδίκως, κατά δε το άρθρο 68 παρ.2 Α.Κ., οι περί αντιπροσωπείας και εντολής διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί του διοικητικού νομικού προσώπου.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 214 του Α.Κ. "τα ελαττώματα της βούλησης, η γνώση ή υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών, καθώς και η επίδρασή τους στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 211, 213, 215 ΑΚ συνάγεται, ότι στην άμεση αντιπροσώπευση, επειδή ο αντιπρόσωπος εκδηλώνει κατά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας δική του βούληση και δεν μεταφέρει ως άγγελος τη βούληση του αντιπροσωπευομένου, τα ελαττώματα της βουλήσεως, η έννοια του περιεχομένου της δηλώσεως, η γνώση ή υπαίτια άγνοια ορισμένων περιστατικών και η επίδρασή τους στη δικαιοπραξία κρίνονται από το πρόσωπο του αντιπροσώπου, εκτός αν ο αντιπρόσωπος ενήργησε σύμφωνα με ορισμένες οδηγίες του αντιπροσωπευομένου, οπότε δεν μπορεί ο αντιπροσωπευόμενος να επικαλεσθεί την άγνοια του αντιπροσώπου για περιστατικά που ο ίδιος γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει.
Τέλος κατά την διάταξη του άρθρου 404 ΑΚ "ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ως ποινή χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο (ποινική ρήτρα), για την περίπτωση που δεν θα εκπλήρωνε ή που δεν θα εκπλήρωνε προσηκόντως την παροχή". Κατά την διάταξη δε του άρθρου 405 του αυτού Κώδικα, "Η ποινή καταπίπτει αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία.
Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν έχει υποστεί καμία ζημία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 361 ΑΚ, συνάγεται, ότι, στα πλαίσια, της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι έγκυρος ο όρος ότι σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως οφείλεται ορισμένο κατ' αποκοπή ποσό αποζημιώσεως, ανεξαρτήτως ζημίας, το οποίο στην πραγματικότητα αποτελεί και λειτουργεί ως ποινική ρήτρα.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 409 ΑΚ, "Αν η ποινή που συμφωνήθηκε είναι δυσανάλογα μεγάλη, μειώνεται, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη, από το δικαστήριο στο μέτρο που αρμόζει. Αντίθετη συμφωνία δεν ισχύει". Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για την μόρφωση της δικαστικής του κρίσεως, σε σχέση με τον προσδιορισμό του περιεχομένου της αόριστης νομικής έννοιας της "δυσανάλογα μεγάλης ποινής" και του "μέτρου που αρμόζει", λαμβάνει υπ' όψη τα περιστατικά που, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν και ιδίως το μέγεθος της ποινής, σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστού, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα συμφέροντα του δανειστού που επλήγησαν από την αθέτηση της συμβάσεως, την έκταση της συμβατικής παραβάσεως του οφειλέτου, τον βαθμό του πταίσματός του, την ενδεχόμενη ωφέλειά του από την μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστού.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για την ορθή υπαγωγή στα ανωτέρω κριτήρια του άρθρου 409 ΑΚ των περιστατικών που έγιναν, ανελέγκτως, δεκτά, δεν ελέγχεται, όμως, ο προσδιορισμός του ποσού κατά το οποίο θα μειωθεί η ποινική ρήτρα.
Για την σχετική δε κρίση του δικαστηρίου, λαμβάνεται υπ' όψη ο χρόνος εκδόσεως της οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δηλαδή της συζητήσεως, μετά την οποία αυτή εξεδόθη, ασχέτως αν, κατά τις περιστάσεις, λαμβάνονται υπ' όψη περιστατικά, αναγόμενα σε προγενέστερο χρόνο. Στις αμέσως παραπάνω σημειούμενες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά, αναφερόμενα στο περιεχόμενο της συνδέουσας τις διαδίκους συμβάσεως και των συνοδευτικών αυτής συνθηκών και περιστάσεων ως και την κατάσταση κατά την κατάρτιση αυτής των διαδίκων και των νομίμων εκπροσώπων τους, που δικαιολογούν την κατ' ορθή εφαρμογή των άρθρων 174, 178, 281, 179, 180 ΑΚ κατ' ουσίαν απόρριψη των θεμελιουμένων επ' αυτών ενστάσεων της αναιρεσείουσας για ακυρότητα των θεμελιωτικών των αξιώσεων της αναιρεσίβλητης συμβάσεως με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 (α' σκέλος 3ου λόγου) και 19 ΚΠολΔ (γ' σκέλος α' λόγου) του κυρίου δικογράφου αρνητικά να αξιολογούνται, ως αβάσιμος.
Ο σχετικός όμως όγδοος όρος της συμβάσεως, κατά το ενδιαφέρον περιεχόμενο του οποίου, κατά τις παραδοχές πάντες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, "Σε περίπτωση τακτικής ή έκτακτης καταγγελίας ή λήξης για οποιοδήποτε λόγο, της ίδιας ως άνω μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, η εναγομένη υποχρεούται να αποζημιώσει την ενάγουσα για όλες τις δαπάνες, στις οποίες η τελευταία προέβη κατά το διάστημα ισχύος της συμβάσεως και οι οποίες έγιναν μέσα στα πλαίσια εκπληρώσεώς της, καθώς, επίσης, να την αποζημιώσει για την πελατεία, που απέκτησε στα πλαίσια εκτελέσεως της συμβάσεως, για τη διεύρυνση των πωλήσεων του φαρμάκου που επέφερε, καθώς και για τη γενικότερη κινητοποίησή της στον ιατρικό χώρο και τη συμβολή της στις πωλήσεις του πιο πάνω φαρμάκου, η οποία (αποζημίωση) ορίστηκε στο ποσό-ποσοστά των 150% επί των πωλήσεων των τελευταίων 12 μηνών, που προηγούνται της λήξεως ή της καταγγελίας της συμβάσεως", διαλαμβάνοντας παράλληλα στις αιτιολογίες της ότι με τη συνομολόγηση του δωδέκατου όρου αυτής, κατά τους ορισμούς του οποίου "η παρούσα αποτελεί σύμβαση παροχής υπηρεσιών και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί σύμβαση αντιπροσωπείας", αποκλείσθηκε "η τυχόν ανάλογη εφαρμογή και οι περιορισμοί του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991", καλύπτει συμφωνία των διαδίκων, η οποία στην πραγματικότητα αποτελεί και λειτουργεί ως ποινική ρήτρα, οφειλόμενη από την αναιρεσείουσα στην αναιρεσίβλητη σε περίπτωση για οποιοδήποτε λόγο λήξεως της συμβάσεως, το ποσό της οποίας προσδιορίσθηκε σε ποσοστό 150/00 επί των πωλήσεων των τελευταίων 12 μηνών για την κάλυψη των δαπανών της αναιρεσίβλητης καθόλη την διάρκεια ισχύος της συμβάσεως και την αποζημίωσή της για την πελατεία και την διεύρυνση των πωλήσεων του φαρμάκου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη και το μέγεθος των εν λόγω αξιώσεών της.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η ένσταση της αναιρεσείουσας για μείωση της συνομολογηθείσης με τον τρόπο αυτό ποινικής ρήτρας, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι η συμφωνηθείσα αποζημίωση έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα, που αποκλείει την εφαρμογή των άρθρων 404 επ, 409 ΑΚ, κατά τις βάσιμα περί τούτου διατυπούμενες αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.1 (β' σκέλος 3ου λόγου του κυρίου δικογράφου και α' σκέλος 2ου λόγου προσθέτου δικογράφου) και 19 ΚΠολΔ (γ' σκέλος 1ου λόγου του κυρίου δικογράφου και β' σκέλος 2ου λόγου πρόσθετου δικογράφου), με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων.
Δ. Κεφάλαιο ενστάσεως περί εξοφλήσεως της αξιώσεως από δεδουλευμένες αμοιβές κατά το από 1.1 έως 31.8.2003 χρονικό διάστημα.
"Άρα, από την αιτία αυτή, η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα [800.429 + 143.883,72 =] 944.312,72 ευρώ. Η εναγομένη, όμως, υποστηρίζει, ότι έχει πλήρως εξοφλήσει την ενάγουσα από την παραπάνω αιτία, προβάλλοντας σχετική ένσταση και επικαλούμενη διάφορες επιταγές. Οι ισχυρισμοί, όμως αυτοί της εναγομένης, όπως και η σχετική με αυτούς προβληθείσα ένσταση πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως, ως αόριστοι, αφού η εναγομένη πρωτόδικα, δεν ανέφερε και δεν είχε επικαλεσθεί, ούτε ποιος και κάτω από ποιες συνθήκες είχε εκδώσει τις αόριστα επικαλούμενες απ' αυτήν, επιταγές ούτε πότε εκδόθηκαν οι επιταγές αυτές, ούτε πότε εισπράχθηκαν.
Επίσης, ούτε η αιτία, για την οποία εκδόθηκαν οι επιταγές αποδείχθηκε (πρωτόδικα). Η εναγομένη, δηλαδή, τελείως αόριστα, πρωτόδικα, είχε αναφερθεί σε τρεις επιταγές, συνολικού ύψους 678.357 ευρώ, χωρίς να επικαλείται και να εκθέτει κάτι για αμοιβές ποίων μηνών της ενάγουσας αφορούσε καθεμία από τις επιταγές αυτές και ποία ακριβώς ποσά, καθώς και αν τα ποσά αυτά καταβλήθηκαν και εισπράχθηκαν από την ενάγουσα, η οποία, πάντως, αρνείται, ότι συνέβη κάτι τέτοιο.
Σημειώνεται, εξ άλλου, πως, η εναγομένη επικαλείται εξόφληση των μέχρι τον Ιούνιο του 2003 απαιτήσεων της ενάγουσας από την παραπάνω αιτία, και η ίδια η ενάγουσα, για την ίδια αιτία και για το ίδιο χρονικό διάστημα, εγείρει μικρότερες απαιτήσεις, συνολικού ύψους, όχι 678.357 ευρώ, που η εναγομένη ισχυρίζεται ότι της κατέβαλε, αλλά 589.176 ευρώ.
Η εκ των υστέρων, άλλωστε, επίκληση και αναφορά και άλλων εκ μέρους της εναγομένης στοιχείων, με το δικόγραφο της εφέσεώς της, καθώς και η προσπάθεια συμπληρώσεως, με το ίδιο δικόγραφο και με τις προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, των όσων, πρωτόδικα, είχε προβάλει ελλιπώς, - όπως η ημερομηνία εισπράξεων των επιταγών -, πέραν του ότι, ούτε και τώρα καθιστούν ορισμένη την ως άνω ένστασή της, απαραδέκτως προβάλλονται για πρώτη φορά από την εκκαλούσα στο δευτεροβάθμιο αυτό Δικαστήριο.
Επομένως, και από την αιτία αυτή, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη οι προβληθέντες με την έφεση, για πρώτη φορά, παραπάνω ισχυρισμοί της εκκαλούσας, αφού ουδέν αναφέρει σχετικά με τους λόγους, για τους οποίους δεν προέβαλε πρωτόδικα αυτούς τους ισχυρισμούς της. Η εναγομένη στον πρώτο βαθμό, είχε προβάλει παραδεκτά, όπως είχε συμπληρώσει και αναλύσει με τις προτάσεις της, τη, - νόμιμη, κατ' άρθρο 416 Α.Κ.
και ερευνητέα στην ουσία, - ένσταση μερικής εξοφλήσεως των προαναφερθεισών απαιτήσεων κατ' αυτής της ενάγουσας, ύψους 192.000 ευρώ. Ειδικότερα, η εναγομένη ισχυρίζεται, ότι έναντι του ποσού της, οφειλομένης από την παραπάνω αιτία και μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας, αμοιβής της ενάγουσας, έχει καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των 192.000 ευρώ την 1-7-2003, με την έκδοση μιας μεταχρονολογημένης επιταγής.
Από το ακριβές αντίγραφο αυτής της επιταγής, που προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη (με αριθμό ... της τράπεζας ASPIS ΒΑΝΚ), αποδεικνύεται, ότι η επιταγή αυτή έχει εκδοθεί εις διαταγή άλλης εταιρείας, δηλαδή εταιρείας με άλλη επωνυμία και άλλη νομική προσωπικότητα, της "JASONPHARM LTD" με έδρα την Λευκωσία, η οποία την οπισθογράφησε περαιτέρω, όπως απορρέει από το σώμα της, στην Τράπεζα EFG Eurobank και όχι στην ενάγουσα.
Ως τελική υπογραφή φαίνονται τα στοιχεία του Α. Κ., δηλαδή του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης. Κατά συνέπειαν, αφού, ούτε η εκδότρια της επιταγής ήταν η εναγομένη, ούτε απορρέει ότι δικαιούχος αυτής ήταν η ενάγουσα και, εφόσον δεν αποδείχθηκε, ότι οι διάδικες εταιρείες είχαν μεταξύ τους, ρητά, συμφωνήσει για αυτόν τον τρόπο καταβολής, με έκδοση δηλαδή επιταγής από τρίτη εταιρεία και τελικό δικαιούχο, όχι την ενάγουσα ή την εναγομένη, αλλά τον ως άνω νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας, ατομικώς, ουδόλως αποδεικνύεται και η ένσταση εξοφλήσεως της εναγομένης, ως προς το ποσό αυτό των 192.000 ευρώ.
Όλα δε αυτά, εν όψει και του ότι η ενάγουσα αρνείται, αιτιολογημένα, την καταβολή αυτή, υποστηρίζοντας ότι αφορά και προέρχεται, όχι από την επίδικη περίπτωση, με την οποία ουδόλως σχετίζεται, αλλ' ότι συνδέεται με ατομικό δανεισμό του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, ο οποίος, επειδή αντιμετώπιζε κατά καιρούς διάφορα οικονομικά προβλήματα, απευθυνόταν και εισέπραττε χρήματα από τον δανείσαντα αυτόν, ατομικά και άλλες φορές, συχνά, κατά το παρελθόν, νόμιμο εκπρόσωπό της.
Επίσης, όλα τα παραπάνω πρέπει να συνδυασθούν και με το γεγονός, ότι, δεν αποδείχθηκε ακόμη, ούτε ότι, μεταγενέστερα, η ενάγουσα ενέκρινε εκ των υστέρων την είσπραξη της οφειλομένης σ' αυτήν από την εναγομένη εταιρεία αμοιβή της, με είσπραξη από το νόμιμο εκπρόσωπό της ατομικά, επιταγών εκδόσεως της παραπάνω κυπριακής εταιρείας.
Συνεπώς, η ένσταση της εναγομένης εταιρείας, αναφορικά με το ποσό των 944.312,72 ευρώ ως υπόλοιπο αμοιβής της ενάγουσας από την προαναφερθείσα αιτία, είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτεά, όπως και ο σχετικός λόγος εφέσεώς της". Κατά την διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ, συνδυαζομένη με εκείνη του άρθρου 269§2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτοδίκη δίκη, εκτός ορισμένων περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων και αν προτείνονται από τον εφεσίβλητο ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, αν γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αν αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου και αν αποδεικνύονται εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να έχει πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων.
Επομένως, ο διάδικος, που προβάλλει τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, οφείλει να επικαλεστεί και αποδείξει τη συνδρομή της εξαιρετικής ή εξαιρετικών περιπτώσεων, οι οποίες επιτρέπουν την προβολή τους για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, η δε περί τούτου κρίση του δικαστηρίου της ουσίας είναι αναφερομένη σε πράγματα, αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Επομένως ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται και στην περίπτωση της απόρριψης από το Εφετείο πραγματικών ισχυρισμών ως απαράδεκτων, λόγω προβολής τους για πρώτη φορά ενώπιόν του. Αλλά για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, σύμφωνα και με την προηγούμενη σκέψη, πρέπει στο αναιρετήριο να εκτίθεται, ότι είχε γίνει επίκληση της συνδρομής κάποιας από τις προαναφερόμενες περιπτώσεις, στις οποίες επιτρέπεται η προβολή των πραγματικών ισχυρισμών στην κατ' έφεση δίκη.
Περαιτέρω, η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, κατά το άρθρο 416 ΑΚ. Η παράδοση, όμως, από τον οφειλέτη επιταγής ή συναλλαγματικής αποδοχής του δεν αποτελεί καταβολή ούτε δόση αντί καταβολής της αρχικής υποχρέωσης και αυτό γιατί ο δανειστής, που έχει στα χέρια του τους πιστωτικούς αυτούς τίτλους, δεν έχει ακόμα ικανοποιηθεί, αφού δεν έγινε κύριος του αντίστοιχου ποσού, ενώ στην περίπτωση της επιταγής δεν απέκτησε επιπλέον αξίωση κατά της πληρώτριας τράπεζας για καταβολή.
Ο οφειλέτης θα ελευθερωθεί, εφόσον δεν ορίσθηκε σαφώς το αντίθετο, πράγμα που οφείλει να αποδείξει, μόνο όταν καταβληθούν πραγματικώς τα χρήματα στον δανειστή ή καταχωρηθούν στον λογαριασμό του. Ο ισχυρισμός του οφειλέτη ότι προς εξόφληση της οφειλής του οπισθογράφησε προς τον δανειστή χρηματόγραφο, αποτελεί κατά νόμο προβολή εξόφλησης της βασικής σχέσης (υπόσχεση αντί καταβολής), μόνον εφόσον γίνεται επίκληση από τον ίδιο (οφειλέτη) σχετικής συμφωνίας του προς απόσβεση της παλαιάς ενοχής με σύσταση νέας, η οποία στηρίζεται πλέον αποκλειστικά στο χρηματόγραφο (ΑΚ 421, 438).
Συνεπώς, μόνο η οπισθογράφηση του χρηματογράφου στον δανειστή συνιστά υπόσχεση χάριν καταβολής, δηλαδή ανάληψη και νέας υποχρέωσης, του οφειλέτη, βαίνουσα παράλληλα προς την παλαιά, η οποία εξακολουθεί να υφίσταται, και επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρεώσεως μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) του χρηματογράφου.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ, η ένσταση, όπως και η αγωγή (άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άλλως απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Η αναιρεσείουσα υποστήριζε πρωτοβαθμίως ότι προς ολική απόσβεση της εν λόγω αξιώσεως της αναιρεσίβλητης κατέβαλε στην τελευταία τα ποσά των (α)150.000, (β)336.157 και (γ)192.000 ευρώ, με ισόποσης αξίας τραπεζικές επιταγές, τις οποίες εισέπραξε για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης ο νόμιμος αυτής εκπρόσωπός της Α.
Κ.. Η εν λόγω ένσταση αξιολογήθηκε στον πρώτο βαθμό ως αόριστη κατά τις με στοιχ. (α) και (β) καταβολές, ορθό κατ' αποτέλεσμα κατά τούτο απορριπτικό διατακτικό της, με την εσφαλμένη αιτιολογία ότι δεν αναφέρεται η αιτία και το υπόλοιπο της αμοιβής της αναιρεσίβλητης, δοθέντος ότι παρελείποντο παντελώς να προσδιορισθούν οι επίμαχες τραπεζικές επιταγές, χωρίς η εντεύθεν αοριστία να θεραπεύεται με την απλή αναφορά στην προσκόμισή τους.
Επομένως ορθώς απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη δευτεροβάθμια απόφαση ο σχετικός λόγος εφέσεως ως αβάσιμος, διαλαμβάνουσα παράλληλα με παράλληλη κυρία αιτιολογία της ότι η αναιρεσείουσα ως εκκαλούσα, δεν επικαλείται τη συνδρομή οποιασδήποτε από τις αναφερόμενες στις διατάξεις των άρθρων 527§2, 269§2 ΚΠολΔ περιπτώσεις παραδεκτού προβολής της εν λόγω ενστάσεως το πρώτον με το δικόγραφο της εφέσεως, εφόσον με την έφεση της αναιρεσίβλητης δεν προσβλήθηκε το κεφάλαιο τούτο της πρωτοβάθμιας αποφάσεως.
Επομένως η προβαλλόμενη με το δεύτερο σκέλος του πρώτου κατά σειρά λόγου του προσθέτου δικογράφου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ, με την έννοια της παρά το νόμο αξιολογήσεως ως αόριστης και απορρίψεως κατά τούτο της ενστάσεως της αναιρεσείουσας περί αποσβέσεως της εν λόγω απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης ως απαράδεκτης, ελέγχεται ως αβάσιμη.
Παρά την όμοιου περιεχομένου αοριστία της εν λόγω ενστάσεως κατά τη με στοιχ. (γ) καταβολή, αξιολογήθηκε κατά τούτο ως ορισμένη και απορρίφθηκε στη συνέχεια με την προσβαλλόμενη απόφαση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με τις αμέσως παραπάνω ιστορούμενες πλήρεις και σαφείς περί τούτου αιτιολογίες της, διαλαμβάνοντας ειδικότερα ότι η είσπραξη της ισόποσης τραπεζικής επιταγής έγινε ατομικώς από τον νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης, χωρίς να επακολουθήσει έγκριση αυτής , ότι αφορούσε καταβολή για την οφειλόμενη σε εκείνη αμοιβή.
Επομένως η διατυπούμενη με το β' σκέλος του πρώτου λόγου του κυρίου δικογράφου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ελέγχεται ως αβάσιμη. Ομοίως αρνητικά αξιολογείται η απομένουσα προς έρευνα και προβαλλόμενη με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου του προσθέτου δικογράφου αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού αυτού πορίσματός του παρέλειψε να λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει την από 28.1.2009 επιστολή της θυγατρικής της αναιρεσείουσας Κυπριακής εταιρείας JASONPHARM LTD, σε διαταγή της οποίας είχε εκδοθεί η ισόποσης αξία επίμαχη τραπεζική επιταγή, η οποία, ως μαρτυρία τρίτου, που δόθηκε χωρίς τήρηση του οριζομένου από το νόμο τρόπου, αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι από την βεβαίωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι στην περί πραγμάτων κρίση της κατέληξε αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αξιολογούμενη σε συνδυασμό προς τις λοιπές αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι παρά ταύτα λήφθηκε υπόψη και το αποδεικτικό τούτο μέσο.
Σημειώνεται ότι οι αξιώσεις της αναιρεσίβλητης, πλην εκείνων των δεδουλευμένων αποδοχών, και τα αντίστοιχα κεφάλαια της πρωτοβάθμιας αποφάσεως προσεβλήθησαν με τη χαρακτηριζομένη με στοιχ. (ii) έφεση της ιδίας και επομένως η αναιρεσείουσα σε κάθε περίπτωση παραδεκτώς προέβαλε, ως εφεσίβλητη (ΚΠολΔ 527 περ.1), τους ισχυρισμούς, στους οποίους θεμελιώνονται οι προτεινόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου λόγου κατά το αριθμούμενο με την παρούσα τρίτο σκέλος αυτού, του τρίτου λόγου κατά το δεύτερο σκέλος αυτού του κυρίου δικογράφου και του δεύτερου λόγου του προσθέτου δικογράφου να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη με την αίτηση αναιρέσεως απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στην ένσταση της αναιρεσείουσας περί μειώσεως της συνομολογηθείσης ποινικής ρήτρας ως και το αρρήκτως μετ' αυτού συνδεόμενο κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, λόγω του ενιαίου προσδιορισμού αυτών και παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του αυτού Εφετείου Αθηνών, συντιθέμενου από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580§3).
Ε. Αίτημα για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη από την εκτέλεση της αναφερόμενης αποφάσεως κατάσταση.
Κατά το άρθρο 579 § 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί σχετική αίτηση είτε με το αναιρετήριο είτε με τις προτάσεις είτε με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως διατάζει, με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Η αίτηση, όμως, αυτή, είναι ανάγκη, κατά τα άρθρα 216 και 217 ΚΠολΔ, να προσδιορίζει τις αιτίες για τις οποίες καταβλήθηκαν τα επιμέρους χρηματικά ποσά που συνθέτουν το επιδιωκόμενο συνολικό ποσό, ώστε στην περίπτωση που η αναιρεσιβαλλομένη αναιρείται κατά ένα μέρος να είναι εφικτός ο προσδιορισμός του ποσού που θα αποδοθεί.
Με την δευτεροβάθμια απόφαση οι αξιώσεις της αναιρεσίβλητης προσδιορίσθηκαν στο ποσό Α. των 944.312,72 € από δεδουλευμένες αμοιβές, Β. των 5.789.233,50 € από τη συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων ποινική ρήτρα (αναιρούμενο κεφάλαιο) και Γ. των 40.404,99 € από αποζημίωση δαπανών, με αντίστοιχη υποχρέωση (α) καταψηφίσεως και (β) αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως καταβολής της από τις αιτίες αυτής οφειλής της αναιρεσείουσας στο ποσό των Α, (α) 150.000,00 και (β) [944.312,72-150.000] 794.312,72 €, Β. (α) 450.000,00 και (β) [5.789.233,50-450.000,00] 5.339.233,50 € και Γ. (α) 40.404,99 €, με τον νόμιμο τόκο σε αμφότερες τις περιπτώσεις από 22.1.2004 έως την εξόφληση.
Η αναιρεσείουσα, προς θεμελίωση του ερευνώμενου αιτήματός της επαναφοράς των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως κατάσταση, υποστήριζε με τις από 14-10-2011 προτάσεις της ότι σε εκτέλεση των με στοιχ. Α (α), Β (α) και Γ (α) καταψηφιστικών διατάξεων της αποφάσεως, που αποτελούν και εκτελεστό κατ' αυτής τίτλο, κατέβαλε το συνολικό ποσό των 377.992,14 €, το οποίο απαραδέκτως στη συνέχεια με την από 8.11.2011 προσθήκη των προτάσεων, που κατατέθηκε στις 10.11.2011, μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, αναβιβάζει σε εκείνο των 528765,74 €, πλήν παραλείπει να προσδιορίσει το ποσό το οποίο κατέβαλε για τη με στοιχ.
Β (α) αιτία, με άμεση δικονομική συνέπεια το εν λόγω αίτημα να αξιολογείται προεχόντως ως αόριστο, λόγο για τον οποίο και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία κατανέμει κατά τον λόγο της εν μέρει νίκης και ήττας εκάστης των διαδίκων και ορίζει στο ποσό των 2.000,00 ευρώ (ΚΠολΔ 183, 178§1).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το αίτημα για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη από την εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως κατάσταση.
Αναιρεί την 2185/29.4.2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο αυτής που αναφέρεται στην ένσταση της αναιρεσείουσας περί μειώσεως της συνομολογηθείσης μεταξύ των διαδίκων ποινικής ρήτρας, ως και εκείνο περί δικαστικών εξόδων.
Παραπέμπει κατά τούτο την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο αυτό Εφετείο Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει, κατά μερικό συμψηφισμό στο ποσό των δυο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ