1767/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1767/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στις 20.4.2008 οι διάδικοι ήλθαν αεροπορικώς στην Ελλάδα, προς τον σκοπό τελέσεως της βαπτίσεως του τέκνου τους, που είχε προγραμματιστεί για τις 4.5.2008 και εγκαταστάθηκαν στην οικία των γονέων της, στον ..., επρόκειτο δε να επιστρέψουν οικογενειακώς στην Ολλανδία, στις 9.5.2008, οπότε και είχαν κάνει σχετική κράτηση των αεροπορικών εισιτηρίων τους.
Full text
Απόφαση 1767 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1767/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: L. J. S. S., κατοίκου Ολλανδίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε νόμιμα στην Ελλάδα από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, βάσει των διατάξεων της Διεθνούς Σύμαβασης της Χάγης της 25-10-1980 για τα Αστικά Θέματα της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών (που κυρώθηκε στην Ελλάδα με το Ν. 2102/1992 - ΦΕΚ Α' 193) και με αριθ. 2201/27-11-2003 Κανονισμού του συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διεθνή δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε γαμικές διαφορές γονικής μέριμνας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Ντούμο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2008 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών (Τμήμα Ασφαλιστικών μέτρων). Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3488/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 1665/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από9 Ιουλίου 2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής ανέγνωσε την από 10 Οκτωβρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 706/9-7-2010 αιτήσεως για αναίρεση της 1665/29-3-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 706/9-7-2010 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1665/29-3-2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 121304/9131/18-6-2008 αίτηση το Ελληνικό Δημόσιο εδίωκε, ενεργώντας ως μη δικαιούχος διάδικος, να υποχρεωθεί η καθής να επιστρέψει στον τόπο της συνήθους διαμονής του, στην Ολλανδία, το κοινό του L.
J. S. S. και αυτής ανήλικο τέκνο τους Σ.- Π. S. το οποίο παρανόμως κατακρατεί η τελευταία στην Ελλάδα. Επί της εν λόγω αιτήσεως εκδόθηκε, κατά παραδοχή της, κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, η 3488/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό, κατ' αποδοχή της 4898/20-5-2009 εφέσεως της καθής, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης πρωτοβάθμιας αποφάσεως και εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως, η 1665/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κρίση της την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές.
Ειδικότερα διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Ο αιτών Λ. Γ. Σ. Σ., Ολλανδός, υπήκοος, και η Σ. Π., Ελληνίδα υπήκοος, σύνηψαν, στις 13-4-2006, στην πόλη ... της Ολλανδίας, νόμιμο πολιτικό γάμο, από τον οποίο απέκτησαν, στις 13.11.2007, τον γιό τους Σ.-Π.. ΟΙ διάδικοι, πριν από την τέλεση του γάμου τους, συνέζησαν ελευθέρως στην, ως άνω πόλη, όπου ο αιτών παρείχε τακτικώς τις υπηρεσίες του ως βοηθός μάνατζερ σε κατάστημα υπεραγοράς και όπου η καθ' ης είχε μετοικήσει από την Ελλάδα το έτος 2004.
Αλλά και μετά την τέλεση του γάμου τους οι διάδικοι εξακολούθησαν να συμβιώνουν στην ίδια πόλη, διαμένοντες στην, επί της οδού ... αριθμ. 15, συζυγική κατοικία, μαζί με το ανήλικο τέκνο τους, του οποίου την επιμέλεια ασκούσαν από κοινού, κατά την διάταξη του άρθρου 251 παρ. 1 του Ολλανδικού Αστικού Κώδικα. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων, η οποία στην αρχή ήταν αρμονική, άρχισε να διαταράσσεται αμέσως μετά την γέννηση του παιδιού τους, εξ αιτίας της συμπεριφοράς του αιτούντος.
Συγκεκριμένα ο αιτών, ο οποίος εξακολούθησε να εργάζεται ως βοηθός μάνατζερ, ενώ η καθ' ης δεν εργαζόταν, άρχισε να συμπεριφέρεται προσβλητικά και υβριστικά σ' αυτήν: Ειδικότερα την εξύβριζε "στρίγγλα" και "σκατογυναίκα" (vaif) και την πίεζε, από τις πρώτες κιόλας ημέρες του θηλασμού, να σταματήσει να θηλάζει το βρέφος, αδιαφορώντας για την σωστή ψυχοσωματική του ανάπτυξη, προκειμένου να εργαστεί για να κερδίσει χρήματα, ώστε να αγοράσουν ένα μεγαλύτερο σπίτι και να εκπληρώσει έτσι ένα δικό του όνειρο.
Ακόμη δεν παρείχε την συνδρομή του στις νεογνικές περιποιήσεις του τέκνου τους, ενοχλείτο από τους κλαυθμούς του και υποχρέωνε την καθ' ης να πηγαίνει με το μωρό στον επάνω όροφο του σπιτιού, για να μην ενοχλείται ο ίδιος, παρά το γεγονός ότι η κατάσταση της υγείας της δεν της επέτρεπε να ανεβοκατεβαίνει σκάλες, προσέτι δε και, όταν επέστρεφε στο σπίτι από την δουλειά του, καθηλωνόταν καθημερινά, επί πολλές ώρες, μπροστά στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή, επιδιδόμενος μανιωδώς σε ηλεκτρονικά τυχηρά παιγνίδια "πόκερ", με χρήματα, με αποτέλεσμα να έχει απομακρυνθεί ψυχικώς από την σύζυγο του καθ' ης.
Στις 20.4.2008 οι διάδικοι ήλθαν αεροπορικώς στην Ελλάδα, προς τον σκοπό τελέσεως της βαπτίσεως του τέκνου τους, που είχε προγραμματιστεί για τις 4.5.2008 και εγκαταστάθηκαν στην οικία των γονέων της, στον ..., επρόκειτο δε να επιστρέψουν οικογενειακώς στην Ολλανδία, στις 9.5.2008, οπότε και είχαν κάνει σχετική κράτηση των αεροπορικών εισιτηρίων τους.
Στις 5.5.2008, την επομένη, δηλαδή, της βαπτίσεως του τέκνου τους και ενώ οι διάδικοι είχαν επιστρέψει από το ληξιαρχείο, όπου είχαν πάει για να δηλώσουν την βάπτιση και βρισκόταν στην καφετέρια του, επί της Λεωφόρου ..., στο ..., ξενοδοχείου "Ποσειδών", για να αποχαιρετίσουν την φίλη της καθ' ης Φ. Κ. (εξετάστηκε ως μάρτυρας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου), όπου η τελευταία διέμενε, για λόγους που δεν διευκρινίστηκαν επαρκώς, έλαβε χώρα μεταξύ του ζεύγους εντονότατο επεισόδιο, κατά την διάρκεια του οποίου ο αιτών, φανερά εκνευρισμένος, αφού άφησε βιαίως το βρέφος στην αγκαλιά της μητέρας του, λέγοντας "φθάνει ως εδώ, φεύγω", αναχώρησε προς άγνωστη κατεύθυνση, εγκαταλείποντας την σύζυγο του και το, ηλικίας 5 1/2μηνών, τέκνο τους, χωρίς χρήματα και χωρίς να ενδιαφερθεί για το πώς θα επιστρέψουν στην παραπάνω αναφερόμενη οικία, στην οποία μέχρι τότε διέμεναν οικογενειακώς.
Η καθ' ης, μαζί με την ανωτέρω φίλη της, παρέμειναν στον τόπο του επεισοδίου και ανέμεναν την επιστροφή του αιτούντος, μόνον δε μετά την παρέλευση 1 1/2ώρας περίπου και επειδή ο αιτών δεν είχε εμφανιστεί ακόμη, ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είχε επικοινωνήσει μαζί της, ειδοποίησε τηλεφωνικά τους γονείς της, προκειμένου να έλθουν προς συνδρομή της και για να συνοδεύσουν αυτήν και το ανήλικο τέκνο της στην οικία τους, όπως και πράγματι έγινε.
Έκτοτε ο αιτών κατέλυσε σε ξενοδοχείο και μέχρι την αναχώρηση του για την Ολλανδία, στις 9.5.2008, δεν επανήλθε στην παραπάνω αναφερόμενη κατοικία των γονέων της καθ' ης, προκειμένου να επιστρέψουν όλοι μαζί, οικογενειακώς, στην, ως άνω, οικογενειακή τους στέγη, στην Ολλανδία.
Από το αποδεικτικό υλικό που προαναφέρθηκε αποδείχθηκε στη συνέχεια ότι την επομένη ημέρα, δηλαδή στις 6.5.2008, ο αιτών επικοινώνησε τηλεφωνικά με την καθ' ης και της ζήτησε να του παραδώσει τα ατομικά του είδη. Η τελευταία φοβούμενη για το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου επεισοδίου, προσέφυγε την ίδια ημέρα στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, παραπονούμενη για το παραπάνω αναφερόμενο επεισόδιο και για την εγκατάλειψη τόσον αυτής, όσον και του ανηλίκου τέκνου τους από τον αιτούντα και ζήτησε να γίνουν οι δέουσες συστάσεις προς αυτόν, ώστε να αποφευχθούν περαιτέρω εντάσεις και επεισόδια στην πατρική της οικία, πέτυχε δε να λάβει την υπό ιδίαν ημερομηνία σχετική Εισαγγελική παραγγελία.
Αργότερα, την ίδια ημέρα, η μητέρα της καθ' ης Μ. Π., κατόπιν σχετικής εξουσιοδοτήσεως της (καθ' ης), προσήλθε στο Αστυνομικό Τμήμα ..., προσκομίζοντας την, ως άνω, Εισαγγελική παραγγελία και φέροντας μαζί της και τα προσωπικά είδη και αντικείμενα του αιτούντος, ώστε να ικανοποιηθεί η σχετική αξίωση του. Ο αιτών κληθείς από το, ως άνω, Αστυνομικό Τμήμα, προσήλθε σ' αυτό και αφού ενημερώθηκε για τα σε βάρος του παράπονα της καθ' ης και έγιναν σ' αυτόν οι δέουσες συστάσεις, (στην αγγλική γλώσσα) αξίωσε αποκλειστικά και μόνον την παραλαβή των πραγμάτων του, τα οποία και παρέλαβε, χωρίς να διαμαρτυρηθεί ή με οποιονδήποτε τρόπο εναντιωθεί στα καταγγελλόμενα σε βάρος του, δηλώνοντας ότι δεν επιθυμεί να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία με την σύζυγο του.
Περαιτέρω δε, αν και παρέλαβε τα προσωπικά του είδη, αρνήθηκε να υπογράψει το σχετικό έγγραφο. Τελικώς ο αιτών ανεχώρησε, όπως έχει ήδη εκτεθεί, για την Ολλανδία, στις 9.5.2008, δηλαδή, κατά την ημερομηνία της, κατά τα ανωτέρω, προγραμματισμένης αναχωρήσεως του, χωρίς κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα (7 και 8.9.2008) να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια - καταγγελία σε οποιαδήποτε αρχή και δη στο Κέντρο Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών ή στην Ολλανδική Πρεσβεία στην Αθήνα περί αποκρύψεως ή παράνομης κατακρατήσεως του ανηλίκου τέκνου τους από την καθ'ης, αλλά και χωρίς, όπως επίσης έχει ήδη εκτεθεί, να προσέλθει στην πατρική οικία της τελευταίας, προέβη δε σε σχετική καταγγελία, όταν επέστρεψε στην Ολλανδία, μετά την ολοκλήρωση των διακοπών του, την οποία (καταγγελία) και υπέβαλε στην Αστυνομική Διεύθυνση της πόλεως ....
Ισχυρίστηκε βέβαια ο αιτών με την ένδικη αίτηση του, ισχυρισμό που επαναφέρει και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ότι η καθ' ης στις 5.5.2008 κρύφθηκε κάπου μαζί με το τέκνο τους, χωρίς να μπορεί να τους εντοπίσει και ότι από την ημερομηνία αυτή μέχρι και την αναχώρηση του, στην Ολλανδία, στις 9.5.2008, είχε επανειλημμένα τηλεφωνική επικοινωνία με την καθ' ης, η οποία όμως, το μεν, ηρνείτο πεισματικά να του αποκαλύψει τον τόπο στον οποίο διέμενε με το ανήλικο τέκνο τους, το δε, κατέστησε σ' αυτόν σαφή την πρόθεση της να μην επιστρέψει με το τέκνο τους στην Ολλανδία, παρά την έλλειψη της δικής του συγκαταθέσεως και τις επίπονες προσπάθειες του για την εξεύρεση σχετικής λύσεως.
Πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι στην προαναφερόμενη καταγγελία του, στην Αστυνομική Διεύθυνση της πόλεως ... Ολλανδίας ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: "Κατά την διάρκεια των διακοπών υπήρξαν λεκτικοί διαξιφισμοί. Για να ηρεμήσει κάπως αυτός βγήκε να περπατήσει λίγο. Τελικά δεν του επετράπη πλέον να μπει στην οικία των πεθερικών του, όπου και διέμεναν.
Χρειάστηκε να παραλάβει τα προσωπικά του αντικείμενα από το αστυνομικό τμήμα της συνοικίας όπου κατοικούν τα πεθερικά του και πέρασε το υπόλοιπο των διακοπών του σε ένα ξενοδοχείο. Η γυναίκα του γνωστοποίησε σ' αυτόν ότι ήθελε να μείνει στην Ελλάδα με τον γιο τους. Αυτός είχε προτείνει να επιστρέψουν μετά από τις διακοπές στην Ολλανδία, ώστε να μπορέσουν εκεί να διευθετήσουν αξιοπρεπώς τις υποθέσεις τους, αλλά αυτό δεν το ήθελε η σύζυγος του".
Πέραν της αντιφατικότητας των ανωτέρω ισχυρισμών, καθόσον με την αγωγή ισχυρίζεται ότι η καθ' ης κρύφτηκε μαζί με το τέκνο τους, χωρίς να μπορεί να τους εντοπίσει, γιατί η τελευταία δεν του αποκάλυπτε τον τόπο της διαμονής τους, ενώ με την, ως άνω, καταγγελία (ισχυρίζεται) ότι η καθ' ης διέμενε στην πατρική της οικία, στην οποία, όταν ο ίδιος βγήκε από αυτήν για να περπατήσει, δεν του επέτρεψε, όταν επανήλθε, την είσοδο και του γνωστοποίησε ότι θέλει να μείνει στην Ελλάδα, οι ισχυρισμοί αυτοί κρίνονται κατ' ουσίαν αβάσιμοι και απορριπτέοι, αναιρούμενοι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, κυρίως όμως από την σαφή και εξ ιδίας αντιλήψεως κατάθεση της μοναδικής αυτόπτη μάρτυρος Φ.
Κ., την παρουσία της οποίας, κατά την διάρκεια του επεισοδίου της 5.5.2008, δεν αμφισβητεί, αντίθετα συνομολογεί ρητώς ο αιτών, με το σημείωμα του, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, για την αξιοπιστία της οποίας, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αιτούντα, δεν έχει λόγους να αμφιβάλει το Δικαστήριο, η οποία καταθέτει σχετικώς "Ήμουν μπροστά στο συμβάν της 5.5.2008 αυτός "πέταξε" το μωρό στο στήθος της μάνας με βία και είπε "φθάνει ως εδώ, φεύγω".
Μετά το συμβάν τον περιμέναμε. Αφού πέρασε μιάμισυ ώρα ειδοποίησε η Σ. (καθ' ης) τους γονείς της να έρθουν να την πάρουν και μετά έφυγε. Ο Σ. έφυγε προς άγνωστη κατεύθυνση. Στις 6 του μηνός ο Σ. ζήτησε τα πράγματα του. Η Σ. τρομοκρατήθηκε, πήγε η μητέρα της στην Αστυνομία, πρώτα είχαν την Εισαγγελική παραγγελία στα χέρια τους, εκεί παρέδωσε τα πράγματα, στο Αστυνομικό Τμήμα.
Στην πεθερά του δεν είπε τίποτα ο Σ.. Στην αστυνομία ρωτήθηκε αν πήρε όλα τα πράγματα του και αυτός είπε ναι και ότι δεν θα τους ενοχλήσει. Η αστυνομία του είπε για την εγκατάλειψη και αυτός δεν αντέδρασε, δεν είπε τίποτα". (βλ. την κατάθεση της στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου).
Η κατάθεση της μάρτυρος αυτής δεν αναιρείται, αλλά και ούτε καν κλονίζεται από κανένα αντίθετο αποδεικτικό μέσο, ούτε από την αντίθετη ένορκη κατάθεση του, με επιμέλεια του αιτούντος, εξετασθέντος πρωτοδίκως μαρτυρά του J. S., αδελφού του, η κατάθεση του οποίου κρίνεται ελάχιστα πειστική και δεν λαμβάνεται υπόψη, για τον λόγο ότι ο μάρτυρας αυτός στερείται ιδίας γνώσεως, γιατί δεν ήταν αυτόπτης.
Αντίθετα η κατάθεση της, ως άνω, μάρτυρος (Φ. Κ.) ενισχύεται από το περιεχόμενο του αντιγράφου από το βιβλίο συμβάντων του Α. Τ. ... της 6.5.2008 (βλ. αυτό νομίμως προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από την καθ'ης) από το οποίο, εκτός άλλων, προκύπτουν τα ακόλουθα: α) ότι η καθ' ης είχε διαμαρτυρηθεί στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών για το επεισόδιο της 5.5.2008 και την εγκατάλειψη τόσον αυτής, όσον και του ανηλίκου τέκνου της από τον αιτούντα, β) η ενημέρωση του αιτούντος για τα παράπονα που έκανε σε βάρος του η καθ' ης στον, ως άνω, Εισαγγελέα, γ) η δήλωση του, στο αστυνομικό όργανο που τον ενημέρωσε για τα παράπονα της καθ' ης,σχετικά με το επεισόδιο της 5.5.2008 και την εγκατάλειψη αυτής και του τέκνου τους, ότι δεν επιθυμεί να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί της, δ) η παράδοση σ' αυτόν (αιτούντα) των προσωπικών του αντικειμένων και ε) ότι αυτός σε ουδεμία καταγγελία, παράπονο ή αναφορά για αρπαγή ή παράνομη κατακράτηση του ανηλίκου τέκνου τους από την καθ' ης προέβη, όπως ασφαλώς, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, θα έπραττε στην αντίθετη περίπτωση, για την αμελητί διενέργεια των νομίμων προς άρση της παράνομης, κατά τους ισχυρισμούς του, κατακρατήσεως.
Η τοιαύτη παραλαβή από τον αιτούντα (έχοντα, κατά τα προεκτεθέντα, απομακρυνθεί ψυχικά από την καθ' ης) των προσωπικών του ειδών και αντικειμένων και η δήλωση του ότι δεν θα έρθει σε οποιαδήποτε επικοινωνία με την καθ' ης επισφραγίζουν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, την δήλωση του, της 5.5.2008 "φεύγω" και μαρτυρούν, άνευ άλλου τινός, την απόφαση του για την οριστική διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως τους και την συναίνεση του για την διαμονή της συζύγου του και του τέκνου του στην Ελλάδα και την μη επάνοδο τους στην Ολλανδία, δια τούτο και αυτός, κατά την προσέλευση του στο, ως άνω, αστυνομικό τμήμα όχι μόνον δεν απέκρουσε τον ισχυρισμό της καθ' ης περί εγκαταλείψεως τους, αλλά και ούτε δήλωσε ότι η τελευταία παραβιάζει το δικαίωμα επιμελείας του, - ότι αρνείται να τον ακολουθήσει στην Ολλανδία και ότι κατακρατεί παρανόμως το τέκνο τους.
Εξ άλλου, η, ως άνω, δήλωση του αιτούντος ότι δεν επιθυμεί να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία με την καθ' ης διαψεύδει τον ισχυρισμό του για επίμονες προσπάθειες του για την εξεύρεση λύσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών ο ισχυρισμός του αιτούντος, τον οποίο προβάλλει με τις προτάσεις του, προκειμένου να αποδυναμώσει την, ως άνω, δήλωση του στο Αστυνομικό Τμήμα ... (ότι δεν θα έρθει σε οποιαδήποτε επικοινωνία με την σύζυγο του), ότι μετέβη στο, ως άνω, αστυνομικό τμήμα, χωρίς διερμηνέα, κρίνεται κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος.
Αλλά και ο έτερος ισχυρισμός του ότι πριν αναχωρήσει από την Ελλάδα κατέφυγε στο Κέντρο Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών και στην Ολλανδική Πρεσβεία στην Αθήνα και ότι εκεί του συνεστήθη να επιστρέψει στην Ολλανδία και να κινήσει από εκεί τις νόμιμες διαδικασίες κρίνεται επίσης κατ' ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος, για τον λόγο ότι στην περίπτωση αυτή θα υπήρχε οπωσδήποτε καταχωρημένη σχετική δήλωση - καταγγελία, την οποία ασφαλώς και θα προσκόμιζε, προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας του εν λόγω ισχυρισμού του, πράγμα όμως που δεν πράττει.
Άλλωστε, αν η καθ' ης είχε πράγματι απαγάγει το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, ο αιτών, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και. της λογικής, δεν θα συνέχιζε τις διακοπές του στην Ελλάδα, αλλά θα επέστρεφε αμέσως στην Ολλανδία και δεν θα άφηνε να περάσει τόσος πολύτιμος χρόνος, χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, όπως, κατά τα προεκτεθέντα, έχει, εν προκειμένω, συμβεί.
Από τα, ως άνω, εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά καθίσταται πρόδηλον αφ' ενός μεν ότι: α) ο τόπος της συνήθους διαμονής του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων ήταν η πόλη ... της Ολλανδίας, β) η επιμέλεια αυτού ασκείτο πραγματικά και από τους δύο γονείς του, δοθέντος ότι ο αιτών, πέραν της παραπάνω αναφερόμενης συμπεριφοράς του, εργαζόταν και με το εκ της εργασίας του εισόδημα συντηρούσε την σύζυγο του και το τέκνο τους και γ) η μετακίνηση του παιδιού στην Ελλάδα, για τον προεκτεθέντα λόγο, της τελέσεως της βαπτίσεώς του, ήταν νόμιμη, αφού υπήρξε προϊόν συναποφάσεως και των δύο γονέων του, αφετέρου δε ότι ο αιτών συνήνεσε στην μη επάνοδο του τέκνου του στην Ολλανδία και στην διαμονή του από 9.5.2008 στην Ελλάδα.
Ανεξαρτήτως όμως των παραπάνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και δεδομένου ότι εκείνο που προέχει, εν προκειμένω, είναι η προστασία του συμφέροντος του ανηλίκου, πρέπει να αναφερθούν και τα εξής: Από τα αυτά, ως άνω, αποδεικτικά στοιχεία απεδείχθη περαιτέρω ότι μεταξύ του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων και της μητέρας του - καθ' ης έχει δημιουργηθεί ιδιαίτερος ψυχικός δεσμός, λόγω της νηπιακής του ηλικίας, αλλά και του γεγονότος ότι την αποκλειστική του φροντίδα, τόσον κατά την διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων, όσο και μετά την διάσπαση αυτής, έχει η καθ' ης, η οποία εξακολουθεί να μην εργάζεται και έχει αφοσιωθεί εξ ολοκλήρου στο μεγάλωμα του παιδιού της, το οποίο μάλιστα θήλαζε μέχρι την ηλικία των δώδεκα μηνών και το οποίο έχει, εκ των πραγμάτων, προσαρμοστεί πλήρως τόσον με το περιβάλλον της, στο οποίο μάλιστα διαβιοί υπό άριστες υλικές συνθήκες όπως τούτο έχει κριθεί κατόπιν διενέργειας σχετικής κοινωνικής έρευνας (βλ.
προσκομιζόμενες νομίμως μετ' επικλήσεως την από 7.11.2008 έκθεση κοινωνικής έρευνας της κοινωνικής λειτουργού Φ. - Δ. Α., της Διευθύνσεως Κοινωνικής Αντίληψης του Δήμου ... και την από 2.12.2009 έκθεση κοινωνικής έρευνας της κοινωνικής λειτουργού Ε. Γ., της ιδίας, ως άνω, Διευθύνσεως), όσον και με τις κλιματολογικές συνθήκες της Ελλάδος, ώστε, αν εξαναγκαστεί αυτό να απομακρυνθεί από την μητέρα του και να επιστρέψει στην Ολλανδία για να ζήσει με τον πατέρα του, με τον οποίο δεν έχει επικοινωνήσει ποτέ, από τότε που ήλθαν στην Ελλάδα οικογενειακώς, και τον οποίο, λόγω της βρεφικής του ηλικίας δεν μπορεί καν να θυμάται, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να εκτεθεί σε κατάσταση, με ανυπολόγιστες συνέπειες για την ομαλή, ή ψυχοσωματική του ανάπτυξη, αφού η μητέρα του, λόγω της διαστάσεως της με τον αιτούντα, δεν πρόκειται να επιστρέψει μαζί με το ανήλικο στην συζυγική κατοικία:
έχει δε αυτή εγείρει αγωγή διαζυγίου κατά του αιτούντος, πέραν βεβαίως του κινδύνου βλάβης της υγείας του, εξ αιτίας της διαφοράς του κλίματος μεταξύ των δύο χωρών. Η τυχόν επιστροφή του δε, εν κατακλείδι, αντιστρατεύεται το συμφέρον του, το οποίο, στην συγκεκριμένη περίπτωση έγκειται στο να του αναγνωρισθεί το δικαίωμα να αντιμετωπίζεται ως άτομο με τις δικές του ανάγκες και τα δικά του δικαιώματα και να μη μεταφέρεται από χώρα σε χώρα εν ονόματι του δικαιώματος επιμέλειας των γονέων του.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν αποδείχθηκε παράνομη κατακράτηση του τέκνου των διαδίκων από την καθ' ης και περαιτέρω ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του στον πατέρα του στην Ολλανδία, λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 13 της αναφερόμενης στην αρχή διεθνούς συμβάσεως της Χάγης, αφού ο πατέρας του είχε συναινέσει στην διαμονή του στην Ελλάδα και η επιστροφή του υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να το εκθέσει σε σωματική και ψυχική δοκιμασία και να το περιαγάγει σε αφόρητη κατάσταση, η ένδικη αίτηση ελέγχεται αβάσιμη κατ' ουσίαν και απορριπτέα".
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται το ηττηθέν εφεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με τη έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, η εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος, Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΛ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ,Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου, προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, κατά την προοιμιακή διακήρυξη της Διεθνούς Σύμβασης για τα αστικά θέματα της διεθνούς απαγωγής παιδιών, που υπογράφηκε στη Χάγη στις 25.10.1980 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον ν. 2102/1992, της οποίας διακήρυξης το περιεχόμενο εκφράζεται ως σκοπός αυτής με τη διάταξη του άρθρου 1 της εν λόγω σύμβασης και στην εφαρμογή αυτής αναφέρεται και ο 2201/2003 Κανονισμός του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδία το άρθρο 11 αυτού τα κράτη που υπέγραψαν τη σύμβαση αυτή πιστεύοντας βαθιά ότι το συμφέρον του παιδιού είναι πρωταρχικής σημασίας για κάθε ζήτημα σχετικά με τη επιμέλεια του, σκοπούν στην προστασία διεθνώς των παιδιών κατά των επιβλαβών συνεπειών της παράνομης μετακίνησης ή κατακράτησης τους, τη διασφάλιση της άμεσης επιστροφής τους στο κράτος της συνήθους διαμονής καθώς και την επίτευξη σεβασμού του δικαιώματος επιμέλειας και επικοινωνίας κατά το δίκαιο ενός από τα συμβαλλόμενα κράτη.
Ως παράνομη κατά το άρθρο 3 της σύμβασης θεωρείται η μετακίνηση ή η κατακράτηση παιδιού ηλικίας μέχρι 16 ετών (αρθ. 4) εφόσον: α) έγιναν κατά παράβαση δικαιώματος επιμέλειας, αναγνωρισμένου σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή άλλη οργάνωση, είτε αποκλειστικά είτε από κοινού με άλλους από το δίκαιο του κράτους, στο οποίο το παιδί είχε τη συνήθη διαμονή του αμέσως πριν από τη μετακίνηση ή την κατακράτηση του και β) το δικαίωμα αυτό ασκείτο πραγματικά, αποκλειστικά ή από κοινού με άλλους κατά το χρόνο της μετακίνησης ή της κατακράτησης ή θα είχε ασκηθεί κατ' αυτόν τον τρόπο εάν δεν είχαν συμβεί τα γεγονότα αυτά.
Το δικαίωμα της επιμέλειας, που αναφέρεται στην περίπτωση (α) μπορεί να απορρέει ιδίως είτε απ' ευθείας από το νόμο, είτε από δικαστική ή διοικητική απόφαση, είτε από συμφωνία που ισχύει σύμφωνα με το δίκαιο αυτού του κράτους. Κατά το άρθρο 4 της σύμβασης αυτή εφαρμόζεται για κάθε παιδί, το οποίο είχε τη συνήθη διαμονή του σε συμβαλλόμενο κράτος αμέσως πριν από την προσβολή των δικαιωμάτων επιμέλειας ή επικοινωνίας.
Κατά το άρθρο 5 της σύμβασης, το δικαίωμα επιμέλειας περιλαμβάνει το δικαίωμα που αφορά στη μέριμνα για το πρόσωπο του παιδιού και ιδίως το δικαίωμα καθορισμού του τόπου διαμονής του. Κατά το άρθρο 12 § 1 της εν λόγω σύμβασης, εφόσον το παιδί μετακινήθηκε ή κατακρατήθηκε παράνομα κατά την έννοια του άρθρου 3 και από τη μετακίνηση του ή την κατακράτηση του μέχρι το χρόνο κατάθεσης της αίτησης ενώπιον της δικαστικής ή διοικητικής αρχής του συμβαλλόμενου κράτους, όπου βρίσκεται το παιδί, διέρρευσε χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός έτους, η επιληφθείσα αρχή διατάσσει την άμεση επιστροφή του, ενώ κατά την § 2 του ίδιου άρθρου, η άμεση επιστροφή πρέπει να διατάσσεται και μετά την πάροδο του ενός έτους, εκτός αν αποδειχθεί ότι το παιδί έχει προσαρμοσθεί στο νέο περιβάλλον.
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 13 της σύμβασης, δεν δεσμεύεται η δικαστική ή διοικητική αρχή του κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, να διατάξει την επιστροφή του παιδιού, εφόσον το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η οργάνωση που αντιτίθεται στη επιστροφή του αποδεικνύει: α) ότι, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή η οργάνωση, που είχε τη μέριμνα του προσώπου του παιδιού δεν ασκούσε ουσιαστικά το δικαίωμα της επιμέλειας στο χρόνο της μετακίνησης ή της παρακράτησης ή είχε συναινέσει στη μετακίνηση ή κατακράτηση ή την είχε εγκρίνει εκ των υστέρων ή β) ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να το περιαγάγει σε μία αφόρητη κατάσταση.
Η δικαστική ή διοικητική αρχή μπορεί επίσης να αρνηθεί την επιστροφή του παιδιού, εάν διαπιστώσει ότι το παιδί αντιτίθεται στην επιστροφή του και έχει ήδη την ηλικία και την ωριμότητα, που υπαγορεύουν να ληφθεί υπόψη η γνώμη του. Κατά την εκτίμηση των περιστάσεων, που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οι δικαστικές ή διοικητικές αρχές οφείλουν να λάβουν υπόψη τις πληροφορίες για την κοινωνική κατάσταση του παιδιού, που παρέχονται από την Κεντρική Αρχή ή άλλη δημόσια υπηρεσία του κράτους της συνήθους διαμονής του.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 20 της σύμβασης, η επιστροφή του παιδιού σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12, μπορεί να απορριφθεί εφόσον αυτή δεν επιτρέπεται από τις θεμελιώδεις αρχές του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση. Από τη διάταξη του άρθρου 13 προκύπτει ότι ο ισχυρισμός ότι συντρέχει περίπτωση μη επιστροφής του παιδιού (επειδή τούτο αντιτίθεται στην επιστροφή του και έχει την ηλικία και την ωριμότητα που υπαγορεύουν να ληφθεί υπόψη η γνώμη του ή ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος η επιστροφή του παιδιού να το εκθέσει σε φυσική ή ψυχική δοκιμασία κλπ.) αποτελεί ένσταση καταλυτική της αξιώσεως του αιτούντος γονέα για τη επιστροφή του παιδιού με τις εντεύθεν δικονομικές συνέπειες.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνονται αιτιολογίες, που δικαιολογούν το καταληκτικό αυτής αποδεικτικό πόρισμα ότι το ανήλικο τέκνο παρέμεινε στη Ελλάδα με συναίνεση του πατρός του και εντεύθεν αποκλείουν το παράνομο της κατακρατήσεώς του, αντίθετος περί τούτου ισχυρισμός στον οποίο θεμελιώνεται η παρεχόμενη από τα άρθρα 3-5 της Συμβάσεως έννομη προστασία, κατ'ορθή εφαρμογή των οποίων επομένως απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, με άμεση δικονομική συνέπεια οι προβαλλόμενες με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, οριστικά να αξιολογούνται, ως κατ' ουσίαν αβάσιμες.
Η κύρια αυτή αιτιολογία, η οποία ανεπιτυχώς πλήττεται, στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και κατά συνέπεια αξιολογείται ως αλυσιτελής και άρα απαράδεκτη η διατυπούμενη με τον απομένοντα προς έρευνα δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, η οποία αναφέρεται στην επάλληλη επικουρική και κατ' εφαρμογή του άρθρου 13 της Συμβάσεως αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με παράλληλη ανεπίτρεπτη εναντίωση στην αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως μη δικαιούχου διαδίκου, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει, κατ' επιταγή του άρθρ 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 και την κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του ν.1738/1987 εκδοθείσα υ.α 134423/20-1-1993 (ΦΕΚ 11/τ.
β'/20-1-1993), στο ποσό των 300,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 706/9-7-2010 αίτηση για αναίρεση της 1665/29-3-2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2011.Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ