Legislator Case Law & Legislation
1766/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against bank judgment on interest payment order due to lack of legal basis.

Case Number 1766/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting her lawsuit for interest payments. The appellant argued the lower court failed to examine whether she had a legal interest to appeal, citing a prior Supreme Court ruling. The court held that the lower court correctly identified the appellant's arguments as legally unfounded and did not need to address the specific issue of legal interest. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the bank's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal if the appellant's arguments lack legal basis, even if they reference a prior precedent regarding the existence of legal interest.

Keywords

AI generated
appeal dismissal legal interest requirement Code of Civil Procedure interest on debt court of appeal legal costs precedent application

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 564 of the Code of Civil Procedure
Article 566 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 940 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1766 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1766/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. συζύγου Κ. Κ., το γένος Ο. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καράμπαμπα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου Δεληγιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από .../2005 ανακοπή και τους από .../2005 πρόσθετους λόγους ανακοπής της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η .../2006 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2011 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και .../2013 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από .../2014 αίτησή της και τους από .../2014 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η .../2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την .../2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Ακολούθως, εκδόθηκε η .../2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από .../2017 αίτησή της και τους από .../2019 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. .../2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση μετά την έκδοση της υπ' αρ. .../2015 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αρ. .../2013 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου), που απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους λόγους της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. .../2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή της αναιρεσίβλητης κατά της επιταγής προς πληρωμή, με την οποία επιτασσόταν να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το συνολικό ποσό των 275.479,12 ευρώ για τόκους υπερημερίας επί του επιδικασθέντος αμετακλήτως ποσού των 91.709,46 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων.

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, είναι παραδεκτοί και οι πρόσθετοι λόγοι, που έχουν ασκηθεί με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 15-3-2019 και στη συνέχεια επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 18-3-2019, ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης (άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Οι πρόσθετοι λόγοι πρέπει να συνεκδικασθούν με την αίτηση αναίρεσης λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι αυτοί δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά μαζί με την αναίρεση (ΑΠ 921/2019, ΑΠ 507/2017) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτών. Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 262 παρ. 2 και 933 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι για την άσκηση ανακοπής κατά της επιταγής προς εκτέλεση απαιτείται να έχει ο ανακόπτων έννομο συμφέρον, που υπάρχει όταν με την αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται, επηρεάζεται η θέση και γενικότερα συγκεκριμένο έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος, που είναι άξιο προστασίας από το νόμο.

Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί ύπαρξης ή μη αυτού ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1295/2023, ΑΠ 1539/2021, ΑΠ 339/2010). Εξάλλου, κατά το άρθρο 69 του ΚΠολΔ, με το οποίο καθιερώνεται η προληπτική έννομη προστασία, εισάγεται απόκλιση από το γενικό κανόνα του άρθρου 68 και παρέχεται η δυνατότητα απονομής έννομης προστασίας ακόμη και όταν η ανάγκη παροχής της προστασίας αυτής δεν είναι παρούσα αλλά μέλλουσα.

Κατά την παρ. 1 εδ. ε' της άνω διάταξης επιτρεπτή είναι η παροχή έννομης προστασίας ακόμη και στην περίπτωση που το σχετικό επίδικο δικαίωμα εξαρτάται από την πλήρωση αίρεσης ή την επέλευση γεγονότος. Για την παροχή της προστασίας αρκεί η δημιουργία, κατά το χρόνο συζήτησης, της νομικής αιτίας του μελλοντικά απαιτητού δικαιώματος.

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, παρέχεται στον καθού η εκτέλεση δικαίωμα αποζημίωσης κατ' εκείνου που την επέσπευσε, αν η ενεργηθείσα αναγκαστική εκτέλεση ακυρώθηκε αμετάκλητα και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ. Η διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και στην περίπτωση αμετάκλητης ακύρωσης όχι μόνο του συνόλου των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλά και επί μέρους πράξεων, οπότε μπορεί να ζητηθεί η αποκατάσταση των ζημιών που συνδέονται αιτιωδώς με τις πράξεις αυτές.

Έτσι αν ακυρωθεί μία μόνο πράξη της αναγκαστικής εκτέλεσης, η αποζημίωση περιορίζεται στη ζημία που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια μόνο με την πράξη αυτή (Ολ ΑΠ 49/2005, ΑΠ 2207/2009). Από την προαναφερθείσα διάταξη προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος του ανακόπτοντος, αρκεί και μόνη η εκ του νόμου παρεχόμενη ευχέρεια προς άσκηση αγωγής αποζημίωσης στην περίπτωση αμετάκλητης ακύρωσης της ενεργηθείσας εκτέλεσης.

Συνεπώς, ο ανακόπτων δεν στερείται εννόμου συμφέροντος προς προσβολή πράξης της εκτέλεσης ακόμη και αν υπό την απειλή αναγκαστικής εκτέλεσης κατέβαλε στον επισπεύδοντα δανειστή ολόκληρο ή μέρος του επιτασσομένου προς πληρωμή ποσού, καθόσον ο ανακόπτων έχει δικαίωμα αποζημίωσης κατ' άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 90/2023, ΑΠ 1559/2009, ΑΠ 305/2009).

Περαιτέρω, με την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση αρχίζει, κατ' άρθρο 924 ΚΠολΔ, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η επίδοση της επιταγής αυτής, ως μη απευθυνόμενη, ούτε λαμβάνουσα χώραν ενώπιον δικαστηρίου, χαρακτηρίζεται ως εξώδικη πράξη. Συνάμα όμως αποτελεί και διαδικαστική πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και συνεπάγεται δικονομικές (άρθ. 924 παρ. 1, 926 παρ. 2, 932 ΚΠολΔ) και ουσιαστικές (αρθ. 264, 340 ΑΚ) συνέπειες, οι οποίες επέρχονται και στην περίπτωση επίδοσης δικονομικώς άκυρης επιταγής προς εκτέλεση και δεν αίρονται, παρά μόνον με την ακύρωσή της από το δικαστήριο ή με την παραίτηση από την επιταγή εκ μέρους του επισπεύδοντος, ρητή ή σιωπηρή.

Και μετά όμως την παραίτηση, η κατά της επιταγής ασκηθείσα ανακοπή δεν καθίσταται χωρίς αντικείμενο και ο ανακόπτων δεν στερείται πλέον εννόμου συμφέροντος για την εκδίκαση της ανακοπής και την έκδοση απόφασης επ' αυτής. Ειδικότερα με δεδομένο ότι ο καθού η εκτέλεση οφειλέτης διατηρεί την εξουσία διαρκούσης της εκτελεστικής διαδικασίας να προβεί σε πλήρη ή μερική εκπλήρωση της παροχής του, στην περίπτωση που αυτός, μετά την επίδοση της επιταγής, προβεί εκουσίως στην εξόφληση ολοκλήρου ή μέρους του επιτασσομένου ποσού, για την αποφυγή περαιτέρω πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης και ασκήσει ανακοπή, κατά της επιταγής, έχει προς τούτο, κατά τα προαναφερόμενα, πρόδηλο έννομο συμφέρον και μετά την εκ μέρους του επισπεύδοντος παραίτηση από την επιταγή του, που δεν καθίσταται χωρίς αντικείμενο, με την ολοσχερή ή μερική εξόφληση του επιτασσομένου με αυτή ποσού (από τον καθού η εκτέλεση) να επισπεύσει ο τελευταίος την εκδίκαση της, πριν από την παραίτηση από της επιταγής από τον επισπεύδοντα, εκκρεμούσας ανακοπής του κατά της επιταγής.

Επομένως, ο οφειλέτης, ο οποίος για την αποφυγή υλοποίησης της εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, συμμορφώθηκε εκούσια με την επιταγή και ικανοποίησε πλήρως ή μερικώς τον δανειστή, έχει πρόδηλο έννομο συμφέρον για συζήτηση της εκκρεμούσης ανακοπής και ακύρωση της επιταγής, προκειμένου να δημιουργηθεί υπέρ αυτού δεδικασμένο όσον αφορά το άκυρο και παράνομο της εναντίον του εκτέλεσης, ώστε με τη συνδρομή και των λοιπών στοιχείων της αδικοπραξίας να ασκήσει στη συνέχεια κατά του επισπεύσαντος δανειστή αξίωση αποζημίωσης, κατά τα άρθρα 914 ΑΚ και 940 αριθ. 3 ΚΠολΔ.

Το έννομο αυτό συμφέρον δεν εκλείπει και αν εν τω μεταξύ, έχει ακυρωθεί αμετάκλητα ο εκτελεστός τίτλος με βάση τον οποίο έγινε η εκτέλεση και ο οφειλέτης μπορεί να αναζητήσει τα καταβληθέντα με την αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθόσον με την αγωγή αποζημίωσης αποκαθίσταται η ζημία του οφειλέτη, η οποία δεν συμπίπτει αναγκαίως με τον πλουτισμό, αλλά μπορεί να έχει ευρύτερο περιεχόμενο.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβεια, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 1706/2014, ΑΠ 159/2004).

Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 1285/2021).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, ''έλλειψη αιτιολογίας'', ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ''ανεπαρκής αιτιολογία'' ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ''αντιφατική αιτιολογία'' (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Η εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί με αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί, ούτε η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/ 2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/ 2017, ΑΠ 1420/ 2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, τον δεύτερο αναιρετικό λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, τον τρίτο αναιρετικό λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, τον έκτο αναιρετικό λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, τον έβδομο αναιρετικό λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, τον πρώτο πρόσθετο λόγο κατά το δεύτερο σκέλος του, δεύτερο πρόσθετο λόγο και τρίτο πρόσθετο λόγο κατά το πρώτο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68, 69 παρ. 1 εδ.

ε', 933 παρ. 1, 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ και 20 του Συντάγματος, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 703 ΚΠολΔ με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή της, δεχόμενο εσφαλμένα και με αντιφατικές αιτιολογίες ότι η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη έχει έννομο συμφέρον για την άσκηση της ένδικης ανακοπής κατά της από 12-4-2005 επιταγής προς πληρωμή που έχει γραφεί κάτω από αντίγραφο απογράφου εκτελεστού της υπ' αρ. .../2005 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επιτάσσεται να καταβάλει στην καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα το ποσό των 275.479,12 ευρώ για τόκους υπερημερίας επί του επιδικασθέντος αμετακλήτως ποσού των 91.709,46 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, καθώς και για την συζήτηση και την έκδοση απόφασης επί της ανακοπής αυτής, ώστε σε περίπτωση αμετάκλητης ακύρωσης της διαδικασίας της εκτελεστικής διαδικασίας να δύναται να ζητήσει την αποκατάσταση της ζημίας που συνδέεται αιτιωδώς με τις πράξεις αυτές, κατά τα άρθρα 914 ή 919 ΑΚ, μολονότι αφενός μεν το δικαίωμα αυτό δεν ήταν γεννημένο κατά τον ανωτέρω χρόνο και η ανάγκη για δικαστική προστασία της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ήταν αβέβαιη και μελλοντική και αφετέρου δε κατά τη συζήτηση της ανακοπής η επισπεύδουσα την εκτέλεση καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα είχε ήδη παραιτηθεί από την επίδικη επιταγή προς πληρωμή με εξώδικη δήλωση, η δήλωση δε αυτή επαναλήφθηκε και στο ακροατήριο και, ως εκ τούτου, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ουδέν έννομο συμφέρον είχε για τη συζήτηση της ανακοπής και την έκδοση απόφασης επ' αυτής.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τη με αριθμό .../1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατέστη τελεσίδικη λόγω μη ασκήσεως ενδίκων μέσων κατ' αυτής εντός της προβλεπομένης από το άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ τριετίας από τη δημοσίευσή της, η οποία εκδόθηκε δυνάμει της από 20.8.1991 αγωγής της Σ.

συζ. Κ. Κ. κατά της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", καθολική διάδοχος της οποίας λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση είναι η "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" κρίθηκε ότι από υπαιτιότητα (δόλο) των οργάνων της άνω τραπεζικής εταιρίας (Εθνική Κτηματική Τράπεζα) ματαιώθηκε το Δεκέμβριο του έτους 1986 η πώληση των αναφερομένων στην αγωγή ακινήτων της ενάγουσας, υπό τα στοιχεία Υ-1 και Α-2 πολυκατοικίας επί των οδών ...

και ότι σκοπός της πώλησης αυτής, από την οποία η ενάγουσα (Σ. Κ.) θα ελάμβανε ως τίμημα το ποσό των 25.000.000 δραχμών, ήταν η προθεσμιακή τραπεζική κατάθεση του άνω τιμήματος, από την οποία η ενάγουσα θα εισέπραττε τόκους κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, για χρονικό διάστημα πέντε ετών, ήτοι από 1.1.1987 έως 31.12.1991, το ποσό των 31.250.000 δραχμών ή 91.709,46 ευρώ.

Το ποσό αυτό αναγνωρίστηκε με την άνω απόφαση (.../1999) ότι η "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" οφείλει να καταβάλει στην Σ. Κ., ως αποθετική ζημία της. Με βάση την απόφαση αυτή, η τελευταία υπέβαλε την από 7-3-2005 αίτησή της ενώπιον του Μονομελούς και ζήτησε την έκδοση της με αριθμό .../2005 διαταγής πληρωμής σε βάρος της ως άνω Τράπεζας, καθολικής διαδόχου της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας, για "...τόκους υπερημερίας στο επιδικασθέν στην αιτούσα αμετακλήτως ποσό των 91.709,46 ευρώ, υπό της ...-1999 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από την επομένη της οχλήσεως για την πληρωμή του εν λόγω ποσού αυτού, με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας", με την οποία της επιδικάστηκαν οι αιτούμενοι τόκοι υπερημερίας καθώς και 11.160 ευρώ, για τη δικαστική δαπάνη εκδόσεως της διαταγής πληρωμής.

Στις 18-4-2005, η καθ' ης επέδωσε στην ανακόπτουσα αντίγραφο του πρώτου απογράφου εκτελεστού της άνω διαταγής πληρωμής, με την κάτω από το απόγραφο, από 12-4-2005 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία η ανακόπτουσα επιτάσσεται να καταβάλει σ' αυτή, συνολικά το ποσό των 275.479,12 ευρώ. Κατά της παραπάνω διαταγής πληρωμής αλλά και της από 12-4-2005 επιταγής προς πληρωμή, η ανακόπτουσα άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα την ένδικη από 19-4-2005 ανακοπή, που επιδόθηκε στην καθ' ης στις 20-4-2005, όπως προκύπτει από τη σημείωση του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.

Ν. στο εμπροσθόφυλλο αυτής, (άρθρα 933, σε συνδ. με άρθρο 934 παρ. 1 παρ. α', β' ΚΠολΔ), με την οποία επιδιώκει την ακύρωσή τους. Συγχρόνως με την ανακοπή, η ανακόπτουσα, κατέθεσε και αίτηση αναστολής εκτέλεσης της ως άνω διαταγής πληρωμής, κατ' άρθρο 938 ΚΠολΔ, βάσει της οποίας διετάχθη αναστολή εκτέλεσης για ποσό 120.000 ευρώ, (σε σύνολο 275.479,12 ευρώ) το δε, υπόλοιπο ποσό των 155.479,12 ευρώ, η ανακόπτουσα, το κατέβαλε στην καθ' ης η ανακοπή, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη από την ανακόπτουσα, από 22-4-2005 "Απόδειξη ποσού 155.479,12 ευρώ".

Η καταβολή αυτή δεν αποτελεί αναγνώριση της οφειλής και αποδοχή των επιμέρους κονδυλίων της επιταγής και με τη ρητή επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, μεταξύ άλλων, από την άσκηση της άνω ανακοπής, όπως ρητά σημειώνεται στην από 22-4-2005 απόδειξη καταβολής, για την αποφυγή λήψης εκ μέρους της καθής μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση της απαίτησής της.

Επί της από 19-4-2005 ανακοπής, που συνεκδικάστηκε με τους, με ιδιαίτερο δικόγραφο, από 22-8-2005 πρόσθετους λόγους αυτής, εκδόθηκε η με αριθμό .../2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία: α) διατάχθηκε ο χωρισμός των σωρευόμενων στο ίδιο δικόγραφο, δυο ανακοπών (κατά της διαταγής πληρωμής και κατά της επιταγής προς εκτέλεση), β) παραπέμφθηκε λόγω καθ' ύλην αναρμοδιότητας τον Δικαστηρίου, η ανακοπή και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, κατά της από 12-4-2005 επιταγής προς πληρωμή, στο αρμόδιο καθ ύλην, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και γ) δικάζοντας επί της ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ, κατά της Διαταγής Πληρωμής, δέχθηκε την ανακοπή, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και ακύρωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό .../2005 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγω αοριστίας.

Κατά της ανωτέρω αποφάσεως, η καθ' ης η ανακοπή, άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό .../2007 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η εν λόγω έφεση και επικυρώθηκε η υπ' αριθμ. .../2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τη διαταγή πληρωμής. Μετά τούτα, η ανακόπτουσα (Ε.Τ.Ε.), με την από 24-8-2007 κλήση της, επανέφερε προς συζήτηση το από 19-4-2005 δικόγραφο της ανακοπής και των πρόσθετων λόγων αυτής κατά της επιταγής προς πληρωμή, στο αρμόδιο καθ' ύλην, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί στις 26-10-2010.

Εξάλλου, οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση της ανακοπής, ήτοι στις 18-10-2010, η καθ' ης η ανακοπή, Σ. Κ., με την με την ίδια ως άνω ημερομηνία εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε στην ανακόπτουσα Ε.Τ.Ε. αυθημερόν (βλ. τη με αριθμό ...-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ν. Τ.), δήλωσε ότι παραιτείται από την από 12-4-2005 επιταγή προς πληρωμή κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου, της με αριθμό .../2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η δήλωση περί παραίτησης από την άνω επιταγή προς πληρωμή, επαναλήφθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της καθ' ης η ανακοπή, και κατά τη συζήτηση της ανακοπής, στις 26-10-2010, στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου αυτού.

Η ως άνω παραίτηση που έγινε νομότυπα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται αναλογικά και στην περίπτωση παραίτησης από την επιταγή προς εκτέλεση, πριν τη συζήτηση της ανακοπής, δεν συνεπάγεται την κατάργηση της δίκης της από 19-4-2005 ανακοπής κατά της επιταγής προς πληρωμή, χωρίς την έκδοση αποφάσεως επ' αυτής, διότι, η ανακόπτουσα Ε.Τ.Ε., έχει ήδη, συμμορφωθεί εκουσίως μετά την επίδοση της επιταγής και χωρίς την ακύρωση της πράξεως της αναγκαστικής εκτέλεσης στερείται του δικαιώματος, που της παρέχεται με το άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, δικαίωμα που έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει (λόγω της διατάξεως αυτής) ακόμη και μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού.

Ως εκ τούτου η ανακόπτουσα (Ε.Τ.Ε.) έχει έννομο συμφέρον για δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας της προαναφερόμενης από 19-4-2005 επιταγής. Διότι, όπως αναφέρεται ανωτέρω στη με αριθμό (2) νομική σκέψη, όταν μετά την επιταγή και πριν τη συζήτηση της ανακοπής, επέρχεται το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της πλήρους ή μερικής ικανοποίησης της απαίτησης του επισπεύδοντος, με εκούσια, για την αποφυγή περαιτέρω πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, συμμόρφωση του οφειλέτη, ο οποίος άσκησε ανακοπή κατά της επιταγής, δεν νοείται παραίτηση από την επιταγή, αφού έπαυσε να είναι εκκρεμής η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, ενόλω ή μερικώς.

Σε αυτή τη περίπτωση, ο οφειλέτης, έχει πρόδηλο έννομο συμφέρον για συζήτηση της εκκρεμούσης ανακοπής και ακύρωση της επιταγής, προκειμένου να δημιουργηθεί υπέρ αυτού δεδικασμένο, όσον αφορά το άκυρο και παράνομο της εναντίον του εκτελέσεως, ώστε με τη συνδρομή και των λοιπών στοιχείων της αδικοπραξίας να ασκήσει, στη συνέχεια, κατά του επισπεύδοντος δανειστή αξίωση αποζημίωσης, κατά τα άρθρα 914 Α.Κ, και 940 αριθ. 3 ΚΠολΔ.

Στη παρούσα περίπτωση, η ανακόπτουσα, ικανοποίησε μερικώς την απαίτηση της καθ' ης η ανακοπή, επομένως για το ποσό αυτό δεν υφίσταται εκκρεμής αναγκαστική διαδικασία, και δεν νοείται παραίτηση, από την επιταγή γι' αυτό το ποσό, συνεπώς, η ανακόπτουσα - οφειλέτης, έχει πρόδηλο έννομο συμφέρον, για συζήτηση της εκκρεμούσης ανακοπής και ακύρωση της επιταγής, προκειμένου να δημιουργηθεί υπέρ αυτής δεδικασμένο, όσον αφορά το άκυρο και παράνομο της εναντίον της εκτελέσεως, ώστε με τη συνδρομή και των λοιπών στοιχείων της αδικοπραξίας να ασκήσει, στη συνέχεια, κατά της επισπεύσασας δανείστριας (καθ' ης η ανακοπή) αξίωση αποζημίωσης, κατά τα άρθρα 914 ΑΚ και 940 αριθ. 3 ΚΠολΔ.

Επομένως, οι αντιρρήσεις που νομίμως προέβαλε, η ανακόπτουσα, με δήλωσή της που καταγράφηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, αλλά και με την προσθήκη αντίκρουση, κατά της παραιτήσεως, της καθ' ης η ανακοπή από την επιταγή, είναι βάσιμες, γι' αυτό και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεν έσφαλε, που πιθανολόγησε ότι η ανακόπτουσα, Ε.Τ.Ε., έχει έννομο συμφέρον, προς συζήτηση της ανακοπής και έκδοση απόφασης επί αυτής, ακόμα και μετά την παραίτηση από την επιταγή προς πληρωμή της καθ' ης η ανακοπή, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται από αυτήν της παρούσας, (άρθρο 534 ΚΠολΔ) απορριπτομένων των πρώτου και δεύτερου λόγου έφεσης και των σχετικών με αυτούς πρόσθετων λόγων έφεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, ως ουσιαστικά αβασίμων.".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 68, 69 παρ. 1 εδ. ε', 933 παρ. 1, 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ και 20 του Συντάγματος, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 703 ΚΠολΔ, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέα.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ανελέγκτως από το δικαστήριο δεκτά γενόμενα, η αναιρεσίβλητη, η οποία άσκησε την ένδικη ανακοπή κατά της επιταγής προς πληρωμή, καταθέτοντας συγχρόνως και αίτηση αναστολής εκτελέσεως της διαταγής πληρωμής, βάσει της οποίας διετάχθη αναστολή εκτελέσεως για ποσό 120.000 ευρώ, το δε υπόλοιπο ποσό των 155.479,12 ευρώ το κατέβαλε στην αναιρεσείουσα προς αποφυγή λήψεως εκ μέρους της τελευταίας μέτρων αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση της απαιτήσεώς της, της νομότυπης δε παραιτήσεως αυτής από την επιταγή προς πληρωμή πριν από τη συζήτηση της ανακοπής μη συνεπαγομένης την κατάργηση της δίκης επί της ανακοπής χωρίς την έκδοση αποφάσεως, διότι η αναιρεσίβλητη, η οποία συμμορφώθηκε εκουσίως με την επιταγή και ικανοποίησε εν μέρει την αναιρεσείουσα, έχει πρόδηλο έννομο συμφέρον να συζητηθεί η ένδικη ανακοπή και να ακυρωθεί η επιταγή, προκειμένου να δημιουργηθεί υπέρ αυτής δεδικασμένο όσον αφορά την ακυρότητα της εναντίον της εκτελέσεως, ώστε με τη συνδρομή και των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας να ζητήσει αποζημίωση από την επισπεύδουσα την εκτέλεση.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 68, 69 παρ. 1 εδ.

ε', 933 παρ. 1, 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ και 20 του Συντάγματος, οι οποίες εφαρμόσθηκαν και περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης του άρθρου 703 ΚΠολΔ, η οποία δεν εφαρμόσθηκε, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Επομένως, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 25/2003).

Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς, εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται μη νομίμως και απαραδέκτως, είτε γιατί προτείνονται για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 527 ΚΠολΔ, είτε γιατί, παρά το ότι προτάθηκαν νομίμως σε προηγούμενη συζήτηση της υπόθεσης, εν τούτοις επαναφέρονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς την τήρηση των όρων που τάσσονται με το άρθρο 240 του ίδιου κώδικα (ΑΠ 1778/2014, ΑΠ 1275/2009).

Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά είτε "εκ του πράγματος" με την περί του αντιθέτου παραδοχή (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 339/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 250/2020, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 96/2019). Εξάλλου, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων.

Έτσι, με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο ελέγχεται, πλην άλλων και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών. Εξάλλου, απαράδεκτη είναι η διαδικαστική πράξη, η οποία δεν πληροί τις κατά νόμο προϋποθέσεις για τον έλεγχο του περιεχομένου της. Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (ΑΠ 343/2023, ΑΠ 71/2023, ΑΠ 1660/2022, ΑΠ 480/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο και τον τέταρτο πρόσθετο λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 και επικουρικά από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του τις αντιρρήσεις κατά της παραίτησης από την επιταγή προς πληρωμή που απαραδέκτως πρόβαλε η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με προφορική δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, με τη προσθήκη αντίκρουση επί των προτάσεών της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιόν του και όχι με την ένδικη ανακοπή της, άλλως ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο των αντιρρήσεων αυτών που προβλήθηκαν κατά παράβαση του δικονομικού κανόνα του άρθρου 585 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης κατά το κύριο σκέλος τους, με τους οποίους προβάλλεται η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απαράδεκτοι, διότι τα ανωτέρω επικαλούμενα δεν αποτελούν "πράγμα", κατά την έννοια της ως άνω διάταξης που προεκτέθηκε, δηλαδή αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό που τείνει στην κατάλυση του ασκούμενου με την ένδικη ανακοπή δικαιώματος, αλλά επιχείρημα που αντλείται από το νόμο.

Περαιτέρω, από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση της ένδικης ανακοπής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στις 18-10-2010, η καθ'ης η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα με εξώδικη δήλωσή της, που επιδόθηκε αυθημερόν στην ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, δήλωσε ότι παραιτείται από την επιταγή προς πληρωμή κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της .../2005 διαταγής πληρωμής, η δήλωση δε αυτή επαναλήφθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της καθής η ανακοπή και κατά τη συζήτηση της ανακοπής στις 26-10-2010 στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στα πρακτικά.

Η ανακόπτουσα με δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και με την προσθήκη αντίκρουση στις προτάσεις της πρόβαλε αντιρρήσεις ως προς τη δήλωση παραιτήσεως της καθής η ανακοπή. Οι ως άνω αντιρρήσεις της ανακόπτουσας προβλήθηκαν παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με σχετική δήλωσή της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με την προσθήκη αντίκρουση στις προτάσεις της.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια, δεν προέβη σε παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου και ως εκ τούτου οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι κατά το επικουρικό σκέλος τους από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

ΙΙΙ. Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, τρίτο αναιρετικό λόγο κατά το τρίτο σκέλος του, πρώτο πρόσθετο λόγο, κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του και πέμπτο πρόσθετο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τους αριθμούς 9 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τους τρίτο, τέταρτο, έβδομο και όγδοο πρόσθετους λόγους έφεσής της, με τους οποίους επανέφερε τον ισχυρισμό της περί έλλειψης εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης προς άσκηση της ένδικης ανακοπής για την ακύρωση της επιταγής προς πληρωμή, διότι δεν έχει δικαίωμα αποζημίωσης, κατ' άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού το ποσό που κατέβαλε η αναιρεσίβλητη εκουσίως σε εκτέλεση της επιταγής μετά την έκδοση της με αριθμό 311/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συνιστά εκπλήρωση νόμιμης υποχρέωσής της προς ανόρθωση της ζημίας που προξένησε σ' αυτήν με άμεσο δόλο και με αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι, διότι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλους τους πρόσθετους λόγους έφεσης που συνέχονταν με το έννομο συμφέρον της αναιρεσίβλητης για την ακύρωση της επίδικης επιταγής προς πληρωμή και τους απέρριψε κατ' ουσίαν με την παραδοχή των αντιθέτων.

IV. Με τον έκτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, τον έβδομο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, τον τρίτο πρόσθετο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του και τον πέμπτο πρόσθετο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την παραίτηση από την επιταγή προς πληρωμή, που έγινε νομότυπα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ.

Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η παραίτηση από την επιταγή προς πληρωμή έγινε πριν τη συζήτηση της ανακοπής και η ανακόπτουσα είχε ήδη συμμορφωθεί εκουσίως μετά την επίδοση της επιταγής με την μερική ικανοποίηση της απαιτήσεως της καθής η ανακοπή. Σύμφωνα δε με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν νοείται παραίτηση από την επιταγή για το ποσό της μερικής εξοφλήσεως, για το οποίο δεν υπάρχει εκκρεμής αναγκαστική διαδικασία, η δε ανακόπτουσα-οφειλέτης έχει έννομο συμφέρον να συζητηθεί η εκκρεμούσα ανακοπή.

Επομένως, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. V. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904, 915 και 916 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η δυνάμει εκτελεστού τίτλου, μεταξύ των οποίων και η διαταγή πληρωμής, αναγκαστική εκτέλεση, προϋποθέτει να είναι βέβαιη και εκκαθαρισμένη η απαίτηση.

Εκκαθαρισμένη είναι η απαίτηση όταν από τον εκτελεστό τίτλο προκύπτει η ποσότητα και η ποιότητα της παροχής (ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014). Η δε χρηματική απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη, ακόμη και όταν το ποσό αυτής δεν είναι ακριβώς καθορισμένο, αλλά μπορεί να εξευρεθεί με τη διενέργεια μαθηματικών πράξεων (ΑΠ 1016/2018, ΑΠ 1543/2014, ΑΠ 653/2013).

Στην αντίθετη περίπτωση, η με έγγραφο διαπιστουμένη αξίωση του επισπεύδοντος δεν είναι επιδεκτική εκτέλεσης. Αναγκαία, συνεπώς, προϋπόθεση της εγκυρότητας της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι ο πλήρης προσδιορισμός στον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο της έκτασης, του είδους και του περιεχομένου της αξίωσης που ενσωματώνει.

Κατά συνέπεια αναγκαστική εκτέλεση με τίτλο, από τον οποίο δεν προκύπτει απαίτηση εκκαθαρισμένη είναι άκυρη, χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύεται βλάβη (ΑΠ 758/2014, ΑΠ 905/2011, ΑΠ 1124/2010). Εξάλλου, από το άρθρο 924 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η επιταγή, με την οποία αρχίζει η αναγκαστική εκτέλεση, πρέπει να περιέχει σύντομη μνεία του ποσού που οφείλεται, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται το ιστορικό κάθε κονδυλίου.

Ειδικότερα αρκεί να προκύπτει από την επιταγή η αιτία της απαίτησης, η οποία κατ` αρχήν θα προκύπτει από το αντίγραφο του τίτλου, κάτω από το οποίο γράφεται η επιταγή, καθώς και η οφειλή κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα (ΑΠ 959/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε άκυρη την προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή, δεχόμενο εσφαλμένα ότι ήταν αόριστη η απαίτηση, βάσει της οποίας επισπεύδεται η αναγκαστική εκτέλεση.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από τα ίδια ως άνω αποδειχτικά μέσα μεταξύ των οποίων (αντίγραφο του απογράφου εκτελεστού της με αριθμό .../2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την κάτω από αυτό από 12-4-2005 επιταγή προς πληρωμή, προκύπτει, ότι με την ανωτέρω διαταγή πληρωμής διατάχτηκε η ανακόπτουσα, ως καθολική διάδοχος της εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", να πληρώσει στην καθ' ης, τόκους υπερημερίας επί του επιδικασθέντος αναγνωριστικά στην τελευταία, δυνάμει της .../1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ποσού των 91.709,46 ευρώ (τότε 31.250.000 δρχ.), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της οχλήσεως, μέχρι της εξοφλήσεως του ποσού αυτού, με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας, καθώς και 11.160 ευρώ, για τη δικαστική δαπάνη εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, ενώ με την προσβαλλόμενη, από 12-4-2005 επιταγή προς πληρωμή, η ανακόπτουσα επιτάσσεται να καταβάλει στην καθής η ανακοπή, τα εξής ποσά:

α) 243.849,12 ευρώ για επιδικασθέντες τόκους υπερημερίας, στο κεφάλαιο των 91.709,46 Ευρώ από 10-11-1992, επομένη της οχλήσεως, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της διαταγής πληρωμής, με τα εκάστοτε ισχύοντα επιτόκια υπερημερίας, γνωστά στην καθής και στο Δικαστήριο, μέχρι 11-4-2005, β) 11.160,00 ευρώ για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, γ) 2.010,00 ευρώ για αγωγόσημο, διπλότυπο είσπραξης ...-2005, ΙΘ'ΔΟΥ Αθηνών, δ) 11.160,00 ευρώ για απογραφόσημο, διπλότυπο είσπραξης ...-2005, ΙΘ' ΔΟΥ Αθηνών, ε) 300 ευρώ για έξοδα λήψης απογράφου, δακτυλογράφηση αίτησης και διαταγής πληρωμής, χαρτοσήμανση αίτησης και διαταγής πληρωμής, στ) 7.000,00 ευρώ για σύνταξη παρούσης επιταγής και έξοδα επίδοσης δικαστικού επιμελητή .

Ήτοι συνολικά 275.479, 12 ευρώ, και όλα τα παραπάνω κονδύλια νομιμότοκα από την επίδοση της παρούσας, πλην του από τόκους κονδυλίου, μέχρις εξοφλήσεώς τους. Ειδικότερα, όσον αφορά, το πρώτο κονδύλιο, ήτοι το ποσό των τόκων υπερημερίας, στο κεφάλαιο των 91.709,46 ευρώ, στην επιταγή προς πληρωμή, όπως αναφέρεται ανωτέρω, η επισπεύδουσα το προσδιορίζει, ως εξής: "243.849,12 ευρώ για επιδικασθέντες τόκους υπερημερίας στο κεφάλαιο των 91.709,46 Ευρώ από 10-11-1992, επομένη της οχλήσεως, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω στο σκεπτικό της παρούσας (διαταγή πληρωμής), με τα εκάστοτε επιτόκια υπερημερίας...".

Όμως, στο σκεπτικό της ανωτέρω με αριθμό .../2005 Διαταγής Πληρωμής, δυνάμει της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη επιταγή προς πληρωμή, αναφέρονται δύο οχλήσεις και δύο αντίστοιχες χρονολογίες. Ειδικότερα, αναφέρεται ότι α) "δικαστική όχληση της ανακόπτουσας για την πληρωμή του ποσού των 91.709,46 ΕΥΡΩ, αποτελεί η επίδοση στην τελευταία, της από 20- 8-1991 αγωγής, με αριθμό κατάθεσης ...-1991 στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό .../1999 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την ως άνω αναγνωριστική αγωγή κατά το προαναφερόμενο ποσό, η οποία επίδοση έγινε στις 27-9-1991 (όπως αποδεικνύεται με τη με αριθμό ...-1991 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Μ.

Γ. Κ.) και β) ότι η ανακόπτουσα οχλήθηκε από την καθ' ής να πληρώσει το ανωτέρω ποσό των 91.709,46 ευρώ και εξωδίκως, με την από 5-11-1992 αίτηση της καθ' ης, που κοινοποιήθηκε στην ανακόπτουσα στις 9-11-1992. Όσον αφορά στην προσβαλλόμενη επιταγή, αναφέρεται, μεν, στην εξώδικη όχληση, που έλαβε χώρα στις 9-11-1992 ("για επιδικασθέντες τόκους υπερημερίας...

από 10-11-1992, επομένη της οχλήσεως"). Όπως γίνεται φανερό, από την επίδικη επιταγή προς πληρωμή, η οποία παραπέμπει στο σκεπτικό της Διαταγής Πληρωμής ("κατά τα αναφερόμενα παραπάνω στο σκεπτικό της παρούσας"), δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς το χρόνο όχλησης της καθ' ης η διαταγή πληρωμής (ανακόπτουσας), αφού αναφέρονται δύο οχλήσεις και, συνεπώς, δύο χρονολογίες έναρξης των τόκων υπερημερίας (27-9-1991 και 9-11-1992).

Η αναφορά στην προσβαλλόμενη επιταγή του παραπάνω χρόνου έναρξης των τόκων υπερημερίας (10-11-1992), σε συνδυασμό με την αναφορά στο σκεπτικό της Διαταγής Πληρωμής των δύο ως άνω χρονολογιών (27-9-1991 και 9-11-1992), καθιστά την προσβαλλομένη επιταγή αόριστη, δεδομένου ότι στηρίζεται σε αόριστη διαταγή πληρωμής, στην οποία παραπέμπει για τον υπολογισμό των επιτασσόμενων δι' αυτής ποσών.

Η αοριστία της προσβαλλόμενης επιταγής προς πληρωμή καθιστά αυτήν άκυρη.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε, ότι η επίδικη επιταγή προς πληρωμή, ήταν αόριστη και ως εκ του λόγου αυτού, δέχθηκε το δεύτερο λόγο ανακοπής και ακύρωσε αυτή, δεν έσφαλε ούτε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των νομικών διατάξεων ούτε και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα αντίθετα υποστηρίζει η καθ' ης η ανακοπή με την ένδικη έφεσή της και τους πρόσθετους λόγους αυτής, είναι αβάσιμα και απορριπτέα..Κατά συνέπεια, όλοι οι λόγοι έφεσης και των δικογράφων των πρόσθετων λόγων πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους, ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν..". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν προέβη σε παρά το νόμο κήρυξη άκυρης της επιταγής προς πληρωμή. Τούτο διότι, στην επίδικη επιταγή προς πληρωμή αναφέρεται ως χρόνος ενάρξεως των τόκων υπερημερίας η 10-11-1992, ενώ στο σκεπτικό της διαταγής πληρωμής, στο οποίο παραπέμπει, αναφέρονται δύο χρονολογίες ενάρξεως των τόκων υπερημερίας (27-9-1991 και 9-11-1992), με συνέπεια να καθίσταται αόριστη η επιταγή ως στηριζόμενη σε αόριστη διαταγή πληρωμής και ως εκ τούτου άκυρη.

Συνεπώς, ο πέμπτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

VΙ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Το νόμιμο δε της επίκλησης κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1573/2006) ή από το δικόγραφο της έφεσης. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση.

Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/ 2016, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 252/2021, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 961/2017). Για τον έλεγχο, όμως, της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1037/2010, ΑΠ 336/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που αυτή προσκόμισε με επίκληση, από τα οποία αποδεικνυόταν ο σαφής χρόνος έναρξης της τοκοφορίας του κονδυλίου των τόκων, που επιτασσόταν η αναιρεσίβλητη να καταβάλει με την επίδικη επιταγή προς πληρωμή και ειδικότερα: 1) την από 7-3-2005 αίτησή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών για την έκδοση της επίδικης με αριθμό .../2005 διαταγής πληρωμής, β) την εκδοθείσα επ' αυτής με αριθμό .../2005 διαταγή πληρωμής, γ) την από 12-4-2005 επιταγή προς πληρωμή κάτω από αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της άνω διαταγής πληρωμής, δ) την από 5-11-1992 αίτηση-όχληση που κοινοποίησε στην ανακόπτουσα για την καταβολή του αιτούμενου με την αγωγή της ποσού και την υπ' αρ. ...-1992 έκθεση επίδοσης της αίτησης αυτής στην ανακόπτουσα και ε) την με αριθμό ...-1999 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της αγωγής της.

Εν προκειμένω, εκτός του ότι δεν προσκομίζονται τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και το αντίγραφο του απογράφου εκτελεστού της με αριθμό .../2005 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την κάτω από αυτό από 12-4-2005 επιταγή προς πληρωμή", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

VII. Ο από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση της δεσμευτικότητας της απόφασης του Αρείου Πάγου, από το δικαστήριο της παραπομπής, μετ` αναίρεση, ιδρύεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, ενώ αντίθετα, το δικαστήριο της παραπομπής δεν δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αναιρεθείσας, ως προς την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.

Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ` ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 1211/2014, ΑΠ 367/2005, ΑΠ 7/2001).

Η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του και τον τρίτο πρόσθετο λόγο κατά το τρίτο σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν συμμορφώθηκε με την με αριθμό .../2015 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία δέχθηκε ότι στην ένδικη ανακοπή και τους πρόσθετους λόγους αυτής δεν περιέχεται λόγος για ακυρότητα της επίμαχης επιταγής προς πληρωμή επειδή στηρίχθηκε σε άκυρο τίτλο και ότι η αναιρεσείουσα είχε έννομο συμφέρον για την άσκηση έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης για το λόγο ότι η αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης, με βάση την επίμαχη επιταγή θα έχει ως αποτέλεσμα, κατόπιν του προκύπτοντος δεδικασμένου, να υπόκειται η αναιρεσείουσα στην αγωγή του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ.

Από την επισκόπηση της υπ' αριθ. .../2015 απόφασης του Αρείου Πάγου προκύπτει ότι έγινε δεκτό ότι συντρέχει προφανές έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας για την άσκηση εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, καθόσον μετά την αμετάκλητη ακύρωσή της, με βάση την επίμαχη επιταγή, αναγκαστικής εκτελέσεως, αυτή υπόκειται στην αγωγή του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 68 και 940 παρ. 3 ΚΠολΔ.

Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με το κριθέν από την ως άνω αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα της υπάρξεως εννόμου συμφέροντος της αναιρεσείουσας να ασκήσει έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως. Τέλος, η αναφορά στην ως άνω αναιρετική απόφαση ότι στην ανακοπή και στους πρόσθετους λόγους αυτής δεν περιέχεται λόγος για ακυρότητα της επιταγής επειδή στηρίχθηκε σε άκυρο τίτλο, δεν αποτελεί νομικό ζήτημα κατά την προεκτεθείσα έννοια.

Επομένως, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτή (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται αυτά ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 20-11-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. .../2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και τους από 12-3-2019 πρόσθετους λόγους.

Απορρίπτει την από 20-11-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. .../2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και τους από 12-3-2019 πρόσθετους λόγους.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ