Supreme Court dismisses appeal against bank's liability for issuing cheques to insolvent company director.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Alpha Bank and two individuals against the Athens Court of Appeal's judgment. The lower court found that the bank and its agents failed to verify the legal status of a director of an insolvent company before issuing cheques, causing financial and moral harm to the plaintiff. The court upheld the finding that this negligence constituted a tort under Greek civil law, establishing liability for the damages awarded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 298, 299, 914, 922, 926, 927, 932 of the Civil Code; The court held that a bank and its agents are liable for damages when they fail to exercise due diligence in verifying the legal capacity of a representative before issuing cheques, constituting a tortious act.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1768 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1768/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ανώνυμης τραπεζιτικής εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο 'ALPHA BANK" πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ" η οποία εξομοιούται κατά τη διάταξη του άρθρου 75 του ν. 2190 λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, με καθολική διάδοχο της "ΙΟΝΙΚΗΣ ΚΑΙ ΛΑΪΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. X2, κατοίκου ... και 3. X3, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Ρόζο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γκρινιαράκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-8-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11273/1995 προδικαστική, 2937/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6490/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18-10-2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 20-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεση.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β', 914, 926, 927 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, από την οποία προσβάλλεται ιδιωτικό δικαίωμα ή βλάπτεται άλλο ατομικό συμφέρον του προσώπου που δεν αποτελεί περιεχόμενο ιδιωτικού δικαιώματος, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως Για να υπάρξει όμως δικαίωμα αποζημίωσης από το άρθρο 914 ΑΚ σε περίπτωση προσβολής ατομικού συμφέροντος, απαιτείται όπως η παραβιαζομένη διάταξη να είναι κατά το γράμμα της ή το σκοπό του νομοθέτη, προστατευτική του προσβαλλομένου ατομικού συμφέροντος ή και αυτού.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν, εξαιτίας της παραλείψεως του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε -με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του- θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεώς του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη, ήταν καθ' εαυτή ικανή και είχε τη δυνατότητα, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, χωρίς τη μεσολάβηση εκτάκτων ή ασυνήθιστων περιστατικών, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα επέφερε δε πράγματι αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του εάν τα ανελέγκτως διαπιστωθέντα από αυτό πραγματικά περιστατικά, γενικώς και αφηρημένα λαμβανόμενα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, ότι η πράξη ή παράλειψη μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, αφού σχηματίζεται με τη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας.
Η κρίση όμως του δικαστηρίου, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση ή πράξη ή παράλειψη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος, ως αναγόμενη στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.Περαιτέρω από το άρθρο 922 ΑΚ που ορίζει ότι ο κύριος ή ο προστήσας άλλον σε υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα, κατά την υπηρεσία του.
προκύπτει ότι για την ίδρυση ευθύνης του προστήσαντος από την αδικοπραξία του προστηθέντος πρέπει ο τελευταίος να τελεί υπό τις εντολές και οδηγίες του προστήσαντος ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, προς τις οποίες και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται. Από την ίδια διάταξη συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτον όχι μόνον κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέστηκε εντός των ορίων και καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια.
Σχέση προστήσεως υπάρχει όταν, στο πλαίσιο υφιστάμενης μεταξύ δύο προσώπων (φυσικών ή νομικών) δικαιοπρακτικής ή οποιασδήποτε άλλης βιοτικής σχέσεως, διαρκούς ή ευκαιριακής, το ένα από τα πρόσωπα αυτά (προστήσας) αναθέτει στο άλλο (προστηθέντα), με ή χωρίς αμοιβή, την εκτέλεση ορισμένης υπηρεσίας, υλικής ή νομικής φύσεως, η οποία αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου και κατά τη οποία ο δεύτερος υπόκειται στον έλεγχο ή έστω στις γενικές οδηγίες και εντολές ή μόνο στην επίβλεψη του πρώτου.
Πάντως, όταν η εκτέλεση μιας υπηρεσίας έχει ανατεθεί σε πρόσωπα με εξειδικευμένες επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, ο άνω έλεγχος δεν είναι απαραίτητο να εκτείνεται στον τρόπο εργασίας των εν λόγω προσώπων, ως προς τον οποίο άλλωστε ο κύριος της υποθέσεως, ελλείψει των σχετικών γνώσεων, δεν είναι σε θέση να τα ελέγξει, αλλά μπορεί και αρκεί (ο έλεγχος) να αφορά στην παροχή οδηγιών, έστω και γενικού περιεχομένου, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους λοιπούς όρους εργασίας των ειδικευμένων προσώπων. 'Ετσι, πρόστηση μπορεί να υπάρχει και επί συμβάσεως παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, όπως είναι και η κατά το άρθρο 94 του Κώδικα Δικηγόρων (ν.δ. 3026/54) σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια περιοδική αμοιβή, μεταξύ δικηγόρου και εντολέα του, δυνάμει της οποίας ο δικηγόρος υποχρεούται να παρέχει στον εντολέα του τις νομικές του υπηρεσίες.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση, για τον χαρακτηρισμό του δικηγόρου ως προστηθέντος του εντολέα του, αρκεί η εκ μέρους του εντολέα παροχή γενικών μόνο οδηγιών στον δικηγόρο, ως προς τον τόπο, τον χρόνο και τους όρους εργασίας του τελευταίου. Και τούτο, γιατί η παροχή ειδικών οδηγιών στον δικηγόρο για τον τρόπο προσφοράς των νομικών του υπηρεσιών δεν είναι δυνατή, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 1, 39-57 ν.δ. 3026/54 ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος, υποχρεωμένος, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, να ενεργήσει όχι σύμφωνα με τις τυχόν ειδικές αυτές οδηγίες του εντολέα του, αλλά σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων και λοιπούς νόμους.
Επομένως, αν από αμελή κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του συμπεριφορά του προστηθέντος δικηγόρου επήλθε ζημία ή και ηθική βλάβη σε τρίτο ευθύνονται εις ολόκληρο ο υπαίτιος και ο προστήσας Η ευθύνη του προστήσαντος είναι γνησία αντικειμενική, δικαιολογητικό λόγο της οποίας αποτελεί το γεγονός ότι ο προστήσας ωφελείται από τις υπηρεσίες του προστηθέντος, δευρύνοντας το πεδίο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, και ως εκ τούτου είναι εύλογο να φέρει την ευθύνη για τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα του προστηθέντος.
Στον προστήσαντα δεν παρέχεται η δυνατότητα απαλλαγής του από την ευθύνη, αν αποδείξει ότι δεν βαρύνεται με πταίσμα (αμέλεια) ως προς την εκ μέρους του επιλογή του προστηθέντος ή ως προς τις οδηγίες που του παρείχε, ούτε αν αποδείξει ότι ο προστηθείς ανέπτυξε πρωτοβουλία εντός του πεδίου δράσεως εκείνου (προστήσαντος).
Δηλαδή η υπέρβαση ή η κατάχρηση από τον προστηθέντα της υπηρεσίας που του ανατέθηκε είναι δημιουργική ευθύνης για τον προστήσαντα, με βάση τη σχέση της πρόστησης, γιατί η υπηρεσία αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 3 ν. 5960/1933 "Περί επιταγής" και 361 ΑΚ προκύπτει ότι, εκτός αν μεταξύ των συμβλήθέντων συμφωνήθηκε διαφορετικά, με την ρητώς ή σιωπηρώς καταρτιζόμενη, μεταξύ τράπεζας και του πελάτη αυτής σύμβαση επιταγής, η τράπεζα, με την ιδιότητα του πληρωτή, έναντι συνήθως αμοιβής, υποχρεούται να διαθέτει τα κεφάλαια του πελάτη της ή το ποσό της προς αυτόν πίστωσης, με την εμπρόθεσμη προς τούτο εμφάνιση προς πληρωμή, επιταγών που νομίμως έχει εκδώσει ο πελάτης και για το σκοπό αυτό η τράπεζα χορηγεί σ' αυτόν βιβλιάριο (μπλόκ) επιταγών.
Η πληρώτρια τράπεζα αναλαμβάνει, έναντι μόνου του εντολέα πελάτη της την υποχρέωση πληρωμής των επιταγών που αυτός θα εκδώσει, εντός του πλαισίου των υφισταμένων κεφαλαιών ή της πίστωσης αυτού (πρόβλεψη), μη επηρεαζομένου όμως του κύρους της τυχόν εκδοθείσης πέραν του ποσού της πρόβλεψης επιταγής. Από τη σύμβαση αυτή επιταγής μεταξύ τράπεζας και εκδότη των επιταγών πελάτη της ουδεμία απαίτηση έχει ο νόμιμος κομιστής, ως τρίτος, έναντι της πληρώτριας τράπεζας από την τυχόν μη πληρωμή της επιταγής, η δε πληρώτρια τράπεζα δεν υποχρεούται ούτε έναντι του εντολέα της εκδότη των προσκομιζομένων σ' αυτή προς πληρωμή επιταγών να προβαίνει σε τακτικούς ελέγχους για τη διαπίστωση της υπάρξεως ή μη κεφαλαίων προς πληρωμή.
Πρόκειται όμως για σύμβαση προστατευτική και του εννόμου συμφέροντος του νόμιμου κομιστή της επιταγής να εισπράξει το ποσό αυτής από την πληρώτρια τράπεζα, κατά τη νόμιμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και η τράπεζα για τη χορήγηση του μπλόκ επιταγών στον πελάτη της, πρέπει, να προβαίνει σε έλεγχο της αξιοπιστίας και του αξιοχρέου αυτού, σύμφωνα με τους κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αφού με τη χορήγηση του μπλόκ επιταγών στον πελάτη της, δημιουργείται πηγή κινδύνου για τα έννομα συμφέροντα των κομιστών των επιταγών.
Η υποχρέωση αυτή της τράπεζας για έλεγχο, επιβάλλεται και από τις διατάξεις της υπ' αριθμ. 502/20.8/ 9.9.92 απόφασης της Επιτροπής Νομισματικών Θεμάτων (ΦΕΚ Α 149), "Διακίνηση ιδιωτικών επιταγών μέσω του τραπεζικού συστήματος κλπ", όπως τροποποιήθηκε με την υπ' αριθμ. 513/92 απόφαση της ιδίας επιτροπής, με τις διατάξεις της οποίας ορίζονται και τα εξής:
α) οι ιδιωτικές επιταγές φέρονται σε χρέωση των λογαριασμών εις βάρος των οποίων σύρονται με αξία (VALEUR) της ημερομηνίας πληρωμής τους από τις τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Οι τράπεζες στις οποίες τηρούνται οι λογαριασμοί, υποχρεούνται, εφόσον διαπιστώσουν ότι οι επιταγές είναι ακάλυπτες, να τις αναγγείλουν στην 'Ενωση Ελληνικών Τραπεζών από την επομένη εργάσιμη ημέρα της εμφάνισής τους προς πληρωμή, β) η εταιρία μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα "ΤΡΑΠΕΖΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ" υποχρεούται μέχρι την 20η κάθε μήνα να αναγγέλει στην Εισαγγελική Αρχή, για την ποινική δίωξη των εκδοτών, τις ακάλυπτες επιταγές, γ)εφόσον ο δικαιούχος λογαριασμού καταθέσεως όψεως εκδώσει σε διάστημα δώδεκα μηνών ακάλυπτες επιταγές συνολικού ποσού που υπερβαίνει το ποσό των 200.000 δρχ., οι τράπεζες που τηρούν λογαριασμούς όψεως του ιδίου καταθέτη οφείλουν να ενεργήσουν για την επιστροφή των βιβλιαρίων επιταγών που τυχόν βρίσκονται στην κατοχή του.
Νέο βιβλιάριο επιταγών επιτρέπεται να χορηγηθεί μετά παρέλευση δώδεκα τουλάχιστον μηνών από την έκδοση της τελευταίας ακάλυπτης επιταγής και εφόσον στο μεταξύ έχουν τακτοποιηθεί οι σχετικές οφειλές. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με εκείνες των άρθρων 288, 281, 330, 332, 914, 922, 932 ΑΚ, συνάγεται ότι η υπαίτια, από δόλο ή αμέλεια, παράλειψη των προστηθέντων από την τράπεζα να ελέγξουν, πριν τη χορήγηση του βιβλιαρίου επιταγών, το αξιόχρεο και αξιόπιστο του πελάτη της, καθώς και τη συνδρομή των άνω από την απόφαση της Επιτροπής Νομισματικών Θεμάτων προϋποθέσεων, για την έκδοση βιβλιαρίου επιταγών, και η εν συνεχεία έκδοση επιταγών από τον λήπτη του σχετικού βιβλιαρίου.
οι οποίες δεν πληρώθηκαν κατά τη νόμιμη εμφάνισή τους, συνιστά αδικοπραξία και η εκδότρια του βιβλιαρίου τράπεζα υποχρεούται σε αποζημίωση ή και χρηματική ικανοποίηση του κομιστή των επιταγών. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα εξής: Ο ήδη αναιρεσίβλητος, έγινε νόμιμος κομιστής, δι' οπσθογραφήσεως, της υπ' αριθμ. ...
τραπεζικής επιταγής ποσού 5.400.000 δρχ., πληρωτέας από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, εκδόσεως της εταιρίας με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑΪΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ ΕΠΕ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο ΑΑ. Επειδή όμως η εκδότρια της επιταγής αυτής εταιρία είχε οικονομική αδυναμία προς πληρωμή της επιταγής, ο προαναφερόμενος νόμιμος αυτής εκπρόσωπος, διαβεβαιώνοντας τον ενάγοντα, ότι ήταν και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΑΕ", ζήτησε από αυτόν να συναινέσει στην ανανέωση του χρέους δια της χορηγήσεως άλλων επιταγών, εκδόσεως της προαναφερομένης ΑΕ, εις αντικατάσταση της παραπάνω αναφερομένης και ο δανειστής συναίνεσε προς τούτο. 'Ετσι, ο ΑΑ, ως δήθεν νόμιμος εκπρόσωπος της εν λόγω ΑΕ, εξέδωσε και παρέδωσε στον ενάγοντα τέσσερις επιταγές, συνολικού ποσού 6.030.000 δραχμών (ενσωματώθηκαν τόκοι από την καθυστέρηση πληρωμής της πρώτης επιταγής και αμοιβή του ενάγοντος από την παροχή εργασίας στον ΑΑ), πληρωτέες από τον υπ' αριθμ. ...
λογαριασμό της εκδότριας εταιρίας, τον οποίο αυτή τηρούσε στο υποκατάστημα ... της πληρώτριας Ιονικής Τράπεζας, η οποία απορροφήθηκε μετέπειτα από την ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, και ο ενάγων παρέδωσε σ' αυτόν την προηγούμενη επιταγή. Οι άνω τέσσερις επιταγές εμφανίσθηκαν από τον νόμιμο κομιστή αυτών ενάγοντα νομίμως και εμπροθέσμως στην πληρώτρια τράπεζα, πλην όμως δεν πληρώθηκαν ελλείψει κεφαλαίων προς πληρωμή.
Περαιτέρω, το εφετείο δέχθηκε, ότι οι δεύτερος και τρίτη αναιρεσείοντες, ως προστηθέντες της αναιρεσείουσας τράπεζας, με την ιδιότητα ο μεν πρώτος του διευθυντή του υποκαταστήματος της αναιρεσείουσας τράπεζας, στο οποίο ανοίχθηκε ο σχετικός λογαριασμός, μέσω του οποίου εσύροντο οι άνω μη πληρωθείσες επιταγές, που χορήγησε το βιβλιάριο επιταγών, η δε δεύτερη, ως δικηγόρος της τράπεζας, που είχε αναλάβει τον έλεγχο των σχετικών στοιχείων για την διαπίστωση της τήρησης των από την τράπεζα οριζομένων προϋποθέσεων χορήγησης βιβλιαρίου εκδόσεως επιταγών, από αμέλειά τους, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχε αναθέσει η προστήσασα, παρέλειψαν να ασκήσουν τον καθορισμένο από αυτή έλεγχο των αναγκαίων δικαιολογητικών για τη χορήγηση βιβλιαρίου επιταγών στην άνω εκδότρια ΑΕ, και έτσι παραβίασαν και την από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη προκύπτουσα γενική δικαιϊκή αρχή να μη ζημιώνουν άλλον υπαιτίως Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι κατά μήνα Νοέμβριο 1993 προσήλθε στο υποκατάστημα της ...
της τράπεζας Ιονική Λαϊκή, μετέπειτα απορροφηθείσας δια συγχωνεύσεως από την ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, του οποίου (υποκταστήσαντος) διευθυντής ήταν ο δεύτερος αναιρεσείων, ο ΑΑ, ο οποίος διατηρούσε οικογενειακές σχέσεις με τον εν λόγω διευθυντή του πραναφερομένου υποκαταστήματος, και με την ιδιότητά του ως δήθεν νομίμου εκπροσώπου της εταιρίας "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΑΕ" ζήτησε να ανοιχθεί λογαριασμός όψεως στο όνομα της εταιρίας αυτής και να της χορηγηθεί βιβλιάριο (μπλόκ) επιταγών.
Ότι πράγματι ανοίχθηκε στο όνομα της εταιρίας αυτής ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός όψεως, χορηγήθηκε δε στον εν λόγω ΑΑ στέλεχος (μπλόκ) επιταγών, από το οποίο αφού συμπληρώθηκαν, αποκόπηκαν και παραδόθηκαν στον ενάγοντα οι παραπάνω μη πληρωθείσες επιταγές. Ότι οι εναγόμενοι, διευθυντής του υποκαταστήματος και δικηγόρος της τράπεζας, από αμέλειά τους, κατά την άσκηση των καθηκόντων που τους είχε αναθέσει η τράπεζα, για τον έλεγχο των δικαιολογητικών προς έκδοση στελέχους επιταγών, δεν επέδειξαν την προσοχή που όφειλαν και μπορούσαν, και την οποία αν επεδείκνυαν δεν θα εξέδιδαν το στέλεχος αυτό των επιταγών, διότι από τα έγγραφα του σχετικού φακέλου που υποβλήθηκαν για το άνοιγμα του λογαριασμού και την έκδοση του βιβλιαρίου επιταγών προέκυπταν τα εξής:
α) ότι η εταιρία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΑΕ", που είχε ιδρυθεί το έτος 1986, από το έτος 1989 έπαυσε να έχει οποιαδήποτε δραστηριότητα, τελευταίος δε νόμιμος εκπρόσωπος και πρόεδρος του Δ.Σ. αυτής ήταν ο ΒΒ του οποίου η θητεία είχε λήξει την 30.06.1988, β) ότι κατά το έτος 1988 αποφασίσθηκε η αύξηση του μετοχικού αυτής κεφαλαίου από 5.000.000 δρχ.
σε 45.000.000 δραχμές διαιρούμενο σε 45.000 μετοχές ονομαστικής αξίας 1.000 δρχ. η κάθε μία και με το υπ' αριθμ. ... πρακτικό του Δ.Σ αυτής αποφασίσθηκε η σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης για εκλογή νέων μελών του Δ.Σ., γ) ότι κατά τη γενική αυτή συνέλευση εμφανίσθηκαν και έλαβαν μέρος μόνο ο άνω ΑΑ και ο ΓΓ ως μοναδικοί μέτοχοι αυτής, μολονότι εκπροσωπούσαν μόνο 10.250 μετοχές και χωρίς τη συμμετοχή των λοιπών μετόχων, εξέλεγξαν νέο Δ.Σ.
αποτελούμενο από τους ΑΑ, ΓΓ και ΔΔ, το οποίο συγκροτήθηκε σε σώμα την 4.12.1989 και με απόφασή του όρισε ως νόμιμους εκπροσώπους της εταιρίας τους ΑΑ και ΓΓ, ενεργούντες από κοινού ή και ο καθένας χωριστά, δ) ότι το τελευταίο αυτό πρακτικό δεν υπήρχε στο φάκελο που υποβλήθηκε στην τράπεζα για το άνοιγμα του λογαριασμού όψεως και την έκδοση στελέχους επιταγών, ουδέποτε δε είχε αποσταλεί προς δημοσίευση, αντ' αυτού δε υπήρχε το υπ' αριθμ. ...
τριπλότυπο είσπραξης του ΤΑΠΕΤ (Ταμείου Αλληλοβοηθείας Προσωπικού Εθνικού Τυπογραφείου) για τη δημοσίευση του πρακτικού αυτού στο ΦΕΚ, ε) ότι από τα στοιχεία της ΙNFOBAK, που ο διευθυντής του υποκαταστήματος όφειλε και μπορούσε να ελέγξει πριν την έκδοση του βιβλιαρίου επιταγών, προέκυπτε ότι, εκτός από διαμαρτυρημένες συναλλαγματικές, η εταιρία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΑΕ", κατά τα έτη 1989, 1993 και 1994 είχε εκδώσει 39 ακάλυπτες επιταγές συνολικού ποσού 50.576.000 δρχ.
Και στ) ότι ο άνω ΑΑ είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης το έτος 1991. Οι εν λόγω προστηθέντες της τράπεζας, αν και υποχρεούντο, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, αλλά και τις σχετικές εγκυκλίους της τράπεζας, να προβαίνουν σε προηγούμενο έλεγχο για την έκδοση βιβλιαρίου επιταγών, αυτοί από αμέλειά τους, παρέλειψαν να προβούν στον έλεγχο αυτό και παρέδωσαν στον εμφανισθέντα ως νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρίας το μπλόκ των επιταγών, από το οποίο εκδόθηκαν μετέπειτα από αυτόν, υπογράφοντας υπό την εταιρική επωνυμία, οι άνω μη πληρωθείσες επιταγές, νόμιμος κομιστής των οποίων ήταν ο ενάγων.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ακολούθως δε δέχθηκε την εξ αδικοπραξίας αγωγή αυτού και κατεδίκασε τους ήδη αναιρεσείοντες (Τράπεζα και προστηθέντες) να του καταβάλουν ως αποζημίωση, (περιουσιακή ζημία και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη) εις ολόκληρον δε ο καθένας και νομιμοτόκως, ποσό 16.147.39 ευρώ. 'Ετσι που έκρινε, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922, 297, 298, 299, 932 ΑΚ αφού τα γενόμενα δεκτά από αυτό ως άνω πραγματικά περιστατικά ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής αυτών των διατάξεων και ειδικότερα καταφάσκουν την αδικοπρακτική συμπεριφορά των δευτέρου και τρίτης αναιρεσειόντων την ιδιότητά τους ως προστηθέντων της πρώτης εξ αυτών, την πρόκληση περιουσιακής ζημίας και ηθικής βλάβης στον αναιρεσίβλητο και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εν λόγω ζημίας και της άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς.
Επομένως όλοι οι περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ απορρέοντες, λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως..
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.10.2006 αίτηση των α) της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" β) Χ2 και 3) Χ3 για αναίρεση της υπ' αριθμ.6.490/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ