1767/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/10/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 199/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 223/2012 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7/7/2015 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1767/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απερρίφθη στην ουσία η από 14-10-2011 έφεση του καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 199/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο είχε δεχθεί την από 8-10-2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου και είχε ακυρώσει την με αυτή (ανακοπή) προσβαλλόμενη …/2-10-2006 ατομική ειδοποίηση του Προϊσταμένου της Α' Δ.Ο.Υ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1767 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1767/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/10/2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 199/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 223/2012 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7/7/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μπαλιτσάρης ανέγνωσε την από 9/3/2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Πηνελόπης Ζωντανού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την … /6-10-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων Κ. Α. Κ., αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με κλήση για συζήτηση για την μετ' αναβολή ορισθείσα προκείμενη δικάσιμο της 19-12-2016, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον προς τον αναιρεσίβλητο.
Εφόσον, όμως ο τελευταίος δεν παραστάθηκε κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο, κατά τη σειρά εγγραφής της σ' αυτό, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία αυτού (άρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ).- Με την κρινόμενη αίτηση προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα 223/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απερρίφθη στην ουσία η από 14-10-2011 έφεση του καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 199/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, το οποίο είχε δεχθεί την από 8-10-2006 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου και είχε ακυρώσει την με αυτή (ανακοπή) προσβαλλόμενη …/2-10-2006 ατομική ειδοποίηση του Προϊσταμένου της Α' Δ.Ο.Υ.
Ιωαννίνων. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).- Κατά την παρ. 1 του άρθρου 73 ν.δ. 356/1974, η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτη ασκείται:
α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποίησης, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κράτησης και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε από τα καθ' ύλην αρμόδια δικαστήρια κατά τις διατάξεις των άρθρων 583-585 του ΚΠολΔ. Με την ανακοπή αυτή επιτρέπεται η προβολή κάθε αντίρρησης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, όπως και η αμφισβήτηση του κατ' ουσίαν βασίμου της απαίτησης του Δημοσίου, εφόσον ο προσδιορισμός αυτής δεν έχει ανατεθεί σε δικαστήρια ή σε διοικητικές επιτροπές, που αποφαίνονται με δύναμη δεδικασμένου.
Κατά δε την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του ως άνω ν.δ/τος, με την βεβαίωση του ποσού στο Δημόσιο Ταμείο ως δημόσιο έσοδο ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται να αποστείλει προς τον οφειλέτη ατομική ειδοποίηση περιέχουσα τα στοιχεία του οφειλέτη, το είδος και το ποσό του χρέους, το οικονομικό έτος στο οποίο αυτό ανήκει, τον αριθμό και την χρονολογία του τριπλοτύπου βεβαίωσης και την χρονολογία πληρωμής του χρέους ή κάθε δόσης σε περίπτωση καταβολής σε δόσεις.
Κατά την παρ. 2 του ως άνω άρθρου, η κοινοποιουμένη ατομική ειδοποίηση δεν εξομοιούται με την επιταγή προς πληρωμή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 585 ΚΠολΔ, οι διατάξεις για την άσκηση της αγωγής, την εισαγωγή της για συζήτηση και τη συζήτηση στο ακροατήριο εφαρμόζονται και στην ανακοπή, το δικόγραφο της οποίας πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120, και τους λόγους αυτής.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δίκαιου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το αναιρετικώς εν προκειμένω ενδιαφέρον μέρος, τα εξής: "Μετά από την έκδοση της …/29-9-2006 ταμειακής βεβαίωσης κλήθηκε ο ανακόπτων (αναιρεσίβλητος) με την …/2-10-2006 ατομική ειδοποίηση του Προϊσταμένου της Α ΔΟΥ Ιωαννίνων να καταβάλει στο καθ' ου η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο (αναιρεσείον) το ποσό των 159.177,05 ευρώ.
Το ποσό αυτό προερχόταν από σύμβαση εκχώρησης προς το καθ' ου εκ μέρους της Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" απαίτησής της κατά του ανακόπτοντος ως εγγυητή σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού από τον οποίο προέκυπτε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους 78.973.666 δραχμών. Ο ανακόπτων άσκησε την κρινόμενη ανακοπή του ζητώντας την ακύρωση της …/2-10-2006 ατομικής ειδοποίησης για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους.
Η ανακοπή αυτή, που αφορά στη διαδικασία πριν από την έναρξη της εκτέλεσης, παραδεκτά ασκείται κατά της ως άνω ατομικής ειδοποίησης, με βάση τη διάταξη του άρθρου 73 παρ. 1 ΚΕΔΕ, στην οποία ρητά προβλέπεται ότι, πριν από την έναρξη της εκτέλεσης, η ανακοπή στρέφεται μεταξύ άλλων και κατά της ατομικής ειδοποίησης, σύμφωνα και με την παραπάνω νομική σκέψη.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας παραδεκτή και νόμιμη την ένδικη ανακοπή, σωστά τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων ερμήνευσε και εφάρμοσε. Γι' αυτό, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της έφεσης, ότι δηλαδή η ατομική ειδοποίηση δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα και η ανακοπή κατ' αυτής είναι απαράδεκτη, διότι δεν αποτελεί πράξη της εκτέλεσης που προσβάλλεται με ανακοπή, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα".
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτο, κρίνοντας ότι παραδεκτά ασκήθηκε η ένδικη ανακοπή εφόσον, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 73 παρ. 1α ν.δ. 356/1974, είναι δυνατή η άσκηση αυτοτελώς ανακοπής για ακύρωση ατομικής ειδοποίησης και πριν ακόμη την έναρξη της εκτέλεσης.
Συνεπώς, ο πρώτος εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (και όχι εκ του αριθμού 1 κατ' ορθή εκτίμησή του) λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αιτιάται το Εφετείο, ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατέληξε στην κρίση ότι παραδεκτά προσβάλλεται με την ένδικη ανακοπή μόνο η ατομική ειδοποίηση και όχι και η προηγηθείσα αυτής ταμειακή βεβαίωση του χρέους, είναι απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 εδ.
α και 73 παρ. 1 περ. α του ΚΕΔΕ, όπως ίσχυαν πριν από το ν. 4224/2013, προκύπτει, ότι αν από την ατομική ειδοποίηση, που κοινοποιείται στον οφειλέτη του Δημοσίου, λείπουν ένα ή περισσότερα από τα προαναφερόμενα στοιχεία από τα οριζόμενα στην πρώτη των διατάξεων αυτών, η έλλειψη αυτή δεν μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση της, αν από τα υπόλοιπα διαλαμβανόμενα στοιχεία της ο οφειλέτης λαμβάνει ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, την χρονολογία βεβαίωσης και, γενικά, όταν τα λοιπά διαλαμβανόμενα στοιχεία τον κατατοπίζουν, με επάρκεια, για την οφειλή του.
Σε διαφορετική περίπτωση, αν από τα στοιχεία της ατομικής ειδοποιήσεως ο οφειλέτης δεν μπορεί να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά δεν κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή, μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 ΚΕΔΕ, στην ακύρωση αυτής, αλλά μόνο με την συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 του ΚΕΔΕ, ήτοι με την συνδρομή του στοιχείου της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον τελευταίο (οφειλέτη) αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο αν κηρυχθεί η ακυρότητα της ατομικής ειδοποιήσεως, εν όψει, ιδίως, της υπάρξεως περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη (ΣτΕ 3214/1999).
Βλάβη, όμως, με την ανωτέρω έννοια, δεν υφίσταται ο οφειλέτης, τόσο στην περίπτωση, που η επίδοση της ατομικής ειδοποιήσεως συνοδεύεται με τα αναγκαία δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που αυτά γνωστοποιούνται στον οφειλέτη με οποιοδήποτε τρόπο με ή χωρίς αίτησή του, ακόμη και με την προσκόμισή τους στο δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ανακοπής κατά της ατομικής ειδοποιήσεως (πρβ.
ΑΠ 273/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά το αναιρετικά ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της, τα εξής: " ... ο ανακόπτων (ήδη αναιρεσίβλητος) ισχυρίστηκε ότι η ένδικη ατομική ειδοποίηση είναι αόριστη, διότι δεν αναγράφεται σ' αυτήν η αιτιολογία της απαίτησης ούτε από ποια επιμέρους κονδύλια συμποσούται το ποσό των 159.177,05 ευρώ.
Ο λόγος αυτός είναι νόμιμος ... και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι πράγματι στην προσβαλλόμενη ατομική ειδοποίηση δεν υπάρχει σαφής και ακριβής καθορισμός του οφειλόμενου ποσού, αλλά υπάρχει απλή αναγραφή του συνολικά οφειλόμενου από τον ανακόπτοντα ποσού, χωρίς να γίνεται διαχωρισμός αυτού κατά κεφάλαιο, τόκους και τυχόν άλλες προσαυξήσεις, ώστε να είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής από τον ανακόπτοντα και από το Δικαστήριο.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η βλάβη που υφίσταται ο ανακόπτων, από την αόριστη αναγραφή του οφειλόμενου ποσού, δεν δύναται να θεραπευθεί με άλλο τρόπο παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός της ανακοπής ως και κατ' ουσίαν βάσιμος.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε τα ίδια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε, γι' αυτό τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον δεύτερο λόγο της έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα". Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο και με βάση αυτά απέρριψε κατ' ουσίαν κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια, το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία τις διατάξεις των άρθρων 4 και 73 παρ. 1 του ν.δ. 356/1974.
Και αυτό διότι, η αναγραφή στην ανακοπτόμενη ατομική ειδοποίηση μόνο του συνολικού ποσού οφειλής, χωρίς προσδιορισμό αυτού κατά κεφάλαιο, τόκους και τυχόν άλλες προσαυξήσεις, δεν συνεπάγεται αοριστία της, αφού, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, η αναλυτική αυτή παράθεση της οφειλής δεν απαιτείται ως στοιχείο της, τα δε ελλείποντα αυτά στοιχεία της οφειλής μπορούσαν, να προκύψουν από τα, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, έγγραφα του τίτλου, εφόσον αυτά είχαν κοινοποιηθεί ή γνωστοποιηθεί με νόμιμο τρόπο στο ανακόπτοντα οφειλέτη και ήδη αναιρεσίβλητο, και τα οποία, σε κάθε περίπτωση, είχαν προσκομισθεί με επίκληση από το αναιρεσείον στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των έγγραφων προτάσεών του στη δευτεροβάθμια δίκη, ώστε να παρέχεται στον μεν οφειλέτη - ανακόπτοντα αυτόν η δυνατότητα αμφισβήτησης της οφειλής του στη σχετική δίκη, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου της βασιμότητάς της.
Συνεπώς, ο δεύτερος από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. σχετικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αιτίαση της εσφαλμένης εφαρμογής των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 4 και 73 του ν.δ. 356/1974 για τον ανωτέρω λόγο, τον οποίον είχε προβάλει και με λόγο εφέσεως το αναιρεσείον, είναι βάσιμος, πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Εφετείου, που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 Εισ Ν. ΚΠολΔ. και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ' αριθ. 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν.1738/1987, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 223/2012 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το εν λόγω αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει σε τρακόσια (300) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, 5 Σεπτεμβρίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ