Supreme Court dismisses appeal on oral trading orders, ruling no written form required for stock trading contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding stock trading orders. The appellant argued that trading orders must be written, citing specific laws, while the court found no statutory requirement for written form in such agreements. Consequently, the court held that the lower court correctly accepted oral orders as valid and rejected the appeal as unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 12(5) of Law 3632/1928; Article 27(1) of Law 1806/1988; Article 59(1) of Law 2533/1997; Articles 159, 90 et seq. of the Civil Code; Article 714 et seq. of the Civil Code; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: In stock trading contracts where the law does not mandate a written form, proof may be established through any legal means, including oral testimony.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1767 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1767/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσόστομο Βελάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΑΞ-ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ ΣΕ ΚΙΝΗΤΕΣ ΑΞΙΕΣ", που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπανικολάου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-11-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 192/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 597/2005 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 14-4-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 13-12-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ από το συνδυασμό των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 105 και 576 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια περιλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου, με πληρεξούσιο δικηγόρο διοριζόμενο είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρίζεται στα πρακτικά, εάν δε εκπροσωπούνται στη συζήτηση από δικηγόρο χωρίς αυτός να αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του θεωρούνται δικονομικώς απόντες.
Σε τέτοια περίπτωση αν δικονομικώς απόντες είναι οι αναιρεσίβλητοι, χωρίς να αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που τους εκπροσώπησε, ερευνάται εάν οι εν λόγω διάδικοι έχουν κλητευθεί νόμιμα ώστε να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι αυτοί, άλλως κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως.
Εξάλλου από το συνδυασμό των άρθρων 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 4 και 576 παρ. 1, 2, 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Τέλος κατά την γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. 1, 3, 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη διάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υποθέσεως και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο aπολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε επισπεύδει την αρχική συζήτηση ή είτε κλητευθεί αυτός νόμιμα και εμπρόθεσμα ή είχε παραστεί νόμιμα κατά την δικάσιμο αυτή (αρχική).
Μόνο δε αν συντρέχει η μία ή η άλλη από τις προϋποθέσεις αυτές είναι περιττή νέα κλήτευση του απόντα, κατά την νέα μετ' αναβολή δικάσιμο διαδίκου. Αν δεν αποδεικνύεται η συνδρομή της μιας ή της άλλης από τις προϋποθέσεις αυτές και ο απών διάδικος δεν έχει κλητευθεί νόμιμα στη μετ' αναβολή δικάσιμο, ο 'Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση όχι μόνο γι' αυτόν αλλά για όλους τους διαδίκους.
Στην προκειμένη περίπτωση από το σχετικό πινάκιο και τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του δικαστηρίου προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη κατά την αρχικώς ορισθείσα προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως δικάσιμο της 14-1-08 παρέστη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθηνών Γεωργίου Παπανικολάου ο οποίος την εκπροσώπησε δυνάμει του από 10-1-08 ιδιωτικού πληρεξουσίου της αναιρεσίβλητης προς αυτόν, πλην όμως αυτό δεν επαρκούσε για τη νομιμοποίησή του αφού προς τούτο δεν προσκομίσθηκε κατά τα προαναφερθέντα συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο αυτής, με το οποίο να διορίζεται πληρεξούσιός της.
Συνεπώς ήταν άκυρη η στο δικαστήριο παράσταση αυτής (άρθρο 104 ΚΠολΔ) με αποτέλεσμα την ερημοδικία της μη νομίμως εκπροσωπηθείσας αναιρεσίβλητης. Αυτή όμως είχε κλητευθεί από τον αναιρεσείοντα νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστεί κατ' αυτή, ως τούτο προκύπτει από την προσκομιζόμενη με αριθμ. ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ....., με την οποία αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την πιο πάνω σ' αυτό πράξη ορισμού της δικασίμου αυτής επιδόθηκε σ' αυτήν. Κατά την σημερινή 29-9-08 μετ' αναβολή συζήτηση της υποθέσεως η αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της, κατά τον ίδιο ως άνω τρόπο (το αυτό ιδιωτικό πληρεξούσιο, το οποίο κάλυπτε και την εκπροσώπησή της κατά την μετ' αναβολή συζήτηση της υποθέσεως) και επομένως θεωρείται ως δικονομικώς απούσα. Νέα όμως κλήτευσή της κατά τα προαναφερθέντα, κατά τη σημερινή δικάσιμο είναι περιττή διότι αυτή είχε κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αρχική δικάσιμο και η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και δεν χρειάζεται επομένως νέα κλήτευση της αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν η διάδικος αυτή παρούσα (άρθρο 576 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΕΠΕΙΔΗ, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.5 του Ν.3632/1928, όπως ίσχυε πριν καταργηθεί με το άρθρο 18 παρ.1 Ν.3152/2003, η παραγγελία προς τον χρηματιστή (εντολή) για να ενεργήσει νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή για λογαριασμό του μπορεί να αποδεικνύεται από έγγραφο σημείωμα που φέρει στην υπογραφή του τελευταίου. Εξάλλου το άρθρο 27 παρ.1, 2 Ν.1806/1988 προέβλεπε α) ότι όλες οι εντολές προς μέλος του χρηματιστηρίου και όλες οι χρηματιστηριακές συμβάσεις, καταγράφονται με πλήρη στοιχεία, ώστε τα αρμόδια όργανα να μπορούν να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων, β) ότι για το σκοπό αυτό μπορούν με απόφαση του Υπουργού και ύστερα από γνώμη του Δ.Σ.
του Χ.Α.Α. και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς να τροποποιούνται οι διατάξεις της ισχύουσας νομοθεσίας για τα βιβλία και τα στοιχεία των χρηματιστών και γ) ότι το μέλος του Χ.Α.Α. δεν μπορεί να επικαλεσθεί χρηματιστηριακή συναλλαγή, η οποία δεν αποδεικνύεται από τα παραπάνω νομίμως τηρούμενα βιβλία και τα εκδιδόμενα και παραδιδόμενα όπου ο νόμος ορίζει στοιχεία.
Το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 59 παρ.1 Ν. 2533/1997, σύμφωνα με το οποίο οι εντολές προς κάθε Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) που διενεργεί συναλλαγές στο ΧΑΑ που συνάπτει για δικό της λογαριασμό, καταγράφονται με πλήρη στοιχεία ώστε τα αρμόδια για την εποπτεία όργανα να ελέγχουν την τήρηση των σχετικών διατάξεων.
Για το σκοπό αυτό τηρούνται τα βιβλία και στοιχεία που προσδιορίζονται από το παραπάνω άρθρο. Στη δεύτερη παράγραφο του ίδιου άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε, επαναλαμβάνεται ουσιαστικά και πάλι η προγενέστερη ρύθμιση, σύμφωνα με την οποία μέλος του ΧΑΑ ή άλλης ΕΠΕΥ που συμμετέχει στο ΧΑΑ δεν δικαιούται να επικαλεστεί χρηματιστηριακή συναλλαγή η οποία δεν αποδεικνύεται από τα νόμιμα τηρούμενα βιβλία και εκδιδόμενα και νομίμως παραδιδόμενα στοιχεία.
Σε εκτέλεση δε νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως που χορηγήθηκε με το άρθρο 27 παρ.1 του Ν.1806/1988, είχε εκδοθεί η υπ'αριθ. 6280/Β508/17-5-1989 Απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, με την οποία υποχρεούντο οι χρηματιστές να τηρούν τριπλότυπο βιβλιάριο εντολών (πινακίδια συναλλαγών) και να αναγράφουν σε αυτό τις προς αυτούς διδούμενες από τους πελάτες του εντολές.
Σύμφωνα με την εν λόγω Υπουργική απόφαση, το πρώτο αντίγραφο υπογράφεται από τον χρηματιστή και παραδίδεται στον παραγγελέα, ενώ ο τελευταίος υπογράφει μόνο αν το ζητήσει η χρηματιστής, το δεύτερο αντίγραφο συμπληρώνεται με τα στοιχεία της συναλλαγής, εκτός από το ονοματεπώνυμο και την υπογραφή του παραγγελέα και ρίπτεται σφραγισμένο με την ώρα της ρήψης του σε ειδική κάλπη τοποθετημένη στο χρηματιστήριο και το τρίτο αντίγραφο παραμένει στο στέλεχος του βιβλιαρίου.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η απόδειξη της κατάρτισης της σύμβασης εντολής, από τον χρηματιστή με έγγραφο υπογεγραμμένο από τον εντολέα πελάτη του είναι δυνητική, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν ο σκοπός του νομοθέτη ήταν η καθιέρωση του εγγράφου αποδεικτικού τύπου αμφιμερώς και γενικώς. 'Ητοι ο νομοθέτης απέκλεισε την απόδειξη χρηματιστηριακών συναλλαγών μη καταχωρημένων στα καθοριζόμενα βιβλία και στοιχεία ειδικά και μόνο για την περίπτωση της επίκλησής τους από τον χρηματιστή ή της ΑΧΕ και ΕΠΕΥ, προς διασφάλιση της δυνατότητας ελέγχου αυτών από τα αρμόδια για την εποπτεία τους όργανα ως προς τη τήρηση της χρηματιστηριακής νομοθεσίας.
Ας σημειωθεί ότι με το Ν.2396/96 καθιερώθηκε ο θεσμός των Εταιρειών Λήψης και Διαβίβασης Εντολών (ΕΔΠΕ). Ο παραπάνω νόμος καθορίζει τη λειτουργία των ΕΛΔΕ και τα πλαίσια συνεργασίας τους με τις ΑΧΕ, σε κανένα όμως σημείο του δεν ρυθμίζει τη διαδικασία υπογραφής των εντολών, ήτοι δεν προβλέπει το γραπτό τύπο για τη χορήγηση των εντολών από τους επενδυτές προς τις ΕΛΔΕ ή από τις ΕΛΔΕ προς ΑΧΕ.
Επομένως ως προς την κατάρτιση σύμβασης χρηματιστηριακής παραγγελίας μεταξύ των διαδίκων με αντικείμενο νόμιμη χρηματιστηριακή συναλλαγή και την εκτέλεση αυτής, η απόδειξη μπορεί να γίνει με κάθε νόμιμο αποδεικτικό μέσο.
Εν προκειμένω με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 12 παρ.5 του Ν.3632/1928 και 27 παρ.1 του Ν.1806/1988 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 59 παρ.1 Ν.2533/97 σε συνδυασμό με την 6280/Β508/89 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και τα άρθρα 159 ΑΚ, 90 επόμ.
Εμπ. Νόμου και 714 επ. ΑΚ, διότι δέχθηκε ότι σε χρηματιστηριακές συναλλαγές μεταξύ του χρηματιστή και του επενδυτή πελάτη του (διαδίκων) οι εντολές του δευτέρου προς τον πρώτο μπορούν να γίνουν και προφορικά και όχι αποκλειστικά εγγράφως. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, το οποίο δίκασε έφεση της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία απέρριψε αγωγή της κατά του αναιρεσείοντος πελάτη της, την έκανε δεκτή, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια έκανε δεκτή κατ'ουσία την αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος για χρηματιστηριακές συναλλαγές που διενέργησε για λογαριασμό του, από τις οποίες προέκυψε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος του ύψους 10.764,85 ευρώ, το οποίο και της επιδίκασε, δεχθέν ότι υπήρχε έγκυρη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων να εκτελεί η αναιρεσίβλητη οποιαδήποτε παραγγελία είχε λάβει προφορικά.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και ο αντίθετος εκ του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι, κατά το μέρος αυτό απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω το Εφετείο που έλαβε υπόψη του για την απόδειξη κατάρτισης των ως άνω συμβάσεων (χρηματιστηριακής παραγγελίας) για τις οποίες δεν απαιτείται έγγραφος τύπος, μαρτυρικές καταθέσεις και δικαστικά τεκμήρια, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 α του ΚΠολΔ, αφού έλαβε υπόψη τα άνω αποδεικτικά μέσα που ο νόμος επέτρεπε, και ο αντίθετος μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του από τη διάταξη αυτή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-4-06 αίτηση του Χ για αναίρεση στης υπ' αριθ. 597/05 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ