Supreme Court allows appeal against lower court's dismissal of contract dispute based on defendant's judicial admission of settlement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a contract dispute, remanding the case for retrial. The appellant argued that the respondent had judicially admitted to settling the dispute via a specific agreement, which the lower court ignored. The Court ruled that this admission was a valid evidentiary basis for the settlement's existence and validity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; The court must consider judicial admissions made by a party regarding the settlement of a dispute as valid evidence, and an appeal based on the lower court's failure to consider such an admission is admissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1768 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1768/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Ελένη Παναγιωτάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : εταιρείας με την επωνυμία "Bayer Cropscience Ελλάς Εφόδια για τη Γεωργία ΑΒΕΕ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσιμπανούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης : Εταιρείας "ΓΕΩΧΗΜ Ανώνυμος Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Γεωργοχημικών Προϊόντων", που εδρεύει στη Μαγούλα Ελευσίνας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-11-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 6436/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3 Νοεμβρίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 18 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αναίρεσης και να απορριφθεί ο τρίτος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από την έκθεση επίδοσης 11546Β/27-12-2004 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αντωνίου Πάπαρη, στην οποία προσαρτώνται η από 27-12-2004 απόδειξη παραλαβής από τον αρμόδιο αξιωματικό του δικογράφου που θυροκολλήθηκε και η από 28-12-2004 βεβαίωση περί αποστολής της ταχυδρομικής ειδοποίησης που ορίζει το άρθρου 128 παρ. 4γ ΚπολΔ και την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα που επισπεύδει τη συζήτηση της υπό κρίση από 3-11-2004 αίτησης αναίρεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αυτής, στο τέλος της οποίας είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή της ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς την αναιρεσίβλητη για να παραστεί κατά τη συζήτησή της, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ΄ αυτήν. Όμως η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολ.Δ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. α΄ και γ΄ ίδιου Κώδικα).
ΙΙ. Το άρθρο 214 Α του ΚΠολΔ εισήγαγε στην Ελλάδα, σύμφωνα με τη σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης R (86) 12 της 16.12.1986, το δικονομικό θεσμό της απόπειρας εξώδικης επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, η οποία αποβλέπει στην ενθάρρυνση και διευκόλυνση των διαδίκων να επιλύουν πολλές από τις σοβαρότερες και δυσχερέστερες ιδιωτικές διαφορές, αρμοδιότητας πολυμελούς πρωτοδικείου, με αμεσότερο, συντομότερο, ολιγοδαπανότερο και ασφαλέστερο τρόπο, αφού αυτοί γνωρίζουν καλύτερα από κάθε άλλον την αλήθεια καθώς και τις ασθενείς πλευρές τής άποψης του καθενός.
Ορίζει, συγκεκριμένα, το πιο πάνω άρθρο : "Αγωγές που έχουν ως αντικείμενό τους διαφορές ιδιωτικού δικαίου, οι οποίες υπάγονται στην καθ΄ ύλην αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία, για τις οποίες επιτρέπεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο να συνομολογηθεί συμβιβασμός, δεν μπορεί να συζητηθούν, αν δεν προηγηθεί απόπειρα εξώδικης επίλυσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των επόμενων παραγράφων" (παρ. 1).
Κατά τη συνάντηση των διαδίκων, που γίνεται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου αυτού, "οι διάδικοι με τους δικηγόρους τους ή εκπροσωπούμενοι από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, επικουρούμενοι, εφόσον το επιθυμούν, και από τρίτο πρόσωπο κοινής επιλογής, εξετάζουν ολόκληρη τη διαφορά καθώς και την τυχόν ανταγωγή του εναγομένου, χωρίς να δεσμεύονται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.
Χρησιμοποιούν όλα τα πρόσφορα μέσα για να εξακριβωθούν τα κρίσιμα περιστατικά και τα σημεία συμφωνίας και διαφωνίας τους, καθώς και τις συνέπειες που δέχονται ή αμφισβητούν, ώστε να επιτύχουν αμοιβαίως αποδεκτή λύση της διαφοράς, εν όλω ή εν μέρει" (παρ. 4). Αν οι διάδικοι καταλήξουν σε ολική ή μερική λύση της διαφοράς, συντάσσεται ατελώς πρακτικό στο οποίο αναγράφεται το περιεχόμενο της συμφωνίας τους και ιδίως το είδος του αναγνωριζόμενου δικαιώματος, το ποσό της οφειλόμενης παροχής και οι τυχόν όροι υπό τους οποίους θα εκπληρωθεί.
Η συμφωνία περιορίζεται στα όρια της ένδικης διαφοράς. Καθορίζονται επίσης και επιβάλλονται τα έξοδα κατά τις διατάξεις των άρθρων 176 επ.. Το πρακτικό χρονολογείται και υπογράφεται από τους διαδίκους ή από τους δικηγόρους τους, αν έχουν την κατά το άρθρο 98 ειδική πληρεξουσιότητα, σε τόσα αντίτυπα όσοι οι αντιδικούντες διάδικοι ή ομάδες διαδίκων" (παρ. 5). "Κάθε διάδικος μπορεί, προσκομίζοντας το πρακτικό σε πρωτότυπο, να ζητήσει από τον πρόεδρο του πολυμελούς πρωτοδικείου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η αγωγή, τη επικύρωσή του.
Ο πρόεδρος αφού διαπιστώσει : α) ότι η διαφορά είναι δεκτική εξώδικης επίλυσης, σύμφωνα με την παράγραφο 1, β) ότι το πρακτικό έχει υπογραφεί σύμφωνα με τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου και γ) ότι από αυτό προκύπτει σαφώς το είδος του αναγνωριζόμενου δικαιώματος και το τυχόν ποσόν της οφειλόμενης παροχής, επικυρώνει το πρακτικό.
Αν η διαφορά περιλαμβάνει και καταψήφιση, το πρακτικό από την επικύρωσή του αποτελεί τίτλο εκτελεστό και ο πρόεδρος το περιάπτει ταυτόχρονα με τον εκτελεστήριο τύπο. Αν η διαφορά έχει χαρακτήρα απλώς αναγνωριστικό, το πρακτικό αποδεικνύει το δικαίωμα. Σε κάθε περίπτωση με την επικύρωση του πρακτικού επέρχεται κατάργηση της δίκης.
Αν η επικυρούμενη συμφωνία καλύπτει μέρος της διαφοράς, η κατάργηση της δίκης επέρχεται μόνο κατά τούτο" (παρ. 6). "Αγωγή για αναγνώριση ακυρότητας ή για ακύρωση της δήλωσης βούλησης που περιέχεται στο κατά την παράγραφο 5 πρακτικό ασκείται ενώπιον του εφετείου στην περιφέρεια του οποίου συντάχθηκε το πρακτικό, μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της κατά την παράγραφο 6 επικυρωτικής πράξης του προέδρου.
Αν η συμφωνία ακυρωθεί, η εκκρεμοδικία λογίζεται ότι δεν καταργήθηκε ποτέ. Σε περίπτωση μερικής ακύρωσης, η εκκρεμοδικία αναβιώνει μόνο κατά τούτο..." (παρ. 11). Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτουν τα ακόλουθα : 1) Δύο είναι οι προϋποθέσεις που καθιστούν υποχρεωτική την προδικασία της απόπειρας συμβιβαστικής επίλυσης, ήτοι α) να πρόκειται για αγωγή υπαγόμενη στην υλική αρμοδιότητα του πολυμελούς πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία και β) η διαφορά να είναι δεκτική συμβιβασμού κατά τους κανόνες του ιδιωτικού δικαίου (871 επ Α.Κ.).
΄Ετσι, στην κατηγορία των αγωγών αυτών, υπάγονται μεταξύ άλλων, και οι αγωγές για εκπλήρωση ενοχικών υποχρεώσεων, είτε από σύμβαση είτε από το νόμο, ή για ευθύνη εξαιτίας μη εκπλήρωσης ενοχών εν γένει, καθώς και αγωγές αποζημίωσης από αδικοπραξία. 2) Οι διάδικοι, κατά τη συνάντησή τους, η διαδικασία της οποίας διαγράφεται στις παραγράφους 3 και 4 του πιο πάνω άρθρου, χρησιμοποιώντας όλα τα πρόσφορα μέσα για να εξακριβώσουν τα κρίσιμα περιστατικά και τα σημεία συμφωνίας και διαφωνίας τους, καθώς και τις συνέπειες που δέχονται ή αμφισβητούν, ώστε να επιτύχουν αμοιβαίως αποδεκτή λύση της διαφοράς, εν όλω ή εν μέρει, εξετάζουν ολόκληρη τη διαφορά, χωρίς να δεσμεύονται από τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.
Δεν απαιτείται επομένως νομικός χαρακτηρισμός (υπαγωγή). Αρκεί να επιτευχθεί "αμοιβαίως αποδεκτή λύση της διαφοράς". 3) Αν οι διάδικοι καταλήξουν σε ολική ή μερική λύση της διαφοράς, συντάσσεται ατελώς πρακτικό, στο οποίο αναγράφεται το περιεχόμενο της συμφωνίας τους και ιδίως το είδος του αναγνωριζόμενου δικαιώματος, το ποσό της οφειλόμενης παροχής και οι τυχόν όροι υπό τους οποίους θα εκπληρωθεί. 4) Η συμφωνία περιορίζεται στο ένδικο αντικείμενο, στη "διαφορά", όπως αυτή οριοθετείται από την αγωγή και την τυχόν ανταγωγή.
Αν η συμφωνία εκταθεί και πέραν του ένδικου αντικειμένου, αυτή αποτελεί, ως προς το πέραν της επίδικης διαφοράς μέρος της, εξώδικο συμβιβασμό ή άλλη σύμβαση του ιδιωτικού δικαίου, δεν επιδρά επομένως στη δίκη και δεν υποβάλλεται κατά τούτο στην, κατά τα πιο κάτω εκτιθέμενα, επικύρωση. Στην έκταση δε που αναφέρεται στο ένδικο αντικείμενο, η "συμφωνία" αποτελεί είδος συμβιβασμού, υπό την έννοια των άρθρων 871 Α.Κ.
και 293 ΚΠολΔ, ισχύουν όμως ειδικότερα ως προς αυτήν οι διατάξεις της παραγράφου 6. 5) Το συντασσόμενο πρακτικό επικυρώνει ο πρόεδρος του πολυμελούς πρωτοδικείου, ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η διαφορά, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 6, ήτοι εφόσον αυτός "διαπιστώσει" α) ότι η διαφορά είναι δεκτική εξώδικης επίλυσης, σύμφωνα με την παράγραφο 1, β) ότι το πρακτικό είναι χρονολογημένο και υπογεγραμμένο από τους διαδίκους ή από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, εφόσον αυτοί έχουν την ειδική, κατά το άρθρο 98 ΚΠολΔ, πληρεξουσιότητα, σε αντίτυπα ισάριθμα προς τους αντιδικούντες διαδίκους ή ομάδες διαδίκων και γ) ότι από αυτό προκύπτει σαφώς το είδος του αναγνωριζόμενου δικαιώματος και το ποσό της τυχόν οφειλόμενης οφειλής. 6) Μετά την επικύρωση αυτή, η συμφωνία των διαδίκων καθίσταται δεσμευτική από άποψη ουσιαστικού δικαίου και έκτοτε παράγει τα δικονομικά της αποτελέσματα, επιφέρει δηλαδή κατάργηση της δίκης, και "αποδεικνύει" το δικαίωμα που αναγνωρίστηκε, αν δε το πρακτικό περιέχει καταψήφιση, αποτελεί τίτλο "εκτελεστό, οπότε περιάπτεται τον εκτελεστήριο τύπο, κατά το άρθρο 918 ΚΠολΔ.
Και 7) παρέχεται η δυνατότητα άσκησης αγωγής για αναγνώριση ακυρότητας ή για ακύρωση της δήλωσης βούλησης που περιέχεται στο πρακτικό, οι λόγοι δε ακυρότητας ή ακυρωσίας είναι οι αναφερόμενοι στο ουσιαστικό δίκαιο για τη δήλωση βούλησης (λ.χ. άρθρα 178, 179, 140 επ. Α.Κ.). Από τα παραπάνω συνάγεται ειδικότερα περαιτέρω και σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ότι στα πλαίσια της εξώδικης κατά το άρθρο 214 Α του ΚΠολΔ επίλυσης της διαφοράς, είναι δυνατή η ρύθμιση και άλλων ζητημάτων, που δεν σχετίζονται με την "ένδικη διαφορά", η οποία (ρύθμιση) και δεν επηρεάζει την όλη συμφωνία των διαδίκων, δεν την καθιστά δηλαδή άκυρη, ούτε εμποδίζει την παραγωγή των πιο πάνω δικονομικών της αποτελεσμάτων, ως προς το μέρος της με το οποίο ρυθμίζεται το ένδικο αντικείμενο.
Δηλαδή, η αληθινή έννοια της διάταξης ότι "η συμφωνία περιορίζεται στα όρια της ένδικης διαφοράς", είναι ότι η συμφωνία των διαδίκων παράγει τα προαναφερόμενα δικονομικά αποτελέσματα στην έκταση που αυτή αφορά την "ένδικη διαφορά". Τέλος, οι διατάξεις του πιο πάνω άρθρου 214 Α του ΚΠολΔ, κατά το μέρος που ορίζουν τις προϋποθέσεις για την έγκυρη κατάρτιση πρακτικού εξώδικης επίλυσης της διαφοράς, με την επικύρωση του οποίου καθίσταται δεσμευτική η συμφωνία των διαδίκων από άποψη ουσιαστικού δικαίου, είναι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, η παράβαση των οποίων ελέγχεται αναιρετικά με τους από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
προβλεπόμενους λόγους αναίρεσης, αφού με αυτές δεν ρυθμίζεται η διαδικασία, αλλά γίνεται αφηρημένη ουσιαστική ρύθμιση έννομων σχέσεων. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατ΄ εκτίμηση του περιεχομένου της, δέχτηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία, με την από 24-12-2001 αγωγή της, την οποία, δικαζόμενη κατά την τακτική διαδικασία, είχε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Aventis Cropscience AEBE", η οποία στη συνέχεια συγχωνεύτηκε με την ήδη αναιρεσείουσα εταιρία, επικαλούμενη αδικοπραξία της εναγομένης εις βάρος της, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει τα αναφερόμενα ειδικότερα ποσά και συνολικώς το ποσό των 16.180.531,18 ευρώ (ή 5.531.516.000 δρχ.), αφενός μεν ως αποζημίωσή της για θετικές και αποθετικές ζημίες της, αφετέρου δε ως εύλογη χρηματική της ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από την εις βάρος της αδικοπραξία της αντιδίκου της.
Οι διάδικοι όμως, προ της συζητήσεως της πιο πάνω αγωγής τους, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 214 Α ΚΠολΔ, συνέταξαν το από 25-2-2002 πρακτικό εξώδικης επίλυσης της διαφοράς τους, το οποίο επικύρωσε ο Πρόεδρος του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την 36/8-3-2002 απόφασή του. Το περιεχόμενο του πρακτικού αυτού, συνεχίζει το Εφετείο, έχει ως εξής : "Πρακτικό εξώδικης επίλυσης διαφοράς κατ΄ άρθρο 214Α ΚΠολΔ, μεταξύ της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΓΕΩΧΗΜ....
και της εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία AVENTIS CROPSCIENCE.... Επί της από 24-12-2001 αγωγής που η ενάγουσα κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η οποία έλαβε γενικό αριθμό κατάθεσης 172386/2001 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου 10846/2001 .... Κατά τη συνάντηση αυτή (που νόμιμα είχε οριστεί) οι ανωτέρω διάδικοι, με τους ανωτέρω αναφερόμενους δικηγόρους τους, εξέτασαν ολόκληρη τη διαφορά, χωρίς να δεσμευτούν από τις διατάξεις του ουσιαστικού Δικαίου.
Χρησιμοποίησαν όλα τα πρόσφορα μέσα, για να εξακριβώσουν τα κρίσιμα περιστατικά και τα σημεία συμφωνίας και διαφωνίας τους, καθώς και τις συνέπειες που δέχθηκαν ή αμφισβητούν, ώστε να μπορέσουν να πετύχουν την παρακάτω αμοιβαία συμφωνία, η οποία επέλυσε εν όλω την προκύψασα ένδικη διαφορά, το περιεχόμενο της οποίας έχει ως ακολούθως :
Α : ΕΙΣΑΓΩΓΗ 1. Οι διάδικοι συνεργάζονται από το 1998 στον τομέα της εισαγωγής και διάθεσης βαμβακόσπορου στην Ελλάδα, δια της εκ μέρους της εναγομένης εισαγωγής και πωλήσεως προς την ενάγουσα βαμβακόσπορου των ποικιλιών CARMEN και AMARA, τις οποίες στη συνέχεια η ενάγουσα πωλεί προς τους πελάτες της. 2. Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας η ενάγουσα οφείλει στην εναγομένη ανεξόφλητα τιμολόγια συνολικού ποσού 1.631.502,34 ΕΥΡΩ, όπως αυτά αναλυτικώς παρατίθενται στο προσάρτημα 1 του παρόντος και εφεξής θα αποκαλούνται Παλαιά Τιμολόγια. 3.
Προς εξασφάλιση των ανωτέρω Παλαιών Τιμολογίων η ενάγουσα είχε παραδώσει στην εναγομένη επιταγές, εκδόσεώς της, εκ των οποίων μετά από διαδοχικές αντικαταστάσεις, βρίσκονται σήμερα στα χέρια της εναγομένης, οι αναφερόμενες στο προσάρτημα Ι του παρόντος. 4. Η ενάγουσα υποστήριξε την ανωτέρω αγωγή της, κατά τη συζήτηση και σύνταξη του παρόντος, η δε εναγομένη, την αρνήθηκε ολικώς.
Μετά την επακολουθήσασα διεξοδική συζήτηση, εκ μέρους των παρισταμένων διαδίκων δια των ανωτέρω αναφερομένων νομίμων εκπροσώπων των και των πληρεξουσίων δικηγόρων των, τα διάδικα μέρη, αναγνώρισαν το ένα προς το άλλο και δικαιολόγησαν ικανοποιητικά, λόγους, αίτια και δικαιώματα, που διαμόρφωσαν την δια του παρόντος επιλυόμενη διαφορά, αιτιολόγησαν πλήρως τις ενέργειες κάθε ενός διαδίκου και συνεφώνησαν την ολική επίλυση της ένδικης διαφοράς, δια της πλήρους εφαρμογής και πιστής τηρήσεως του παρόντος. 5.
Κατόπιν των ανωτέρω τα διάδικα μέρη συμφωνούν να θέσουν τη μελλοντική συνεργασία τους σε νέες βάσεις, οι οποίες παράλληλα θα διευθετούν και τις παρελθούσες διαφορές, διά της αποπληρωμής των παλαιών τιμολογίων". Ακολούθως, στο τμήμα Β΄ του πρακτικού και υπό τον τίτλο ΣΥΜΦΩΝΙΑ, σύμφωνα πάντοτε με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αφενός διατυπώθηκαν οι όροι και οι λεπτομέρειες της μελλοντικής συνεργασίας των διαδίκων και αφετέρου ρυθμίστηκαν τα παλαιά χρέη της αναιρεσίβλητης προς την αναιρεσείουσα.
Και συνεχίζει το Εφετείο : "Από το περιεχόμενο - στο σύνολο αυτού καθώς και στα επιμέρους σημεία του- του προαναφερόμενου πρακτικού συμβιβασμού το οποίο και επικυρώθηκε αρμοδίως, προκύπτει ότι αυτό δεν αναφέρεται καθόλoυ και σε κανένα απολύτως σημείο του, στη συγκεκριμένη, ως άνω, διαφορά, που είχε εισαχθεί στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την "πρώτη" ως άνω αγωγή τής και εδώ ενάγουσας.
Αντιθέτως, από την επισκόπηση αυτού (του πρακτικού) στο σύνολο αυτού καθώς επίσης και σε όλα τα επιμέρους σημεία του, σαφώς και αναμφιβόλως και χωρίς κανένα κενό σημείο προκύπτει ότι, ρυθμίζονται άλλα "ζητήματα" μεταξύ των διαδίκων και δη, αναφορικά με άλλες - και παντελώς ξένες και σε κάθε περίπτωση διαφορετικές- έννομες σχέσεις και διαφορές, οι οποίες υπήρξαν κατά καιρούς μεταξύ αυτών και που δεν αφορούν και δεν σχετίζονται όμως, καθόλου, με το ειδικό και ρητό (ως και άνω) αντικείμενο της ένδικης διαφοράς επί της προαναφερόμενης "πρώτης" αγωγής της ενάγουσας, κατά της και εδώ εναγομένης.
Με την έννοια δε αυτή, διαφορετική της ένδικης διαφοράς (επί της "πρώτης" αυτής αγωγής) έννομη σχέση, που ρυθμίζεται στο εν λόγω πρακτικό, συνιστά, και η σύναψη μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ανάθεσης αποκλειστικής διάθεσης (αντιπροσωπείας) παρά της εναγομένης στην ενάγουσα ...... δεν σχετίζονται όμως (όλες ανεξαιρέτως οι ρυθμίσεις και συμφωνίες στο πρακτικό αυτό) με την ένδικη διαφορά, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ούτε και σε κάθε περίπτωση, σαφές και κατηγoρηματικό σημείο αναφοράς έχουν την τελευταία αυτήν.
Κατά συνέπεια, κατά τους παραδεκτούς νόμιμους και βάσιμους ως προς τα ανωτέρω που κρισιολογεί και εκτιμά και δέχεται το Δικαστήριο τούτο, ισχυρισμούς της ενάγουσας και δη για τον ανωτέρω και μόνο λόγο και την ειδική, ως άνω, αιτία .......και σύμφωνα με όσα προαναπτύχθηκαν και στην μείζονα (νομική) σκέψη, κρίνεται ότι δεν κατέληξαν τελικώς οι διάδικoι αυτοί, σε oλική ή σε μερική έστω, επίλυση της ένδικης αυτής διαφοράς τους, ούτε και πέτυχαν αμοιβαίως καμμία αποδεκτή παρ' αυτών λύση, επ' αυτής ταύτης (της ίδιας) της ένδικης διαφοράς τους (ούτε και στο σύνολο ούτε και σε οποιοδήποτε σημείο αυτής και δη από την εφαρμογή των διατάξεων της 241Α του ΚΠολΔ και γι 'αυτό το λόγο (και αιτία) πρέπει ν 'αναγνωρισθεί η ακυρότητα του πρακτικού αυτού ως προς την περιεχόμενη σ' αυτό συμφωνία της ενάγουσας με την εναγομένη και τη σχετική προς τούτο δήλωση βουλήσεως της ενάγουσας, για την κατάργηση της δίκης επί της εν λόγω πρώτης αγωγής της, ήτοι κατ΄ εφαρμογή πάντοτε των....
διατάξεων του άρθρου 214 Α του ΚΠολΔ". Ακολούθως το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές του, έκαμε δεκτή την ήδη ένδικη από 26-11-2002 αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρίας και σύμφωνα με το αίτημά της αναγνώρισε ως άκυρο, κατά τα προεκτιθέμενα, το πιο πάνω πρακτικό. Όπως σαφώς προκύπτει από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο του επίμαχου πρακτικού, με αυτό οι διάδικοι θεώρησαν ως αβάσιμη ουσιαστικά την από 24-12-2001 αγωγή της αναιρεσίβλητης και κατέληξαν σε οριστική λύση της διαφοράς τους που είχε αχθεί σε δίκη με την αγωγή αυτή.
Όμως το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι οι διάδικοι δεν κατέληξαν, τελικώς, σε ολική ή μερική επίλυση της εν λόγω διαφοράς τους, ούτε και πέτυχαν καμμία λύση, αμοιβαίως αποδεκτή από αυτούς, επί της ίδιας ένδικης διαφοράς και να κρίνει έτσι ως άκυρο το επίμαχο πρακτικό, μολονότι δέχτηκε, επίσης, ότι στο πρακτικό αυτό αναφέρεται, πως πρόκειται για "πρακτικό εξώδικης επίλυσης διαφοράς, κατ΄ άρθρο 214 Α ΚΠολΔ....
επί της από 24-12-2001 αγωγής που η ενάγουσα κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών", πως η περιεχόμενη σ΄ αυτό συμφωνία των διαδίκων, οι οποίοι χρησιμοποίησαν όλα τα πρόσφορα μέσα, για να εξακριβώσουν τα κρίσιμα περιστατικά και τα σημεία συμφωνίας και διαφωνίας τους, καθώς και τις συνέπειες που δέχτηκαν ή αμφισβητούν", "επέλυσε εν όλω την προκύψασα ένδικη διαφορά" πως "οι διάδικοι συνεφώνησαν την ολική επίλυση της ένδικης διαφοράς, διά της πλήρους εφαρμογής και πιστής τηρήσεως του παρόντος" και πως "κατόπιν των ανωτέρω τα διάδικα μέρη συμφωνούν να θέσουν τη μελλοντική συνεργασία τους σε νέες βάσεις, οι οποίες παράλληλα θα διευθετούν και τις παρελθούσες διαφορές....", κρίνοντας έτσι τελικώς ότι με την επικυρωθείσα από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών συμφωνία των διαδίκων, οι οποίοι και δεν ήταν υποχρεωμένοι να προβούν σε νομικό χαρακτηρισμό (υπαγωγή), δεν επήλθε κατάργηση της πιο πάνω δίκης, παραβίασε ευθέως τις αντίστοιχες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του πιο πάνω άρθρου 214 Α ΚΠολΔ, αλλά και εκ πλαγίου, με αντιφατικές αιτιολογίες, διότι ενώ δέχτηκε, παραθέτοντας στην απόφασή του το κείμενο του πρακτικού, ότι περιέχεται σ΄ αυτό δήλωση βουλήσεως της ενάγουσας (ήδη αναιρεσίβλητης) για την κατάργηση της πιο πάνω δίκης, δεχθέν έτσι εκ του πράγματος, ότι με το πρακτικό ρυθμίστηκαν και ζητήματα περιεχόμενα στην από 24-12-2001 αγωγή της, στη συνέχεια δέχθηκε ότι με το πρακτικό αυτό δεν ρυθμίστηκε κανένα ζήτημα σχετικό με την ένδικη διαφορά, ενώ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η επέκταση της συμφωνίας και πέραν του ένδικου αντικειμένου δεν επάγεται ακυρότητα του πρακτικού, ούτε εμποδίζει την παραγωγή των πιο πάνω δικονομικών της αποτελεσμάτων.
΄Ετσι οι πρώτος, κατά το πρώτο τμήμα του, από το άρθρο 559 αριθ 1 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται και όπως επιτρεπτώς συμπληρώνεται από τον Εισηγητή (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ) και δεύτερος, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, λόγοι αναιρέσεως, είναι βάσιμοι.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, πρέπει όμως να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.
Στην προκείμενη περίπτωση, στην ένδικη από 26-11-2002 αγωγή της αναιρεσίβλητης περιέχονται και οι εξής περικοπές : "Η απειλή αυτή με εξανάγκασε να συμφωνήσω στην κατάρτιση του προσβαλλομένου πρακτικού, το οποίο με την επικύρωσή του οδήγησε στην κατάργηση της μεταξύ μας εκκρεμούς δίκης. Εξ αυτού, ενώ εγώ απεμπολούσα το ποσό της άνω δια της αγωγής αποζημιώσεώς μου, δηλαδή ποσόν από την καταβολή του οποίου απαλλασσόταν οριστικά η αντίδικος, δια του προσβαλλομένου πρακτικού, έναντι αυτού, εγώ ουδέν αποκόμιζα, διότι με το άνω πρακτικό αφ΄ ενός εξασφαλιζόταν η πληρωμή των υπ΄ εμού οφειλομένων στην αντίδικο και αφ΄ ετέρου και εάν όλα έβαιναν καλώς και οι πληρωμές μου καθίσταντο δυνατόν να είναι συνεπείς, θα συνεχιζόταν η συνεργασία μας για δύο ακόμη χρόνια με την αντίδικο" (σελ. 41). "Από την άλλη πλευρά, η διδόμενη από την αντίδικο διέξοδος παριστάνετο υπ΄ αυτής ως η μόνη δυνατότητα να αντιμετωπίσω τα άμεσα και πιεστικά οικονομικά μου προβλήματα, να μην οδηγηθώ στην χρεωκοπία και κυρίως να τύχω υπ΄ αυτής αφ΄ ενός παρατάσεως του χρόνου πληρωμής των επιταγών μου που είχε στα χέρια της ή και ανανεώσεως αυτών και αφ΄ ετέρου προμηθείας βαμβακοσπόρου, άνευ του οποίου μου ήταν αδύνατη η άσκηση της εμπορίας μου, δια της οποίας ήλπιζα ότι θα μπορούσα να ανταπεξέλθω στις οικονομικές μου υποχρεώσεις.
Εκ τρίτου αντιλαμβανόμουν ότι διά της λύσεως της αντιδίκου απεμπολούσα νόμιμα δικαιώματά μου αποζημιώσεως μεγάλου ύψους, όπως πιο πάνω αναφέρω, έναντι των οποίων ως αντάλλαγμα αποκτούσα τη δυνατότητα όχι να κερδίσω κάτι σε αποκατάσταση της ζημίας μου αλλά (αποκτούσα τη δυνατότητα) διά της εμπορικής εργασίας μου να αποπληρώσω τα χρέη μου προς την αντίδικο ενώ εκείνη μόνο κέρδος αποκόμιζε από το άνω πρακτικό" (σελ. 42).
Στις περικοπές αυτές, περιέχεται και σαφής δικαστική ομολογία της αναιρεσίβλητης, για το επιβλαβές για την ίδια γεγονός, ότι αυτή με το επίμαχο πρακτικό παραιτήθηκε εξολοκλήρου από τα δικαιώματά της που είχε ασκήσει με την πιο πάνω ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ασκηθείσα αγωγή της, κατά της αναιρεσείουσας, με αντάλλαγμα την παράταση της μεταξύ τους συνεργασίας για δύο ακόμη χρόνια και τη σταδιακή ρύθμιση των παλαιών οφειλών της.
Τη δικαστική αυτή ομολογία της αναιρεσίβλητης, που αφορούσε το ουσιώδες για την έκβαση της παρούσας δίκης ζήτημα της εξώδικης επίλυσης της πιο πάνω διαφοράς τους και της κατάργησης της σχετικής δίκης με τη σύνταξη του επίμαχου πρακτικού, η αναιρεσείουσα, ως εναγομένη, ρητώς επικαλέστηκε στο Εφετείο με τις από 17-5-2004 ενώπιον αυτού προτάσεις της (βλ.
ιδίως σελ. 20 τούτων), όπως το περιεχόμενό τους επιτρεπτώς εκτιμάται από τον ΄Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Όμως το Εφετείο αγνόησε τη δικαστική αυτή ομολογία και έτσι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που η αναιρεσείουσα επικαλέστηκε και προσκόμισε. Επομένως και ο τέταρτος από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ΄ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, είναι βάσιμος.
IV. Κατ΄ ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6436/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ