1767/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1767/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ασκηθείσα υπέρ των αναλαβόντων την δίκη, ως καθολικών διαδόχων του αναιρεσείοντος, Ταμείων (Ν.Π.Δ.Δ.) πρόσθετη παρέμβαση της "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΠΟΣ-ΔΕΗ)" ασκήθηκε παραδεκτώς και νομίμως, σύμφωνα με το άρθρο 80 Κ.Πολ.Δ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1767 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1767/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου υπό την επωνυμία "Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας" (ΤΑΥΤΕΚΩ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευσταθία Καλαντζή, η οποία δήλωσε στο ακροατήριο ότι αποτελεί καθολικό διάδοχο του κλάδου επικουρικής σύνταξης του πρώην ΝΠΔΔ "Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ (ΟΑΠ-ΔΕΗ) .
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ" (Δ.Ε.Η. ΑΕ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Λιάππη.
Της προσθέτως παρεμβαίνουσας: ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΠΟΣ-ΔΕΗ) που εδρεύει στην Αθήνα που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Νικολεττάκη.
ΥΠΕΡ ων η πρόσθετη παρέμβαση : 1. αναιρεσείοντος 2. ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους Βασιλική Πυργάκη και Ελένη Μυλωνά οι οποίες δήλωσαν ότι είναι καθολικός διάδοχος του κλάδου Ασφάλισης προσωπικού ΔΕΗ. του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Ασφάλισης Υπαλλήλων Τραπεζών και Επιχειρήσεως Κοινής Ωφελείας (ΤΑΥΤΕΚΩ) ως προς τους κατ' επικουρική ασφάλιση ασφαλισμένους του, και 3. ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας" (ΕΟΠΥΥ) που εδρεύει στο Μαρούσι και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ολυμπία Παναγιωτοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατά της αναιρεσιβλήτου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 495/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1459/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 12-3-2012 αίτησή του και με τους από 6-2-2014 πρόσθετους λόγους των υπέρ η πρόσθετη παρέμβαση. Η προσθέτως παρεμβαίνουσα με την από 24-2-2014 πρόσθετη παρέμβασή της ζήτησε όσα αναφέρονται σε αυτή. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 5-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων αυτής. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος και των υπερ η πρόσθετη παρέμβαση ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ασκηθείσα υπέρ των αναλαβόντων την δίκη, ως καθολικών διαδόχων του αναιρεσείοντος, Ταμείων (Ν.Π.Δ.Δ.) πρόσθετη παρέμβαση της "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΣΥΝΤΑΞΙΟΥΧΩΝ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ (ΠΟΣ-ΔΕΗ)" ασκήθηκε παραδεκτώς και νομίμως, σύμφωνα με το άρθρο 80 Κ.Πολ.Δ.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ.:" Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών..."Εξ άλλου, το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος ορίζει: "Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει".
Με την διάταξη αυτή ο συντακτικός νομοθέτης περιέβαλε με συνταγματικό κύρος την αρχή της κοινωνικής ασφαλίσεως και ανέθεσε στον κοινό νομοθέτη την εξειδίκευσή της ανάλογα με τις περιστάσεις. Η μόνη δέσμευση που επέβαλε σχετικά με την μορφή του ασφαλιστικού φορέα, εκεί όπου ο νόμος καθιερώνει την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση και θεσπίζει την υποχρεωτική καταβολή ασφαλιστικής εισφοράς, είναι η παροχή της κοινωνικής ασφαλίσεως είτε από μόνο το Κράτος είτε από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου.
Κανένα όμως περιορισμό δεν επέβαλε ως προς τον τρόπο οργανώσεως και διοικήσεως των νομικών προσώπων που θα καταστούν φορείς της κοινωνικής ασφαλίσεως, δεδομένου ότι ο νομοθέτης είναι ελεύθερος να επιλέξει την παροχή της από το ίδιο το Κράτος. Τέτοια δέσμευση του κοινού νομοθέτη δεν απορρέει ούτε από το πνεύμα του Συντάγματος ούτε από τις γενικές αρχές που πηγάζουν από τις συνταγματικές διατάξεις με τις οποίες καθιερώνεται η αρχή του Κοινωνικού Κράτους (Ολ.
Σ.τ.Ε. 3100/2001). Με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπο τους προβλεπόμενους, υπο του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Με τη διάταξη αυτήν κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".
Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. (Ολ.
ΑΠ 40/98). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 17παρ. 1 του Συντάγματος:"Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτήν δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος".Στην έννοια της ιδιοκτησίας, κατά την αληθινή ερμηνεία της διάταξης αυτής, σύμφωνη και προς το ανωτέρω άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, πρέπει να νοηθεί ότι περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα ο\ απαιτήσεις, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Α.Π. 541/2011).
Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. δ' του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρηση του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγονται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.(Ολ.
Α.Π. 43/2005, Α.Π. 1025/2010). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 4491/1966 "περί ασφαλίσεως του προσωπικού της Δημοσίας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού", με τις οποίες ορίσθηκε ότι "1. Η Δημοσία Επιχείρησις Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.) αναλαμβάνει και ενεργεί την κοινωνικήν ασφάλισιν του προσωπικού της, διεπομένην υπό των διατάξεων του παρόντος 2. ... 3.
Η διεξαγωγή της εν γένει υπηρεσίας της αφορώσης εις την ασφάλισιν του Προσωπικού της Δ.Ε.Η. ανατίθεται εις συνιστωμένην προς τούτο, δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της Δ.Ε.Η. δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ιδίαν υπηρεσιακήν Μονάδα, αποκαλουμένην εφ' εξής εν τω παρόντι "Υπηρεσία Ασφαλίσεως", προκύπτει ότι ο νομοθέτης κατέστησε τη Δ.Ε.Η., παραλλήλως προς το κύριο έργο αυτής (παραγωγή, διανομή και εμπορία ηλεκτρικού ρεύματος), και φορέα κοινωνικής ασφάλισης, αναθέτοντας ειδικότερα την άσκηση του έργου αυτού (κοινωνική ασφάλιση του προσωπικού της) σε ιδιαίτερη υπηρεσία της επιχειρήσεως με την ονομασία "Υπηρεσία Ασφαλίσεως".
Έτσι, μετά την ισχύ του ν. 4491/1966, η Δ.Ε.Η., η οποία από της ιδρύσεως της, δυνάμει του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1468/1950, αποτελούσε, ως προς το κύριο έργο της, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ειδικώς, ως προς τον τομέα της κοινωνικής ασφάλισης του προσωπικού της λειτουργούσε μέχρι την ίδρυση, με το άρθρο 34 του ν. 2773/1999, του Οργανισμού Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ (Ο.Α.Π. - ΔΕΗ), ως φορέας κοινωνικής ασφάλισης και ασκούσε το έργο που αφορούσε τον τομέα αυτό με την ειδικώς συσταθείσα για το σκοπό αυτό Διεύθυνση Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η.
Από την καθιερωθείσα με τον ανωτέρω ν. 4491/1966 κοινωνική ασφάλιση του Προσωπικού της ΔΕΗ, την οποία είχε αναλάβει η ίδια η ΔΕΗ, ρητά εξαιρέθηκε, με το άρθρο 2 παρ.2 του ίδιου νόμου, το προσωπικό της ΔΕΗ που υπαγόταν στην ασφάλιση του υφιστάμενου τότε Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού της Ηλεκτρικής Εταιρείας Αθηνών-Πειραιώς και της Ελληνικής Ηλεκτρικής Εταιρείας (ΗΕΑΠ-ΕΗΕ).
Επακολούθησε ο ν. 163/1975 "Περί ρυθμίσεως ασφαλιστικών θεμάτων των ησφαλισμένων και συνταξιούχων του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ και ετέρων τινών θεμάτων", με τον οποίο, πλην άλλων, ορίσθηκε, στο άρθρο 1 παρ.1 ότι "Το προσωπικόν το ησφαλισμένον εις το Ταμείον Ασφαλίσεως Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ, αποκαλούμενον εν τοις επομένοις χάριν συντομίας "Ταμείον", υπάγεται εις την, δια του υπ' αριθμ. 245/1975 Π.Δ/τος, καθιερωθείσαν Επικουρικήν σσφάλισιν του Προσωπικού της ΔΕΗ, υφ' ούς όρους και προϋποθέσεις υπάγεται εις ταύτην το λοιπόν προσωπικόν της ΔΕΗ", στο άρθρο 2 παρ.1 εδ.α' και 2 ότι "Το Ταμείον Ασφαλίσεως Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ καταργείται, αφ' ής ο αριθμός των, κατά την ισχύν του παρόντος, αμέσως ησφαλισμένων αυτού κατέλθη κάτω των εκατό (100), μη επιτρεπομένης της ασφαλίσεως νέων προσώπων...
Οι κατά τον χρόνον της καταργήσεως του Ταμείου, απομένοντες αμέσως ή εμμέσως ησφαλισμένοι αυτού, θα εξακολουθήσουν διεπόμενοι δι' άπαντας τους Κλάδους Ασφαλίσεως, υπό της, κατά τον χρόνον τούτον, ισχυούσης νομοθεσίας του Ταμείου", και στο άρθρο 3 παρ.1 και 2 ότι "Οι συνταξιούχοι του Ταμείου θα συνταξιοδοτούνται υπό της ΔΕΗ ... .Μέχρι της καταργήσεως του Ταμείου οι ανήκοντες εις το περί ού το άρθρον 1 του παρόντος νόμου προσωπικόν ησφαλισμένοι δύνανται αιτήσει των να επιλέγουν, αντί της ασφαλίσεώς των εις το Ταμείον, την υπαγωγήν των εις το καθεστώς της ασφαλίσεως του προσωπικού της ΔΕΗ ...".
Έτσι, με τις διατάξεις αυτές των άρθρων 1-3 του ν. 163/1975, παρασχέθηκε η ευχέρεια στους ασφαλισμένους στο Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ να υπαχθούν στην ασφάλιση του Κλάδου Επικουρικής Ασφάλισης της ΔΕΗ, χωρίς να απαιτείται δήλωση εισδοχής τους στο όλο σύστημα ασφάλισης της ΔΕΗ, προβλέφθηκε η κατάργηση του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ, όταν ο αριθμός των τότε ασφαλισμένων σ' αυτό θα κατερχόταν κάτω των εκατό και παράλληλα απαγορεύθηκε η εισδοχή στην ασφάλιση του Ταμείου των μετά την ισχύ του νόμου προσλαμβανομένων από τη ΔΕΗ νέων προσώπων, λήφθηκε πρόνοια ώστε οι, κατά το χρόνο της κατάργησης του Ταμείου, απομένοντες ασφαλισμένοι σ' αυτό να εξακολουθήσουν να διέπονται από την κατά το χρόνο αυτό ισχύουσα ευνοϊκή γι' αυτούς νομοθεσία του Ταμείου, προβλέφθηκε ότι οι συνταξιούχοι του Ταμείου θα συνταξιοδοτούνται από τη ΔΕΗ και παρασχέθηκε στους ασφαλισμένους του Ταμείου η ευχέρεια να επιλέξουν, μέχρι την κατάργηση αυτού, την υπαγωγή τους στο καθεστώς ασφάλισης του προσωπικού της ΔΕΗ.
Περαιτέρω, ενόψει της προβλεπόμενης από το άρθρο 2 παρ.1 του άνω ν.163/1975 κατάργησης στο μέλλον του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ, όταν ο αριθμός των ασφαλισμένων σ' αυτό θα κατερχόταν κάτω των εκατό, ορίσθηκαν με το άρθρο 5 του ίδιου νόμου τα εξής: "1. Από της, κατά το άρθρον 2 του παρόντος νόμου, καταργήσεως του Ταμείου, άπαvτα τα περιουσιακά στοιχεία τούτου ως και αι υποχρεώσεις αυτού, εν τω συνόλω των, περιέρχονται εις την ΔΕΗ, ήτις υπεισέρχεται, ως καθολικός διάδοχος, εις το σύνολον των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, πόρων και υποχρεώσεων του καταργουμένου Ταμείου, 2.
Μέχρι της κατά το άρθρον 2 του παρόντος νόμου καταργήσεως του Ταμείου, η ΔΕΗ ή ο διάδοχος ταύτης υποχρεούται να καλύπτη εις το διηνεκές τα ελλείμματα του Ταμείου, δι' άπαντας τους κλάδους αυτού, 3. Από της ισχύος του παρόντος απαγορεύεται η εκποίησις ή οιαδήποτε ετέρα πράξις δεσμεύσεως ή μεταβολής των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου 4.
Εν περιπτώσει μεταβολής του σήμερον ισχύοντος συστήματος ασφαλίσεως του προσωπικού της ΔΕΗ και συστάσεως ιδίου ασφαλιστικού φορέως ανεξαρτήτου της ΔΕΗ, τα κατά την δημοσίευσιν του παρόντος υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία του Ταμείου περιέρχονται εις τον συσταθησόμενον φορέα". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 5 του ν. 163/1975 και το σκοπό που επιδιώχθηκε με τις ρυθμίσεις αυτές, οι οποίες, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου, κατέστησαν αναγκαίες, λόγω των οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε τότε το Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ, καθόσον από ετών παρουσίαζε αυξανόμενα ελλείμματα τα οποία κάλυπτε η ΔΕΗ, με συνέπεια να μην εμπεδώνεται στους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους του εν λόγω Ταμείου αίσθημα ασφάλειας για το μέλλον του Ταμείου, συνάγεται:
α) Ότι με την παράγραφο 2 του προδιαληφθέντος άρθρου 5 του ν. 163/1975 καθιερώθηκε υποχρέωση της ΔΕΗ ή του διαδόχου αυτής να καλύπτει τα πάσης φύσεως ελλείμματα του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ, για όλους τους Κλάδους του, από την ισχύ του νόμου τούτου και μέχρι την προβλεπόμενη από το άρθρο 2 αυτού κατάργηση του Ταμείου, οπότε, σύμφωνα με τη ρητή πρόβλεψη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου 5, όλη η περιουσία του εν λόγω Ταμείου θα περιερχόταν στη ΔΕΗ.
β) Ότι η θεσπισθείσα με τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου 5 απαγόρευση της εκποίησης ή οποιασδήποτε πράξης δέσμευσης ή μεταβολής των περιουσιακών στοιχείων του πιο πάνω Ταμείου (ΤΑΠ ΗΕΑΠ-ΕΗΕ) αφορά το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του ν. 163/1975 (20/9/1975) και μέχρι την κατά τα ανωτέρω κατάργηση του Ταμείου και δεν εκτείνεται και στον μετά την κατάργηση αυτού χρόνο, κατά τον οποίο, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του πιο πάνω άρθρου, φορέας της περιουσίας του Ταμείου θα ήταν η ΔΕΗ.
Τούτο προκύπτει, ιδίως, από το ότι στη διάταξη αυτή της παραγράφου 3 τέθηκε ως χρονική αφετηρία της απαγόρευσης διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του πιο πάνω Ταμείου η έναρξη ισχύος του νόμου 163/1975, πράγμα που λογικά σημαίνει ότι η απαγόρευση αυτή επιβλήθηκε έκτοτε σ' εκείνον που κατά τη διάρκεια της απαγόρευσης θα είχε το δικαίωμα να επιχειρήσει εγκύρως πράξεις διαθέσεως περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου.
Τέτοιο δε πρόσωπο ήταν το ίδιο το Ταμείο (Τ.Α.Π. Η.Ε.ΑΠ.-Ε.Η.Ε.), το οποίο από την έναρξη ισχύος του άνω νόμου και μέχρι την κατά τα ανωτέρω μελλοντική κατάργηση του θα παρέμενε φορέας της περιουσίας του, και όχι η ΔΕΗ, η οποία από την έναρξη ισχύος του νόμου υποχρεούτο να καλύπτει τα ελλείμματα του Ταμείου, χωρίς όμως να είναι δικαιούχος της περιουσίας αυτού, ενώ ήταν άδηλο το πότε αυτή θα γινόταν δικαιούχος αυτής της περιουσίας.
Συνεπώς, η απαγόρευση της διαθέσεως περιουσιακών στοιχείων, που επιβλήθηκε με την παραπάνω διάταξη της παραγράφου 3, ίσχυε μόνο για το Τ.Α.Π. Η.Ε.ΑΠ.-Ε.Η.Ε, προκειμένου έτσι να αποφευχθεί, μέχρι τούτο να καταργηθεί, η εκποίηση των περιουσιακών του στοιχείων. γ) Ότι η ρύθμιση της διάταξης της παραγράφου 4 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 5, με την οποία προβλέφθηκε ότι, "σε περίπτωση μεταβολής του ισχύοντος τότε συστήματος ασφάλισης του προσωπικού της ΔΕΗ και σύστασης ιδίου ασφαλιστικού φορέα, ανεξάρτητου της ΔΕΗ, τα υφιστάμενα κατά τη δημοσίευση του νόμου περιουσιακά στοιχεία του Ταμείου θα περιέρχονται στον συσταθησόμενο φορέα", αναφέρεται, κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, στην περίπτωση ιδρύσεως άλλου, ιδιαίτερου, ασφαλιστικού φορέα εντός του ίδιου μεταβατικού χρονικού διαστήματος, για το οποίο, σύμφωνα με τη διαληφθείσα διάταξη της παραγράφου 3, θα ίσχυε η απαγόρευση διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του πιο πάνω Ταμείου, δηλαδή από την έναρξη της ισχύος του νόμου 163/1975 και μέχρι την κατά τα ανωτέρω κατάργηση του Ταμείου.
Συνακόλουθα, η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή (παράγραφος 4 του άρθρου 5) περιέλευση των περιουσιακών στοιχείων του Τ.Α.Π. ΗΕΑΠ-ΕΗΕ στον "συσταθησόμενο ιδιαίτερο ασφαλιστικό φορέα", αναφέρεται αποκλειστικά στην περίπτωση κατά την οποία ο νέος ασφαλιστικός φορέας θα ιδρυόταν μέχρι την προβλεπόμενη κατάργηση του εν λόγω Ταμείου, οπότε η περιέλευση της περιουσίας τούτου στο νέο ασφαλιστικό φορέα θα ήταν δικαιολογημένη, αφού στην περίπτωση αυτή νέος ασφαλιστικός φορέας θα αναλάμβανε, ελλείμματα και βάρη του πιο πάνω Ταμείου.
Το ότι αυτή είναι η αληθινή έννοια της παραπάνω διάταξης της παραγράφου 4, ότι δηλαδή η προβλεπόμενη με αυτήν περιέλευση των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ στον "συσταθησόμενο ιδιαίτερο ασφαλιστικό φορέα", αφορά μόνο την περίπτωση κατά την οποία ο νέος ασφαλιστικός φορέας θα ιδρυόταν μέχρι την κατάργηση του εν λόγω Ταμείου, και όχι, οποτεδήποτε, μετά από αυτήν, συνάγεται, τόσο από το σκοπό στον οποίο, με τις ρυθμίσεις αυτές του άρθρου 5 του ν. 163/1975, απέβλεψε ο νομοθέτης, ο οποίος (σκοπός), όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του νόμου τούτου, ήταν να διασφαλίσει την προστασία των ασφαλισμένων στο Τ.Α.Π.
ΗΕΑΠ-ΕΗΕ, καθιερώνοντας υποχρέωση της ΔΕΗ ή του διαδόχου αυτής να καλύπτει από την έναρξη ισχύος του νόμου και εφεξής μέχρι την κατάργηση του Ταμείου τα κάθε είδους ελλείμματα και υποχρεώσεις αυτού, με αντιστάθμισμα, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου, την περιέλευση στη ΔΕΗ από της καταργήσεως του Ταμείου όλων των περιουσιακών στοιχείων αυτού, όσο και από τη λεκτική διατύπωση της εν λόγω διάταξης της παραγράφου 4 του άρθρου 5 του ν. 163/1975, η οποία προβλέπει την περιέλευση στον συσταθησόμενο νέο ασφαλιστικό φορέα "των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου που υπήρχαν κατά τη δημοσίευση του νόμου", ενώ, αν πράγματι αυτή είχε την έννοια ότι τα περιουσιακά στοιχεία του εν λόγω Ταμείου θα περιέρχονται σε ασφαλιστικό φορέα που ήθελε ιδρυθεί οποτεδήποτε στο μέλλον, δηλαδή και μετά την κατάργηση του πιο πάνω Ταμείου και την περιέλευση των περιουσιακών του στοιχείων στην κυριότητα της ΔΕΗ, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου 5, τότε θα το όριζε ρητά και, πάντως, θα είχε διαφορετική διατύπωση από εκείνη που περιέχει.
Άλλωστε, η στο μέλλον αφαίρεση της περιουσίας του Ταμείου αυτού από τη ΔΕΗ και η περιέλευση σε άλλον ασφαλιστικό φορέα θα οδηγούσε σε άδικο αποτέλεσμα σε βάρος της ΔΕΗ, η οποία έτσι θα κάλυπτε τα ελλείμματα και όλες τις λοιπές υποχρεώσεις του Ταμείου, χωρίς κανένα οικονομικό αντάλλαγμα. Στη συνέχεια, με την Φ62/1954/31-5-1985 διαπιστωτική απόφαση του Υπουργού Κοινωνικών Υπηρεσιών, το πιο πάνω Ταμείο (Τ.Α.Π.
ΗΕΑΠ-ΕΗΕ) καταργήθηκε, διότι πληρώθηκε ο προβλεπόμενος από το άρθρο 2 του ν. 163/1975 όρος για την κατάργησή του, αφού ο αριθμός των ασφαλισμένων σ' αυτό κατήλθε κάτω των εκατό, και, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ίδιου νόμου, όλα τα περιουσιακά στοιχεία του καταργηθέντος Ταμείου περιήλθαν στην κυριότητα της ΔΕΗ, η οποία έκτοτε υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος αυτού στο σύνολο των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, πόρων και υποχρεώσεων του.
Ακολούθως, το έτος 1999, εκδόθηκε ο Ν. 2773/1999, με τον οποίο, ενόψει της υποχρεωτικής απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας, διαχωρίσθηκε το διφυές νομικό πρόσωπο της ΔΕΗ σε δύο αυτοτελή νομικά πρόσωπα, ήτοι σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που αναπτύσσει την επιχειρηματική δραστηριότητα στο χώρο της ηλεκτρικής ενέργειας με την μορφή ανώνυμης εταιρείας (ΔΕΗ Α.Ε.), και σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που θα λειτουργεί ως ασφαλιστικός φορέας του προσωπικού της (Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού ΔΕΗ, ΟΑΠ-ΔΕΗ), και ακόμη αντιμετωπίστηκε οριστικά το ασφαλιστικό ζήτημα του προσωπικού και των συνταξιούχων της ΔΕΗ.
Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 34 του εν λόγω νόμου, του οποίου η ισχύς άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 44 αυτού, από 22-12-1999, ορίσθηκαν τα ακόλουθα:"1 Ιδρύεται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η." (Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η.), το οποίο έχει έδρα στην Αθήνα και σκοπό την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση του προσωπικού και των συνταξιούχων της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.), όπως αυτή υφίσταται κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και των θυγατρικών της εταιρειών, καθώς και των τυχόν διαδόχων της, ως προς την επιχειρηματική δραστηριότητα που αυτή ασκεί, σε περίπτωση μεταβολής, με οποιονδήποτε τρόπο της νομικής της μορφής, ή της σύνθεσης του μετοχικού της κεφαλαίου, καθώς και του προσωπικού του ίδιου οργανισμού.
Ο Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η. ασκεί την κύρια και επικουρική ασφάλιση και την ασφάλιση υγείας και πρόνοιας των ασφαλισμένων του όπως αυτή προβλέπεται σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού διατάξεις ....2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών, Ανάπτυξης και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ρυθμίζονται στο πλαίσιο των επόμενων παραγράφων και της συμφωνίας που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 12 του άρθρου αυτού, τα σχετικά με την σύσταση, την οργάνωση και λειτουργία του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια. 5, Το Δημόσιο θα μεταβιβάζει στον Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η.
ποσοστό του προϊόντος από τη διάθεση μετοχών της Δ.Ε.Η. σε τρίτους... 6. Πόροι του Ο.Α.Π. - Δ.Ε.Η. είναι αφ' ενός μεν οι προβλεπόμενοι κατά την ισχύουσα νομοθεσία πόροι της Δ.Ε.Η., ως ασφαλιστικού φορέα του προσωπικού της, αφ' ετέρου δε οι καταβολές του Κράτους που εγγράφονται στον εκάστοτε Κρατικό Προϋπολογισμό, όπως προβλέπεται στα άρθρα 5 και 6 της συμφωνίας που περιλαμβάνεται στην παράγραφο 12 του άρθρου αυτού, καθώς και τα ειδικότερα έσοδα που αναφέρονται στο άρθρο 8 της παραπάνω συμφωνίας. 11.
Η Δ.Ε.Η. με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου παραχωρεί στον ΟΑΠ-ΔΕΗ, ατελώς και χωρίς αντάλλαγμα, την κυριότητα των κτιρίων, των οχημάτων, των επίπλων και εξοπλισμών των παιδικών σταθμών, των πολυιατρείων, των κατασκηνώσεων και των λοιπών εγκαταστάσεων που χρησιμοποιεί κατά τη δημοσίευση αυτού του νόμου η Διεύθυνση Ασφάλισης Προσωπικού της ΔΕΗ.
Οι δαπάνες συντήρησης και ανανέωσης βαρύνουν τον Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η. 12. Κυρώνεται η συμφωνία που υπεγράφη στις 30 Ιουλίου 1999 μεταξύ του Υπουργού Ανάπτυξης και της ΓΕΝ.Ο.Π. - Δ.Ε.Η. ..., με την οποία συμφωνήθηκαν τα εξής:1.Από τη λειτουργία του ασφαλιστικού Φορέα της Δ.Ε.Η., βάσει του ν.4491/1966 και ειδικότερα του άρθρου 7 παρ.2, έχει σχηματιστεί περιουσία αυτού του φορέα ενσωματωμένη στην περιουσία της Δ.Ε.Η., η οποία είχε την πλήρη και αποκλειστική διαχείριση των πόρων του Φορέα στο πλαίσιο της κατά τις ανωτέρω διατάξεις ιδιότητάς της ως Ασφαλιστή του προσωπικού της (βλ.
και την 98/96 απόφαση Δ.Σ./Δ.Ε.Η.). Η εν λόγω περιουσία προσδιορίστηκε ποσοτικά για την 31-12-1992 με την αναλογιστική μελέτη που συντάχθηκε από τις εταιρίες....και.... και κατατέθηκε στο ΥΠ.Ε.Κ.Α. το 1995, η δε ποσοτική της εξέλιξη στο μέλλον θα προσδιορίζεται για τακτές ημερομηνίες, με έναρξη την 31-12-1998, με μελέτες επικαιροποίησής της που θα βασίζονται στις ίδιες αρχές, μεθοδολογία και παραδοχές της ως άνω μελέτης ...
και .... 2. Το Κράτος αναγνωρίζει πλήρως τις υποχρεώσεις της Δ.Ε.Η. προς τον ασφαλιστικό της φορέα, έναντι της προαναφερόμενης ενσωματωμένης περιουσίας, και υποκαθιστά τη Δ.Ε.Η. σε όλες τις ασφαλιστικές υποχρεώσεις της προς τους εργαζομένους και συνταξιούχους της. Προς τούτο το Κράτος αναλαμβάνει την πλήρη κάλυψη, με τις αναγκαίες καταβολές, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 6, όλων των αναγκών του νέου Ασφαλιστικού Φορέα Προσωπικού Δ.Ε.Η. (Ν.Π.Δ.Δ.), καθώς και των εν γένει υποχρεώσεων του.
Ειδικότερα οι υποχρεώσεις που αναλαμβάνει εν προκειμένω το Κράτος αποτελούν αντιπαροχές έναντι της περιουσίας του Ασφαλιστικού Φορέα, κατά τα αναφερόμενα στην παρ.1, με την οποία περιουσία αυξάνεται η περιουσία της Δ.Ε.Η. και ουσιαστικά του Κράτους, ως ιδιοκτήτη της επιχείρησης. 3. Ενόψει της υποχρεωτικής απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας σε εφαρμογή της οδηγίας 96/92 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Δ.Ε.Η.
θα υπαχθεί στο ν. 2414/1996 και θα μετατραπεί σε ανώνυμη εταιρεία με συνέπεια να καθίσταται πλέον αναγκαίος ο διαχωρισμός του σημερινού διφυούς νομικού προσώπου της Δ.Ε.Η., αφ' ενός μεν σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που αναπτύσσει την επιχειρηματική δραστηριότητα στο χώρο της ηλεκτρικής ενέργειας με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, αφ' ετέρου σε ένα νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που θα εξακολουθεί να λειτουργεί ως ασφαλιστικός φορέας του προσωπικού της Δ.Ε.Η. ... 4. ... 5.
Έτσι για τους παραπάνω λόγους το Ν.Π.Δ.Δ. - Ασφαλιστής Δ.Ε.Η., διαχωρίζεται από τη Δ.Ε.Η. Επιχείρηση Α.Ε. και δημιουργείται ένα Ν.Π.Δ.Δ. (Δ.Ε.Η.-Ασφαλιστής). Ο νέος ασφαλιστικός φορέας θα καλύψει, θα εξασφαλίσει και θα προστατεύσει, εις το ακέραιο, όλες τις κάθε είδους ασφαλιστικές παροχές και υποχρεώσεις του ασφαλιστικού φορέα της Δ.Ε.Η., σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος, καθώς και με το άρθρο 35 του ν.4491/1966 κατ' ελάχιστο στο επίπεδο και την έκταση που προβλέπεται σήμερα.
Επίσης θα προβλεφθεί η κάλυψη για την αντιμετώπιση εκτάκτων γεγονότων που θα δημιουργούν έκτακτες ασφαλιστικές υποχρεώσεις ... 6. Οι καταβολές του Κράτους (παρ. 2) συνιστούν πάγιο πόρο του Νέου Ασφαλιστικού Φορέα Προσωπικού Δ.Ε.Η. (Ν.Π.Δ.Δ.) ... . Οι καταβολές αυτές θα εγγράφονται στον εκάστοτε Κρατικό Προϋπολογισμό, στην εισηγητική έκθεση του οποίου θα γίνεται σημείωση ότι η εγγραφή αυτή γίνεται έναντι της κατά τα ανωτέρω περιουσίας (αντιπαροχή) του Φορέα.
Πιο συγκεκριμένα στον εκάστοτε Κρατικό Προϋπολογισμό θα αναγράφεται το προϋπολογιζόμενο ποσό της διαφοράς εσόδων μείον παροχές, το οποίο θα χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση του φορέα ...". Από τις παραπάνω αναφερόμενες διατάξεις του Ν. 2773/1999 προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο συσταθείς, με το άρθρο 34 παρ.1 του Ν. 2773/1999, ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η. (Ο.Α.Π. -Δ.Ε.Η.), σκοπό έχει την υποχρεωτική κοινωνική ασφάλιση του προσωπικού και των συνταξιούχων της Δ.Ε.Η.
και ασκεί την κύρια και την επικουρική ασφάλιση καθώς και την ασφάλιση υγείας και πρόνοιας των ασφαλισμένων του, όπως αυτή προβλέπεται σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω ν.2773/199 διατάξεις, την οποία ασκούσε η ειδικώς συσταθείσα για το σκοπό αυτό Διεύθυνση Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η.
Ενόψει δε του σκοπού του νομοθέτη για την εφεξής δραστηριοποίηση της Δ.Ε.Η. αποκλειστικώς και μόνο στον τομέα της αφορώσας την ηλεκτρική ενέργεια επιχειρηματικής δραστηριότητας και την απαλλαγή της από κάθε σχετική με την ασφάλιση του προσωπικού της υποχρέωση, ο Οργανισμός αυτός κατέστη εκ του νόμου οιονεί καθολικός διάδοχος της Δ.Ε.Η σε όλα τα θέματα κοινωνικής ασφάλισης του προσωπικού και των συνταξιούχων της, υποχρεούμενος, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 5 της συμφωνίας, που κυρώθηκε με την παράγραφο 12 του άρθρου 34 του Ν. 2773/1999, να καλύπτει και να εξασφαλίζει όλες τις κάθε είδους υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Δ.Ε.Η.
με την ιδιότητα του ασφαλιστικού φορέα. Για να καταστεί δυνατόν δε ο Οργανισμός αυτός να αντιμετωπίσει τις υποχρεώσεις του, ενόψει του ότι δεν μεταβιβάσθηκε σ' αυτόν η εξυπηρετούσα τον καταργούμενο ασφαλιστικό φορέα της Δ.Ε.Η. περιουσία, αλλά παρέμεινε ενσωματωμένη στην περιουσία της Δ.Ε.Η., θεσπίσθηκε υποχρέωση του Κράτους να καλύπτει με τις αναγκαίες καταβολές, που εγγράφονται στον εκάστοτε κρατικό προϋπολογισμό, όλες τις οικονομικές ανάγκες του νέου Οργανισμού, ακόμη και τις έκτακτες (ΣτΕ 718/2009, 146/2008, 1041/2007, 531/2007).
Ειδικότερα, όπως ορίζεται στις παραπάνω διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 12 εδ.2 και 6 του ανωτέρω ν.2773/1999, οι υποχρεώσεις του Κράτους για πλήρη κάλυψη όλων των οικονομικών αναγκών και εν γένει υποχρεώσεων του νέου Ασφαλιστικού Φορέα, αποτελούν αντιπαροχές έναντι της περιουσίας του Ασφαλιστικού φορέα, με την οποία αυξάνεται η περιουσία της Δ.Ε.Η.
και ουσιαστικά του Κράτους, ως ιδιοκτήτη της επιχείρησης. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του ίδιου άρθρου34 παρ. 12 εδ.1, η περιουσία αυτή, που ενσωματώθηκε στην περιουσία της Δ.Ε.Η. και προσδιορίσθηκε ποσοτικά με την αναφερόμενη σ' αυτήν αναλογιστική μελέτη, είναι εκείνη που έχει σχηματιστεί από τη μέχρι τότε λειτουργία του Ασφαλιστικού Φορέα της Δ.Ε.Η., βάσει του ν. 4491/1966 και ειδικότερα του άρθρου 7 παρ.2 αυτού, ήτοι από τη διαχείριση από τη Δ.Ε.Η., με την ιδιότητα της ως Ασφαλιστή του προσωπικού της, των πόρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 της εν λόγω διάταξης του άρθρου 7 του ν.4491/1966, καθώς και στις διατάξεις του άρθρου 5 του ν.δ. 4202/1961, δηλαδή των καθοριζομένων στις διατάξεις αυτές, κατ' είδος και ποσοστό, εισφορών των ασφαλισμένων, των συνταξιούχων και άλλων ασφαλιστικών φορέων.
Η αληθής έννοια των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 34 παρ.12 του ν.2773/1999 είναι ότι, το μεν Κράτος ανέλαβε την πλήρη κάλυψη όλων των οικονομικών αναγκών και εν γένει υποχρεώσεων του νέου Ασφαλιστικού Φορέα, με εγγραφή των σχετικών καταβολών στον εκάστοτε κρατικό προϋπολογισμό, η δε περιουσία που είχε σχηματισθεί από τη διαχείριση μέχρι τότε από τη Δ.Ε.Η., με την ιδιότητα της ως Ασφαλιστικού Φορέα του προσωπικού της, των πόρων που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 7 του ν.4491/1966 και 5 του ν.δ. 4202/1961, παρέμεινε ενσωματωμένη στην περιουσία της Δ.Ε.Η Α.Ε., προκειμένου να λειτουργήσει, λόγω της συμμετοχής του Κράτους στο μετοχικό κεφάλαιο της ΔΕΗ ΑΕ, ως αντάλλαγμα για τις καταβολές του Κράτους προς το νέο Οργανισμό (Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η.), και όχι ότι άλλα περιουσιακά στοιχεία που απέκτησε το τότε διφυές νομικό πρόσωπο της Δ.Ε.Η.
Α.Ε. από τη μέχρι την ισχύ του νόμου 2773/1999 λειτουργία της ως Ασφαλιστικού Φορέα του προσωπικού της, όπως είναι και τα περιουσιακά στοιχεία που, κατά τα προεκτεθέντα, περιήλθαν στην κυριότητα αυτής, ως καθολική διάδοχο του καταργηθέντος το έτος 1985 Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 του ν. 163/1975, δεν ενσωματώθηκαν στην περιουσία αυτής και ότι έτσι περιέρχονται αυτά, από τη σύστασή του, στο νέο Οργανισμό Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η.
Η κρίση αυτή, για την πραγματική έννοια που έχουν οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 12 του ν.2773/1999 σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία που ενσωματώθηκαν στην περιουσία της Δ.Ε.Η. Α.Ε., ως καθολική διάδοχο του καταργηθέντος το έτος 1985 Τ.Α.Π. ΗΕΑΠ-ΕΗΕ, δυνάμει του άρθρου 5 του ν. 163/1975, συνάγεται, ιδίως, από το ότι α) με τις ρυθμίσεις που περιέχουν οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 34 παρ.1, 5, 6, 11, 12 του ν.2773/1999, όπως συνάγεται και από την εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, σκοπήθηκε να αποκτήσει το νεοσυσταθέν Ασφαλιστικό Ταμείο (Ο.Α.Π. -Δ.Ε.Η.) οικονομική ευρωστία, η οποία κατοχυρώθηκε με τη θέσπιση υποχρεώσεως του Κράτους να το χρηματοδοτεί από τον εκάστοτε Κρατικό Προϋπολογισμό, και, παράλληλα, να διαφυλαχθεί και η ακεραιότητα της "ασφαλιστικής" εν γένει περιουσίας της ΔΕΗ Α.Ε.
και ουσιαστικά του Κράτους, ως ιδιοκτήτη της επιχείρησης, το οποίο έχει αναλάβει την πλήρη κάλυψη όλων των αναγκών του νέου ασφαλιστικού φορέα, β) μοναδική εξαίρεση του καθιερωμένου αυτού κανόνα διαφυλάξεως της ακεραιότητας της περιουσίας της Δ.Ε.Η. Α.Ε. αποτελεί η διάταξη της παραγράφου 11 του πιο πάνω άρθρου 34 του ν.2773/1999, σύμφωνα με την οποία η ΔΕΗ ΑΕ έχει την υποχρέωση να παραχωρήσει στον ΟΑΠ-ΔΕΗ, χωρίς αντάλλαγμα, την κυριότητα των κτιρίων, των οχημάτων, των επίπλων και εξοπλισμών των παιδικών σταθμών, των πολυιατρείων, των κατασκηνώσεων και λοιπών εγκαταστάσεων που χρησιμοποιεί κατά τη δημοσίευση αυτού του νόμου η Διεύθυνση Ασφάλισης Προσωπικού της ΔΕΗ.
Συνεπώς, κατά τη βούληση του νομοθέτη, όλα τα άλλα ακίνητα που είχε αποκτήσει η Δ.Ε.Η. Α.Ε. από τη λειτουργία της ως Ασφαλιστικού Φορέα του προσωπικού της, παρέμειναν ενσωματωμένα στην περιουσία της και γ) όπως διαλαμβάνεται στις διατάξεις των παραγράφων 5, 6 και 12 εδ. 6 και 12 του ίδιου άρθρου 34 του ν.2773/1999, πόροι του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η.
είναι, οι προβλεπόμενοι κατά την ισχύουσα νομοθεσία πόροι της Δ.Ε.Η. ως ασφαλιστικού φορέα του προσωπικού της, οι καταβολές του Κράτους που εγγράφονται στον εκάστοτε Κρατικό Προϋπολογισμό, ορισμένο ποσοστό του προϊόντος που θα αποκτά το Δημόσιο από τη διάθεση μετοχών της Δ.Ε.Η. σε τρίτους και ειδικότερα έσοδα που θα προβλεφθούν, όπως ειδικό τέλος διοδίων στις γραμμές μεταφοράς κ.λ.π.
Έτσι, μεταξύ των πόρων αυτών του Ο.Α.Π.-Δ.Ε.Η, δεν περιλαμβάνονται και οι πόροι της Δ.Ε.Η. από άλλα περιουσιακά στοιχεία που αυτή απέκτησε, ως καθολική διάδοχος του καταργηθέντος Τ.Α.Π. ΗΕΑΠ-ΕΗΕ. Επομένως, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 34 του ν.2773/1999, οι οποίες δεν ρυθμίζουν κατά τρόπο διαφορετικό με τις προβλέψεις των διατάξεων του άρθρου 5 του ν. 163/1975 την τύχη των περιουσιακών στοιχείων που περιήλθαν στη Δ.Ε.Η.
ως καθολική διάδοχο του καταργηθέντος το έτος 1985 Ταμείου Ασφάλισης Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ, τα περιουσιακά αυτά στοιχεία παρέμειναν και μετά την ισχύ του ν. 2773/1999 στην ενσωματωμένη περιουσία της Δ.Ε.Η. Α.Ε. και δεν περιήλθαν αυτοδικαίως στην κυριότητα του Ο.Α.Π. Δ.Ε.Η. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ΠΔ 51/2001, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 34 παρ. 2 του νόμου 2773/1999, και με την οποία ορίσθηκε ότι στους πόρους του ΟΑΠ-ΔΕΗ περιλαμβάνονται και τα έσοδα από τα περιουσιακά στοιχεία που ορίζει ο νόμος 163/1975, δηλαδή και τα έσοδα από τα περιουσιακά στοιχεία που είχε αποκτήσει η Δ.Ε.Η.
ως καθολική διάδοχος του ΤΑΠ-ΗΕΑΠ ΕΗΕ, διότι η διάταξη αυτή του άρθρου 8 παρ. 1 του ΠΔ 51/2001 είναι ανίσχυρη, ως αντικείμενη στην πιο πάνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 34 παρ.2 του ν.2773/1999. Συγκεκριμένα, ενώ η τελευταία ορίζει ότι "με προεδρικό διάταγμα ... ρυθμίζονται στο πλαίσιο των επόμενων παραγράφων ...
τα σχετικά με τη σύσταση, την οργάνωση και τη λειτουργία του ΟΑΠ-ΔΕΗ, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια", η εν λόγω διάταξη του άρθρου 8 δεν αφορά τη σύσταση, οργάνωση ή λειτουργία του ασφαλιστικού αυτού οργανισμού, αλλά τη συγκρότηση της ρυθμιζόμενης αποκλειστικά από το νόμο 2773/1999 περιουσίας του και επιπλέον έρχεται σε αντίθεση με το σκοπό του νόμου τούτου, ο οποίος καθιερώνει την αρχή της διαφυλάξεως της ακεραιότητας της περιουσίας της ΔΕΗ, με μοναδική εξαίρεση τα περιουσιακά στοιχεία που, κατά την προαναφερόμενη διάταξη της παραγράφου 11 του ίδιου άρθρου 34 του ν. 2773/1999, έχει την υποχρέωση η Δ.Ε.Η.
να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον ΟΑΠ-ΔΕΗ(Ολ Α.Π.13/2010). Εν τέλει, κατά το άρθρο 303 AK : " Όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει. Για το σκοπό αυτόν ο δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, καθώς και ό,τι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά εφόσον συνηθίζονται".
Από την διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη, σε συνδυασμό με το άρθρο 718ΑΚ, το οποίο προβλέπει υποχρέωση προς λογοδοσία του εντολοδόχου, όπως και με τα όσα ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 473 ΚΠολΔ, που προσδιορίζουν το περιεχόμενο της αγωγής για λογοδοσία, προκύπτει ότι από μόνο το γεγονός, ότι από οποιαδήποτε έννομη σχέση, όπως της εντολής, προέβη κάποιος στη διαχείριση, μιας ολικά ή μερικά ξένης περιουσίας, ήτοι σε ενέργεια η οποία συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, χρεωστεί να παράσχει λόγο της διαχειρίσεως του.
Από αυτά ακολουθεί, ότι βασική προϋπόθεση της υποχρεώσεως προς λογοδοσία αποτελεί η διαχείριση ξένης ολικώς ή μερικώς περιουσίας, η οποία συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, χωρίς τις οποίες δεν νοείται διαχείριση (Α.Π.1122/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το ενάγον εξέθετε στην κρινόμενη αγψγή του τα ακόλουθα: Πριν συσταθεί η "Δ.Ε.Η. Α.Ε." υπήρχε το "Ταμείο Συντάξεων Ασφάλισης Προσωπικού της Ηλεκτρικής Εταιρείας Αθηνών Πειραιώς και Ελληνικής Ηλεκτρικής Εταιρείας (Ταμείο Ασφάλισης Προσωπικού ΗΕΑΠ - ΕΗΕ)". Στο άρθρο 2 παρ. 1 Ν.163/1975 προβλέπεται, ότι το Ταμείο αυτό καταργείται, αφ' ής ο αριθμός των αμέσως ησφαλισμένων μελών του περιορισθεί σε αριθμό μικρότερο των 100.
Με τα άρθρα 3 και 5 του ιδίου νόμου προβλέπεται, ότι τα απομένοντα μέλη εντάσσονται στην "Δ.Ε.Η. Α.Ε." και από την ημερομηνία καταργήσεως του ανωτέρω Ταμείου όλα τα περιουσιακά στοιχεία του και οι υποχρεώσεις του περιέχονται στην "Δ.Ε.Η Α.Ε.", η οποία: "Υπεισέρχεται ως καθολική διάδοχος εις το σύνολον των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, πόρων και υποχρεώσεων του καταργουμένου Ταμείου....Από της ισχύος του παρόντος απαγορεύεται η εκποίησης ή οιαδήποτε ετέρα πράξις δεσμεύσεως ή μεταβολής των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου.
Εν περιπτώσει μεταβολής του σήμερον ισχύοντος συστήματος ασφαλίσεως του προσωπικού της Δ.Ε.Η. και συστάσεως ιδίου ασφαλιστικού φορέως ανεξαρτήτου της Δ.Ε.Η., τα κατά την δημοσίευσιν του παρόντος υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία του Ταμείου περιέχονται εις τον συσταθησόμενον φορέα". Η "ΔΕΗ Α.Ε" δεν είχε ιδιαίτερο ασφαλιστικό Ταμείο, αλλά η ίδια διεχειρίζετο τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά θέματα του προσωπικού της.
Με το άρθρο 34 παρ. 1,12 Ν.2773/1993 ιδρύθηκε ιδιαίτερος "Οργανισμός Ασφάλισης Προσωπικού Δ.Ε.Η.", δηλαδή το ενάγον, το οποίο είναι Ν.Π.Δ.Δ. και η έναρξη της λειτουργίας του ορίσθηκε για την 1-1-2002. Με το άρθρο 8 παρ. ΙΔ' του Π.Δ.51/2001 ορίσθηκε, ότι στους πόρους του ενάγοντος περιλαμβάνονται και τα περιουσιακά στοιχεία που ορίζει ο Ν.163/1975, δηλαδή τα ως άνω περιουσιακά στοιχεία, τα οποία περιήλθαν στην "Δ.Ε.Η.
Α.Ε "βάσει του Ν.163/1975. Μεταξύ αυτών των περιουσιακών στοιχείων περιλαμβάνονται και α' ) ομολογίες συνολικής αξίας 11.320.293 δρχ. (33.221,70 ευρώ), β' ) ομολογίες συνολικής αξίας 3.584.550 δρχ. (10.519,59 ευρώ) και γ') μετοχές συνολικής αξίας 3.751.440 δρχ. (11.009,36 ευρώ). Ισχυριζόμενο δε το ενάγον, ότι η εναγομένη αρνείται να παραδώσει σε εκείνο την νομή των ομολογιών και των μετοχών και να λογοδοτήσει γι' αυτές, εζήτησε εν τέλει με την αγωγή, να υποχρεωθεί η εναγομένη να λογοδοτήσει για την διαχείρησή των για το χρονικό διάστημα από της 30-6-1985, ότε καταργήθηκε το Ταμείο "Η.Ε.Α.Π. - Ε.Η.Ε.", μέχρι της ασκήσεως της αγωγής.
Το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα:"...Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του Ν. 163/1975 "Περί ρυθμίσεως ασφαλιστικών θεμάτων των ησφαλμένων και συνταξιούχων του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ και ετέρων τινών θεμάτων", "Το Ταμείον Ασφαλίσεως Προσωπικού ΗΕΑΠ-ΕΗΕ, καταργείται, αφ' ης ο αριθμός των, κατά την ισχύ του παρόντος, αμέσως ησφαλισμένων αυτού κατέλθει κάτω των εκατό (100), μη επιτρεπομένης της ασφαλίσεως νέων προσώπων".
Στο άρθρο 5 του ίδιου νόμου ορίζεται: "Από της κατά το άρθρο 2 του παρόντος νόμου, καταργήσεως του Ταμείου, άπαντα τα περιουσιακά στοιχεία τούτου ως και αι υποχρεώσεις αυτού, εν τω συνόλω των, περιέρχονται εις την ΔΕΗ, ήτις υπεισέρχεται ως καθολικός διάδοχος, εις το σύνολον των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, πόρων και υποχρεώσεων του καταργουμένου Ταμείου (παρ. 1).
Μέχρι της κατά το άρθρον 2 του παρόντος νόμου καταργήσεως του Ταμείου, η ΔΕΗ ή ο διάδοχος ταύτης υποχρεούται να καλύπτει εις το διηνεκές τα ελλείμματα του Ταμείου, δι' απαντάς τους κλάδους αυτού (παρ. 2). Από της ισχύος του παρόντος απαγορεύεται η εκποίησις ή οιαδήποτε ετέρα πράξις δεσμεύσεως ή μεταβολής των περιουσιακών στοιχείων του Ταμείου (παρ. 3).Εν περιπτώσει μεταβολής του σήμερον ισχύοντος συστήματος ασφαλίσεως του προσωπικού της ΔΕΗ, τα κατά την δημοσίευσιν του παρόντος υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία του Ταμείου περιέρχονται εις τον συσταθησόμενον φορέα. (παρ. 4)".
Οι ρυθμίσεις του ως άνω νόμου κρίθηκαν αναγκαίες λόγω των οικονομικών δυσχερειών που εμφάνιζε το πιο πάνω Ταμείο και κατά την Εισηγητική Έκθεση αυτού, σκοπός του νομοθέτη ήταν να καθιερώσει υποχρέωση της ΔΕΗ ή του διαδόχου της να καλύπτει τα κάθε είδους ελλείμματα του Ταμείου τούτου με χρέωση της περιουσίας του.
Έτσι, όπως προκύπτει από τις πιο πάνω διατάξεις, με την παράγραφο, 2 ρυθμίζεται η τύχη του παθητικού μέρους της περιουσίας του Ταμείου, ενώ με την παράγραφο 3 ρυθμίζεται το ενεργητικό μέρος της περιουσίας του, η ρύθμιση δε αυτή αναφέρεται στο χρονικό διάστημα από την ισχύ του νόμου (1975) μέχρι την κατάργηση του Ταμείου.
Τούτο δε διότι, αφετηρία των απαγορεύσεων αυτών αποτελεί ο πιο πάνω χρόνος έναρξης της ισχύος του νόμου τούτου, η δε απαγόρευση επιβλήθηκε έκτοτε και επέκεινα σε εκείνον, ο οποίος κατά τη διάρκεια της (απαγόρευσης εκποίησης κλπ), θα βρισκόταν σε θέση να επιχειρήσει εγκύρως πράξεις εκποίησης κλπ. Έτσι κατά λογική αναγκαιότητα, ενόψει των νομικών παραμέτρων (από την έναρξη ισχύος του νόμου και της επιχείρησης των πράξεων εκποίησης από εκείνον που έγκυρα τις επιχειρεί), η απαγόρευση αυτή επιβλήθηκε στο ίδιο το Ταμείο, αφού, από την έναρξη ισχύος του νόμου και μέχρι την κατάργηση του Ταμείου, ο μόνος δυνάμενος να εκποιήσει εγκύρως την περιουσία του ήταν το Ταμείο, και όχι στη ΔΕΗ, αφού αυτή δεν ήταν από την πιο πάνω έναρξη ισχύος του νόμου δικαιούχος της περιουσία του Ταμείου και ήταν άδηλο αν και πότε θα γινόταν δικαιούχος της περιουσίας, αυτού.
Εξάλλου, στη ΔΕΗ επιβλήθηκαν τα ελλείμματα του Ταμείου, αλλά με χρέωση της περιουσίας του, ήτοι με επιτρεπτή από αυτήν εκποίηση κλπ της περιουσίας του Ταμείου, προδήλως ως αντίβαρο των ελλειμμάτων του κατά τα κατωτέρω. Περαιτέρω, η παράγραφος 4 του πιο πάνω νόμου ρυθμίζει την τύχη της περιουσίας του Ταμείου στην περίπτωση ίδρυσης ίδιου ασφαλιστικού φορέα της ΔΕΗ.
Η διάταξη αυτή, μαζί με τις προαναφερόμενες διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 αναφέρεται στο μεταβατικό στάδιο, μέχρι την κατάργηση του Ταμείου και συνακόλουθα, η περιέλευση των περιουσιακών στοιχείων αυτού στο νέο φορέα αναφέρεται στην περίπτωση που ο νέος φορέας θα ιδρυόταν μέσα στην ίδια μεταβατική περίοδο και όχι μετά από αυτήν.
Η άποψη αυτή ενισχύεται από την ίδια την Εισηγητική Έκθεση του νόμου, από την οποία σαφώς προκύπτει ότι σκοπός του νομοθέτη ήταν να κατοχυρώσει τα συμφέροντα των ασφαλισμένων του Ταμείου αυτού, επιφορτίζοντας τη ΔΕΗ με τα ελλείμματα του από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου και μέχρι την κατάργηση του Ταμείου (αρθρ. 5 παρ. 2-βλ.
σχετ. αναφορά της Εισηγητικής Έκθεσης όπου οι συνταξιούχοι του Ταμείου θα συνταξιοδοτούνται από τη ΔΕΗ κλπ). Σε αντιστάθμισμα όμως κατά τα ανωτέρω ανάληψης των ελλειμμάτων από τη ΔΕΗ, κατά λογική συνέπεια, η περιουσία του Ταμείου περιέρχεται στην τελευταία, η οποία φέρει το βάρος των ελλειμμάτων αυτών από την ισχύ του πιο πάνω νόμου και μέχρι την κατάργηση του Ταμείου.
Επομένως, η στο μέλλον αφαίρεση της περιουσίας αυτού από τη ΔΕΗ και η περιέλευση σε άλλον ασφαλιστικό φορέα θα οδηγούσε σε άδικο αποτέλεσμα εις βάρος της ΔΕΗ, η οποία έτσι θα κάλυπτε τα ελλείμματα και τις λοιπές υποχρεώσεις του Ταμείου, χωρίς κανένα οικονομικό αντάλλαγμα. Στη συνέχεια, με την Φ62/1594/31-5-1985 Απόφαση του Υπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το πιο πάνω Ταμείο καταργήθηκε από την 31-5-1985, διότι οι άμεσα ασφαλισμένοι αυτού μειώθηκαν κάτω των 100 και σύμφωνα με την προαναφερόμενη ρύθμιση (αρθρ. 5 παρ. 1 του Ν. 163/1975), η ΔΕΗ υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος στο σύνολο των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, πόρων και υποχρεώσεων αυτού.
Ακολούθησε η έκδοση του Ν.2773/1999, με τον οποίο αντιμετωπίστηκε οριστικά το ασφαλιστικό ζήτημα του προσωπικού και των συνταξιούχων της ΔΕΗ. Με το νόμο αυτό, λόγω απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, η ΔΕΗ διαχωρίστηκε σε δύο αυτοτελή νομικά πρόσωπα, στη ΔΕΗ Α.Ε. και τον Οργανισμό ΑσφάλισηςΠροσωπικού ΔΕΗ (Ο.ΑΠ.
ΔΕΗ) ΝΠΔΔ, η δε συμφωνία της 30-7-1999, μεταξύ του Υπουργού Ανάπτυξης, της ΓΕΝΟΠ ΔΕΗ και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συνταξιούχων ΔΕΗ, περιλήφθηκε στο άρθρο 34 παρ. 12 του νόμου αυτού. Με την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου συνεστήθη ο νέος αυτός ανεξάρτητος ασφαλιστικός φορέας (ΟΑΠ ΔΕΗ) και σύμφωνα με την παράγραφο 12 εδ. 2, σε συνδυασμό με την παράγραφο 6 του άρθρου αυτού, το Κράτος ανέλαβε την πλήρη κάλυψη όλων των αναγκών αυτού, με την εγγραφή των σχετικών καταβολών στον εκάστοτε Κρατικό Προϋπολογισμό, ενώ η μέχρι τότε λειτουργία της ΔΕΗ ως ασφαλιστικού φορέα και η περιουσία αυτής που είχε σχηματισθεί, ήταν ενσωματωμένη στην περιουσία της ΔΕΗ ΑΕ, προκειμένου να λειτουργήσει, λόγω της συμμετοχής του Κράτους στο μετοχικό κεφάλαιο αυτής, ως αντάλλαγμα για τις καταβολές του Κράτους προς τον πιο πάνω ασφαλιστικό οργανισμό".
Μοναδική απόκλιση διαλαμβάνει η παράγραφος 11 του πιο πάνω άρθρου 34, κατά την οποία η ΔΕΗ ΑΕ έχει την υποχρέωση να παραχωρήσει στον ΟΑΠ-ΔΕΗ, χωρίς αντάλλαγμα, την κυριότητα των κτιρίων, των οχημάτων, των επίπλων και εξοπλισμών των παιδικών σταθμών, των πολυϊατρείων, των κατασκηνώσεων και λοιπών εγκαταστάσεων που χρησιμοποιεί, κατά τη δημοσίευση αυτού του νόμου (2773/1999), η Διεύθυνση Ασφάλισης Προσωπικού της ΔΕΗ.
Η εν λόγω παράγραφος αποτελεί εξαίρεση του καθιερουμένου κανόνα διασφάλισης της ακεραιότητας της περιουσίας της ΔΕΗ και συνεπώς άλλα περιουσιακά στοιχεία αυτής, όπως ομολογίες και μετοχές δεν συμπεριλάμβανε η μεταβίβαση στον ΟΑΠ-ΔΕΗ. Έτσι ο ενάγων ΟΑΠ-ΔΕΗ, στερήθηκε της "ασφαλιστικής" περιουσίας της ΔΕΗ, αφού σε αντάλλαγμα της απώλειας, τέθηκε υπό την προστασία του Κράτους, ενώ παράλληλα αποφεύχθηκε η κατάρρευση της ΔΕΗ ΑΕ.
Η ρύθμιση αυτή καταλαμβάνει και την προερχόμενη από το ΤΑΠ ΗΕΑΠ-ΣΗΕ περιουσία της ΔΕΗ, εφόσον στον πιο πάνω νόμο δεν υπάρχει ρητή εξαίρεση των περιουσιακών αυτών στοιχείων. Βέβαια στο άρθρο 8 παρ. 1 περ. Δ του ΠΔ 51/2001 αναφέρεται ότι οι πόροι του Ταμείου (που συνεστήθη με τον πιο πάνω νόμο), συνιστούν και τα περιουσιακά στοιχεία που ορίζει ο Η. 163/1975.
Όμως η διάταξη αυτή στερείται νομικής ισχύος εφόσον κείται εκτός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 34 του Ν. 2773/1999 και καθ' υπέρβαση τούτου, αφού η εξουσιοδότηση παρασχέθηκε για τη σύσταση, οργάνωση και λειτουργία του ΟΑΠ-ΔΕΗ, αλλά σε κάθε περίπτωση, η ΔΕΗ απέκτησε, κατά τα προαναφερόμενα, τα περιουσιακά στοιχεία του καταργηθέντος Ταμείου (ΤΑΠ ΗΕΑΠ-ΕΗΕ) από το έτος 1985, ότε και καταργήθηκε αυτό και είχε τη δυνατότητα να τα διαχειρίζεται, δεσμεύει ή εκποιεί ως διαχειριζόμενη ιδίαν υπόθεση και συνεπώς, δεν υποχρεούται να αποδώσει λογοδοσία στον ενάγοντα ΟΑΠ-ΔΕΗ.
Ενόψει αυτών, η ένδικη αγωγή είναι νόμω αβάσιμη, εφόσον η εναγομένη δεν διαχειρίστηκε ξένη περιουσία και σαν τέτοια πρέπει να απορριφθεί..." Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, το οποίος ακολούθως δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή, κράτησε και δίκασε αυτήν και την απέρριψε ως μη νόμιμη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., καθόσον ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε όλες τις αναφερθείσες στην αρχή διατάξεις.
Οι εν λόγω διατάξεις δεν έρχονται σε αντίθεση με τα άρθα 17, 22 παρ. 5, 25 παρ. 1 εδ. δ'του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., καθόσον εξυπηρετούν γενικότερο κοινωνικό συμφέρον, το οποίο συνίσταται στην μέριμνα για την εξασφάλιση των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των ασφαλισμένων μελών του "ΤΑΠ - ΗΕΑΠ - ΕΗΕ", το οικονομικό βάρος των οποίων ανέλαβε εξ ολοκλήρου η εναγόμενη με πλήρη οικονομική κάλυψη από το Κράτος.
Η δια νόμου δε απόδοση των περιουσιακών στοιχείων του "ΤΑΠ - ΗΕΑΠ - ΕΗΕ" στην εναγομένη έγινε σε αντιστάθμισμα του οικονομικού βάρους, το οποίο επωμίσθηκε η τελευταία. Επομένως οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες λόγος αναιρέσεως ως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής είναι αβάσιμοι.
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-3-2012 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 1459/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ